Supreme Court dismisses appeal on res judicata and procedural error grounds in labor dispute over salary claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's final judgment regarding labor compensation. The appellant argued that prior final decisions established res judicata and that the lower court erred in procedure, but the court found these claims unmeritorious. The court ruled that the legal regime governing the salary claims had changed since the earlier decisions, negating the requirement for res judicata, and that the lower court correctly rejected the appeal as the appellant lacked the right to the claimed benefits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 321, 322, 324, 331 and 559 of the Code of Civil Procedure; Res judicata does not apply when the legal regime governing the substantive relationship has changed between the prior and current proceedings, and procedural errors are not established if the lower court correctly rejects claims based on non-existence of legal entitlement.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1084 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1084/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 4η Μαΐου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσω-πήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1338/2002 μη οριστική και 328/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9484/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 17-6-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 17-2-2009 έκθεση της Αρεοπαγίτου Ειρήνης Αθανασίου, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή ο από το πρώτο μέρος της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 16 λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή μετά από πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεως του δεδικασμένου και κατά παραβίαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, ενώ αν υποβλήθηκε ένσταση δεδικασμένου ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά αυτό παρέλειψε να την εξετάσει δεν δημιουργείται ο αμέσως παραπάνω λόγος αναιρέσεως αλλά εκείνος από τον αριθμό 8 περ.
β' του ίδιου άρθρου. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης, που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος, που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη.
Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν απ' αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας.
Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως, από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων, που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς, που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.
Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων και θα διέπεται και στο μέλλον από παρόμοιες μελλοντικές διατάξεις, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.
Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι κατά το κανονιστικό τους μέρος και οι όροι των Σ.Σ.Ε. ή Δ. Α., οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (αρθρ. 9 και 16 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση, αλλά και τη φύση των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων των μισθωτών για την περίοδο εκείνη.
Έτσι, από της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις, που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις του μισθωτού, στηριζόμενες σε προϊσχύουσες Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ (Ολ.
ΑΠ 10/2002). Περαιτέρω, με την υπ' αριθ. 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθ. 18749/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, ρυθμίστηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του απασχολούμενου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, νοσοκομείων κλπ. του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ και με τον όρο 28 αυτής ορίσθηκε ότι οι καθαρίστριες και καθαριστές λαμβάνουν το εκάστοτε ισχύον κατώτατο όριο ημερομισθίου (ημερομίσθιο ασφαλείας) του εργατοτεχνίτη-εργατοτεχνίτριας και για εξάωρη απασχόληση, αυξομειούμενο αναλόγως, ενώ με τον όρο 12 της υπ' αριθ. 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών περί των όρων αμοιβής και εργασίας του ίδιου ως άνω προσωπικού, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την AYE 17.663/1982, προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου του προσωπικού αυτού δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο του βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου της εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας (απόφαση 1/1982 του ΔΔΔΔ Αθηνών):
Το νομικό καθεστώς των ως άνω ΔΑ μετέβαλε η από 22-12-1988 ΕΣΣΕ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την AYE 17.853/1989 και ίσχυσε από 1-7-1988. Με την ΕΣΣΕ αυτή επεκτάθηκαν στο σύνολό τους οι διατάξεις του Ν. 1505/1984 περί του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, όπως συμπληρώθηκαν με το Ν. 1810/1988, στους εργαζόμενους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία της Χώρας, οι οποίοι είναι μέλη σωματείων, που ανήκουν στην ΠΟΕΔΗΝ.
Με το άρθρο 9 της εν λόγω ΕΣΣΕ ορίσθηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές απ' αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή, σύμβαση διατηρούνται. Τούτο έχει την έννοια της διατηρήσεως του ποσού των καταβαλλομένων μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανώτερων αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεώς και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος (ΟΛ.ΑΠ. 10/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, το οποίο παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, η αναιρεσείουσα η οποία υπηρέτησε στο αναιρεσίβλητο νοσοκομείο από 8-9-1983 μέχρι 30-6-2001 ως καθαρίστρια με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζητούσε να της επιδικαστούν οι αναφερόμενες διαφορές αποδοχών, συνολικού ποσού 23.463.501 δρχ., για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 30-6-2001 με βάση τις Γ.Σ.Σ.Σ.Ε.
και Δ.Α. "περί των όρων αμοιβής και εργασίας του επί σχέσει ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Δημοσίου". Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε τα εξής: Η αναιρεσείουσα προσλήφθηκε ως καθαρίστρια από το αναιρεσίβλητο στις 8-9-1983 όταν το τελευταίο λειτουργούσε ακόμη ως Ν.Π.Ι.Δ.
και εργάστηκε έκτοτε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Με την υπ' αριθμ. 21447/20-1-1987 απόφαση Υ.Υ και Προνοίας, μετατράπηκε το αναιρεσίβλητο σε Ν.Π.Δ.Δ. και με την έναρξη ισχύος του Οργανισμού του (1987) η αναιρεσείουσα δεν εντάχθηκε σε οργανική θέση και συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες της με τις ίδιες προϋποθέσεις, δηλαδή με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Η σχέση αυτή διέπεται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις της Π.Ο.Ε.Δ.Η.Ν., το δε αναιρεσίβλητο δεν δεσμεύεται από τις Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. με τις οποίες ρυθμίζονται οι όροι αμοιβής και εργασίας ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων κ.λ.π. όλης της χώρας. Όμως με τις τελεσίδικες αποφάσεις 3806/1995 και 6886/1999 του δικαστηρίου τούτου (Εφετείου Αθηνών) κρίθηκε ότι η σχέση εργασίας της αναιρεσείουσας δεν διέπεται από τις από τις ισχύουσες Σ.Σ.Ε.
της Π.Ο.Ε.Δ.Η.Ν., αλλά τις Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. για τους όρους αμοιβής και εργασίας εργατοτεχνιτών κ.λ.π. όλης της χώρας και επιδικάστηκαν στην αναιρεσείουσα διαφορές αποδοχών βάσει των τελευταίων αυτών συμβάσεων. Από τις αποφάσεις όμως αυτές δεν απορρέει δεδικασμένο, κατά την έννοια των άρθρων 321, 322 και 324 του Κ.Πολ.Δ, στην προκείμενη υπόθεση που έχει διαφορετική ιστορική και νόμιμη αιτία, δηλαδή αναφέρεται σε διαφορές αποδοχών για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 30-6-2001, βάσει των από 18-5-1998 και 23-5-2000 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.
για τα έτη 1998 και 1999 αφενός και για τα έτη 2000 και 2001 αφετέρου αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων ορίστηκε από 1-1-1998 και 1-1-2000 και "όχι" οι ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων, ξενοδοχείων κ.λ.π. όλης της χώρας", (από προφανή παραδρομή δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η λέξη "όχι").
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 328/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή, κατά παραδοχή της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου με την αιτιολογίας ότι εσφαλμένα το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχτηκε ότι υφίσταται δεδικασμένο από τις εν λόγω αποφάσεις για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 30-6-2001 δεδομένου ότι η σχέση της αναιρεσείουσας δεν διέπεται από τις ΣΣΕ εργασίας της ΠΟΕΔΗΝ, αλλά από αυτές για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων ξενοδοχείων κ.λ.π.
όλης της χώρας, απέρριψε στη συνέχεια την αγωγή ως μη νόμιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο: α) Απορρίπτοντας την αγωγή ως μη νόμιμη, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 2, 7 παρ. 1, 8 παρ. 1 και 10 παρ. 1 του ν. 1876/1990, του όρου 28 της υπ' αριθμ. 42/1981 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς, των όρων 12 και 13 της υπ' αριθμ. 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών και των άρθρων 680 του ΑΚ. 9 της από 22-12-1998 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.
και 1, 2 και 3 της από 23-5-2000 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. αλλά ούτε και αυτές του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ή τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, αφού κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ορθώς κρίθηκε ότι η αναιρεσείουσα εργαζόμενη ως καθαρίστρια στο αναιρεσίβλητο νοσοκομείο και αποτελώντας μέλος του σωματείου της ΠΟΕΔΗΝ κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, θα έπρεπε να αμείβεται με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, σύμφωνα με τις οποίες δεν δικαιούται τις αιτούμενες διαφορές και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, β) έλαβε υπόψη του, τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί υπάρξεως δεδικασμένου που προέκυπτε από τις υπ' αριθμ. 3806/1995 και 6886/1999 τελεσίδικες αποφάσεις, τον οποίο και απέρριψε κατ' ουσίαν.
Συνεπώς, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 της ως άνω διατάξεως, κατά το μέρος του οποίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να ερευνήσει την ένσταση της αναιρεσείουσας περί υπάρξεως δεδικασμένου που προέκυπτε από τις 4372/1991 και 8821/1996 τελεσίδικες αποφάσεις πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού ο εν λόγω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας δεν ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεδομένου ότι οι ως άνω αποφάσεις αφορούσαν αξιώσεις της αναιρεσείουσας που ενέπιπταν σε προγενέστερους του ένδικου χρονικού διαστήματος χρόνους, κατά τους οποίους ίσχυε διαφορετικό νομικό καθεστώς, έτσι ώστε το Εφετείο με το να παραλείψει να ερευνήσει ευθέως τον εν λόγω ισχυρισμό να μην υποπέσει στην από το άρθρο 559 αρ 8 περ.
β' του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γ) Ορθώς έκρινε ότι από τις ως άνω 3806/1995 και 6886/1999 τελεσίδικες αποφάσεις δεν προέκυπτε δεδικασμένο για τις ήδη, ένδικες αξιώσεις της αναιρεσείουσας που εμπίπτουν σε μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο είχε πλέον μεταβληθεί το νομικό μισθολογικό καθεστώς και ως εκ τούτου ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 16 του Κ.Πολ.Δ.
με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο ίδιος λόγος από την αυτή διάταξη με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν δέχτηκε ότι υφίσταται δεδικασμένο από τις 4372/1991 και 8221/1996 τελεσίδικες αποφάσεις πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού κατά τα προαναφερόμενα το Εφετείο δεν ερεύνησε τον επουσιώδη αυτό ισχυρισμό και δ) ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ.
με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη υπέπεσε στην προβλεπόμενη από την εν λόγω διάταξη πλημμέλεια επειδή "παρά το νόμο κήρυξε έκπτωση της αναιρεσείουσας από το δικαίωμα να αμείβεται με βάση το προϊσχύον της συλλογικής συμβάσεως της ΠΟΕΔΗΝ μισθολογικό καθεστώς", πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού στην προκείμενη περίπτωση δεν στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναιρέσεως, δεδομένου ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με το εν λόγω ζήτημα δεν κήρυξε έκπτωση δικονομική από δικαίωμα, αλλά απλώς έκρινε ότι η ένδικη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη, αφού η αναιρεσείουσα για τους λόγους που αναφέρει δεν δικαιούνταν τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-6-2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της 9484/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ