Supreme Court dismisses appeal against insurance company's liability for permanent disability compensation under Greek Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against a lower court ruling awarding permanent disability compensation to an injured party. The court found the lower court's assessment of damages based on the injury's extent and the victim's age was legally sound and within its discretionary limits. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the defendants' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 931 and 559 of the Civil Code; The Supreme Court holds that a lower court's determination of disability compensation amounts is valid if it relies on established criteria regarding injury severity and victim age without violating the principle of proportionality.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1084 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1084/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ... Ανώνυμη Ελληνική Ασφαλιστική Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Νακοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ...", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) Μ. Τ. του Θ., κατοίκου ... εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ρωξάνη Τσιμογιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην εν λόγω από 28-2-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τσιγαρίδα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο 3ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Αναστασόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 18-11-2016 αγωγή του 3ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την από 30-11-2016 αγωγή της 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2600/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3723/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-7-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 12-7-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 5760/632/19-7-2022), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 3723/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 3723/2021, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Με την από 18-11-2016 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 506750/4090/22-11-2016) αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ήδη αναιρεσίβλητος Μ.
Τ. ισχυρίσθηκε ότι στις 24-10-2015, ..., συγκρούσθηκαν το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, Σ. Ρ. (ως προς τον οποίο, στην συνέχεια, ο ενάγων παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής), ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική του ευθύνη στην δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία ...
με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, που οδηγούσε η τρίτη εναγόμενη, Σ. Κ., δυνάμει συμβάσεως εκμισθώσεως από την ιδιοκτήτριά του, τέταρτη εναγόμενη εταιρεία εκμισθώσεως αυτοκινήτων, με την επωνυμία ... το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην πέμπτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία ...
και, ακολούθως, το πρώτο αυτοκίνητο συγκρούσθηκε με την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο ίδιος (ενάγων), συνεπεία του οποίου τραυματίσθηκε αυτός και προκλήθηκαν υλικές ζημίες στην δίκυκλη μοτοσικλέτα του και ότι το ατύχημα αυτό οφείλεται στην συγκλίνουσα υπαιτιότητα των παραπάνω οδηγών.
Με βάση τα περιστατικά αυτά, ο ενάγων ζήτησε, μετά από νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής του, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας: α) το ποσό των 28.028,18 ευρώ για θετική και αποθετική του ζημία, β) το ποσό των 38.372,92 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με την επιφύλαξη να διεκδικήσει επιπλέον ποσό 50 ευρώ, με την άσκηση πολιτικής αγωγής ενώπιον των αρμόδιων ποινικών δικαστηρίων και γ) το ποσό των 60.000 ευρώ ως εύλογη αποζημίωση εκ του άρθρου 931 του Α.Κ., λόγω προκλήσεως μόνιμης αναπηρίας του και, συνολικώς, το ποσό των 126.401,10 ευρώ (28.028,18 + 38.372,92 + 60.000), με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής του.
Περαιτέρω, με την από 30-11-2016 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 508522/4375/7-12-2016) αγωγή της, ενώπιον του ιδίου, ως άνω, Δικαστηρίου, η ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, με την επωνυμία ... ιδιοκτήτρια του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, το οποίο είχε εκμισθώσει στην προαναφερθείσα οδηγό Σ. Κ., ισχυρίσθηκε ότι από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, Σ.
Ρ. (ως προς τον οποίο, στην συνέχεια, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής), οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, ασφαλισμένου για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία ... προκλήθηκαν οι αναφερόμενες στην αγωγή υλικές ζημίες στο ανωτέρω αυτοκίνητό της, κατά την σύγκρουση των δύο οχημάτων και κάτω από τις συνθήκες που περιγράφονται στο δικόγραφο της αγωγής.
Με βάση αυτά τα περιστατικά, η ενάγουσα ζήτησε, μετά από νόμιμο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής της σε αναγνωστικό, να αναγνωρισθεί ότι η δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία οφείλει να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 1.370,59 ευρώ, για την θετική και την αποθετική ζημία της, που αντιστοιχεί στην δαπάνη επισκευής του αυτοκινήτου της, την μείωση της αγοραστικής του αξίας και τα διαφυγόντα εισοδήματά της από την μη εκμίσθωση του ζημιωθέντος οχήματος κατά την διάρκεια της επισκευής του, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής της.
Τέλος, με την από 10-9-2016 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 501461/175/16-1-2017) αγωγή της, ενώπιον του ιδίου, ως άνω, Δικαστηρίου, η ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία ... ισχυρίσθηκε ότι η μη διάδικος Σ. Κ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, το οποίο είχε εκμισθώσει από την ιδιοκτήτριά του ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία ...
και ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία ... από υπαιτιότητά της, προκάλεσε φθορές και βλάβες στο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο μη διάδικος Σ. Ρ., ιδιοκτησίας του, το οποίο ασφαλίζει με μικτή ασφάλιση η ίδια (ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία), κατά την σύγκρουση των οχημάτων αυτών, που έγινε κάτω από τις συνθήκες, που αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής.
Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζήτησε να υποχρεωθεί η ως άνω εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία να της καταβάλει το ποσό των 3.750 ευρώ, το οποίο κατέβαλε στον ασφαλισμένο της λόγω της προαναφερθείσης συμβάσεως ασφαλίσεως και για το οποίο υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα του τελευταίου, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 2600/2018 οριστική απόφασή του, αφού θεώρησε ότι η πρώτη και η δεύτερη αγωγές δεν ασκήθηκαν κατά του εναγομένου Σ. Ρ., συνεκδίκασε τις ως άνω αγωγές, κατ' αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων και αφού έκρινε ότι αποκλειστικώς υπαίτια της συγκρούσεως ήταν η τρίτη εναγόμενη της πρώτης αγωγής Σ.
Κ.: α) απέρριψε την πρώτη αγωγή του Μ. Τ. ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατά το μέρος που είχε ασκηθεί κατά της δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία ... δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς τους λοιπούς εναγόμενους (Σ. Κ., ... «Ε.) και υποχρέωσε τους τελευταίους να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 6.652,53 ευρώ ως αποζημίωση για θετική του ζημία και το ποσό των 38.372,92 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, β) απέρριψε την δεύτερη αγωγή της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία ..., κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία ...
ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και γ) δέχθηκε στο σύνολό της ως βάσιμη κατ' ουσίαν την τρίτη αγωγή τής ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία ... και υποχρέωσε την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία ... να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 3.750 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής της.
Κατά της οριστικής αποφάσεως αυτής άσκησαν εφέσεις ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών: α) Η Σ. Κ. και οι εταιρείες, με τις επωνυμίες ... και ... ως εναγόμενες της πρώτης αγωγής, οι οποίες πρωτοδίκως ηττήθηκαν εν μέρει και οι δύο τελευταίες εταιρείες, η μεν πρώτη (...) ως ενάγουσα στην δεύτερη αγωγή, η δε δεύτερη ...
ως εναγόμενη στην τρίτη αγωγή, οι οποίες πρωτοδίκως ηττήθηκαν και β) Ο Μ. Τ., ενάγων στην πρώτη αγωγή. Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 3723/2021, απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία αυτό δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την πρώτη έφεση, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την δεύτερη έφεση, κατά το μέρος αυτής που στρέφονταν κατά της Σ.
Κ. και των εταιρειών ... και ... δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσία αυτήν, κατά το μέρος αυτής που στρέφονταν κατά της εταιρείας ..., εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 2600/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, διακράτησε και συνεκδίκασε τις τρεις αγωγές, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 18-11-2016 αγωγή του Μ. Τ., κατά το μέρος αυτής που στρέφονταν κατά της τρίτης, τέταρτης και πέμπτης των εναγομένων (Σ..
Κ., ..."), υποχρέωσε τον ενάγοντα Μ. Τ. να καταβάλει στην πέμπτη εναγόμενη ..." το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (20.000€), με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αποφάσεώς του, δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από 18-11-2016 αγωγή, κατά το μέρος αυτής που στρέφονταν κατά της δεύτερης εναγόμενης ... υποχρέωσε την τελευταία να καταβάλει στον ενάγοντα Μ.
Τ. το ποσό των εβδομήντα τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων είκοσι τριών ευρώ και ογδόντα λεπτών (74.323,80€), με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της αγωγής του, δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από 30-11-2016 αγωγή, αναγνώρισε ότι η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία ..., οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα εταιρεία, με την επωνυμία AUTOHELLAS Α.Τ.Ε.Ε.", το ποσό των τριακοσίων πενήντα δύο ευρώ και εβδομήντα εννέα λεπτών (352,79€), με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 10-9-2016 αγωγή.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 1/2022, Ολ.Α.Π. 4/2021, Ολ.Α.Π. 2/2021, Ολ.Α.Π. 2/2019, Ολ.Α.Π.1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013).
Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 1/2022, Ολ.Α.Π. 4/2021, Ολ.Α.Π. 2/2021, Ολ.Α.Π. 5/2020, Ολ.Α.Π. 3/2020).
Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 2/2022, Ολ.Α.Π. 2/2021, Ολ.Α.Π. 2/2019, Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 1673/2022).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1, εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί εμμέσως η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ.), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το Δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του Κ.Πολ.Δ., τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 302/2022, Α.Π. 1553/2021, Α.Π. 415/2021, Α.Π. 161/2021, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 690/2020, Α.Π. 589/2020, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 40/2020).
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.Α.Π. 6/2020, Ολ.Α.Π. 1/2020, Ολ.Α.Π. 6/2019, Ολ.Α.Π. 2/2019, Ολ.Α.Π. 6/2006, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 671/2020).
Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2020, Ολ.Α.Π. 1/2020, Ολ.Α.Π. 6/2019, Ολ.Α.Π. 2/2019, Ολ.Α.Π. 15/2006).
Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 317/2022, Α.Π. 263/2022, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένστασιν, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το Δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του Α.Κ.
Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το Δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 791/2022, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 12/2020).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού Δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό - την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 12/2020, Α.Π. 88/2019, Α.Π. 85/2019).
Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούσθηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του Α.Κ., στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για την ζημία, που προκαλείται κατά την λειτουργία του αυτοκινήτου κατ' άρθρον 4 του Ν. ΓΠΝ/1911 (Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 791/2022, Α.Π. 13/2020, Α.Π. 1459/2019, Α.Π. 1043/2019). Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 1673/2023, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 1176/2023, Α.Π. 1.055/2023, Α.Π. 1673/2022, Α.Π. 1509/2022, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 551/2022), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ.
στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή την μείωση των επιζήμιων συνεπειών (Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 536/2022, Α.Π. 877/2021, Α.Π. 898/2020, Α.Π. 797/2020). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 2.696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή ... και να μην προκαλούν γενικά με την συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών..." (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 550/2021, Α.Π. 401/2021, Α.Π. 1098/2020, Α.Π. 1043/2019, Α.Π. 624/2019, Α.Π. 91/2019, Α.Π. 199/2018). Ακόμη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 του Κ.Ο.Κ. "1.
Ο οδηγός επιτρέπεται να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα μόνον εφόσον μπορεί να το κάνει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και εφόσον προειδοποιήσει έγκαιρα γι' αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 του παρόντος Κώδικα... 4. Ειδικότερα σε οδόστρωμα διπλής κατεύθυνσης, το προσπέρασμα απαγορεύεται και κατά την προσέγγιση σε κυρτή αλλαγή κλίσης ή σε στροφές με ανεπαρκή ορατότητα, εκτός αν υπάρχει στα σημεία αυτό διαχωριστική νησίδα ή δύο τουλάχιστον λωρίδες κυκλοφορίας προς την κατεύθυνση αυτού που προσπερνά, οι οποίες ορίζονται με κατά μήκος διαγραμμίσεις, το δε προσπέρασμα γίνεται χωρίς να εγκαταλείψει ο οδηγός τις λωρίδες κυκλοφορίας που σημειώνονται ως κλειστές γι' αυτούς που έρχονται αντίθετα. 5.
Ο οδηγός, κατά το προσπέρασμα, υποχρεούται να αφήνει στο όχημα το οποίο προσπερνά αρκετό χώρο παραπλεύρως" (Α.Π. 13/2020). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2.696/1999, "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2.
Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές ..." (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 550/2021, Α.Π. 401/2021, Α.Π. 1098/2020, Α.Π. 1043/2019, Α.Π. 624/2019, Α.Π. 91/2019, Α.Π. 199/2018).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 3723/2021 προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στις 24.10.2015 και περί ώρα 21:45', ο μη διάδικος Σ.
Ρ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, μάρκας FORD, χρώματος ασημί, ιδιοκτησίας του ιδίου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο ως προς την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη της πρώτης αγωγής και εναγόμενη της δεύτερης αγωγής (ενάγουσα της τρίτης αγωγής), ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ...
εκινείτο με χαμηλή ταχύτητα, που δεν ξεπερνούσε τα 40 χλμ/ώρα, επί της Λεωφόρου Κηφισίας στην περιοχή της Κηφισιάς Αττικής, με κατεύθυνση από Ν. Ερυθραία προς Μαρούσι. Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, η τρίτη εναγόμενη της πρώτης αγωγής, Σ. Κ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, μάρκας TOYOTA, χρώματος λευκού, ιδιοκτησίας της τέταρτης εναγόμενης (ενάγουσα της δεύτερης αγωγής) εταιρίας ενοικιάσεως αυτοκινήτων με την επωνυμία ...
και τον διακριτικό τίτλο ... με συνεπιβάτη στη θέση του συνοδηγού, τον σύζυγό της Ε. Τ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην πέμπτη εναγόμενη της πρώτης αγωγής και εναγόμενη της τρίτης αγωγής, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ... εκινείτο επί της ίδιας ως άνω οδού, πίσω και με την ίδια κατεύθυνση με το ανωτέρω αυτοκίνητο, προσεγγίζοντας (και τα δύο οχήματα) τον Ο.A. 317 της ως άνω Λεωφόρου.
Η Λεωφόρος Κηφισίας στο σημείο του ατυχήματος, είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης ευθεία, οριζόντια, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, τα δε δύο αντίθετα ρεύματα κυκλοφορία της διαχωρίζονται με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, ενώ το συνολικό πλάτος οδοστρώματος είναι 7,70 μέτρα, εκατέρωθεν του οποίου υφίσταται πεζοδρόμιο πλάτους το μεν του καθοδικού ρεύματος προς Μαρούσι, 5,00 μέτρων, το δε του ανοδικού ρεύματος προς Ν.
Ερυθραία, 1,00 μέτρου. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την από 24.10.2015 έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα, που συνέταξαν οι προανακριτικοί υπάλληλοι του Τμήματος Τροχαίας Κηφισιάς, η Λεωφόρος Κηφισίας, στο ύψος του Ο.A. 317, σχηματίζει ελαφρά καμπή, η οποία είναι δεξιόστροφη για τα κινούμενα οχήματα στο καθοδικό ρεύμα προς Μαρούσι και αριστερόστροφη για τα αντιθέτως κινούμενα οχήματα, το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στο σημείο εκείνο, είναι 50 χλμ την ώρα, δεδομένου ότι πρόκειται για κατοικημένη περιοχή, ενώ κατά τον ανωτέρω χρόνο, η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρά, επικρατούσε καλοκαιρία, ήταν νύχτα με επαρκή τεχνικό φωτισμό, ενώ η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν πυκνή και πεζών αραιή και η ορατότητα δεν περιορίζονταν.
Επειδή το προπορευόμενο αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο υπερήλικας τότε (ηλικίας 85 ετών), Σ. Ρ., εκινείτο με χαμηλή ταχύτητα, εμποδίζοντας την προσπέραση του οχήματος, που κινούνταν όπισθεν αυτού, οδηγούμενο από την τρίτη εναγόμενη, Σ. Κ., η οποία δεν μπορούσε να εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, κάνοντας επικίνδυνο ελιγμό λόγω της πυκνής κίνησης των οχημάτων στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και απαγορευμένο από τη διπλή διαγράμμιση του οδοστρώματος, η τελευταία άρχισε να αναβοσβήνει τα φώτα του οχήματος της ώστε να αντιληφθεί ο προπορευόμενος οδηγός Σ.
Ρ., την πρόθεσή της και να της παραχωρήσει χώρο κινούμενος στην δεξιά άκρη της λωρίδας κυκλοφορίας του, προκειμένου να τον προσπεράσει. Όταν τα δύο οχήματα έφθασαν στην δεξιόστροφη καμπή της οδού, που υπήρχε στη πορεία τους, ο Σ. Ρ., ενοχλημένος από το αναβόσβημα των φώτων του οχήματος της τρίτης εναγόμενης, άρχισε να κινείται δεξιότερα του οδοστρώματος, μειώνοντας περαιτέρω τη ταχύτητα του οχήματος του, προκειμένου με τον τρόπο αυτό, να κάνει χώρο για την προσπέραση του οχήματος της τρίτης εναγόμενης.
Η τελευταία εκμεταλλευόμενη το γεγονός αυτό, επιχείρησε να προσπεράσει από αριστερά το προπορευόμενο αυτοκίνητο, κινούμενη παράλληλα, πλην όμως πολύ κοντά σ' αυτό (σε απόσταση περίπου πενήντα εκατοστών), λόγω της στενότητας της λωρίδας κυκλοφορίας (το πλάτος έκαστης λωρίδας κυκλοφορίας μετά την αφαίρεση του πλάτους της διπλής διαγράμμισης, δεν ξεπερνούσε τα 3,50 μέτρα και το μήκος έκαστου αυτ/του το 1,50 μέτρο), αλλά και για να αποφύγει την είσοδό της-πάνω στην καμπή της οδού-στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, λόγω των παραπάνω επικρατουσών συνθηκών πυκνής κυκλοφορίας οχημάτων.
Όταν η τελευταία είχε φθάσει στο ύψος του εμπρόσθιου αριστερού τροχού του αυτ/του του Σ. Ρ. και πριν την έξοδό των δύο οχημάτων από την καμπή της οδού, στο ύψος του Ο.Α 317 της Λεωφόρου Κηφισίας, ο τελευταίος, επιχείρησε ελαφρό ελιγμό επίσης προς τα αριστερά για να επανέλθει στην αρχική του πορεία, με συνέπεια, το οπίσθιο δεξιό μέρος του αυτ/του της να έρθει σε επαφή με το εμπρόσθιο αριστερό τροχό του αυτ/του του Ρ..
Συγκεκριμένα, ο αριστερός εμπρόσθιος τροχός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Σ. Ρ., συγκρούστηκε με το κάτω μέρος του οπίσθιου δεξιού θόλου και της οπίσθιας δεξιάς πόρτας του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, που οδηγούσε η τρίτη εναγόμενη. Η πρόσκρουση αυτή δεν φαίνεται να ήταν ιδιαίτερα σφοδρή, εκ των ζημιών που προκλήθηκαν στο οπίσθιο κάτω μέρος του αυτ/του της Σ.
Κ., όπου ο αριστερός εμπρόσθιος τροχός του αυτ/του του Σ. Ρ. άφησε κυρίως το αποτύπωμά του στα ως άνω πληγέντα μέρη του, τα οποία υπέστησαν ελαφρές υλικές ζημίες. Μετά την ως άνω σύγκρουση των δύο αυτ/των, η οποία όπως προαναφέρθηκε, ήταν ελαφριά, η τρίτη εναγόμενη, Σ. Κ., ακινητοποίησε το αυτ/το της, λίγα μέτρα μετά το σημείο σύγκρουσης, πάνω στο πεζοδρόμιο του ρεύματος κυκλοφορίας της για να μη παρεμποδίζει την κυκλοφορία, θεωρώντας ότι το ίδιο θα έπραττε και ο οδηγός του άλλου εμπλεκόμενου αυτοκινήτου, προκειμένου να διενεργήσουν τα προβλεπόμενα από τις συμβάσεις ασφάλισης των οχημάτων τους.
Ωστόσο, ο Σ. Ρ., αισθανόμενος τρόμο οπωσδήποτε από την προηγηθείσα επαφή των δύο οχημάτων, δεν ακινητοποίησε το όχημά του, αν και κινούνταν με πολύ χαμηλή ταχύτητα, αλλά απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, το οποίο δεν μπόρεσε να επαναφέρει στην αρχική του πορεία και αποπροσανατολισμένος λόγω και της προχωρημένης ηλικίας του, επιταχύνοντας συνέχισε να κινείται ανεξέλεγτα πάνω στην καμπή της οδού με διαγώνια πορεία προς τα αριστερά, υπερέβη τη διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας προς Ν.
Ερυθραία, όπου συγκρούστηκε μετωπικά με την εκεί κινούμενη σύννομα και πριν την είσοδό της στη αριστεροστροφή καμπή ως προς τη πορεία της, υπ' αριθμ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, μάρκας BMW, χρώματος κίτρινου, ιδιοκτησίας του ενάγοντος Μ. Τ., την οποία οδηγούσε ο ίδιος. Μετά τη δεύτερη αυτή σύγκρουση, η οποία ήταν σφοδρή, ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας εκτινάχθηκε στον αέρα και περνώντας πάνω από το αυτοκίνητο του Σ.
Ρ., κατέπεσε στο οδόστρωμα της Λεωφόρου Κηφισίας, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί, ενώ η δίκυκλη μοτοσικλέτα του, αφού πέρασε συρόμενη από την αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου, προκαλώντας σ' αυτή υλικές ζημίες (συρσίματα στο εμπρόσθιο τμήμα και αποκόλληση της χειρολαβής της εμπρόσθιας αριστερής θύρας), στη συνέχεια ανατράπηκε και συρόμενη ακυβέρνητη, δημιουργώντας χαραγές επί του οδοστρώματος του ρεύματος κυκλοφορίας της (προς Ν.
Ερυθραία), ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 14,70 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης, έχοντας υποστεί περιμετρικά υλικές ζημίες. Το δε αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Σ. Ρ., μετά τη δεύτερη σύγκρουση με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα, παρεξέκλινε προς την αντίθετη φορά (προς τα δεξιά) και διασχίζοντας όλο το εύρος της Λ. Κηφισίας (και τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας) σε απόσταση 42,70 μέτρων, προσέκρουσε σε τρίτο χρόνο, πρώτα με τη δεξιά πλευρά του και στη συνέχεια με το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματος του, στα σταθμευμένα κάθετα στο οδόστρωμα, επί του πεζοδρομίου, υπ' αριθμ. ...
Ι.Χ.Ε και ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητα, ιδιοκτησίας τρίτων, μη διαδίκων στη παρούσα δίκη και ακινητοποιήθηκε λοξά, πάνω στο πεζοδρόμιο του ρεύματος καθόδου προς Μαρούσι, αφού προκάλεσε υλικές ζημίες στα ως άνω σταθμευμένα οχήματα, ενώ το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Σ. Ρ., του οποίου οι αερόσακοι (οδηγού και συνοδηγού) είχαν ανοίξει, λόγω των διαδοχικών συγκρούσεων με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα και τα σταθμευμένα οχήματα, υπέστη, εκτεταμένες υλικές ζημίες στο εμπρόσθιο τμήμα του, στο ύψος της αριστερής εμπρόσθιας θύρας και στη δεξιά πλευρά του, με αποτέλεσμα να καταστραφεί ολοσχερώς.
Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τις συνθήκες του ατυχήματος αποδεικνύονται μεταξύ άλλων και από τη σχετική έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνέταξαν τα αρμόδια αστυνομικά όργανα του Τμήματος Τροχαίας Κηφισιάς, που μετέβησαν στο ανωτέρω σημείο αμέσως μετά τη σύγκρουση, όπου αποτυπώνονται οι παραπάνω συνθήκες της οδού, καθώς και οι εκτιμώμενες (πιθανές) πορείες των οχημάτων πριν το ατύχημα, αλλά και μετά το ατύχημα με βάση τη τελική θέση του υπ' αριθμ. ...
Ι.ΧΕ αυτοκινήτου, τα ίχνη σύρσης της δίκυκλης μοτοσικλέτας, το πιθανό σημείο (της δεύτερης) σύγκρουσης της δίκυκλης μοτοσικλέτας με το αυτ/το του Σ. Ρ. (... Ι.ΧΕ), κ.α. καθώς τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες των μερών των δύο αυτοκινήτων που επλήγησαν κατά την πρώτη σύγκρουση, όπως αυτά περιγράφονται ανωτέρω, μεταξύ των οποίων το αποτύπωμα του αριστερού τροχού του αυτ/του του Στ.
Ρ. στο ύψος του κάτω μέρους του οπίσθιου δεξιού θόλου και της οπίσθιας δεξιάς πόρτας του αυτ/του της Σ.. Κ., η ανυπαρξία υλικών ζημιών στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά του αμαξώματος του αυτ/του του Σ. Ρ., που να αντιστοιχούν στο σημείο πλήξης του αυτ/του της Σ. Κ., ευρήματα που καταδεικνύουν σαφώς ότι τα δύο οχήματα κατά τη σύγκρουση, ήρθαν υπό γωνία σε επαφή μεταξύ τους, όταν ο εμπρόσθιος αριστερός τροχός του αυτ/του του Στ.
Ρ., μετά τον αριστερό ελιγμό που πραγματοποίησε (στη πρώτη φάση) προεξείχε του λοιπού αμαξώματος και κατ' επέκταση την πορεία τους κατ' αυτή. Ο ισχυρισμός κατά συνέπεια της ενάγουσας (τρίτης αγωγής) - εναγόμενης (δεύτερης αγωγής) ασφαλιστικής εταιρίας ... και ήδη εφεσίβλητης, τον οποίο επαναφέρει με τις προτάσεις προς αντίκρουση των εφέσεων και την υποστήριξη του διατακτικού της εκκαλούμενης απόφασης, ότι η οδηγός (Σ..
Κ.) του ασφαλισμένου στην εναγόμενη (της τρίτης αγωγής) ασφαλιστική εταιρία ... και ιδιοκτησίας της ενάγουσας (της δεύτερης αγωγής...", επιχειρώντας να προσπεράσει από αριστερά το ασφαλισμένο σ' αυτή, αυτ/το του Στ. Ρ., εισήλθε ανέλεγκτα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και για να αποφύγει μετωπική σύγκρουση με διερχόμενο όχημα, διενήργησε απότομα ελιγμό προς τα δεξιά, προσκρούοντας με το οπίσθιο δεξιό τμήμα του οχήματος της στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του ασφαλισμένου σ' αυτή αυτ/του, με αποτέλεσμα το τελευταίο για να αποφύγει την εκτροπή του προς τα δεξιά διενήργησε αριστερό ελιγμό εισερχόμενο με τη σειρά του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας προκαλώντας την ως άνω μετωπική σύγκρουση με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ενάγων (πρώτης αγωγής), κρίνεται αβάσιμος.
Και τούτο διότι υπό την εκδοχή αυτή του ατυχήματος, το αυτ/το της Σ.. Κ. δεν θα μπορούσε να προσκρούσει στο αυτ/το του Στ. Ρ. μόνο με το κάτω μέρος της δεξιά πίσω πόρτας, αλλά οι πλευρικές επιφάνειες των δύο οχημάτων που θα έρχονταν σε επαφή κατά τον δεξιό ελιγμό της Σ.. Κ., θα ήταν μεγαλύτερες και κατά συνέπεια λόγω της μεταξύ τους τριβής θα είχαν υποστεί αυτές (επιφάνειες) εκτεταμένες φθορές (χαραγές, ξυσίματα, παραμορφώσεις), ενώ τα αποτελέσματα της σύγκρουσης των δύο οχημάτων θα ήταν διαφορετικά, καθώς σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, το αυτ/το του Στ.
Ρ. λόγω της ώθησης που θα είχε δεχθεί προς τα δεξιά θα κινούνταν όχι αριστερά αλλά αντίθετα, προς τα δεξιά, προσκρούοντας στο έρεισμα του πεζοδρομίου με το οποίο κινούνταν παράλληλα σε πολύ μικρή απόσταση, όπου και θα ακινητοποιούνταν λόγω του εμποδίου αυτού στη πορεία του και της ήδη χαμηλής του ταχύτητας.
Εξάλλου, από κανένα στοιχείο δεν επιβεβαιώνεται κατά τρόπο πειστικό ο ανωτέρω ισχυρισμός ότι το αυτ/το της Σ.. Κ., εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, για να εκτελέσει την προσπέραση του προπορευόμενου οχήματος και ότι εκεί κινδύνεψε να συγκρουστεί με αντίθετο διερχόμενο όχημα. Και τούτο διότι δεν προέκυψαν άλλα στοιχεία που να συνηγορούν υπέρ της άποψης αυτής, πλην της ένορκης κατάθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου του Γ.
Ρ.., υιού του ανωτέρω οδηγού, μη αυτόπτη μάρτυρα του επίδικου συμβάντος, ο οποίος απλώς συντάσσεται με την προανακριτική κατάθεση υπό μορφή απολογητικού υπομνήματος του πατέρα του. Από τις προαναφερόμενες συνθήκες των διαδοχικών συγκρούσεων, προκύπτει ότι η πρώτη παραπάνω πρόσκρουση των δύο αυτοκινήτων, που οδηγούσαν ο Σ.
Ρ. και η Σ. Κ. οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά αμφοτέρων των οδηγών. Ειδικότερα και οι δύο παραπάνω οδηγοί, δεν οδηγούσαν με σύνεση και έχοντας τεταμένη διαρκώς την προσοχή τους στην οδήγηση και συγκεκριμένα ο μεν οδηγός Σ. Ρ., επιχείρησε ελιγμό προς τα αριστερά, χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει τούτο με ασφάλεια, η δε οδηγός Σ.
Κ., επιχείρησε προσπέραση από αριστερά, χωρίς να αφήσει στο όχημα που προσπερνούσε αρκετό χώρο παραπλεύρως (άρθρ. 17 παρ. 5, 19 παρ. 1, 21 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ). Η ανωτέρω παράλειψή τους συνέβαλε αιτιωδώς και δη κατά ποσοστό 50% για τον καθένα στη πρόκληση της πρώτης επίδικης σύγκρουσης ... Αντίθετα, αποκλειστικά υπαίτιος της δεύτερης παραπάνω σύγκρουσης και για τις προκληθείσες ζημίες της δίκυκλης μοτοσικλέτας και τον τραυματισμό του ενάγοντος (της πρώτης αγωγής) οδηγού της, Μ.
Τ., είναι ο οδηγός Σ.. Ρ., ο οποίος δεν επέδειξε την προσοχή, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, ούτε ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς προκειμένου να αποφευχθεί το ατύχημα (ή έστω να έχει αυτό λιγότερο επαχθείς συνέπειες) και ειδικότερα τον παρακάτω αναφερόμενο ως ενδεικνυόμενο στην προκειμένη περίπτωση.
Έτσι, εξαιτίας της προηγηθείσας ελαφράς πρόσκρουσης του αυτ/του του, με το αυτ/το της τρίτης εναγόμενης (της πρώτης αγωγής), που έλαβε χώρα στο δεξιό τμήμα του ρεύματος κυκλοφορίας του προς Μαρούσι της Λ. Κηφισίας, δεν προέβη στη δέουσα αντίδραση, που στη προκειμένη περίπτωση ήταν η έγκαιρη τροχοπέδη του οχήματός του εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του, ούτε και στη συνέχεια (λόγω της ήδη χαμηλής ταχύτητας του), αλλά απώλεσε εντελώς τη ψυχραιμία του και τον έλεγχο του οχήματος του συνεχίζοντας να κινείται επιταχύνοντας ανεξέλεγκτα προς τα αριστερά και παραβιάζοντας τη διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας της Λ.
Κηφισίας, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας όπου συγκρούστηκε σε δεύτερο χρόνο, με την εκεί κινούμενη σύννομα και σε μικρή απόσταση από αυτό δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ενάγων της πρώτης αγωγής και ακολούθως, αδυνατώντας να ανακτήσει τον έλεγχο του οχήματος του, προκάλεσε σε τρίτο χρόνο διαδοχικές συγκρούσεις με σταθμευμένα οχήματα (άρθρ. 5 παρ. 8, 12 παρ. 1, 16 παρ. 4. 19 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ).
Εφόσον, οι εκτεταμένες υλικές ζημίες (στο εμπρόσθιο τμήμα του και στις πλευρικές επιφάνειές του) που υπέστη το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Σ.. Ρ., ιδιοκτησίας του, την κάλυψη των οποίων (ζημιών) είχε αναλάβει δυνάμει του με αρ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου (μικτή ασφάλιση) η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία ...
της από 10.9.2016 τρίτης αγωγής, οι οποίες προκλήθηκαν κατά τη κρίση του Δικαστηρίου, από τη πρόσκρουση αυτού (αυτ/του), στην υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα και εν συνεχεία σε τρίτη φάση, στα παραπάνω υπ' αριθμ. ... και ... Ι.Χ.Ε σταθμευμένα οχήματα, για τις οποίες (συγκρούσεις και των εξ αυτών ζημιών) καμία αμέλεια δε βαρύνει την οδηγό του υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, Σ.. Κ., ιδιοκτησίας της μη διαδίκου ... αλλά αποκλειστικά υπαίτιος στην επέλευσή τους είναι ο ανωτέρω οδηγός του (Σ.. Ρ.) ... Αντιθέτως, κανένα πταίσμα δεν βαρύνει την τρίτη εναγόμενη της ίδιας αγωγής, οδηγό του ασφαλισμένου στην πέμπτη εναγόμενη της ίδια αγωγής αυτοκινήτου (...
Ι.Χ.Ε), ιδιοκτησίας της τέταρτης εναγόμενης της ίδιας αγωγής, στην επέλευση της δεύτερης σύγκρουσης της δίκυκλη μοτοσικλέτα του ενάγοντος της πρώτης αγωγής, με το ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγόμενη της ίδιας αγωγής ... Στην προκειμένη περίπτωση, ναι μεν η τρίτη εναγόμενη, Σ.. Κ. διενήργησε προσπέραση του παραπάνω προπορευόμενου οχήματος, χωρίς να αφήσει παραπλεύρως αρκετό χώρο, πλην όμως η παράβαση της υποχρεώσεώς της αυτής, που επιβάλλεται από τον Κ.Ο.Κ. (άρθρ. 17 παρ. 5) δεν ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή, ούτε μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, δεδομένου ότι δεν συνδέεται αιτιωδώς η εκτροπή του τελευταίου αυτ/του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, μετά τη πρόσκρουση στο δικό της αυτ/το, καθώς η σύγκρουση των δύο αυτ/των ήταν όλως ελαφρά και δεν συνέβαλε στην αλλαγή πορείας του ...
Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και κατά συνέπεια στην επέλευση της δεύτερης σύγκρουσης του τελευταίου με την εκεί κινούμενη δίκυκλη μοτοσικλέτα του ενάγοντος, μόνη ενεργός αιτία της οποίας υπήρξε η αμελής συμπεριφορά του Στ. Ρ., ο οποίος, αν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή και έχοντας την έλεγχο του αυτοκινήτου του, θα είχε ανακόψει αμέσως, όπως όφειλε την περαιτέρω πορεία του οχήματος του.
Όμως, αυτός δεν αντέδρασε με τροχοπέδηση, μετά την πρόσκρουση του στο όχημα της Σ.. Κ., ακινητοποιώντας το όχημά του εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του, αλλά και στη συνέχεια όταν εξετράπη της πορείας του, αν και κινείτο με μικρή ταχύτητα, αλλά άφησε το αυτ/το του ακυβέρνητο να διαγράψει την παραπάνω ανέλεγκτη πορεία προκαλώντας αλλεπάλληλες συγκρούσεις...".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, για μεν την πρώτη σύγκρουση, συνυπαίτιους, κατά ποσοστό 50% τον καθένα, τους οδηγούς των Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτων, Σ. Κ. και Σ. Ρ., για δε την επακολουθήσασα δεύτερη σύγκρουση αποκλειστικώς υπαίτιο τον Σ. Ρ.. Ακολούθως, το Εφετείο ερεύνησε τις εφέσεις, αφενός μεν, των Μ. Τ., αφετέρου δε, των Σ.
Κ. και των ανωνύμων εταιρειών, με τις επωνυμίες ... και ... Α.Α.Ε." και αφού δέχθηκε αυτές ως εν μέρει βάσιμες κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, υπ' αριθμ. 2600/2018, απόφαση και αφού κράτησε και ερεύνησε κατ' ουσίαν τις από 18-11-2016, 30-11-2016 και 10-9-2016 αγωγές, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 18-11-2016 αγωγή του Μ.
Τ., κατά το μέρος αυτής που στρέφονταν κατά της τρίτης, τέταρτης και πέμπτης των εναγομένων (Σ.. Κ., ..."), υποχρέωσε τον ενάγοντα Μ. Τ. να καταβάλει στην πέμπτη εναγόμενη ..." το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (20.000€), με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αποφάσεώς του, δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από 18-11-2016 αγωγή, κατά το μέρος αυτής που στρέφονταν κατά της δεύτερης εναγομένης ...
υποχρέωσε την τελευταία να καταβάλει στον ενάγοντα Μ. Τ. το ποσό των εβδομήντα τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων είκοσι τριών ευρώ και ογδόντα λεπτών (74.323,80€), με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της αγωγής του, δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από 30-11-2016 αγωγή, αναγνώρισε ότι η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία ..., οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα εταιρεία, με την επωνυμία ..., το ποσό των τριακοσίων πενήντα δύο ευρώ και εβδομήντα εννέα λεπτών (352,79€), με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 10-9-2016 αγωγή.
Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 300 και 330 του Α.Κ., καθώς και αυτές των άρθρων 16 παρ. 1, 17 παρ. 1, 4, 5 και 19 παρ. 1, 2, 3 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), τους οποίους ορθά εφάρμοσε ως προς την συντρέχουσα υπαιτιότητα, κατά 50%, για καθένα των Σ.
Κ. και Σ. Ρ., οδηγών των συγκρουσθέντων Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτων, για την πρώτη σύγκρουση και ως προς την αποκλειστική συνυπαιτιότητα του Σ. Ρ. για την δεύτερη σύγκρουση, καθώς και την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας της Σ. Κ. στην πρόκληση της δευτέρας συγκρούσεως. Ειδικότερα, έκρινε ότι η πρώτη σύγκρουση οφείλεται στο γεγονός ότι ο μεν Σ.
Ρ. επιχείρησε ελιγμό προς τα αριστερά, χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει τούτο με ασφάλεια, αφού την στιγμή εκείνη ενεργούσε υπέρβαση του αυτοκινήτου του από τα αριστερά η Σ. Κ., η δε τελευταία επιχείρησε προσπέραση από αριστερά του προπορευόμενου αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Σ. Ρ., χωρίς να αφήσει στο όχημα, που προσπερνούσε, αρκετό χώρο παραπλεύρως.
Επομένως, με το να κρίνει έτσι, το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και, συνεπώς, ο πρώτος, κατά το οικείο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 εδάφ.
α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της παραβάσεως των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 300, 330 του Α.Κ. και 16 παρ. 1, 17 παρ. 1, 4, 5 και 19 παρ. 1, 2, 3 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί εσφαλμένα, ότι η οδηγική συμπεριφορά της Σ.
Κ. δεν υπήρξε η γενεσιουργός αιτία της συγκρούσεως, ενώ η ουσιαστική του κρίση έπρεπε να είναι διαφορετική, παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι απαράδεκτος, προεχόντως αφού τα αναφερόμενα ως άνω δεν συνιστούν διδάγματα κοινής πείρας, κατά την προεκτεθείσα έννοια, οι δε επικαλούμενες αιτιάσεις αφορούν την απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Από τις ίδιες δε πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 300 και 330 του Α.Κ.
καθώς και των προαναφερθέντων κανόνων οδικής κυκλοφορίας του Κ.Ο.Κ., τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί η συντρέχουσα υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτων, για την πρώτη σύγκρουση και η αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου, για την δεύτερη σύγκρουση. Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τις συνθήκες των ενδίκων αυτοκινητικών ατυχημάτων και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς, που επέδειξαν οι οδηγοί των Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτων στην πρόκληση των δύο διαδοχικών συγκρούσεων και του επελθόντος αποτελέσματος καθώς και την ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της οδηγικής συμπεριφοράς αυτών και, κατ' επέκτασιν, στην πρόκληση των ενδίκων τροχαίων ατυχημάτων.
Πιο συγκεκριμένα, διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξαν οι ανωτέρω οδηγοί των Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτων, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις από αυτούς των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δηλαδή ότι, όσον αφορά την πρώτη σύγκρουση, καθόν χρόνον η Σ.
Κ., οδηγώντας το αυτοκίνητό της, προσπερνούσε από τα αριστερά το αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Σ. Ρ., αυτός άσκησε ελιγμό προς τα αριστερά, με αποτέλεσμα να επιπέσει στο πίσω δεξιό μέρος του αυτοκινήτου της Σ. Κ. και να το εκτρέψει της πορείας του προς τα δεξιά, ενώ η τελευταία, κατά την υπέρβαση από αυτήν του αυτοκινήτου του Σ.
Ρ., δεν άφησε αρκετό χώρο δεξιά της, αλλά κινήθηκε πολύ κοντά στο αυτοκίνητο του τελευταίου, ενώ, όσον αφορά την δεύτερη σύγκρουση, ο τελευταίος, μετά την προαναφερθείσα σύγκρουση, απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, με αποτέλεσμα, επιταχύνοντας την ταχύτητα αυτού, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας και να επιπέσει στην κανονικώς κινούμενη δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο Μ.
Τ. και να του προκαλέσει σωματικές βλάβες. Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν και τα διδάγματα της κοινής πείρας, με βάση τα οποία ορθώς υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας. Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, διότι, αν και δέχεται:
α) ότι ο Σ. Ρ. εκινείτο με χαμηλή ταχύτητα, μικρότερη των 40 χιλιομέτρων την ώρα, δεν προσδιορίζεται η ταχύτητα με την οποία εκινείτο η Σ. Κ., β) ότι το πλάτος της λωρίδας κυκλοφορίας, επί της οποίας εκινούντο ομορρόπως τα δύο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητα είναι 3,80 μέτρα, δεν προσδιορίζεται το πλάτος καθενός των δύο αυτοκινήτων, γ) ότι στο σημείο συγκρούσεως και στην πορεία των αυτοκινήτων υπήρχε ελαφρά δεξιόστροφη καμπή, δεν διευκρινίζεται αν η Σ.
Κ. μπορούσε να ασκήσει νόμιμη υπέρβαση του προπορευόμενου αυτής αυτοκινήτου, δ) ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Σ. Ρ., εκινείτο με ταχύτητα 40 χιλιομέτρων την ώρα, δεν αναφέρεται αν η ταχύτητα αυτή δημιουργούσε πρόβλημα στην κίνηση της Σ. Κ., ε) ότι η Σ. Κ. άρχισε να αναβοσβήνει τα φώτα του αυτοκινήτου της, προκειμένου ο Σ.
Ρ. να κινηθεί δεξιότερα, δεν καταλογίζεται σ' αυτήν σχετική παράβαση των διατάξεων του Κ.Ο.Κ. και δεν αναφέρεται αν αυτή άναψε φλας, ώστε να καταστήσει γνωστή την πρόθεσή της για προσπέραση, στ) ότι ο Σ. Ρ., υπό την συνεχή πίεση των φώτων του αυτοκινήτου της Σ. Κ., κινήθηκε δεξιότερα, δεν αναφέρεται η απόσταση του πρώτου αυτοκινήτου από το παρακείμενο δεξιό πεζοδρόμιο, ώστε να προκύψει αν αυτό είχε άλλα περιθώρια κινήσεως, ζ) ότι η Σ.
Κ. ενήργησε υπέρβαση του προπορευόμενου αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Σ. Ρ., δεν διευκρινίζει σε πόση απόσταση από το αυτοκίνητο αυτό άρχισε να επανέρχεται μπροστά του και ποιο σημείο του αυτοκινήτου της είχε φθάσει στο ύψος του εμπρόσθιου αριστερού τροχού του, η) ότι ο Σ. Ρ. κινήθηκε δεξιότερα της πορείας του, προκειμένου να διευκολύνει την υπέρβαση του αυτοκινήτου, που οδηγούσε η Σ.
Κ., δεν διευκρινίζει από ποια στοιχεία δέχθηκε ελιγμό του πρώτου οδηγού προς τα αριστερά, θ) ότι ο οπίσθιος αριστερός τροχός του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Σ. Ρ., προσέκρουσε στον οπίσθιο δεξιό τροχό του αυτοκινήτου που οδηγούσε η Σ. Κ., δεν παραθέτει στοιχεία για τα σημεία συγκρούσεως των δύο αυτοκινήτων, ι) ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου είναι ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, παραλείπει να λάβει υπ' όψιν το γεγονός ότι αν δεν είχε μεσολαβήσει η οδηγική συμπεριφορά της Σ.
Κ., ο Σ. Ρ., ο οποίος εκινείτο συννόμως με ταχύτητα 40 χιλιομέτρων την ώρα, δεν θα έχανε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, κ) ότι η Σ. Κ. διενήργησε προσπέραση, χωρίς να αφήσει επαρκή χώρο στα δεξιά της, χαρακτηρίζει την παράλειψή της αυτή απλή παράβαση του Κ.Ο.Κ. και λ) ότι ο Σ. Ρ. εκινείτο με κανονική ταχύτητα και υποχρεώθηκε να κινηθεί δεξιότερα λόγω της πιέσεώς του από παρουσία όπισθεν αυτού της Σ.
Κ., του καταλογίζει αμελή συμπεριφορά και έλλειψη σύνεσης και προσοχής στην οδήγηση του αυτοκινήτου του, η οποία, μετά την πρώτη σύγκρουση, τον εμπόδισε να τροχοπεδήσει εγκαίρως και επιτυχώς το αυτοκίνητό του, δεν αποτελούν ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα των συνθηκών υπό τις οποίες συνέβησαν τα ένδικα ατυχήματα.
Οι παραπάνω αιτιάσεις, όπως και οι ειδικότερες ελλείψεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από την αναιρεσείουσα, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αυτές αφορούν την πληρέστερη, κατά την άποψή της (αναιρεσείουσας), ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, υπό την επίφαση της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την υπαιτιότητα των προαναφερθέντων εμπλεκομένων οδηγών.
Όσα αναφέρει η αναιρεσείουσα παραπάνω, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά απλά επιχειρήματα, για τα οποία δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής αβασιμότητας των ως άνω αιτιάσεων, εφ' όσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, εκτίθενται αναλυτικά οι επικρατούσες συνθήκες της οδού, η αρχική πορεία καθενός των Ι.Χ.Ε.
οχημάτων και η θέση αυτών επί της οδού πριν από την πρώτη σύγκρουση, οι συγκρουσθείσες επιφάνειες των εν λόγω οχημάτων και προσδιορίζεται η, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ακριβής θέση αυτών επί του οδοστρώματος καθώς και τα ευρήματα που οδήγησαν στον προσδιορισμό του σημείου συγκρούσεως εντός του ρεύματος πορείας, στο οποίο εκινούντο, οι τελικές θέσεις των Ι.Χ.Ε.
οχημάτων επί της οδού, όπως και ότι ο Σ. Ρ., μετά την πρώτη σύγκρουση, έχασε την ψυχραιμία του, επιτάχυνε την κίνηση του αυτοκινήτου, απώλεσε τον έλεγχο αυτού και εισήλθε διαγωνίως στο αντίθετο ρεύμα της οδού και επέπεσε στην αντιθέτως κινούμενη μοτοσικλέτα, με αποτέλεσμα να προκαλέσει τον τραυματισμό του οδηγού της Μ.
Τ.. Επομένως, με τις ανωτέρω σαφείς παραδοχές, που έχουν λογική ακολουθία, δικαιολογείται το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία δεν στερείται νομίμου βάσεως και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή όχι υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ.
και των ως άνω άρθρων του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), που εφάρμοσε, τους οποίους δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Συνεπώς, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια της ελλείψεως νομίμου βάσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. και γι' αυτό ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το Δικαστήριο, παρά τον νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη γι' αυτά (Α.Π. 1553/2021, Α.Π. 1115/2021, Α.Π. 1.284/2020, Α.Π. 1.161/2020).
Ο όρος "πράγματα" στον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου. Δεν απαιτείται, πάντως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπ' όψιν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (Α.Π. 1115/2021, Α.Π. 1.161/2020, Α.Π. 403/2017, Α.Π. 677/2015).
Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός, που έλαβε υπ' όψιν το Δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της αποφάσεως, είναι δε αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σε αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 19/2022, Α.Π. 1.161/2020, Α.Π. 365/2020, Α.Π. 1.543/2017).
Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν μετ' επικλήσεως, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Α.Π. 1115/2021, Α.Π. 1.161/2020). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 12 του K.Πολ.Δ.
αναίρεση επιτρέπεται, αν το Δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο αναιρετικός λόγος αυτός αφορά αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια των περιοριστικώς καθοριζομένων στο άρθρο 339 του K.Πολ.Δ. αποδεικτικών μέσων. Ειδικότερα, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του K.Πολ.Δ.
ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη, από εκείνη την οποία καθορίζει ο νόμος δεσμευτικώς για το Δικαστήριο. Αντιθέτως, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση, που το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 του K.Πολ.Δ., ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα, αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά.
Κατά συνέπειαν, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνον αν πρόκειται για αποδεικτικά μέσα, στα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να προσδώσει δύναμη πλήρους αποδείξεως, δηλαδή προϋποθέτει αποδεικτικά μέσα αυξημένης αποδεικτικής δύναμης και όχι όταν το Δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από τον νόμο (άρθρο 340 του Κ.Πολ.Δ.) αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που έχουν κατά νόμον την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία (Α.Π. 1161/2022, Α.Π. 1.284/2020, Α.Π. 1.592/2018, Α.Π. 97/2018, Α.Π. 451/2014).
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του νόμου, σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί, προς απόδειξη ποιου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση του σχετικού αποδεικτικού μέσου και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα και ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ' αυτήν ο νόμος, καθώς και που έγκειται το σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς το αποδεικτικό μέσο (Α.Π. 1161/2022, ΑΠ 1454/2017, ΑΠ 700/2009, ΑΠ 949/2008).
Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικώς με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.Α.Π. 14/2011, Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1531/2023, Α.Π. 1564/2023, Α.Π. 1491/2023, Α.Π. 551/2023, Α.Π. 124/2023, Α.Π. 34/2023, Α.Π. 681/2022).
Για να είναι, εξάλλου, ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως αυτός, πρέπει, εκτός από την εξειδίκευση του συγκεκριμένου εγγράφου, να προσδιορίζεται επαρκώς ποιο ακριβώς περιεχόμενου του εγγράφου δέχθηκε το Δικαστήριο, να παρατίθεται κατά λέξη το περιεχόμενο του εγγράφου και να προκύπτει, έστω και εμμέσως, από το αναιρετήριο, ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (Α.Π. 1564/2023, Α.Π.34/2023, Α.Π.1271/2121, Α.Π.501/2021, Α.Π.595/2020).
Έγγραφα, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. του Κ.Πολ.Δ. αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη, όχι, όμως και εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι ειδικότερα οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, κατά το μέρος αυτών που περιλαμβάνει τα από τους μάρτυρες ενόρκως βεβαιωθέντα (Α.Π. 551/2023, Α.Π. 1211/2022, Α.Π. 925/2022, Α.Π. 1271/2021, Α.Π. 27/2020).
Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1799/2020 προσβαλλομένη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με την αξίωση καταβολής διαφυγόντος κέρδους στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο Μ.
Τ.: "...Ακόμη αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είναι ηθοποιός, απόφοιτος της ανωτέρας σχολής δραματικής τέχνης του Εθνικού Θεάτρου (βλ. το με αρ. μητρώου 1414/17.6.2008 δίπλωμα υποκριτικής του Εθνικού Θεάτρου και μέλος του Σ.Ε.Η), ασχολούμενος με την καλλιτεχνική, λογοτεχνική και μουσική ερμηνεία και δημιουργία στο χώρο του θεάματος, όπως η συμμετοχή του στις παραστάσεις "Φιλάργυρος" του Μολιέρου, "Ωχ, Τι κόσμος γιαγιά" του Μπάρυ Κηφ, απασχολούμενος παράλληλα επαγγελματικά και ως μουσικός-κιθαρίστας σε χώρους ψυχαγωγίας (κέντρα διασκέδασης, μουσικά μεζεδοπωλεία, συναυλίες κ.τ.λ.), ενώ μερικές φορές συνδυάζει και τις δύο ως άνω ιδιότητές του, ερμηνεύοντας θεατρικούς ρόλους, που απαιτούν και γνώση μουσικού οργάνου, όπως το καλοκαίρι του έτους 2015, που συμμετείχε στη παράσταση "Αίας" του Σοφοκλή, που ανέβηκε στο Θέατρο Ν.
Κόσμου στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, όπου ερμήνευσε ρόλο ραψωδού, παίζοντας λαούτο αφηγούμενος τραγουδιστά χορεία της αρχαίας τραγωδίας, αποκομίζοντας κατά μέσο όρο ετησίως από την ως άνω καλλιτεχνική δραστηριότητά του, εισοδήματα 7.500,00 ευρώ [βλ. τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα των οικονομικών ετών 2014, 2015 και 2016 (φορολογικό έτος 2015)].
Τον Οκτώβριο του έτους 2015 συμμετείχε επιτυχώς σε δοκιμαστικό γύρισμα (casting) της διαφημιστικής εταιρίας ..., που αφορούσε την παραγωγή τηλεοπτικού διαφημιστικού σποτ της εταιρίας κινητής τηλεφωνίας VODAFONE, τα γυρίσματα του οποίου θα ελάμβαναν χώρα την 26.10.2015. Η συμφωνηθείσα προφορικά αμοιβή για τη συμμετοχή του ως ηθοποιού στο εν λόγω διαφημιστικό σποτ, ήταν 4.000,00 ευρώ, κατ' αποκοπή, την οποία θα ελάμβανε την ως άνω ημερομηνία (26.10.2015), οπότε θα ελάμβανε χώρα και η υπογραφή του σχετικού συμφωνητικού μεταξύ του ενάγοντος και της παραγωγού εταιρίας.
Περί της ανωτέρω ματαιωθείσας συνεργασίας της παραγωγού εταιρίας με τον ενάγοντα και της συμφωνηθείσης μεταξύ τους αμοιβής του τελευταίου, είναι σαφής η ένορκη κατάθεση του ομόρρυθμου εταίρου της, Φ. Ξ., που περιέχεται στην υπ' αριθμ. 502/1.6.2017 ένορκη βεβαίωση του τελευταίου, η οποία επαναπροσδιορίζεται από τον ενάγοντα και δεν αντικρούεται από άλλα αποδεικτικά μέσα.
Συνεπεία του επίδικου ατυχήματος και του εξ αυτού τραυματισμού του τις προηγούμενες ημέρες, ήτοι την 24.10.2015, ο ενάγων αδυνατούσε να εργαστεί και τη θέση του κατέλαβε άλλος ενδιαφερόμενος. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το σχετικό έντυπο προσωπικού της ατομικής επιχείρησης εστίασης ...", επί της ΠΕΟ ... στην Άνοιξη Αττικής και την από 14.4.2016 βεβαίωση προϋπηρεσίας της ιδιοκτήτριας της ως άνω επιχείρησης, Α.
Κ., ο ενάγων απασχολήθηκε ως μουσικός-κιθαρίστας σε μουσικό ντουέτο, στο εστιατόριο της ως άνω επιχείρησης, από 18.10.2014 έως 30.3.2015, παρέχοντας τις ως άνω υπηρεσίες του κάθε Σάββατο επί τρίωρο, από 22:00 μ.μ. έως 1:00 π.μ., αντί μικτών αποδοχών 45,00 ευρώ (βλ. τον ατομικό λογαριασμό ασφάλισης του ΙΚΑ, για αποδοχές 1 ημέρας του μηνός Οκτωβρίου 2014).
Τις ίδιες ως άνω υπηρεσίες στη παραπάνω επιχείρηση εστίασης, θα παρείχε ο ενάγων αν δεν είχε τραυματιστεί και καταστεί ανίκανος για την εργασία του μουσικού-κιθαρίστα, και κατά την χρονική περίοδο από 30.10.2015 έως 17.4.2016, επί τρεις ημέρες την εβδομάδα (Παρασκευή, Σάββατο από 22:00 έως 01:00 και Κυριακή μεσημέρι από ώρα 14:00 έως 18:00), αντί συμφωνηθείσης αμοιβής 50,00 ευρώ την ημέρα, πλέον εισφορών, όπως με σαφήνεια καταθέτει ενόρκως περί των ανωτέρω, ο συνεργάτης του ενάγοντας στο μουσικό ντουέτο, καθηγητής μουσικής, Α.
Β., με την επαναπροσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 501/1.6.2017 ένορκη βεβαίωσή του, η οποία δεν αντικρούεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η μη ανανέωση της εργασιακής σχέσης του ενάγοντος με την ως άνω επιχείρηση εστίασης, οφείλεται στον τραυματισμό του κατά το επίδικο ατύχημα, ο οποίος ήταν σοβαρός και επιβαρυντικός για την υγεία του, αφού τον κατέστησε παροδικά ανίκανο για την εκτέλεση της ως άνω εργασίας του ως μουσικού-κιθαρίστα, καθώς απέκλειε για το παραπάνω χρονικό διάστημα που υποβλήθηκε σε διαδοχικές επεμβάσεις και ελάμβανε αναρρωτική άδεια, τη χρήση του δεξιού χεριού του, που ήταν αναγκαία για την εκτέλεση των εργασιακών του καθηκόντων.
Αν δεν είχε τραυματιστεί πιθανολογείται, με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων λαμβανομένων υπόψη και των παραπάνω ειδικών συνθηκών ότι ο ενάγων θα εκτελούσε τις (προφορικά) συμφωνηθείσες συμβάσεις εργασίας του ως ηθοποιού και μουσικού-κιθαρίστα, αποκομίζοντας κατ' αποκοπή το ποσό των 4.000,00 ευρώ και τα παραπάνω ημερομίσθια μουσικού, ύψους 3.750,00 ευρώ (25 Παρασκευοσαββατοκύριακα X 3 ημέρες = 75 ημέρες X 50,00 ευρώ/ημέρα) και συνολικά απώλεσε εισοδήματα ποσού 7.750,00 ευρώ (4.000 + 3.750).
Συνεπώς, ο ενάγων θα συνέχιζε να εργάζεται αν δεν είχε τραυματισθεί, οπότε η μη εκτέλεση των συμβάσεων εργασίας του για το επόμενο χρονικό διάστημα από την ημέρα του τραυματισμού του την 24.10.2015 έως την 17.4.2016, συνδέεται αιτιωδώς με την αδικοπρακτική συμπεριφορά της οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, που ασφαλίζει η εναγόμενη...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμο κατ' ουσίαν τον έκτο λόγο της από 3-2-2020 εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Μ. Τ. και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη, υπ' αριθμ. 2600/2018, οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, επιδίκασε σ' αυτόν, για απώλεια εισοδήματος από την εργασία του ως ηθοποιού και μουσικού, συνολικό ποσό 7.750 ευρώ.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297 και 298 του Α.Κ., τους οποίους ορθά εφάρμοσε ως προς την απώλεια εισοδήματος του τελευταίου από την αδυναμία του να εργασθεί ως ηθοποιός και μουσικός κατά το επίδικο χρονικό διάστημα.
Ειδικότερα, δέχθηκε ότι αυτός είχε συμμετάσχει σε δοκιμαστικό γύρισμα (casting) για την παραγωγή διαφημιστικού σποτ εταιρείας κινητής τηλεφωνίας και ότι θα εργάζονταν ως μουσικός σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, πλην, όμως, δεν κατέστη δυνατόν να εργασθεί λόγω του τραυματισμού του. Επομένως, με το να κρίνει έτσι, το Εφετείο, ως προς την αδυναμία του ως άνω αναιρεσιβλήτου να εργασθεί με αντίστοιχη απώλεια εισοδημάτων, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια και, συνεπώς, ο δεύτερος, κατά το οικείο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 εδάφ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της παραβάσεως των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297 και 298 του Α.Κ., κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο προσάπτονται αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί εσφαλμένα, ότι ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος συνήψε προφορικώς συμφωνίες για τις προαναφερθείσες επαγγελματικές του ασχολίες, χωρίς την προσκομιδή σχετικών εγγράφων, καθόν χρόνον ίσχυαν οι τραπεζικοί περιορισμοί, που απαγόρευαν την μεταφορά χρημάτων χωρίς την έκδοση παραστατικών, ενώ η ουσιαστική του κρίση έπρεπε να είναι διαφορετική, παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι τα αναφερόμενα σε αυτόν, ως διδάγματα κοινής πείρας, πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στους ως άνω επικαλούμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297 και 298 του Α.Κ., αλλά, οι επικαλούμενες αιτιάσεις, αναφέρονται αποκλειστικώς στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Από τις ίδιες δε πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297 και 298 του Α.Κ., τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί η απώλεια διαφυγόντος κέρδους του Μ.
Τ.. Ειδικότερα, το Εφετείο, διέλαβε σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς το γεγονός ότι ο τελευταίος είχε συμμετάσχει σε δοκιμαστικό γύρισμα (casting) της διαφημιστικής εταιρείας ... που αφορούσε την παραγωγή τηλεοπτικού διαφημιστικού σποτ της εταιρείας κινητής τηλεφωνίας VODAFONE, τα γυρίσματα του οποίου θα ελάμβαναν χώραν την 26-10-2015 και, ακολούθως, συμφώνησε προφορικώς την αμοιβή του σε 4.000 ευρώ, κατ' αποκοπήν, την οποία θα ελάμβανε κατά την ως άνω ημερομηνία (26-10-2015), οπότε θα ελάμβανε χώραν και η υπογραφή του σχετικού συμφωνητικού μεταξύ του ενάγοντος και της παραγωγού εταιρείας και ότι θα εργάζονταν ως μουσικός, επί τρεις ημέρες την εβδομάδα, κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 2015 μέχρι την Άνοιξη του 2016, στο εστιατόριο ...
αντί ημερομισθίου 50 ευρώ και δεν κατέστη δυνατόν να εργασθεί λόγω του τραυματισμού του. Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, διότι: α) δεν προσδιορίζεται το ακριβές χρονικό σημείο που πραγματοποιήθηκε το δοκιμαστικό γύρισμα (casting), ούτε το είδος της προφορικής συμφωνίας μεταξύ του αναιρεσιβλήτου Μ.
Τ. και του εκπροσώπου της ανωτέρω εταιρείας και β) δεν δικαιολογείται ο τρόπος καταβολής του ποσού των 4.000 ευρώ λόγω των ισχυόντων περιορισμών των τραπεζικών περιορισμών (capital controls), όπως και οι ειδικότερες ελλείψεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από την αναιρεσείουσα, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αυτές αφορούν την πληρέστερη, κατά την άποψή της (αναιρεσείουσας), ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, υπό την επίφαση της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), καθόσον όσα αναφέρει η αναιρεσείουσα παραπάνω, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά απλά επιχειρήματα, για τα οποία δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με το οποίον, υπό την επίκληση της πλημμέλειας του αριθμ. 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή, αναφορικώς με το προαναφερθέν αίτημα του αναιρεσιβλήτου Μ.
Τ., το Εφετείο δέχθηκε αυτό ως βάσιμο κατ' ουσίαν, απορρίπτοντας ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας ότι υφίσταντο τραπεζικοί περιορισμοί, που απαγόρευαν την διακίνηση μεγάλων χρηματικών ποσών, οι συμφωνίες του τελευταίου για εργασία δεν αποδεικνύονταν εγγράφως και η λειτουργία του ανωτέρω εστιατορίου, λόγω των οικονομικών περιορισμών, δεν δικαιολογούσε την καταβολή της επιδικασθείσας αμοιβής στον αναιρεσίβλητο Μ.
Τ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ. Επίσης, απαράδεκτος είναι ο ίδιος αναιρετικός λόγος κατά το σκέλος αυτού, κατά το οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραμόρφωση του περιεχομένου της υπ' αριθμ. 502/1-6-2017 ενόρκου βεβαιώσεως του Φ.
Ξ. και της υπ' αριθμ. 501/1-6-2017 ενόρκου βεβαιώσεως του Α. Β., αφού, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η ένορκη βεβαίωση, αναφορικώς με τα όσα βεβαιώνει σ' αυτήν ο εξετασθείς ενόρκως μάρτυρας, δεν συνιστά έγγραφο, που να επιδέχεται παραμόρφωση του περιεχομένου του. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά την αιτίασή του εκ του άρθρου 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ατομικού λογαριασμού ασφαλίσεως του Ι.Κ.Α., είναι, επίσης, απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται παραμόρφωση του ανωτέρω εγγράφου, αλλά μόνον ότι το Εφετείο, για να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, αρκέσθηκε στην επίκληση του ανωτέρω εγγράφου, που αφορά στις αποδοχές του ως άνω αναιρεσείοντος για μία ημέρα του μηνός Οκτωβρίου 2014.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το Δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 322/2023, Α.Π. 551/2018, Α.Π. 1753/2017). Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο Δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.
Α.Π. 32/1996, Α.Π. 322/2023, Α.Π. 19/2022). Για το ορισμένο, επίσης, του λόγου της αναιρέσεως σε περίπτωση παραβιάσεως περισσότερων της μίας διατάξεων πρέπει να εξειδικεύονται για καθεμία από αυτές οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του Δικαστηρίου και το υπαγωγικό σφάλμα του τελευταίου. Η από τον παραπάνω λόγο αοριστία του δικογράφου της αναιρέσεως, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (άρθρο 562 παρ.1 και 2 του Κ.Πολ.Δ.) δεν μπορεί, όπως, άλλωστε και κάθε αοριστία οποιουδήποτε εισαγωγικού δικογράφου της δίκης, να αναπληρωθεί από στοιχεία κείμενα εκτός του αναιρετηρίου, ούτε, ειδικότερα, από την υπάρχουσα στην δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με την αναίρεση, γιατί, μεταξύ άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές, που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και, συνακολούθως, μπορεί να επιλεγούν τέτοιες, που να μην το συνιστούν και να απορριφθεί από τον λόγο αυτόν η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες, που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, αλλά δεν τις εξειδίκευσε στο αναιρετήριο, μπορεί να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα (Α.Π. 322/2023, Α.Π. 1326/2015, Α.Π. 607/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως και κατά το οικείο σκέλος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως του ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 931 του Α.Κ., λόγω αοριστίας της από 18-11-2016 αγωγής του Μ. Τ., αναφορικώς με την αξίωσή του για καταβολή αποζημιώσεως εκ του άρθρου 931 του Α.Κ.
Πλην, όμως, μολονότι παρατίθεται η πιο πάνω διάταξη ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν εξειδικεύεται το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή, αν η παραβίαση της προμνημονευομένης διατάξεως οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή της.
Με βάση τα δεδομένα αυτά, δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη της προσβαλλομένης αποφάσεως από την άποψη της ευθείας παραβιάσεως του παραπάνω κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και ο συναφής λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και, εντεύθεν, απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ο τρίτος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο, υπό την επίκληση της πλημμέλειας του αριθμ. 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή, αναφορικώς με το προαναφερθέν αίτημα του αναιρεσιβλήτου Μ.
Τ., το Εφετείο δέχθηκε αυτό ως βάσιμο κατ' ουσίαν, απορρίπτοντας ως αβασίμους τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, είναι απορριπτέος, επίσης, ως απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός, που έλαβε υπ' όψιν το Δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της αποφάσεως, πλέον του ότι οι προβληθέντες από την αναιρεσείουσα ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., αλλά αποτελούν άρνηση της αγωγής.
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ., "Η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης.
Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Για την θεμελίωση της αυτοτελούς αυτής αξιώσεως απαιτείται να συντρέξουν περιστατικά πέρα από εκείνα, που απαιτούνται για τη θεμελίωση αξιώσεων με βάση τις ΑΚ 929 και 932, τα οποία συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως, που επιδρά στο μέλλον του παθόντος, δηλαδή να συντρέξουν ιδιάζοντα περιστατικά, από τα οποία θα πρέπει να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του.
Πάντως, προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας (άρθρο 21 παρ. 3 και 6 του Συντάγματος). Η αναπηρία ή παραμόρφωση πρέπει να είναι μόνιμη και διαρκής. Το ποσό του επιδικαζόμενου, κατά την ΑΚ 931, εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται, κατ' αρχήν, αφενός μεν, με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, αφετέρου δε, την ηλικία και το βαθμό υπαιτιότητας του παθόντος.
Είναι πρόδηλο, ότι η αξίωση από το άρθρο 931 ΑΚ είναι διαφορετική από εκείνες των άρθρων 929 και 932 του ίδιου Κώδικα για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος που, κατ' ανάγκην, συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, εξαιτίας της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αντιστοίχως.
Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση καθεμίας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών (Ολ. Α.Π. 18/2008, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 213/2017, Α.Π. 405/2015, Α.Π. 150/2015). Και στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, η παραβίαση της οποίας ελέγχεται ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 419/2019, Α.Π. 1428/2018, Α.Π. 1443/2013).
Τέλος, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό των εύλογων αυτών χρηματικών ποσών είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπ' όψιν η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (Α.Π.736/2021, Α.Π.142/2019, Α.Π.989/2018, Α.Π. 213/2017).
Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη και τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 931 του Α.Κ., 25 παρ. 1 του Συντάγματος και άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, επιδίκασε σ' αυτόν, ως εύλογη χρηματική παροχή από τον τραυματισμό του, το ποσό των 20.000 ευρώ, το οποίο είναι δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος), με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτού και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως προς το κεφάλαιο αυτό.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την υπ' αριθμ. 3723/2021 προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικώς με την κατ' άρθρον 931 του Α.Κ. αξίωση του αναιρεσιβλήτου Μ. Τ., όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από την ένδικη (δεύτερη) σύγκρουση ο ενάγων, Μ.
Τ., υπέστη σωματικές βλάβες και για το λόγο αυτό, ο τελευταίος διακομίστηκε αυθημερόν στο Γ.Ν.Α "ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΕΙΟ-ΜΠΕΝΑΚΕΙΟ Ε.Ε.Σ", όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη ανοικτή κάκωση ΔΕ πηχεοκαρπικής και συγκεκριμένα συντριπτικό κάταγμα περιφερικού άκρου κερκίδας και εξάρθρημα κεφαλής ωλένης (κάτω άκρου κερκίδας και ωλένης), το οποίο αντιμετωπίστηκε με χειρουργική ανάταξη και σταθεροποίηση με εξωτερική οστεοσύνθεση και βελόνες Kischner.
Τα αγγεία και τα νεύρα ήταν ακέραια, ενώ διαπιστώθηκε ρήξη του εν τω βάθει καμπτήρα του δείκτη και των επιπολής καμπτήρων του παράμετρου και του μικρού δακτύλου. Έγινε συρραφή των τενόντων και τοποθετήθηκε γυψονάρθηκας. Παρέμεινε νοσηλευόμενος στην Ορθοπεδική Κλινική του ως άνω Νοσοκομείου για χρονικό διάστημα από 25.10.2015 έως την 30η.10.2015 (βλ.
την με αρ.πρωτ. 23685/13.11.2015 ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση υπογεγραμμένη από τον Δ/ντή της Ορθοπεδικής Κλινικής Α. Π.). Η έκβαση της κατάσταση της υγείας του ήταν ομαλή, με προβλεπόμενο χρόνο αποκατάστασης τους τρεις (3) μήνες και εξήλθε από το ανωτέρω Νοσοκομείο την 30.10.2015, με αναρρωτική άδεια έξι (6) εβδομάδων, δηλαδή έως 15.12.2015 και σύσταση για αλλαγή τραύματος σε 4 ημέρες, επανεξέταση με ακτινολογικό έλεγχο την 16.11.2015 και παρακολούθηση στα εξωτερικά ιατρεία (βλ.
την από 29.10.2015 ιατρική γνωμάτευση του ιδίου ως άνω Δ/ντή της Ορθοπεδικής Κλινικής). Σημειώνεται ότι στο από 30.10.2015 διοικητικό εξιτήριο και στην ιδίας ημερομηνίας βεβαίωση νοσηλείας, που εξέδωσαν οι διοικητικές υπηρεσίες του ιδίου ως άνω Νοσοκομείου, που επαναπροσκομίζονται με επίκληση από τον ενάγοντα, δεν αναφέρεται ότι ο τελευταίος πλην του κατάγματος του κάτω άκρου της ωλένης και της κερκίδας του ΔΕ άνω άκρου, έχει και κάταγμα του κάτω άκρου (ήτοι του ποδιού), ούτε γίνεται αναφορά για σωματική κάκωση σχετικά με κάταγμα ποδιού στα παραπάνω ιατρικά έγγραφα του θεράποντα ιατρού του ενάγοντος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, ενώ απουσιάζει από αυτά (έγγραφα) κάθε διευκρίνηση αν διαγνώστηκε η συγκεκριμένη σωματική βλάβη του ενάγοντος, ως απόρροια της ένδικης σύγκρουσης, σχετικά με το σημείο του κατάγματος (ποιο πόδι και ποιο οστό του αφορά), αν αντιμετωπίστηκε (ιατρικώς) και με ποιο τρόπο, ούτε αν δόθηκαν στον ενάγοντα οδηγίες και συστάσεις που να αφορούν το εν λόγω κάταγμα του κάτω άκρου.
Την 5.11.2015, ο ενάγων, επανήλθε για την αλλαγή του τραύματος (της ΔΕ πηχεοκαρπικής) και τότε ο προαναφερόμενος Δ/ντής της Ορθοπεδικής Κλινικής στην οποία νοσηλεύτηκε, κατά την κλινική εξέταση του ενάγοντος, διαπίστωσε ότι ο τελευταίος, ως απόρροια του τροχαίου ατυχήματος, είχε υποστεί και κάκωση του ΔΕ ισχίου και θλάση προσαγωγών, συνέστησε δε ως θεραπεία 10 συνεδρίες φυσικοθεραπείας (κινησιοθεραπεία, διατάσεις, μυϊκή ενδυνάμωση, υπέρηχους), ενώ στην από 5.11.2015 ιατρική γνωμάτευσή του ιδίου θεράποντος ιατρού, δεν γίνεται έστω και συμπληρωματική αναφορά σ' αυτή, για ύπαρξη κατάγματος στο κάτω άκρο (ήτοι του ποδιού) του ενάγοντος, δεδομένου ότι η εν λόγω ιατρική γνωμάτευση εκδόθηκε σε χρόνο μεταγενέστερο των παραπάνω αναφερομένων εγγράφων και αφορά και αυτή τον επίδικο τραυματισμό του.
Εξετασθείς την 7.12.2015 στα εξωτερικά ιατρεία του Γ.Ν.Α "ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΕΙΟ-ΜΠΕΝΑΚΕΙΟ Ε.Ε.Σ", ήτοι 5 εβδομάδες μετά το πέρας της νοσηλείας του, διαπιστώθηκε πλημμελής πώρωση του κατάγματος του κάτω άκρου της ΔΕ κερκίδας και υποβλήθηκε σε δεύτερη χειρουργική επέμβαση διορθωτικής οστεοτομίας προς αντιμετώπιση της κακής ένωσης (με εσωτερική οστεοσύνθεση malunion) της περιφερικής κερκίδας στο σημείο του κατάγματος.
Εξήλθε την 17.12.2015, ήτοι μετά 10 (δέκα) ημέρες νοσηλείας, με αναρρωτική άδεια δύο (2) μηνών, ήτοι έως 17.2.2016 και οδηγίες για αφαίρεση ραμμάτων (30.12.2015), επανεξέταση για ακτινολογικό έλεγχο και του συνεστήθη η διενέργεια φυσικοθεραπείας (βλ. την από 17.12.2015 ιατρική γνωμάτευση του Ε. Α., Δ/ντή του Ορθοπεδικού Τμήματος του και το ιδίας ημερομηνίας διοικητικό εξιτήριο του ιδίου Νοσοκομείου).
Στις 15.6.2016, ο ενάγων υποβλήθηκε στο ιδιωτικό θεραπευτήριο "ΜΗΤΕΡΑ", σε χειρουργική επέμβαση λειτουργικής βελτίωσης με μεταφορά λίπους, των συμφυτικών ουλών του ΔΕ αντιβραχίου, απότοκες της επίδικης σύγκρουσης και των συνεπεία αυτής, καταγμάτων στη ΔΕ πηχεοκαρπική (βλ. το από 4.7.2016 έγγραφο του πλαστικού χειρουργού Δ.
Μ., που διενήργησε την ως άνω πλαστική επέμβαση). Εξετασθείς, την 5.10.2016, ήτοι δέκα (10) μήνες από το τελευταίο χειρουργείο, στα εξωτερικά ιατρεία του Γ' Ορθοπεδικού Τμήματος του Γ.Ν.Α "ΚΑΤ", ο ορθοπεδικός ιατρός Α. Α., Συντονιστής Δ/ντής του εν λόγω Τμήματος, διαπίστωσε κατά την κλινική εξέταση που διενήργησε ότι υπάρχει μυϊκή αδυναμία του ΔΕ άνω άκρου, με έντονη δυσκινησία της πηχεοκαρπικής, αδυναμία καμπτήρων και εκτεινόντων με μεγάλο περιορισμό κινητικότητας προς όλες τις κατευθύνσεις.
Την 22.1.2020, ήτοι μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης και την πάροδο τεσσάρων (4) περίπου ετών, από την τελευταίο χειρουργική επέμβαση οστεοτομίας της ΔΕ κερκίδας, ο ενάγων εξετάστηκε στα εξωτερικά ιατρεία του Γ.Ν.Α "ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΙΕΟ-ΜΠΕΝΑΚΕΙΟ", από τον ίδιο ως άνω θεράποντα ιατρό του, ορθοπεδικό χειρουργό, Α.
Π., ο οποίο διέγνωσε ότι η μετεγχειρητική κατάσταση του κατάγματος της ΔΕ πηχεοκαρπικής έχει παγιωθεί και ότι εμφανίζει περιορισμό της έκτασης της πηχεοκαρπικής και του υπτιασμού της φαλαγγοφαλαγγικής άρθρωσης καθώς και σύγκαμψη του αντίχειρα 20 μοίρες (βλ. την με αρ. πρωτ. 1742/22.1.2020 ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση υπογεγραμμένη από τον ως άνω θεράποντα ιατρό), ενώ εξετασθείς εκ νέου την 31.1.2020 στο Γ' Ορθοπεδικό Τμήμα του Γ.Ν.Α "ΚΑΤ", ο ίδιος ως άνω ορθοπεδικός ιατρός Α.
Α., διαπίστωσε την ίδια μετεγχειρητική πορεία του κατάγματος της ΔΕ κερκίδας, την οποία είχε ο ενάγων κατά την προηγούμενη εξέτασή του από αυτόν την 5.10.2016 (βλ. την με αρ. πρωτ. 483/3.2.2020 ιατρική γνωμάτευση υπογεγραμμένη από τον ως άνω ορθοπεδικό ιατρό, ιδίου περιεχομένου με την προαναφερόμενη ιατρική γνωμάτευση του ιδίου) και τέλος σύμφωνα με την από 9.11.2020 ιατρική γνωμάτευση του ορθοπεδικού χειρουργού Λ.
Σ., η μετεγχειρητική κατάσταση του ενάγοντος έχει παγιωθεί και θεωρείται οριστική καθώς αυτός, πέντε (έτη) μετά τον τραυματισμό του, παρουσιάζει μετατραυματική αρθρίτιδα ΔΕ πηχεοκαρπικής με αστάθεια της αρθρώσεως και περιορισμό κινητικότητας ραχιαίας έκτασης κάμψης, υπτιασμό ΔΕ άνω άκρου. Σημειωτέον ότι οι παραπάνω ιατρικές γνωματεύσεις σχετικά με την μετεγχειρητική πορεία του ενάγοντος, οι οποίες προσκομίζονται από τον ενάγοντα-εκκαλούντα το πρώτον ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη ως νέα αποδεικτικά μέσα κατ' άρθρο 529 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Η δε ένταση της εναγόμενης περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος για την πλημμελή πώρωση του κατάγματος της πηχεοκαρπικής άρθρωσης και την εξ αυτού επαύξηση της ζημίας του, απαραδέκτως προβάλλεται κατά του μη υπαίτιου ενάγοντος, καθώς αφορά πράξεις ή παραλείψεις τρίτων προσώπων (ιατρών) και η διερεύνηση τους αποτελεί αντικείμενο της δίκης αναγωγής μεταξύ της εναγόμενης και των φερόμενων ως υπαιτίων ιατρών.
Επίσης, κατόπιν οχλήσεων (αιμοδίες άνω άκρων), ο ενάγων υποβλήθηκε στις 15.2.2016, ήτοι 3,5 μήνες μετά το ατύχημα, σε μαγνητική τομογραφία της αυχενικής μοίρας Σ.Σ, σύμφωνα με την οποία διαπιστώθηκαν αρχόμενες εκφυλιστικές αλλοιώσεις στο επίπεδο των Α3-Α4 σπονδύλων, οπίσθια κεντρική προβολή του μεσοσπονδύλιου δίσκου στο επίπεδο των Α4-Α5 και A6-A7 σπονδύλων, ενώ κατά την εξέτασή του την 5.10.2015 και την 31.10.2020 από τον Δ/ντή του Γ' Ορθοπεδικού Τμήματος του Γ.Ν.Α "ΚΑΤ" Α.
Α., η ως άνω διαγνωσθείσα συνδεσμική κάκωση της αυχενικής μοίρας συνεπάγεται τη δημιουργία ήπιας αλλά διαρκώς υπαρκτής νευρολογικής σημειολογίας λόγω εμφάνισης οστεοαρθριτικών αλλοιώσεων στα διαστήματα Α2\Α3 και Α5-Α6, οι οποία επιδεινώνεται με την εμφάνιση έντονης κεφαλαλγίας λόγω της δυσχρησίας του ΔΕ άνω άκρου μετά από και ελαφριά ακόμη χειρωνακτική εργασία (βλ.
τις με αρ. πρωτ. 4688/5.10.2016 και 483/3.2.2020 ιατρικές γνωματεύσεις του ιατρού Δ/ντή του Γ' Ορθοπεδικού Τμήματος του Γ.Ν.Α "ΚΑΤ" Α. Α.). Με βάση τα ανωτέρω, κατά τη κρίση του Δικαστηρίου τούτου, η παραπάνω σωματική κάκωση του ενάγοντος, ήτοι ο τραυματισμός της αυχενικής μοίρας της οσφύος με τη δημιουργία μετατραυματικών οστεοαρθριτικών αλλοιώσεων, συνδέεται αιτιωδώς με τον τραυματισμό του κατά το ένδικο ατύχημα και τούτο λόγω της χρονικής εγγύτητας του ατυχήματος και της αρχικής διάγνωσης, τις οποίες (κακώσεις) κατέδειξε η διενέργεια των κατάλληλων ιατρικών εξετάσεων (μαγνητική τομογραφία), καθώς και των παραπάνω συνθηκών επέλευσης του ατυχήματος, που συνάδουν με τον τραυματισμό του στην αυχενική μοίρα, ως απόρροια της βίαιης πτώσης του σώματος του ενάγοντος στο έδαφος μετά το ατύχημα.
Η μεταγενέστερη διάγνωση της παραπάνω σωματικής κάκωσης, δεν διακόπτει τον αιτιώδη όρο επαγωγής της ζημίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, αφού δεν αποδείχθηκε ούτε ότι οι ανωτέρω κακώσεις προϋπήρχαν του ένδικου συμβάντος, ούτε ότι μεσολάβησε άλλος τραυματισμός του ενάγοντα, από άλλη αιτία (εργασία, αθλητικές δραστηριότητες), σε μεταγενέστερο χρόνο ...
Όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων έχει σπουδάσει μουσική και υποκριτική και είναι επαγγελματίας ηθοποιός (είναι μέλος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών-Σ.Ε.Η) και μουσικός σχετικά με το μουσικό όργανο της κιθάρας, επαγγελματικές δραστηριότητες τις οποίες ασκεί ξεχωριστά ή συνδυαστικά για τις ανάγκες μουσικών θεατρικών παραστάσεων.
Ο ως άνω σοβαρός τραυματισμός του ενάγοντος και η συναφής βλάβη του μέλους του σώματός του (δεξιάς άκρας χειρός) επιδεινούμενη από την ήπια αλλά διαρκή νευρολογική σημειολογία (κεφαλαλγίες μετά από έντονη κόπωση) εξαιτίας της συνδεσμικής κάκωση αυχενικής του μοίρας, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, επιδρά αρνητικά στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη, την οποία κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα είχε ο ενάγων, αν δεν συνέβαινε αυτός (τραυματισμός), αφού, σύμφωνα με τις ιατρικές γνωματεύσεις που προαναφέρθηκαν, δεν υπάρχει πιθανότητα πλήρους αποκατάστασης της ως άνω ελλείψεως της σωματικής ακεραιότητάς του.
Ειδικότερα, λόγω της σχετικής αναπηρίας, αυτός στερείται σε σημαντικό βαθμό της δυνατότητας να εκτελεί για μεγάλο χρόνο τις εργασίες, που αφορά την προαναφερθείσα επαγγελματική δραστηριότητά του ηθοποιού (ενόψει των πολλών ωρών που απαιτούν οι πρόβες και οι θεατρικές παραστάσεις) αλλά και του μουσικού κιθάρας (ενόψει της τεχνικής φύσης αυτής), αλλά θα πρέπει σε ένα ιδιαίτερα ανταγωνιστικό χώρο (θεάτρου) να περιορίσει τις επιλογές του σε ρόλους που δεν απαιτούν έντονη κόπωση και τη συνεχή του παρουσία στη σκηνή, χωρίς να μπορεί να συνδυάσει τις μουσικές του γνώσεις στη κιθάρα, ούτε να ασχοληθεί αποκλειστικά με το επάγγελμα του μουσικού κιθάρας, με προφανή επίδραση στην οικονομική του εξέλιξη.
Επιπλέον, προφανής είναι η επίδραση της ως άνω ελλείψεως της σωματικής ακεραιότητας του ενάγοντος και στην εν γένει κοινωνική εξέλιξή του, λόγω της σχετικής κατάστασης μειονεξίας αυτού έναντι των αρτιμελών προσώπων. Επομένως, ενόψει της ηλικίας του ενάγοντος (31 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος), της εν γένει κοινωνικής και οικονομικής κατάστασής του, της έλλειψης οποιουδήποτε βαθμού συνυπαιτιότητάς του στην πρόκληση του εν λόγω τραυματισμού του, του είδους και των συνεπειών της ως άνω αναπηρίας του, οι οποίες δεν μπορούν να καλυφθούν με τις αξιώσεις που αφορούν τα άρθρα 929 και 932 του Α.Κ., συντρέχει νόμιμη περίπτωση (άρθρο 931 του Α.Κ.) και πρέπει να επιδικασθεί σ' αυτόν πρόσθετη εύλογη αποζημίωση, η οποία καθορίζεται στο ποσό των 20.000 ευρώ, γενομένου εν μέρει δεκτού του σχετικού κονδυλίου ως ουσιαστικά βάσιμου".
Κατά τα ως άνω, το Εφετείο έκρινε ότι συντρέχει νόμιμη περίπτωση επιδικάσεως υπέρ του αναιρεσιβλήτου Μ. Τ. ευλόγου, κατά τους ορισμούς της διατάξεως του άρθρου 931 του Α.Κ., προσθέτου χρηματικής παροχής, δεδομένου ότι, εξαιτίας του τραυματισμού του στο ένδικο τροχαίο ατύχημα, υπέστη μόνιμη μερική αναπηρία, η οποία περιορίζει την επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική του εξέλιξη και δυσχεραίνει τις κοινωνικές συναναστροφές του, καθώς και ότι καθίσταται αναγκαία η επιδίκαση της πρόσθετης αυτής χρηματικής παροχής, η οποία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από τις παροχές, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 του Α.Κ.
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να επιδικάσει την εν λόγω χρηματική παροχή, δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, την διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ., δεδομένου ότι διαλαμβάνεται στο αιτιολογικό της πληττομένης αποφάσεως ότι η αναπηρία που υπέστη από το ένδικο τροχαίο ατύχημα, θα έχει οπωσδήποτε δυσμενή επίδραση στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, ενώ το ύψος του εύλογου ποσού, που επιδικάζεται, υπολογίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας και την ηλικία του παθόντος (31 ετών).
Όλα τα παραπάνω προσδιοριστικά στοιχεία, δηλαδή το είδος, η έκταση, ο βαθμός και οι συνέπειες της αναπηρίας στο μέλλον του παθόντος - αναιρεσίβλητου, καθώς και η ηλικία αυτού, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, καθόσον με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε την Αρχή της Αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερεί καταφανώς εκείνων, που, συνήθως, επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις επιδικάσεως χρηματικής παροχής του άρθρου 931 του Α.Κ., με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής.
Από τις ίδιες δε πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 931 του Α.Κ., τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί η επιδίκαση στον αναιρεσίβλητο Μ.
Τ. του ανωτέρω ποσού. Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το είδος και την έκταση του τραυματισμού αυτού και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του τραυματισμού του και της προκλήσεως μόνιμης και διαρκούς αναπηρίας του, η οποία θα επιδράσει οπωσδήποτε, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, αρνητικώς στο οικονομικό, ιδίως, αλλά και στο επαγγελματικό και κοινωνικό του μέλλον, αφού δεν θα μπορεί να εργασθεί απολύτως και πλήρως και δεν θα είναι ευχερώς σε θέση να απολαμβάνει τις δραστηριότητες της καθημερινής ζωής.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, κατά τα προαναφερθέντα σκέλη του. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε στην δίκη, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το βάσιμο, περί τούτου, αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-7-2022 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 3723/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα, παραβόλου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700€), για καθένα διάδικο μέρος αυτών που παραστάθηκε με ξεχωριστό δικηγόρο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ