Legislator Case Law & Legislation
1084/2012 AI generated

1084/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1084/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-1990 αγωγή των Ε. Φ., Σ. Φ., Α. Φ. και Ι. Φ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/969/167/1992, 378/1995 μη οριστικές, 451/1996 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 441/1999 μη οριστική, 787/2000 οριστική του Εφετείου Λαρίσης. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1075/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Λάρισας. Το Εφετείο Λάρισας εξέδωσε την 212/2008, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 5-11-2008 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1566/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη.

Legislator headnote

AI generated

1084/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέτοια γνωστοποίηση δεν απαιτείται στην περίπτωση που οι συγκληρονόμοι προβαίνουν σε άτυπη διανομή των στοιχείων της κληρονομιάς, διότι έκτοτε καθένας από αυτούς με γνώση των λοιπών νέμεται αποκλειστικώς για τον εαυτό του τα περιελθόντα σ' αυτόν στοιχεία της κληρονομιάς (ΟλΑΠ 485/82). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 185, 189, 192 και 361 Α.

Keywords

AI generated
act of accession of Greece previous domicile previous legal status residence status nationality legacy
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1084 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1084/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών-καθών η κλήση: 1. Ι. θυγ. Κ. Φ., συζ. Β. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Λάλα και 2. Μ. θυγ. Κ. Φ., πρώην συζ. S., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσίβλητων-καλουσών: 1. Σ. θυγ. Α. Φ., κατοίκου ..., 2. Κ. θυγ. Α. Φ., συζ. Γ. Ν., κατοίκου ..., 3. Μ. χας Ι. Φ. και 4. Ο. θυγ. Ι. Φ., κατοίκων ..., οι οποίες η μεν πρώτη (Σ. Φ.) παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ξενοφώντα Παπαρρηγόπουλο, οι δε 2η, 3η και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-1990 αγωγή των Ε. Φ., Σ. Φ., Α. Φ. και Ι. Φ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/969/167/1992, 378/1995 μη οριστικές, 451/1996 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 441/1999 μη οριστική, 787/2000 οριστική του Εφετείου Λαρίσης. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1075/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Λάρισας. Το Εφετείο Λάρισας εξέδωσε την 212/2008, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 5-11-2008 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1566/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη.

Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούσες με την από 17-1-2011 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 3-5-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1, 2 και 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται, αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, η δεύτερη αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο με δήλωσή της κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση (της 21-3-2012) του Δικαστηρίου τούτου, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου. Ωστόσο από την προσκομιζόμενη από τις επισπεύδουσες τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως αναιρεσίβλητης 276 γ'/10.6.2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., σε συνδυασμό με το 5925051/30-8-2011 έγγραφο των αρμοδίων αρχών των ΗΠΑ προκύπτει, ότι η απολειπομένη δεύτερη αναιρεσείουσα, γνώστης στο εξωτερικό (ΗΠΑ), διαμονής, κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, αφού ακριβές αντίγραφο της από 17-1-2011 κλήσης των αναιρεσιβλήτων με την οποία φέρεται προς συζήτηση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσα δικάσιμο, μετά την κήρυξη ως απαράδεκτης της συζήτησής της, με την 1566/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για να αποσταλεί στη διαμένουσα στις ΗΠΑ, πιο πάνω απολειπομένη (δεύτερη αναιρεσείουσα Μ.

θυγ. Κ. Φ.), προς την οποία έγινε πραγματική επίδοση, σύμφωνα με τη σύμβαση περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στο εξωτερικό δικαστικών και εξωδίκων εγγράφων αστικού ή εμπορικού περιεχομένου, που υπογράφηκε στη Χάγη στις 15-1-1965. Επομένως, παρά την απουσία της πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει.- Από τις διατάξεις των άρθρων 787, 980-984, 994, 1113 και 1884 ΑΚ προκύπτει, ότι ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος ακινήτου πράγματος, όπως είναι και ο συγκληρονόμος, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών συγκυρίων και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή, προτού εκδηλώσει την απόφαση του να νέμεται εφεξής ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο το πράγμα αποκλειστικώς για δικό του λογαριασμό.

Τέτοια γνωστοποίηση δεν απαιτείται στην περίπτωση που οι συγκληρονόμοι προβαίνουν σε άτυπη διανομή των στοιχείων της κληρονομιάς, διότι έκτοτε καθένας από αυτούς με γνώση των λοιπών νέμεται αποκλειστικώς για τον εαυτό του τα περιελθόντα σ' αυτόν στοιχεία της κληρονομιάς (ΟλΑΠ 485/82). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 185, 189, 192 και 361 Α.

Κ. προκύπτει ότι για την κατάρτιση άτυπης σύμβασης αρκεί καταρχήν η δήλωση αποδοχής της πρότασης για σύναψη αυτής να περιέλθει στον προτείνοντα και η τέτοια δήλωση μπορεί να είναι ρητή, αλλά και σιωπηρή. Τέλος, κατά το άρθρο 238 Α.Κ., η συγκατάθεση που παρέχεται μετά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας (έγκριση), εφ' όσον δεν ορίζεται το αντίθετο, ανατρέχει στο χρόνο της δικαιοπραξίας.

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν-υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η Σ. χήρα Ι. Φ., κάτοικος όσο ζούσε …, απεβίωσε την 26.1.1963 στην Αθήνα χωρίς να αφήσει διαθήκη. Κληρονομήθηκε, επομένως, εξ αδιαθέτου από τους πλησιέστερους συγγενείς της που ήταν:

Τα τέκνα της Α. Φ. (σύζυγος και πατέρας της πρώτης και δεύτερης από τους ενάγοντες), Α. Φ. (τρίτος ενάγων) και Ι. Φ. (τέταρτος ενάγων), καθώς και οι εγγονοί της Ι. Κ., Μ. Φ., Κ. Φ. και Π. Φ. (εναγόμενοι), τέκνα του προαποβιώσαντος υιού της θανούσας Κ. Φ.. Η περιουσία που άφησε αποτελείται από τα εξής ακίνητα, όλα κείμενα στη νήσο Σκιάθο Σποράδων: 1) Μία διώροφη οικία στη συνοικία "Τριών Ιεραρχών" της πόλης της Σκιάθου με το οικόπεδο της εκτάσεως 170 τ.μ. 2) Μία παλιά διώροφη οικία στη συνοικία "Τριών Ιεραρχών" της πόλης της Σκιάθου (στα Καρπετέϊκα) με το οικόπεδο της εκτάσεως 150 τ.μ. 3) Κτήμα από αγριελιές και λίγα ελαιόδενδρα στη θέση "ΓΟΥΡΝΙΑ" εκτάσεως 5.000 τ.μ. 4) Ελαιώνα στη θέση "ΚΕΧΡΙΑ" εκτάσεως 4.000 τ.μ. 5) Αγρό με 5 ελαιόδενδρα στη θέση "Αγία Αναστασία ή Πυργί" εκτάσεως 4.000 τ.μ. 6) Ελαιώνα στη θέση "Κάτω Αμμουδιά" εκτάσεως 3.060 τ.μ. 7) Ελαιώνα στη θέση "Άνω Αμμουδιά" εκτάσεως 5.300τ.μ. 8) Ελαιώνα στη θέση "ΞΟΥΡΙΑ" εκτάσεως 5.500 τ.μ. 9) Αγρό στη θέση "ΑΜΒΡΑΚΗ" εκτάσεως 4.000 τ.μ. 10) Ελαιώνα στη θέση "Δράκος" εκτάσεως 8.500 τ.μ. 11) Ελαιώνα στη θέση "Πλατάνα" εκτάσεως 9.000 τ.μ. 12) Κτήμα στη θέση "ΤΣΑΚΑΛΑΡΙ" εκτάσεως 40.000 τ.μ., από τα οποία 10.000 τ.μ., είναι ελαιώνας και το υπόλοιπο δάσος. 13) Κήπος στη θέση "Προφήτης Ηλίας" εκτάσεως 200 τ.μ.

και 14) Ελαιώνα στη θέση "ΚΒΟΥΛΙ" εκτάσεως 3.000 τ.μ. Οι κληρονόμοι της Σ. Φ., ήδη από το χρόνο του θανάτου της, άρχισαν να συζητούν για την εξώδικη διανομή της κληρονομιάς περιουσίας ώστε ο καθένας απ' αυτούς να λάβει στη νομή του δήλα ακίνητα. Οι συνεννοήσεις ήταν δύσκολες γιατί, πέραν από τις διαφωνίες τους για τα ακίνητα που ο καθένας θα λάμβανε, οι εγγονοί της θανούσας, τέκνα του προαποβιώσαντος υιού της Κ.

Φ., (Ι. Κ., Μ. Φ., Κ. Φ. και Π. Φ.) δηλαδή οι εναγόμενοι κατοικούσαν στις Η. Π. Α. Τελικά οι διεργασίες ολοκληρώθηκαν περί τα τέλη 1969 με αρχές 1970, οπότε συμφώνησαν οριστικά αλλά άτυπα τί ακριβώς θα λάβει κάθε κληρονόμος στην αποκλειστική νομή του, Η συμφωνία της διανομής, την οποία ήδη είχαν εγκρίνει οι ενάγοντες στην Ελλάδα, εγκρίθηκε και από τους εναγομένους στις Η.Π.Α.

από μεν τους δύο πρώτους (εκκαλούντες) την 1.3.1970, από δε τους λοιπούς λίγο ενωρίτερα: την 5.12.1969. Συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι υπέγραψαν οι μεν δύο πρώτοι την 1.3.1970 ενώπιον συμβολαιογράφου της Πολιτείας της Νέας Υόρκης των Η.Π.Α., οι δε λοιποί την 5.12.1969 ενώπιον συμβολαιογράφου της Πολιτείας Connecticut των Η.Π.Α. την ακόλουθη δήλωση και εξουσιοδότηση: "Οι κάτωθι υπογεγραμμένοι φυσικοί κληρονόμοι του συζύγου και πατρός Κ.

Ι. Φ. δηλούμεν ότι αποδεχόμεθα ως αναλογούν μερίδιον εκ της κληρονομιάς της μητρός του Σ. Ι. Φ. τον προτεινόμενον υπό των αδελφών του Α., Α. και Ι. Φ. οιονδήποτε εις έκτασιν, αξίαν και είδος είναι τούτο και συγκεκριμένως: 1 ελαιώνα εις θέσιν Πλατάνα, 1 ελαιώνα εις θέσιν Ξούρια, 1 ελαιώνα εις θέσιν Κβούλι, 1 αγρόν μετά 5 ελαιοδένδρων εις θέσιν Αμβρακή, ...

εξουσιοδοτούμεν τους Α., Α. και Ι. Φ. είτε από κοινού είτε κεχωρισμένως να χειρισθούν την περαιτέρω, μετά την διανομήν δισχείρισιν της κληρονομιάς ταύτης ...". Μάλιστα η τέταρτη εναγομένη Κ. Ν. υπέγραψε τη δήλωση αυτή ως επίτροπος του πνευματικά καθυστερημένου γιου της Π. Φ.. Είναι, επίσης, σημαντικό ότι, μετά από αίτηση της Κ.

Ν., το "Κληρονομικό Δικαστήριο του West Heaven" των Η. Π. Α, εξέδωσε την από 16.6.1975 απόφαση του, με την οποία την εξουσιοδότησε να τακτοποιήσει το προαναφερόμενο κληρονομικό μερίδιο του ανικάνου με βάση την ανωτέρω συμφωνία. Στην απόφαση αυτή είναι ενσωματωμένη και η αίτηση της επιτρόπου προς τα Δικαστήριο, προς το οποίο ρητά αναφέρει όλα όσα προαναφέρθηκαν περί της άτυπης διανομής, προσδιορίζοντας και τα δήλα ακίνητο, επί των οποίων περιορίσθηκαν οι εναγόμενοι.

Ισχυρίζονται, βέβαια, οι εκκαλούσες (δηλαδή οι δύο από τους τέσσαρες κληρονόμους του Κ. Φ., γιατί οι άλλες δύο ομολόγησαν την ιστορική βάση της αγωγής και αποδέχθηκαν την οριστική απόφαση) ότι δεν αντιλήφθηκαν το ακριβές περιεχόμενο της ανωτέρω "δηλώσεως" που υπέγραψαν διότι ήταν στην ελληνική γλώσσα, τη γραφή και ανάγνωση της οποίας αγνοούσαν.

Ο ισχυρισμός τους, όμως, αυτός ελέγχεται ως αβάσιμος, διότι γνώριζαν καλά τα ελληνικά αφού αλληλογραφούσαν με τους θείους τους στην ελληνική γλώσσα. Σε κάθε δε περίπτωση το ακριβές περιεχόμενο της δηλώσεως που υπέγραψαν (ενώπιον μάλιστα αμερικανών συμβολαιογράφων) το πληροφορήθηκαν από το σύζυγο της πρώτης απ' αυτούς, ελληνικής καταγωγής, W.

P. Κ., αμερικανό δικηγόρο που γνώριζε τα ελληνικά. Π1 αυτό, όταν εξετάσθηκε ως μάρτυρας των εναγομένων ενώπιον του Έλληνα Προξένου της Νέας Υόρκης ως εντεταλμένου δικαστή, κατέθεσε σε άριστα ελληνικά χωρίς τη χρήση διερμηνέα.

Αναμφισβήτητα δε προκύπτει η γνώση του περιεχομένου της "δηλώσεως" από την αίτηση π0υ υπέβαλε το 1975, δηλαδή σε ανύποπτο χρόνο, η τέταρτη εναγομένη στο προαναφερόμενο "Κληρονομικό Δικαστήριο του West Heaven", στην οποία γίνεται αναφορά στη συμφωνία για εξώδικη διανομή. Την αποδοχή της συμφωνίας για διανομή και από τους εναγομένους και τον περιορισμό τους στην αποκλειστική συννομή των 4 ακινήτων που τους έλαχαν φανερώνει και το ακόλουθο γεγονός:

Το 1973 έγινε στη Σκιάθο αναγκαστική απαλλοτρίωση μεγάλων εκτάσεων για την κατασκευή του αεροδρομίου. Μεταξύ των απαλλοτριωθέντων ήταν και ο κληρονομιαίος ελαιώνας στη θέση "Κβούλι", ο οποίος κατά τα προαναφερόμενα περιήλθε στους εναγομένους. Η αποζημίωση, που ορίσθηκε δικαστικά για την απαλλοτρίωση του, ήταν 543.660 δρχ, ποσό δηλαδή εξαιρετικά υψηλό για την εποχή εκείνη, Ολόκληρο το ποσό αυτό εισέπραξαν αποκλειστικά οι εναγόμενοι και το διένειμαν μεταξύ τους κατά το λόγο της μερίδας τους.

Οι ενάγοντες ουδέν έλαβαν. Αν το 1973 τα κληρονομιαία δεν είχαν διανεμηθεί, θα έπρεπε η αποζημίωση αυτή να διανεμηθεί μεταξύ όλων των κληρονόμων. Και είναι μεν αλήθεια ότι ο δικαιοπάροχος των δύο πρώτων εναγουσών Α. Φ. στην από 29.10.1975 επιστολή του προς την πρώτη εναγομένη και στο σύζυγο της, αναφερόμενος βασικά στην περαιτέρω εξέλιξη και τύχη της κληρονομιαίας περιουσίας, γράφει ότι "η διανομή πάλι δεν έγινε".

Ωστόσο, η αναφορά του αυτή δεν αναιρεί τα προηγούμενα για την άτυπη συμφωνία διανομής, που είχε ήδη οριστικοποιηθεί το 1970, διότι είναι σαφές ότι αναφέρεται στην τυπική (με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή) διανομή που θα εξασφάλιζε σε κάθε κληρονόμο τίτλο κυριότητας με περιεχόμενο όμοιο με εκείνο της άτυπης διανομής.

Μία τέτοια (τυπική) διανομή δεν είχε ακόμη επιτευχθεί, οφειλόμενη σε διάφορες αιτίες, και σ' αυτήν αναφέρεται ο επιστολογράφος. Με το ίδιο σκεπτικό, δηλαδή της αγωνίας των εναγόντων να αποκτηθούν τυπικοί τίτλοι για τα κτήματα τους, εξηγείται και η άσκηση από τον τρίτο ενάγοντα Α. Φ. της υπ' αριθ. 2837/30.3.1989 αγωγής του προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών (είχε προηγηθεί άλλη την 15.7.1988 προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά, από την οποίο παραιτήθηκε), την οποία απηύθυνε κατά των λοιπών συγκληρονόμων του και ζητούσε τη δικαστική διανομή των κληρονομιαίων ακινήτων.

Στην αγωγή αυτή έθετε, αναγκαστικά, ως βάση ότι μεταξύ αυτού και των εναγομένων υπήρχε κοινωνία συγκυριότητας όλων επί του συνόλου των κληρονομιαίων. Αυτό, άλλωστε, ανταποκρίνονταν τότε (1988-1989) στην αλήθεια, αφού δεν είχε συμπληρωθεί ακόμη διάστημα εικοσαετούς χρησικτησίας και δεν είχε καταλυθεί η μεταξύ τους κοινωνία.

Για την εξυπηρέτηση των αγωγών αυτών οι κληρονόμοι Α. και Ι. Φ. αποδέχθηκαν την 19.5.1988 με συμβολαιογραφική δήλωση την εξ αδιαθέτου κληρονομιά της μητέρας τους Σ. Φ. κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου. Οι ενέργειές τους αυτές δείχνουν μεν αντιφατικές προς την υφιστάμενη κατάστασης της άτυπης διανομής και την αποκλειστική νομή που κάθε κληρονόμος ασκούσε στα δήλα ακίνητα που του έλαχαν, αλλά εξηγείται από τον προαναφερόμενο λόγο.

Επί πλέον ασκήθηκαν και ως μέσο πίεσης προς τους συγκληρονόμους που αδιαφορούσαν για την οριστική (τυπική) τακτοποίηση της διανομής. Γι' αυτό και ουδέποτε συζητήθηκαν διότι ακολούθησε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγή)και της όμοιας ανταγωγής που άσκησαν κάποιοι από τους εναγομένους. Δηλαδή με την άσκηση της αγωγής διανομής οι ενάγοντες δεν είχαν καμία πρόθεση να ομολογήσουν ή έστω να αποδεχθούν ότι υπάρχει-κοινωνία στο σύνολο των κληρονομιαίων ακινήτων, ακριβώς γιατί είχε προηγηθεί η άτυπη διανομή αυτών και είχε πλέον, με βάση τη διανομή αυτή, διαμορφωθεί μία νέα πραγματική κατάσταση νομής στα επίδικα ακίνητα.

Με βάση την προαναφερόμενη άτυπη διανομή περιήλθαν στην αποκλειστική νομή του Α. Φ. (δικαιοπαρόχου των δύο πρώτων εναγουσών) τα εξής ακίνητα: 1) Η παλιά διώροφη οικία στη συνοικία "Τριών Ιεραρχών" της πόλης της Σκιάθου (στα Καρπετέϊκα) με το οικόπεδο της εκτάσεως 150 τ.μ. 2) Ο ελαιώνας στη θέση "Κάτω Αμμουδιά" εκτάσεως 3.060 τ.μ. 3) Ο ελαιώνας στη θέση "ΚΕΧΡΙΑ" εκτάσεως 4.000 τ.μ. 4) Το κτήμα από αγριελιές και λίγα ελαιόδενδρα στη θέση "ΓΟΥΡΙΝΙΑ" εκτάσεως 5.000 τ.μ.

και 5) Ο κήπος στη θέση "Προφήτης Ηλίας" εκτάσεως 200 τ.μ. Ευθύς μετά την ανωτέρω συμφωνία, δηλαδή το αργότερο από την 1.3.1970 και στο εξής, είχε την αποκλειστική νομή των ανωτέρω ακινήτων, εν γνώσει των λοιπών συγκληρονόμων, αφού όλοι είχαν συμφωνήσει στην άτυπη διανομή. Ήδη από το 1964 είχε αναθέσει στο Ν. Α. την ανακατασκευή της παλιάς οικίας στο οικόπεδο στη θέση "Καρπετέϊκα" και δαπάνησε για την αιτία αυτή συνολικά 240.000 δρχ.

Μέχρι το θάνατό του, που έλαβε χώρα την 9.1.1979, εκμίσθωνε την ανακατασκευασθείσα οικία σε τρίτους. Ενδεικτικό της συμπεριφοράς του ως αποκλειστικού νομέα των ανωτέρω ακινήτων είναι άτι τα περιλάμβανε στις ετήσιες δηλώσεις του περί περιουσιακής καταστάσεως (πόθεν έσχες) ως ανήκοντα στην αποκλειστική κυριότητα του.

Μετά το θάνατό του οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του (οι δύο πρώτες ενάγουσες), αφού αποδέχθηκαν την κληρονομιά του με την υπ' αριθ. .../1980 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Κουτσουράκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 78 και στον αριθμό ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σκιάθου, υπεισήλθαν αυτές στη νομή του και συνέχισαν την προς τρίτους εκμίσθωση του.

Μάλιστα άσκησαν κατά του μισθωτή Α. Χ. την από 20.1.1980 αγωγή τους, περί καταβολής μισθωμάτων. Αλλά και στα υπόλοιπα αγροτικά ακίνητα που περιήλθαν στον Α. Φ., αυτός είχε την αποκλειστική νομή τους και μετά το θάνατο του οι κληρονόμοι του, επιβλέποντας, καλλιεργώντας, αλλά και παραχωρώντας μερικές φορές τη χρήση τους σε τρίτους.

Με τον τρόπο αυτό οι δύο πρώτες ενάγοντες, κατέστησαν συγκύριες κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας (1/4 η πρώτη και 3/4 η δεύτερη) όλων των ακίνητων, που είχε λάβει ο δικαιοπάροχος τους από την άτυπη διανομή, τόσο λόγω τακτικής, όσο και έκτακτης (με την προσμέτρηση και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου τους) χρησικτησίας.

Η τακτική χρησικτησία άρχισε την 9.1.1979 που απεβίωσε ο δικαιοπάροχός τους (χρόνος επαγωγής της κληρονομιάς) και νόμιμος τίτλος είναι η κληρονομιά, της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, έγινε αποδοχή με συμβολαιογραφικά έγγραφο και μεταγραφή αυτού, διότι, σύμφωνα με τα άρθρα 1198, 1199 και 1846 ΑΚ, νόμιμο τίτλο προς απόκτηση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία αποτελεί και η κληρονομιά υπό την προϋπόθεση ότι έχει μεταγραφεί η δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς ή το σχετικό κληρονομητήριο.

Δεδομένου δε ότι εδώ η μεταγραφή ενεργεί αναδρομικώς (άρθρο 1199 ΑΚ) αρκεί αυτή να γίνει και μεταγενεστέρως και δεν εμποδίζεται η χρησικτησία εξαιτίας του ότι δεν υπήρχε κατά το χρόνο της κτήσεως της νομής .Οι ενάγουσες, κατά την κτήση της νομής (9.1.1979), τελούσαν σε καλή πίστη, διότι δικαιολογημένα πίστευαν, ενόψει της κοινής όλων των κληρονόμων συμφωνίας περί διανομής, ότι τα λαχόντα στο δικαιοπάροχο τους δήλα ακίνητα ανήκαν πλέον στην κυριότητα αυτού.

Μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής (16.5.1990) είχε συμπληρωθεί διάστημα δέκα και πλέον ετών χρησικτησίας. Συγχρόνως, έγιναν συγκύριες κατά τα ίδια ποσοστά και με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου τους, διότι από την 1.3.1970, που οριστικοποιήθηκε η προαναφερόμενη άτυπη συμφωνία διανομής, μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής (16.5.1990) είχε συμπληρωθεί διάστημα είκοσι και πλέον ετών.

Όμως ιδιαίτερη γνωστοποίηση, από το Α. Φ. στους εναγομένους, της προθέσεώς του ότι μετά τη διανομή αυτή θα νέμεται όσα του έλαχαν αυτοτελώς δεν απαιτούνταν, διότι με την κατάρτιση της άτυπης διανομής κάθε συμβαλλόμενο μέρος εκδήλωσε σαφώς τη βούλησή του να νέμεται στο εξής όσα θα του λάχουν για τον εαυτό του αποκλειστικά και αποδέχθηκε την αντίθετη όμοια βούληση των άλλων συγκυρίων.

Επίσης, με βάση την προαναφερόμενη άτυπη διανομή περιήλθαν στην αποκλειστική νομή του Α. Φ. (τρίτου ενάγοντος) τα εξής ακίνητα: 1) Το κτήμα στη θέση "ΤΣΑΚΑΛΑΡΙ" εκτάσεως 40.000 τ.μ., από τα οποία 10.000 τ.μ., είναι ελαιώνας και το υπόλοιπο δάσος. Και 2) Ο ελαιώνας στη θέση "Άνω Αμμουδιά" εκτάσεως 5.300 τ.μ. Και αυτός, ευθύς-μετά την ανωτέρω συμφωνία (δηλαδή το αργότερο από την 1.3.1970), είχε πλέον την αποκλειστική νομή του, εν γνώσει των λοιπών συγκληρονόμων, αφού όλοι είχαν συμφωνήσει στην άτυπη διανομή.

Καλλιεργούσε τα κτήματα που του έλαχαν με εργάτες που προσλάμβανε και τα επέβλεπε από τους τρίτους. Μεταξύ των εργατών που αυτός προσλάμβανε και πλήρωνε για την καλλιέργεια τους ήταν και οι: Ι. Β. και Ι. Β.. Η νομή του διάρκεσε μέχρι το θάνατό του, που έλαβε χωρά την 31.3.1995, δηλαδή μετά την άσκηση της αγωγής.

Τη δίκη συνέχισε έκτοτε η κόρη του Κ., σύζυγος Γ. Ν. ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του. Ήδη κατά την άσκηση της αγωγής είχε καταστεί κύριος αυτών με έκτακτη χρησικτησία, διότι από την 1.3.1970 που οριστικοποιήθηκε η προαναφερόμενη άτυπη συμφωνία διανομής μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής (16.5.1990) είχε συμπληρωθεί διάστημα είκοσι και πλέον ετών αποκλειστικής νομής.

Τέλος, με βάση την προαναφερόμενη άτυπη διανομή περιήλθαν στην αποκλειστική νομή του Ι. Ι. Φ. (τετάρτου ενάγοντος) τα εξής ακίνητα: 1) Η διώροφη οικία στη συνοικία "Τριών Ιεραρχών" της πόλης της Σκιάθου με το οικόπεδο της εκτάσεως 170 τ.μ. 2) Ο αγρός με 5 ελαιόδενδρα στη θέση "Αγία Αναστασία ή Πυργί" εκτάσεως 4.000 τ.μ.

και 3) Ο ελαιώνας στη θέση "Δράκος" εκτάσεως 8.500 τ.μ. Και αυτός παρέλαβε τα ακίνητα στην αποκλειστική νομή του και ανέθεσε τη φροντίδα τους στο Ν. Β. που προσέλαβε για το σκοπό αυτό. Επισκεύασε, με αποκλειστικά δικές του δαπάνες, την οικία της μητέρας του στη συνοικία "Τριών Ιεραρχών" της πόλης της Σκιάθου και καλλιεργούσε τα αγροτικά ακίνητα, είτε ο ίδιος, είτε μέσω τρίτων με εκμίσθωση.

Και αυτός κατά την άσκηση της αγωγής είχε καταστεί κύριος των ανωτέρω ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία διότι από την 1.3.1970, που οριστικοποιήθηκε η προαναφερόμενη άτυπη συμφωνία διανομής, μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής (16.5.1990) είχε συμπληρωθεί διάστημα είκοσι και πλέον ετών αποκλειστικής νομής. Οι εναγόμενοι, με βάση την ίδια συμφωνία, παρέλαβαν στην αποκλειστική (συν)νομή τους, ως ομάδα, τα υπόλοιπα ακίνητα και συγκεκριμένα: 1) Τον ελαιώνα στη θέση "Πλατάνα" εκτάσεως 9.000 τ.μ. 2) Τον ελαιώνα στη θέση "ΞΟΥΡΙΑ" εκτάσεως 5.500 τ.μ. 3) Τον ελαιώνα στη θέση "ΚΒΟΥΛΙ" εκτάσεως 3.000 τ.μ.

Και 4) Τον αγρό στη θέση "ΑΜΒΡΑΚΗ" εκτάσεως 4.000 τ.μ." Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των εναγομένων αναιρεσειουσών και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία δέχτηκε την ένδικη αγωγή και ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αναγνώρισε τις ενάγουσες αναιρεσίβλητες κυρίες των επιδίκων ακινήτων. Με αυτά που δέχτηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν παρεβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση και διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της κατάρτισης της άτυπης διανομής μεταξύ των συγκληρονόμων που ολοκληρώθηκε την 1.3.1970 και επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος, μέρος ά και β' της αίτησης από τους αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.

είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ, 8 ΚΠολΔ .ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής κλπ ή επιχειρήματα νομική ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση1με τον πρώτο λόγο, μέρος γ', της αίτησης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δέχθηκε, ότι η ένδικη σύμβαση της άτυπης διανομής καταρτίσθηκε σε περισσότερους χρόνους και συγκεκριμένα σε πρώτο χρόνο (που δεν προσδιορίζει καν) μεταξύ των Α.

Φ., Ι. Φ. και Α. Φ. και, στη συνέχεια, η σύμβαση αυτή εγκρίθηκε μεταγενέστερα από τους Κ. Φ. και Κ. Ν. (ως επιτρόπου του Π. Φ.) στις 5.12.1969 και από τις αναιρεσείουσες την 1.3.1970, ακολούθως δε, δέχθηκε την αγωγή ενώ τέτοιος ισχυρισμός (περί μεταγενέστερης διαδοχικής έγκρισης της ένδικης άτυπης σύμβασης διανομής εκ μέρους των κληρονόμων Κ.

Φ.) δεν περιλαμβανόταν στην ένδικη αγωγή των αντιδίκων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού, στην προκειμένη περίπτωση, δεν συνιστούν πράγματα η λήψη υπόψη διευκρινιστικών της αγωγής περιστατικών, που βεβαιώθηκαν από τους μάρτυρες, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της.

Με τον πρώτο λόγο, μέρος δ' της αίτησης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 10 περ. β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (το οποίο καταλαμβάνει την επίδικη διαφορά, αφού η ένδικη αγωγή κατατέθηκε στις 16.5.1990 και η πρώτη συζήτηση της ορίστηκε στις 11.12.1990, ενώ η κατάργηση με το άρθρο 17 §2 του Ν. 2915/2001 του σχετικού λόγου αναίρεσης "δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" ισχύει για αγωγές που κατατίθενται από 1-1-2002 και εφεξής, σύμφωνα με το άρθρο 15 Ν. 2943/2001), γιατί το Εφετείο δέχθηκε, ότι η ένδικη σύμβαση της υποτιθεμένης άτυπης διανομής καταρτίσθηκε σε περισσότερους χρόνους και συγκεκριμένα σε πρώτο χρόνο (που δεν προσδιορίζει καν) μεταξύ των Α.

Φ., Ι. Φ. και Α. Φ. και, στη συνέχεια η σύμβαση αυτή εγκρίθηκε μεταγενέστερα από τους Κ. Φ. και Κ. Μ. (ως επιτρόπου του Π. Φ.) στις 5.12.1969 και από τις αναιρεσείουσες την 1.3.1970, ακολούθως δε δέχθηκε την αγωγή, δέχθηκε, δηλαδή πράγμα (αγωγικό ισχυρισμό), που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, χωρίς να έχει ταχθεί σχετικό θέμα απόδειξης γι' αυτό με την υπ' αριθμ.

Π.99/969/167/1992 Πράξη του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου που είχε προεκδοθεί και έταξε τα θέματα των μαρτυρικών αποδείξεων. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι, η ως άνω πλημμέλεια της προδικαστικής απόφασης (πράξης) του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προτάθηκε στο Εφετείο.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 επ. Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθηση του ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών περιστατικών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη του προς σχηματισμό της κρίσης του (Ολ.ΑΠ 111/1981 και 848/1981).

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικό μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης αξίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα, οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 42/2002).

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι αναιρεσείουσες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και ειδικότερα:α) Την από 29.10.1975 επιστολή του Α. Φ. προς την πρώτη από μας στην οποία αναφέρονται και τα εξής: "Η διανομή πάλι δεν έγινε.

Σε ένα λεπτομερές γράμμα που σας έσω κλειώ σας γράφουμε τους λόγους". Στη συνέχεια, ενώ γίνεται λόγος για νέες δηλώσεις και παραιτήσεις, αναφέρεται στη συνέχεια ρητά η κατανομή, τα όρια και η αξία των κτημάτων (που δεν θα είχαν λόγο σε περίπτωση ολοκληρωμένης διανομής), β) Την από 28.3.1989 και με αριθμό κατάθεσης 2837/1989 αγωγή του (αρχικού ενάγοντα εδώ) Α.

Ι. Φ. εναντίον όλων των λοιπών συγκληρονόμων της Σ. Φ. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε τη δικαστική διανομή της κοινής κληρονομιαίας περιουσίας, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά περί εξώδικης διανομής, γ) Την προγενέστερη από 15.7.1988 αγωγή του ίδιου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με το ίδιο περιεχόμενο και αντικείμενο.

δ) Την υπ' αριθμ. .../19.5.1988 Πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Ειρήνης Χρα-Κωνσταντινίδη, με την οποία οι αρχικοί ενάγοντες εδώ Α. Φ. και Ι. Φ. αποδέχθηκαν την κληρονομιαία περιουσία της Σ. Φ., που περιλαμβάνει όλα τα επίδικα ακίνητα, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της κατά ιδανικά μερίδια, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά περί εξώδικης διανομής, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, ε) Την υπ' αριθμ. .../13.6.1988 Συμπληρωματική Πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Ειρήνης Χρα- Κωνσταντινίδη, συμπληρωματική της προηγούμενης, που έχει μεταγραφεί νόμιμα.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, λήφθηκαν υπόψη όλα τα ανωτέρω έγγραφα των οποίων γίνεται ειδική αναφορά εκτιμήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Κατά την έννοια του εδαφίου 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που δικαιολογεί την αναίρεση της σχετικής αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, υπάρχει όταν το δικαστήριο αυτό δέχεται ως προκύπτοντα από το έγγραφο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται πράγματι σ' αυτό.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της παραμόρφωσης της δήλωσης εξουσιοδότησης που υπογράφηκε από αυτές την 1.3.1970 ενώπιον συμβολαιογράφου της Πολιτείας Νέας Υόρκης των ΗΠΑ και που φέρεται άτι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι αντίδικοι, με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Οι κάτωθι υπογεγραμμένοι φυσικοί κληρονόμοι του συζύγου και πατρός Κ.

Ι. Φ. δηλουμεν ότι αποδεχόμεθα ως αναλογούν μερίδιον εκ της κληρονομιάς της μητρός του Σ. Ι. Φ. τον προτεινόμενον υπό των αδελφών του Α., Α. και Ι. Φ. οιονδήποτε εις έκτασιν, αξίαν και είδος είναι τούτο και συγκεκριμένως: 1 ελαιώνα εις θέσιν Πλατάνα, 1 ελαιώνα εις θέσιν Ξούρια, 1 ελαιώνα εις θέσιν Κβούλι, 1 αγρόν μετά 5 ελαιοδένδρων εις θέσιν Αμβρακή ...

εξουσιοδοτούμεν τους Α., Α. και Ι. Φ. είτε από κοινού, είτε κεχωρισμένως να χειρισθούν την -περαιτέρω μετά την διανομήν διαχείρισιν της κληρονομιάς ταύτης ..." για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού της κατάρτισης άτυπης συμφωνίας διανομής της κληρονομιαίας περιουσίας. Όμως, στην προκείμενη περίπτωση, δεν προκύπτει παραμόρφωση του περιεχομένου του ως άνω εγγράφου, αφού το Εφετείο δεν δέχθηκε ως περιεχόμενο αυτού άκρως αντίθετο και διάφορο του αληθινού αυτού και δεν ήχθη σε πόρισμα ολοφάνερα διάφορο που εξ αυτού προκύπτει ως προς την ύπαρξη πραγματικών γεγονότων, αλλά (το Εφετείο) εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο αυτό έχει κατά το αληθές περιεχόμενό του, πείστηκε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία για την ύπαρξη των πραγματικών γεγονότων προς απόδειξη των οποίων προσκομίζεται και, έτσι, πρόκειται για εκτίμηση του εγγράφου αυτού, η οποία, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο.

Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5.11.2008 αίτηση της Ι. Κ. Φ., συζύγου Β. Κ. κ.λ.π για αναίρεση της 212/2008 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ