Legislator Case Law & Legislation
1084/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds regarding contract invalidity and res judicata violations.

Case Number 1084/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a guarantee contract. The appellants argued the lower court erred in rejecting their claim of contract invalidity and violated res judicata principles. The court rejected these arguments because the appeal grounds were too vague and failed to specify the exact legal provisions violated or the precise nature of the alleged errors.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(4), 566(1), 577(3) and 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal must clearly and concisely state the legal error attributed to the court of first instance, specifying the violated substantive law and the nature of the error, otherwise it is inadmissible as indefinite.

Keywords

AI generated
indefinite appeal grounds res judicata violation contract invalidity Code of Civil Procedure legal error specification admissibility of appeal guarantee contract

Cited Legislation

AI generated
Articles 118(4), 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 27/1998

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1084 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1084/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16ης Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.... 2.... 3.... και 4. ... κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Σταθόπουλο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "BANQUE NATIONALE DE GREECE (FRANCE)" που εδρεύει στο Παρίσι και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως αυτή συγχωνεύθηκε με απορρόφηση εκ μέρους της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" η οποία και καθίσταται καθολική διάδοχός της , σύμφωνα με την υπ' αριθμ. Κ2-16099/5.12.2002 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, η οποία καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ (τ. ΑΕ και ΕΠΕ) 12295/9.12.2002 , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Νοεμβρίου 1989 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου , που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1114/1990, 215/1994 προδικαστικές, 1862/2000 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1456/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24 Ιουλίου 2002 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 6 Μαρτίου 2008 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η;

ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα στις αιτιολογίες, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις. Η δε αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 32/96, 27/98). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του και δεύτερο κατά το δεύτερο μέρος του λόγους αναιρέσεως προβάλλουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι η προσβαλλόμενη δέχθηκε :

α) ότι η υπάρχουσα μεταξύ της πιστούχου εταιρίας με την επωνυμία "ΣΙΡΤ ΤΟΥΡΣ ΑΕ" και της αναιρεσίβλητης τράπεζας από 26.1.1981 σύμβαση δανείου ορισμένου χρόνου και ποσού 2.100.000 F.F. μετατράπηκε σε σύμβαση ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, που εμφάνισε κατάλοιπο 14.000.000 Ρ.Ρ., β) ότι η δοθείσα το 1981 από τον πρώτο αναιρεσείοντα εγγύηση για δάνειο κινήσεως συνολικού ποσού 3.000.000 Ρ.Ρ.

κάλυπτε τις υποχρεώσεις της πιστούχου εταιρίας και υπό τη σύμβαση του ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, γ) ότι η δανείστρια τράπεζα στις 6.6.1988 έκλεισε το λογαριασμό και κατήγγειλε τη σύμβαση ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, δ) ότι η ίδια με συστημένη επιστολή της ενημέρωνε τον πρώτο αναιρεσίβλητο εγγυητή για την αναφερόμενη καταγγελία και τον καλούσε να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό, και ε) ότι η επιστολή αυτή επιδόθηκε νόμιμα σε τούτον και στη δηλωμένη κατοικία του, ενώ η κατοικία του βρισκόταν σε άλλο αριθμό της ιδίας οδού, που απείχε 100 μέτρα από την κατοικία του.

Όμως, στο αναιρετήριο δεν παρατίθενται οι παραβιασθείσες, ελληνικού ή γαλλικού δικαίου, ουσιαστικές διατάξεις και το σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή τους, οι δε πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως εντελώς σποραδικά, και αποσπασματικά ή επιγραμματικά. Επομένως, οι από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι προδήλως αόριστοι και άρα απαράδεκτοι.

Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 17 § 2 του N. 2.915/2001 έως την 1.1.2002 (άρθρο 15 του N. 2.943/2001), ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά.

Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, για τη μεν πρώτη των διαζευκτικά αναφερόμενων στη διάταξη αυτή περιπτώσεων, ποια πράγματα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως αληθινά χωρίς απόδειξη, για τη δε δεύτερη περίπτωση για ποια πράγματα δεν διέταξε αποδείξεις.

Ως πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι ουσιώδεις αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο κατά το δεύτερο μέρος του και δεύτερο κατά το πρώτο μέρος του λόγους αναιρέσεως προβάλλουν, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι η προσβαλλόμενη δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη, δίχως όμως να προσδιορίζει τους ουσιώδεις αυτοτελείς ισχυρισμούς (της αγωγής, ενστάσεως κλπ.), οι οποίοι έγιναν δεκτοί ως αληθινοί χωρίς απόδειξη.

Επομένως, οι από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κατά τα παρατεθέντα μέρη τους ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι προδήλως αόριστοι και άρα απαράδεκτοι. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από κακή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου, στον οποίο αποκλειστικώς ή προεχόντως στήριξε την κρίση του, απέδωσε στο έγγραφο αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, καθώς και ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε τούτο. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το τρίτο μέρος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως προβάλλουν, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, διότι με την προσβαλλόμενη απόφαση του παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 12.10.1989 έντυπης απόδειξης (δηλωτικού παραλαβής) του ταχυδρομείου, δεχόμενο ότι από αυτό προκύπτει η παραλαβή από τον πρώτο αναιρεσείοντα της από 12.10.1989 συστημένης επιστολής της αναιρεσίβλητης, με την οποία η τελευταία τον ενημέρωνε για τη γενόμενη καταγγελία της μεταξύ της πιστούχου εταιρίας και εκείνης υφιστάμενης συμβάσεως ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, για το κλείσιμο αυτού και για την κλήση του πρώτου αναιρεσείοντος εγγυητή να της καταβάλει το υπόλοιπο του κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού.

Όμως, στο αναιρετήριο δεν παρατίθεται το ακριβές περιεχόμενο της έντυπης αυτής αποδείξεως της παραπάνω συστημένης επιστολής, γι' αυτό και ο λόγος αυτός, είναι προδήλως αόριστος και άρα απαράδεκτος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 § 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο αυτό, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, όπως αυτή έχει και χωρίς να συνδυασθεί με άλλα στοιχεία, και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο τρόπος επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος . Εν όψει αυτών, ο τρίτος κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Εφετείο που δίκασε, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου δεν δέχθηκε, και μάλιστα αυτεπαγγέλτως, ως νόμιμο και ουσιαστικά βάσιμο τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί ακυρότητας της από 5.10.1981 σύμβασης προσωπικής και αλληλέγγυας εγγυήσεως γενικού αντικειμένου ως αισχροκερδούς (άρθρα 179 ΑΚ, 1326 Γαλλικού ΑΚ), διότι η αναιρεσίβλητη "εκμεταλλευόμενη τη μειονεκτική θέση του πρώτου αναιρεσείοντος τον εξώθησε να υπογράψει σύμβαση, που τον δέσμευε υπερβολικά, αφού τέθηκαν σε αυτή όροι πρωτοφανείς και δυσβάστακτοι, όπως η απεριόριστη ευθύνη του ως προς το ποσό και τον χρόνο, η απαλλαγή της αναιρεσίβλητης να τον ειδοποιεί για τις αναλήψεις της πιστούχου ΣΙΡΤ ΤΟΥΡΣ και η εκ μέρους της κάλυψη ή μη του τρεχούμενου λογαριασμού" και έτσι υπέπεσε στις πλημμέλειες των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως αόριστος και ως τέτοιος απαράδεκτος, αφού οι αναιρεσείοντες δεν προβάλλουν, ότι τον παραπάνω ισχυρισμό, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ και στο οποίο στηρίζεται ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, τον πρότειναν, ως όφειλαν, νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας και ότι μετά την παραδοχή της αγωγής από το δικαστήριο τούτο τον νομίμως προταθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό αυτόν τον επανέφεραν στη συνέχεια νομίμως στο Εφετείο, με λόγο εφέσεως, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

Επειδή, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο κατά παράβαση νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται: α) η αποδιδόμενη παράβαση, β) το περιεχόμενο της αποφάσεως, από την οποία έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο, γ) αν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ύπαρξη δεδικασμένου (ή γιατί δεν υπάρχει αυτό), δ) ποιος ήταν ο ισχυρισμός, τον οποίο αφορά το δεδικασμένο, και ε) ο τρόπος με τον οποίο συγκεκριμένα παραβιάσθηκε αυτό.

Δεν επιτρέπεται δε συμπλήρωση του αναιρετηρίου με παραπομπή σε άλλα έγγραφα και δη και σε αυτήν ακόμη την προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 27/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, προβάλλουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο, το οποίο καλύπτει τον από το άρθρο 179 του ΑΚ και 1326 του Γαλλικού ΑΚ καταλυτικό της αγωγής ισχυρισμό τους.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος και άρα απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ανωτέρω αναγκαία για το ορισμένο του λόγου αυτού στοιχεία.Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση. Οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικασθούν στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης ( άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-7-2006 αίτηση των ... κλπ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμόν 1456/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (91.800)ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2009 και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 4 Μαϊου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ