Legislator Case Law & Legislation
1084/2017 AI generated

1084/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1084/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1084/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 12-10-2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή της κρινόμενης αίτησης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1084 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1084/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην …, στην προκειμένη δε περίπτωση και από τους Προϊσταμένους της .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ελένη Λευθεριώτου, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Γ. Κ. του Κ., κατοίκου ... και 2) Β. Μ. του Δ.-Μ., κατοίκου ..., ως νόμιμοι κληρονόμοι του αποθανόντος αρχικού διαδίκου, Κ. Κ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Λύτρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-4-2002 ανακοπή και τον από 31-3-2003 πρόσθετο λόγο ανακοπής του ήδη αναιρεσείοντος και την από 30-4-2002 ανακοπή του ΙΚΑ, μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3885/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 5932/2005 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 26-6-2008 αίτησή του.

Κατόπιν βίαιης διακοπής της δίκης λόγω θανάτου του αναιρεσιβλήτου Κ. Κ., η υπόθεση επανέρχεται προς συζήτηση με την από 9-7-2015 κλήση του καλούντος - αναιρεσείοντος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 12-10-2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή της κρινόμενης αίτησης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 286 περ.α, 287, 291 και 292 του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται, εκτός από άλλες περιπτώσεις, αν, εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι τη στιγμή της επελεύσεως του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος διαδίκου.

Συνεπώς, ο αντίδικος του αποβιώσαντος διαδίκου, δεν νομιμοποιείται να προβεί στην γνωστοποίηση του θανάτου του, ούτε η σχετική δήλωσή του επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης. Ωστόσο, αυτός μπορεί να προκαλέσει την επανάληψη της διακοπείσης δίκης, προσκαλώντας για το σκοπό αυτό τον υπέρ ου επήλθε η βίαιη διακοπή διάδικο, με κοινοποίηση δικογράφου, η οποία μάλιστα μπορεί και να προηγηθεί της προς αυτόν γνωστοποιήσεως του γεγονότος που προκάλεσε την διακοπή (θανάτου), θεωρώντας αυτήν επελθούσα, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η δίκη επαναλαμβάνεται αυτοδικαίως τριάντα ημέρες μετά την κοινοποίηση της προσκλήσεως. Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης σε περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος, όμως, δεν μπορεί να κληθεί για επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί πριν περάσει η τετράμηνη προθεσμία της αποποιήσεως ή πριν απολέσει, με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, το δικαίωμα της αποποιήσεως. Η πρόσκληση, εξάλλου προς αναγκαστική επανάληψη της δίκης γίνεται, όχι μόνο με κοινοποίηση δικογράφου, το οποίο περιέχει τα απαιτούμενα, κατά το άρθρο 118 Κ.Πολ.Δ. στοιχεία και κατατίθεται στη Γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η δίκη, που έχει ήδη διακοπεί, αλλά και με οποιοδήποτε άλλο αυτοτελές δικόγραφο, όπως με την κλήση προς περαιτέρω συζήτηση της υποθέσεως (Α.Π. 1891/2014, 1420/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή (αρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα εξής: Το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 28-4-2002 ανακοπή και τους από 31-3-2003 προσθέτους λόγους, με αντικείμενο την μεταρρύθμιση του πίνακα κατατάξεως δανειστών του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.

Κ., ως υπαλλήλου του διενεργηθέντος πλειστηριασμού, και δη την αποβολή εξ αυτού του αναιρεσιβλήτου για το ποσό των 40.606,66 ευρώ και την προνομιακή κατάταξη στο ποσό τούτο του ίδιου. Η ως άνω ανακοπή έγινε εν μέρει δεκτή με την πρωτόδικη απόφαση, απερρίφθη, όμως κατόπιν εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, με την ήδη προσβαλλομένη απόφαση ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της και κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η συζήτηση της οποίας ορίσθηκε για την δικάσιμο της 12-12-2012.

Κατά την δικάσιμο αυτή εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η δικηγόρος Ε. Π., ως πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου και εδήλωσε ότι ο τελευταίος απεβίωσε την 7-6-2012, και προσκόμισε την υπ’ αριθμ. ...-6-2012 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Άρτας. Από την ληξιαρχική αυτή πράξη, το υπ’ αριθμ.πρωτ. .../22-2-2013 πιστοποιητικό εγγυτέρων, συγγενών του ..., την υπ’ αριθμ. ...-3-2013 δήλωση φόρου κληρονομίας στην ...

και την υπ’ αριθμ. .../13-5-2013 έκθεση απογραφής κληρονομίας επ’ ωφελεία απογραφής της συμβολαιογράφου Άρτας Φ. Κ. Μ.-Μ., αποδεικνύεται ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε την 7-6-2012, ήτοι μετά την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, και κληρονομήθηκε, δυνάμει της από 9-1-2012 ιδιογράφου διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε νομίμως, από τους Γ.

Κ. του Κ. και Β. Μ. του Δ., οι οποίοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ’ αυτούς κληρονομία, επ’ ωφελεία απογραφής. Επομένως, με την από 9-7-2015 κλήση του αναιρεσείοντος νομίμως επαναλαμβάνεται η βιαίως διακοπείσα δίκη στο πρόσωπο των ανωτέρω κληρονόμων του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου, οι οποίοι παραστάθηκαν κατά την συζήτηση της υποθέσεως δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου και δεν αμφισβήτησαν την ιδιότητά τους ως καθολικών διαδόχων του αναιρεσιβλήτου.

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ. "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 599 Κ.Πολ.Δ.(Ολ.Α.Π. 2/2001).

Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως (Α.Π. 640, 862/2011, 558/2008), με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Α.Π. 1735/2008). Μέσω του ανωτέρω αναιρετικού λόγου ελέγχονται πλην άλλων, το παραδεκτό ασκήσεως ενδίκων μέσων των προσθέτων λόγων εφέσεως, καθώς και το παραδεκτό των ανακοπών (άρθρα 583 επ, 632, 933, 979 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών (Α.Π. 371/08, 370/2014).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 144 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. "1. Οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο ή τα δικαστήρια αρχίζουν από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση ή μετά τη συντέλεση του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας και λήγουν στις 7 το βράδυ της τελευταίας ημέρας και αν αυτή είναι κατά το νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης μη εξαιρετέας ημέρας".

Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 11 της Π.Ν.Π. της 29-12-1980, η οποία κυρώθηκε με το ν.1157/1981 ως ημέρες αργίας των Δημοσίων Υπηρεσιών, Ο.Τ.Α. και Ν.Π.Δ.Δ., ορίσθηκαν πλην άλλων η Μεγάλη Παρασκευή, το Μέγα Σάββατο, η Δευτέρα του Πάσχα και η 1η Μαΐου, ενώ με το άρθρο 7 του ν.74/1975 ορίζεται ότι: "Δια των κατά το άρθρο 1 του ΑΝ 380/1968 περί καθιερώσεως της 1ης Μαΐου ως ημέρας υποχρεωτικής αναπαύσεως αποφάσεών του ο Υπουργός Απασχολήσεως δύναται να μεταθέτη την αργίαν της 1ης Μαΐου εις ετέραν οσάκις αύτη συμπίπτει προς ημέραν της Μεγάλης Εβδομάδας ή την Κυριακήν του Πάσχα".

Κατ’ εξουσιοδότηση της ανωτέρω διατάξεως, ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων εξέδωσε την υπ’ αριθ.2468/23-4-2002 απόφαση με την οποία καθόρισε την 1η Μαΐου 2002, ως ημέρα υποχρεωτικής αργίας για όλα τα καταστήματα, τις βιομηχανίες, βιοτεχνικές επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες γενικά, οι οποίες αργούν κατά τις Κυριακές και, λόγω συμπτώσεως αυτής προς ημέρα της Μεγάλης Εβδομάδος (Μεγάλη Τετάρτη), την μετέθεσε για την 7η Μαΐου 2002, ημέρα Τρίτη.

Επίσης με την υπ’ αριθ. .../24-4-2002 εγκύκλιο του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης η 7η Μαΐου 2002 ορίστηκε επίσημη αργία για τις Δημόσιες Υπηρεσίες, τα Ν.Π.Δ.Δ. και ΟΤΑ, λόγω μεταφοράς της αργίας της 1ης Μαΐου 2002.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι το Εφετείο δεχόμενο με την προσβαλλομένη απόφαση την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, και απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της την ένδικη ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά του υπ’ αριθμ. ...2002 πίνακα κατατάξεως δανειστών του Συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.

Κ. και υπαλλήλου του πλειστηριασμού της ακινήτου περιουσίας του οφειλέτη Γ. Μ.. Ειδικότερα δε, δέχθηκε, ότι η προθεσμία των τριάντα ημερών που ισχύει για το Ελληνικό Δημόσιο προς άσκηση της ένδικης ανακοπής (άρθρο 10 εδ. α’ του Δ/τος της 26.6-10.7.1944 "περί Κώδικος των νόμων περί δικών Δημοσίου και 58 παρ. 4 του ν.δ.456/1974 ΚΕΔΕ) άρχισε την 6η Απριλίου 2002, δηλαδή την επομένη ημέρα της επιδόσεως, στους Προϊσταμένους των Δ.Ο.Υ. ..., της υπ’ αριθμ. .../22-3-2002 προσκλήσεως δανειστών του ανωτέρω υπαλλήλου του πλειστηριασμού, η οποία έλαβε χώρα την 5η Απριλίου 2002, και συμπληρώθηκε την 6η Μαΐου 2002 και κατά συνέπειαν η ανακοπή που ασκήθηκε από το αναιρεσείον μετά την ημερομηνία αυτή και συγκεκριμένα την 8η Μαΐου 2002, είναι εκπρόθεσμη και ως τοιαύτη απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Όμως η 6η Μαΐου 2002, ήταν η Δευτέρα ημέρα του Πάσχα και ήταν επίσημη αργία, ενώ η επομένη αυτής ημέρα, ήτοι η 7η Μαΐου 2002 (ημέρα Τρίτη) ήταν ωσαύτως επίσημη αργία, λόγω μεταφοράς κατά την ημέρα αυτή της αργίας της 1ης Μαΐου 2002. Επομένως, εφόσον και οι δύο, ως άνω, ημέρες ήταν εξαιρετέες, η τριακονθήμερη προθεσμία για την εκ μέρους του Δημοσίου άσκηση ανακοπής, η οποία είχε αρχίσει να τρέχει από την 6η Απριλίου 2002 δεν συμπληρώθηκε, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., την 6η Μαΐου 2002, όπως εσφαλμένως δέχθηκε το δικάσαν Εφετείο, αλλά μετατέθηκε στην επομένη εργάσιμη ημέρα, δηλαδή την 8η Μαΐου 2002, ημέρα Τετάρτη.

Συνεπώς, εφόσον κατά τις παραδοχές του Εφετείου, η ανακοπή του αναιρεσείοντος επιδόθηκε στον καθ’ ου, (δικαιοπάροχο των ήδη αναιρεσιβλήτων) την 8η Μαΐου 2002, η άσκηση αυτής είναι εμπρόθεσμη και παραδεκτή. Με τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την ασκηθείσα στις 8 Μαΐου 2002 ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου, και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., όπως βασίμως υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον αντίστοιχο και μοναδικό λόγο της υπό κρίση αιτήσεώς του.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει. Πρέπει επίσης να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, μειωμένων όμως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/57, της υπ’ αριθμ. .../28-12-1992 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης και του άρθρου 28 παρ. 5 του ν. 2579/98, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ.5932/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Επιβάλλει στους αναιρεσιβλήτους τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ