Supreme Court dismisses divorce appeal as inadmissible because the divorce decree already granted the requested dissolution of marriage.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the final divorce judgment, ruling it procedurally inadmissible. The case involved conflicting divorce suits filed by both spouses alleging strong breakdown of the marital relationship due to personal faults. The court held that once a divorce is granted, the legal consequence of dissolution is achieved regardless of which party's specific fault was the basis, thereby depriving the losing party of standing to appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68 and 556 § 2 of the Code of Civil Procedure; The right to divorce generates a dissolution right irrespective of which spouse bears the fault, meaning the losing party lacks legal interest to appeal once the marriage is dissolved.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1084 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1084/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Βασίλειο Ρήγα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : ......., τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Δημήτριος Καπόλλας, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου : ........., την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις 33628/26.9.2002 και 41193/21.11.2002 αγωγές της αναιρεσιβλήτου και του αναιρεσείοντος αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 9702/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 872/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση των οποίων ζητεί ο αναιρεσείων με την 135/02.05.2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 17.03.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 135/2-5-2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλονται (ι) η 9702/27-4-2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και (ii) η 872/13-4-2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με τις (α) 33628/26-9-2002 και (β) 41193/22-11-2002 αγωγές Ι. της αναιρεσίβλητης και
ΙΙ. του αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, σειρά και αρίθμηση με την οποία στη συνέχεια θα αναφέρονται, εδιώκετο η λύση του υφισταμένου μεταξύ των διαδίκων γάμου, με θεμελίωσή τους στην διάταξη του άρθρου 1439 § 1 ΑΚ (ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσεως για λόγους που αφορούν το πρόσωπο του εναγομένου). Επί των εν λόγω αγωγών εκδόθηκε, κατά παραδοχή τους, η 9702/27-4-2004 απόφαση του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από Ι. την 3290/22-9-2004 έφεση και
ΙΙ. την 2/11-1-2006 αντέφεση, η 872/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την τελευταία αυτή απόφαση η αντέφεση του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Αντίθετα, κατά παραδοχή κατ' ουσίαν της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως, και κατ' ουσίαν εξέταση της υποθέσεως, απέρριψε τη με στοιχ. (β) αγωγή του αναιρεσείοντος και κατ' αποδοχή της με στοιχ. (α) αγωγής της αναιρεσίβλητης απήγγειλε τη λύση του μεταξύ των διαδίκων γάμου.
Κατά των αποφάσεων αυτών, πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας, εναντιώνεται ο ηττηθείς ενάγων - αντεκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια. Ειδικότερα: Ι. Κατά το άρθρο 552 ΚΠολΔ, με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, που ασκήθηκε κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με αναίρεση προσβάλλεται μόνο η απόφαση του Εφετείου, είτε με αυτή η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν και έτσι επικυρώθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, είτε έγινε δεκτή κατ' ουσίαν και το εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε οριστικά τη διαφορά, γιατί στην πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε στην εφετειακή, ενώ στην δεύτερη έπαυσε να ισχύει..
Σε συνέπεια με τις νομικές αυτές παραδοχές η ένδικη αίτηση αναιρέσεως αξιολογείται ως απαράδεκτη κατά την απεύθυνσή της κατά της 9702/27-4-2004 πρωτοβάθμιας αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία παράλληλα δεν κατατέθηκε στην γραμματεία του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατ' επιτρεπτή περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα (ΚΠολΔ 577 §§ 1,2).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 1439 § 1 ΑΚ καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή αμφοτέρων των διαδίκων συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσεως να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσεως και προσδιορίζονται γενικά όρια εντός των οποίων θα κινηθεί ο δικαστής, χωρίς να τίθεται η υπαιτιότητα ως βάση του ισχυρού κλονισμού.
Συνεπώς, τα γεγονότα που μπορούν να προκαλέσουν ισχυρό κλονισμό μπορεί να είναι και ανυπαίτια ή ακόμη και μη καταλογιστά, δεν έχει δε σημασία ποίος από τους συζύγους δημιούργησε πρώτος το λόγο κλονισμού της έγγαμης συμβιώσεως. Με την έννοια αυτή αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως ποιόν από τους δύο βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το αν υπάρχει υπαιτιότητα μόνο στο πρόσωπο του ενός από τους δύο συζύγους.
Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμμία πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, αφού το δεδικασμένο της διαπλαστικής αποφάσεως του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμμία περίπτωση.
Συνέπεια τούτων είναι ότι η απόφαση που κηρύσσει τη λύση του γάμου δεν αποτελεί δεδικασμένο ούτε ως προς την ύπαρξη καθεαυτή των επί μέρους πραγματικών περιστατικών που επέφεραν τον κλονισμό της έγγαμης σχέσεως, αφού το δεδικασμένο αφορά στην έννομη σχέση ή στο δικαίωμα που κρίθηκε τελεσίδικα (ΚΠολΔ 322, 324), ούτε ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας για τον κλονισμό αυτόν, ακόμη και αν ο λόγος διαζυγίου αφορά αποκλειστικά στο πρόσωπο του εναγομένου.
Στην πραγματικότητα δηλαδή αντικείμενο της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου που δικαιολογεί την απαγγελία του συζύγου, αλλά το διαπλαστικό δικαίωμα της λύσεως του γάμου. Επομένως στην περίπτωση συνεκδικάσεως αντιθέτων αγωγών διαζυγίου, με τις οποίες καθένας από τους συζύγους ζητεί τη λύση του γάμου για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσεως από λόγο που αφορά το πρόσωπο του άλλου συζύγου, αν η μία από αυτές γίνει δεκτή και η άλλη απορριφθεί, είναι προφανές ότι ο διάδικος του οποίου η αγωγή απορρίφθηκε δεν έχει έννομο συμφέρον, κατά τα άρθρα 68 και 556 § 2 ΚΠολΔ, να ασκήσει αναίρεση κατά της τελεσίδικης αποφάσεως και να ζητήσει την εξαφάνισή της με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου του και να γίνει δεκτή η δική του αγωγή, καθόσον η έννομη συνέπεια που και αυτός επιδίωξε με την αγωγή του δηλαδή η λύση του γάμου στην οποία εμμένει, έχει ήδη επέλθει, και ως εκ τούτου το εκατέρωθεν υποβληθέν αίτημα δικαστικής διαπλάσεως έχει ικανοποιηθεί με την απαγγελία του διαζυγίου, έστω και με βάση διάφορα περιστατικά, απαρτίζοντα όμως τον ίδιο λόγο, αντικειμενικό κλονισμό του γάμου.
Σε συνέπεια με τις νομικές αυτές παραδοχές η ένδικη αίτηση αναιρέσεως αξιολογείται προεχόντως ως απαράδεκτη και κατά την απεύθυνσή της κατά της 872/2006 δευτεροβάθμιας αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης για έλλειψη του απαιτουμένου προς τούτο εννόμου συμφέροντος, κατ' επιτρεπτή περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα (ΚΠολΔ 68, 73, 577 § § 1,2).
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 135/2-5-2007αίτηση για αναίρεση (i) της 9708/27-4-2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και (ii) της 872/13-4-2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ