Legislator Case Law & Legislation
1084/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for non-exhaustion of appeal grounds regarding property ownership claims.

Case Number 1084/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the appellate court's decision on property ownership. The appellants argued the appellate court failed to consider their appeal grounds regarding evidence evaluation, but the court found these grounds were implicitly addressed and rejected in the substantive ruling. Consequently, the appeal was rejected as the appellate court had already examined and dismissed the relevant claims.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560 and 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if the appellate court implicitly rejected the claim by examining and dismissing it substantively without explicit mention.

Keywords

AI generated
appeal grounds exhaustion implicit rejection of appeal property ownership acquisition appellate court review Code of Civil Procedure evidence evaluation substantive dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 1045 of the Civil Code
Article 974 of the Civil Code
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 11/1996
Supreme Court 25/2003

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1084 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1084/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Λάμπρο Καρέλο και Ανθή Γκάμαρη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 20η Μαρτίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Χ. Φ. του Ν., κατοίκου ..., 2. Β. Φ. του Ν., κατοίκου ..., 3.Ι. Φ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν οι 1η και 3ος μετά και η 2η δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ζαχαρία Μελέγου. Του αναιρεσίβλητου: Θ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Γκριμπαβιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 9-12-2008 αγωγή του αναιρεσίβλητου που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο ¨'Αρτας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 126/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 76/2012 μη οριστική και 21/2017 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-12-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 20-12-2017, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 21 /2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας, που δίκασε ως Εφετείο. Με αυτήν έγινε δεκτή, κατά ένα μέρος, αγωγή των αναιρεσειόντων, αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου ( 1115,83 τμ), με σωρευόμενη διεκδικητική αγωγή τμήματος αυτού (240 τμ), που αποκτήθηκε με έκτακτη χρησικτησία, ενώ έγινε δεκτή στο σύνολο της αντίθετη αγωγή του αναιρεσιβλήτου διεκδικητική κυριότητας του επίδικου με την πρώτη αγωγή τμήματος των 240 τμ, που επίσης αποκτήθηκε με έκτακτη χρησικτησία και, ακολούθως, έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η έφεση των αναιρεσειόντων κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης του Ειρηνοδικείου και εξαφανίστηκε η τελευταία που είχε απορρίψει στο σύνολο της την αγωγή των αναιρεσειόντων και είχε δεχθεί την αγωγή του αναιρεσιβλήτου.

Κατά το άρθρο 1045 του ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή), είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία, αρκεί η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή, η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση αυτού, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, με την οποία ο χρησιδεσπόζων απέκτησε τη νομή, εάν δηλαδή αυτή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 976-978 και 983 του ΑΚ ή σε πρωτότυπο τρόπο με την κατάληψη του ακίνητου, αφού δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος ή οποιοσδήποτε άλλος όρος για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με τον πιο πάνω πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία).

Ειδικότερα^ η φυσική εξουσίαση του πράγματος συνίσταται στην άσκηση εξωτερικών, εμφανών υλικών πράξεων επ'αυτού. που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Τέτοιες δε πράξεις νομής επί ακινήτου θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, η φύλαξη, ο καθαρισμός, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτο, η εκμίσθωση και η εποπτεία του ακινήτου, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, ενώ περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση (ΑΠ 401 /2018,ΑΠ 379/2015, ΑΠ 138/2015).

Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 560 αριθ.6 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και , ιδίως / αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης (λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστικού δικαίου διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση, του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση νόμιμης βάσης νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο (ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, μετά από την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά.

"Από την ανάγνωση της εκκαλούμενης απόφασης (και ιδίως από το 3ο και 5ο φύλλο αυτής) αποδεικνύεται ότι αυτή θεμελιώνει την προεκτεθείσα (βλ ανωτέρω υπό IV) κρίση της μεταξύ άλλων και στο από 11-1-1965 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο 5ο φύλλο αυτής μάλιστα ρητά το συγκεκριμένο συμφωνητικό γίνεται δεκτό ως γνήσιο και απορρίπτεται η ένσταση πλαστότητας των εκκαλούντων.

Πλην όμως αποδεικνύεται ότι η υπογραφή του πατέρα των εκκαλούντων Ν. Φ. στο συγκεκριμένο συμφωνητικό είναι πλαστή καθώς δεν τέθηκε από τον ίδιο. Στο συμπέρασμα αυτό, το οποίο σημειωτέον συνομολογεί και ο ίδιος ο εφεσίβλητος με την προσθήκη στις προτάσεις του, καταλήγει και ο ειδικός δικαστικός γραφολόγος Π.

Τ.. Ειδικότερα, σύμφωνα με την από Ιανουάριο 2010 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, που συντάχθηκε κατόπιν της υπ' αριθ.7/2009 πράξης του Πταισματοδίκη Άρτας, ο ως άνω πραγματογνώμονας αποφάνθηκε μεν ότι η υπογραφή στο ανωτέρω συμφωνητικό δεν τέθηκε από τον Ν. Φ., πλην όμως μόνο κατά πιθανολόγηση, καθώς τέθηκε υπόψη του φωτοτυπικό αντίγραφο του ανωτέρω συμφωνητικού και μόλις δύο δείγματα υπογραφών του Ν.

Φ.. Στη συμπληρωματική όμως από 31-7-2013 έκθεση του που συντάχθηκε κατόπιν της υπ' αριθ.484/2013 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας, ο ανωτέρω πραγματογνώμονας, αφού εξέτασε το πρωτότυπο του συμφωνητικού και περισσότερα δείγματα υπογραφής του Ν. Φ. κατέληξε μετά βεβαιότητας στο συμπέρασμα ότι η επίμαχη υπογραφή δεν τέθηκε από τον τελευταίο.

Στηριζόμενο στις πραγματογνωμοσύνες αυτές, το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων στην υπ' αριθ. 465/2015 απόφασή του και συγκεκριμένα στη σελίδα 25 αυτής, δέχεται ότι η υπογραφή του Ν. Φ. στο ως άνω συμφωνητικό είναι πλαστή. Κατόπιν των ανωτέρω η εκκαλούμενη απόφαση, που αξιοποίησε το συμφωνητικό αυτό για να καταλήξει στην ως άνω κρίση της έσφαλε ως προς αυτό το σημείο και πρέπει να εξαφανισθεί, δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου της έφεσης, η δε υπόθεση, αφού κρατηθεί από το παρόν Δικαστήριο, πρέπει να δικαστεί κατά τα λοιπά στην ουσία της.

Αποδείχθηκε ακόμα ότι ήδη από το έτος 1970 ο εφεσίβλητος παρέλαβε άτυπα από τον πατέρα του Ν. Τ. τη νομή ενός "οικοπέδου, εμβαδού 240 τ.μ_, με ΚΑΕΚ ...1051, που βρίσκεται στη θέση "..." εντός του Ο.Τ. ....40 του Δήμου Αρταίων, και συνορεύει ολόγυρα με δημοτική οδό ... με ΚΑΕΚ ...0411 και ακίνητα με ΚΑΕΚ ...1085/0/0 και ...1003/0/0. Έκτοτε ο εφεσίβλητος ασκεί επί του ακινήτου αυτού με διάνοια κυρίου όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές υλικές πράξεις, και συγκεκριμένα, το έχει περιφράξει, φροντίζει τα δέντρα που είχε φυτέψει εκεί ο πατέρας του, εποπτεύει και επιβλέπει το ακίνητο.

Επίσης, μερίμνησε και για την καταγραφή του ως κυρίου του ακινήτου στο εθνικό κτηματολόγιο (βλ το υπ' αριθ. 2586/14-9-2006 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος), ασκώντας την υπ' αριθ.31541/3-4-2003 προσφυγή του στη δευτεροβάθμια επιτροπή ενστάσεων του ΟΚΧΕ κατά της υπ' αριθ .2985/3-9- 2002 απόφασης της πρωτοβάθμιας επιτροπής του άρθρου 7 Ν.2308/1995, με την οποία είχε αναγνωρισθεί το Ελληνικό Δημόσιο ως κύριος του επιδίκου.

Η άσκηση εκ μέρους του εφεσίβλητου νομής επί του επίδικου ακινήτου για χρονικό διάστημα άνω των 20 ετών, προκύπτει ιδίως από τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα: α) από την κατάθεση ως μάρτυρα του Κ. Κ., στη διαδικασία στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Άρτας στις 28.11.2007, κατά την εξέταση της υπ' αριθ. κατάθεσης 282/28-9-2007 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων του εφεσίβλητου κατά του αδελφού των εκκαλούντων, στην οποία ο άνω μάρτυρας ρητά δηλώνει πως το ακίνητο το νέμονταν ο εφεσίβλητος, και πιο πριν από αυτόν ο πατέρας του από το έτος 1965.

Η δε μαρτυρία του κρίνεται ιδιαίτερα σημαντική από το Δικαστήριο γιατί ο εν λόγω κατοικεί δίπλα στο ακίνητο. Την ίδια κατάθεση επανέλαβε άλλωστε και κατά την εξέτασή του στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Άρτας στις 27-2-2008, κατά την εκδίκαση της από 8-1-1008 και με αριθμό κατάθεσης 25/23-1-2008 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων του εφεσίβλητου κατά των εκκαλούντων.

β) Από την όμοια κατάθεση του Χ. Δ. του Ε., κατά την εξέτασή του ως μάρτυρα ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων στις 21-10- 2015, αλλά και στις 25-11-2009 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Άρτας, κατά την εξέτασή του ως μάρτυρα στην εκδίκαση της από 25-11-2007 και με αριθμό κατάθεσης 374/28-11-2007 αγωγής των εκκαλούντων και της συνεκδικαζόμενης με αυτή από 9-12-2008 και με αριθμό κατάθεσης 368/9- 12-2008 αγωγής του εφεσίβλητου.

Η κατάθεσή του έχει επίσης ιδιαίτερη βαρύτητα, κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου τούτου, γιατί ο εν λόγω μάρτυρας τυγχάνει επίσης να κατοικεί κοντά στο επίδικο ακίνητο και μάλιστα εδώ και 60 χρόνια. Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξαν άλλωστε τόσο η υπ' αριθ .426/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία αναγνωρίζει ότι ο εφεσίβλητος ασκούσε πράξεις νομής συνεχώς επί του επιδίκου οικοπέδου έκτασης 240 τ.μ.

από το 1970 μέχρι το 2007, ήτοι για χρονικό διάστημα άνω των 20 ετών, όσο και η υπ' αριθ.2047/5-12-2013 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας αλλά και η υπ' αριθ 299/21-4-2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας. Επομένως, αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, επειδή νεμόταν αυτό για χρονικό διάστημα άνω των 20 ετών (από το 1970), χωρίς καμία αμφισβήτηση από τον οποιονδήποτε.

Αντιθέτως δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εκκαλούντων, στον οποίο στηρίζεται και η από 25-11-2007 και με αριθμό κατάθεσης 374/28-11-2007 αγωγή τους, ότι δηλαδή οι ίδιοι ασκούσαν στο επίδικο ακίνητο, εμβαδού 240 τ.μ. ως τμήμα του δικού τους όμορου ακινήτου, τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές υλικές πράξεις με διάνοια συγκυρίων για χρονικό διάστημα άνω των20 ετών (από το έτος 1970), οπότε και περιήλθε σε αυτούς η συννομή του επιδίκου με άτυπη παραχώρηση από τον πατέρα τους Ν.

Φ.. Συγκεκριμένα, ο ισχυρισμός αυτός στηρίζεται στην υπ' αριθ.319/2008 ένορκη βεβαίωση των Ε. Φ. του Δ. και Δ. Κ. του Ι., στην κατάθεση του πρώτου στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Άρτας στις 27-2-2008, καθώς και στην κατάθεση του Λ. Φ. του Ν. στο ακροατήριο Ειρηνοδικείου Άρτας στις 25-11-2009 και στις 15-10-2015 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Από αυτούς τους μάρτυρες όμως η κατάθεση του πρώτου και του τρίτου δεν κρίνεται αξιόπιστη από το Δικαστήριο, λόγω της συγγενικής σχέσης που τους συνδέει με τους εκκαλούντες (ο πρώτος τυγχάνει σύζυγος της δεύτερης εκκαλούσας και γαμπρός των λοιπών εκκαλούντων και ο τρίτος αδελφός όλων), ενώ η κατάθεση της δεύτερης μάρτυρος, αναφέρεται στην όμορη με αυτή κατοικία των εκκαλούντων και όχι στο επίδικο και σε κάθε περίπτωση δεν αρκεί από μόνη της για να ανατρέψει το συμπέρασμα της άσκησης νομής από τον εφεσίβλητο στο ίδιο ακίνητο για το ίδιο χρονικό διάστημα, γεγονός που θεμελιώνεται σε καταθέσεις δύο γειτόνων του επίδικου.

Εξάλλου, η υπ' αριθ.1629/1999 επικαλούμενη ένορκη βεβαίωση των Ν. Σ. και Α. Φ. δεν κρίνεται επίσης επαρκής για να αποδείξει τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων, καθώς οι ανωτέρω καταθέτουν όσα γνωρίζουν ως γείτονες των εκκαλούντων και χωρίς να έχουν οι ίδιοι προσωπική γνώση του επιδίκου ακινήτου. Ούτε μπορεί επίσης να χρησιμεύσει προς απόδειξη των ισχυρισμών τους η κατάθεση της ίδιας της δεύτερης εκκαλούσας στις 28-11-2007 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Άρτας και στις 15-10-2015 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Επίσης, τα τοπογραφικά διαγράμματα που προσκομίζουν οι εκκαλούντες (το από Ιούνιο 1999 σχεδιάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Κ. Τ. και το από Δεκέμβριο 2003 σχεδιάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ. Π.), δεν αποδεικνύουν τα όρια του ακινήτου των εκκαλούντων, γιατί συντάχθηκαν με δική τους υπόδειξη, αλλά ούτε και τη νομή τους στο επίδικο, εξαιτίας του χρόνου που συντάχθηκαν.

Εξάλλου, οι εκκαλούντες, αν και αιτήθηκαν τη διόρθωση σχετικών σφαλμάτων στην καταχώριση των στοιχείων τους ως συγκυρίων του ακινήτου με ΚΑΕΚ ...1003 (βλ τις υπ• αριθ.....235/9-2-2001 και ....442/5-3-2003 αιτήσεις της δεύτερης εκκαλούσας) δεν αντέδρασαν στην υπ' αριθ .2985/3-9- 2002 απόφαση της πρωτοβάθμιας επιτροπής του άρθρου 7 NJ2308/1995, με την οποία είχε αναγνωρισθεί το Ελληνικό Δημόσιο ως κύριος του επιδίκου.

Από την άλλη, δεδομένης και της μη αμφισβήτησης από πλευράς του εφεσίβλητου, προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι οι εκκαλούντες είναι συγκύριοι σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος στο ακίνητο με αριθμό ΚΑΕΚ ...1003, εμβαδού 909 τ.μ., το οποίο βρίσκεται βόρεια του επιδίκου, πλην όμως σε αυτό δεν περιλαμβάνεται ως τμήμα το επίδικο ακίνητο, με ΚΑΕΚ ...1051, εμβαδού 240 τ,μ.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι το δεύτερο δεκαήμερο του μηνός Σεπτεμβρίου 2007 ο Λ. Φ. του Ν., ενεργώντας για λογαριασμό και κατόπιν εντολής των αδελφών του και ήδη εκκαλούντων, καθάρισε τα αυτοφυή χόρτα που υπήρχαν πλησίον της περίφραξης που χώριζε το επίδικο από το ακίνητο συγκυριότητας των εκκαλούντων και μετατόπισε την περίφραξη κατά 6 μέτρα μέσα στο επίδικο, καταλαμβάνοντας έτσι και προσαρτώντας στο ακίνητο των εκκαλούντων έκταση 120 τ.μ.

από το επίδικο. Επιπλέον δε ο ανωτέρω Φ. Λ. στις 27-9-2007, ενεργώντας πάλι με εντολές και εν γνώσει των εκκαλούντων, κατέστρεψε την περίφραξη του δυτικού και νότιου τμήματος του επίδικου, με προφανή σκοπό να το ενσωματώσει όλο στην ιδιοκτησία των εκκαλούντων, οι οποίοι τελούσαν εν γνώσει των πράξεων αυτών.

Κατά συνέπεια με τις προπεριγραφείσες ενέργειες τους οι εκκαλούντες αμφισβήτησαν την κυριότητα του εφεσίβλητο σε ολόκληρο το ανωτέρω οικόπεδο που ανήκει στην κυριότητα του.

VIII. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση και από ουσιαστική πλευρά και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση. Στη συνέχεια, αφού διακρατηθεί και εκδικασθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί, σε ότι αφορά το επίδικο ακίνητο με ΚΑΕΚ ...1051/0/0, εμβαδού 240 τ.μ. η υπ' αριθ. 25-11-2007 και με αριθμό κατάθεσης 374/28-11-2007 αγωγή των εκκαλούντων να γίνει δε δεκτή η ίδια αγωγή και να αναγνωρισθεί η συγκυριότητα τους, σε ποσοστό 1/3 εξ' αδιαιρέτου έκαστος, στο ακίνητο με ΚΑΕΚ ...1003, εμβαδού 909 τ.μ_, το οποίο βρίσκεται βόρεια του επιδίκου. Από την άλλη πρέπει να γίνει δεκτή εν άλω η από 9-12-2008 και με αριθμό κατάθεσης 368/9-12-2008 αγωγή του εφεσίβλητου, να αναγνωρισθεί η κυριότητα του στο σύνολο του οικοπέδου με ΚΑΕΚ ...1051, εμβαδού 240 τ. μ. και να υποχρεωθούν οι εκκαλούντες να του το αποδώσουν.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δηλαδή; ότι κύριος του επίδικου εδαφικού τμήματος κατέστη ο αναιρεσίβλητος με έκτακτη χρησικτησία (και όχι οι αναιρεσείοντες) δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της υπαγωγής των γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου του άρθρου 1045 ΑΚ, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης κυριότητας του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 240 τ.μ., από τον αναιρεσίβλητο με έκτακτη χρησικτησία.

Ειδικότερα, δέχθηκε άσκηση πράξεων νομής από τον αναιρεσιβλητο, που αναφέρονται αναλυτικά, με διάνοια κυρίου ,από το έτος 1970 και επί μια εικοσαετία και πλέον, που διανύθηκε και συμπληρώθηκε αυτοτελώς στο πρόσωπο του (1970 -2007). Οι παραδοχές δε του δικαστηρίου περί πλαστότητας του προαναφερόμενου από 11-1-1965 ιδιωτικού συμφωνητικού, δυνάμει του οποίου φέρεται ότι ο πατέρας των αναιρεσειόντων πώλησε άτυπα το επίδικο ακίνητο στον πατέρα του αναιρεσιβλήτου και ότι ο τελευταίος (αναιρεσίβλητος) παρέλαβε άτυπα το 1970 τη νομή του επίδικου από τον πατέρα του, δεν ενέχουν αντιφατικότητα, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης η νομή στο επίδικο ασκήθηκε από τον αναιρεσίβλητο από το έτος 1970 και εντεύθεν επί 20ετία και πλέον και ανεξάρτητα από τον τρόπο που απέκτησε τη νομή, δηλαδή, με παράγωγο ή άλλο τρόπο, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδουν οι αναιρεσείοντες την πλημμέλεια των ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, ο ίδιος πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδονται με αυτόν πλημμέλειες ότι η προσβαλλόμενη, α) παραμόρφωσε το περιεχόμενο του παραπάνω από 11-1-1965 ιδιωτικού συμφωνητικού β) δεν προσέδωσε στο συμφωνητικό αυτό αυξημένη αποδεικτική δύναμη, γ) έκρινε πλέον αξιόπιστους τους μάρτυρες του αναιρεσιβλήτου και όχι των αναιρεσειόντων και δ) στήριξε την κρίση του σε ποινικές αποφάσεις, και ε) προέβη επιλεκτικά στην αξιολόγηση αποδεικτικών μέσων μόνο του αναιρεσιβλήτου, είναι απαράδεκτος. Κατά το μέρος που αφορά στις υπό στοιχείο α και β πλημμέλειες, αν ήθελε εκτιμηθούν ως πλημμέλειες από τους αριθμ.20 και 12, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ. είναι απαράδεκτος, προεχόντως, διότι οι πλημμέλειες αυτές δεν περιλαμβάνονται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ενώ κατά το μέρος που αφορά στις λοιπές πλημμέλειες, από τον επικαλούμενο από τους αναιρεσείοντες αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι οι αιτιάσεις αυτές δεν αποτελούν "ζήτημα", ώστε να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, αλλά ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.5 εδ β ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όπως και ο λόγος της έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.

Α.Π. 11/1996). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π.25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν ή στην περίπτωση που αυτό τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης , κατά το πρώτο σκέλος, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 5β του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το λόγο της έφεσης, που προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής, με τον οποίο διατυπώθηκαν παράπονα για κακή εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων (εκτιμώντας δε ως προταθέντα τέτοιο λόγο απαράδεκτα στις προτάσεις τους τον απέρριψε).

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση , το δικαστήριο έλαβε υπόψη του εκ των πραγμάτων το λόγο αυτό της έφεσης και τον απέρριψε κατ' ουσίαν, αφού μετά την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης, στο σύνολο της, και την εκδίκαση κατ' ουσίαν της υπόθεσης έλαβε υπόψη τους περιεχόμενους με το λόγο αυτό αρνητικούς πλέον ισχυρισμούς τους και όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης.

Περαιτέρω, ο ίδιος δεύτερος λόγος, κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος του; με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη οι πλημμέλειες, αντίστοιχα: α) ότι εσφαλμένα εκτίμησε το αναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα και ένορκη βεβαίωση μαρτύρων τους, και β) ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα έγγραφα, είναι απαράδεκτος προεχόντως, κατά μεν το δεύτερο σκέλος, διότι με τις αιτιάσεις αυτές, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά το τρίτο σκέλος, διότι η πλημμέλεια αυτή, αν ήθελε εκτιμηθεί ως πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠοΛΔ, όπως ισχύει. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ του αναιρεσιβλήτου που νίκησε, λόγω έλλειψης σχετικού αιτήματος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-12-2017 αίτηση των Χ. Φ. του Ν. κ.λ.π., για αναίρεση της 21/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας, που δίκασε ως Εφετείο. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Αυγούστου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ