Supreme Court dismisses appeal against public fund's appeal, ruling it inadmissible due to lack of standing after merger.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the I.K.A.-E.T.A.M. regarding the second respondent's standing. The lower court incorrectly allowed the merged entity to sue for fees owed to the predecessor fund, ignoring that only the pension branch merged into the new fund. The Court held that the merged entity lacked passive standing to sue for claims arising from the predecessor's mandate relationship, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 62, 73, 159, 160, 556 of the Code of Civil Procedure; Article 6 of Law 3029/2002: Upon merger of public legal persons, the successor entity acquires the passive standing of the predecessor only for claims directly related to the merged assets or functions, not for separate mandates held by the predecessor.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1084 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1084/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη.
Των αναιρεσειόντων: 1) Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων – Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) ΝΠΔΔ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. 2) Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (Ε.Τ.Ε.Α.Μ.) Ν.Π.Δ.Δ., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την πρόεδρο του Δ.Σ. αυτού, ως καθολικού διαδόχου του καταργηθέντος με το άρθρο 6 του ν. 3029/2002 κλάδου Ι.Κ.Α. – Τ.Ε.Α.Μ του Ι.Κ.Α - Ε.Τ.Α.Μ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 32 παρ. 1 του Ν. 3232/2004. Εκπροσωπήθηκαν από τον Αντώνιο Παπαγεωργίου, πάρεδρο Ν.Σ.Κ. βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: ....., δικηγόρου, κατοίκου ....., ο οποίος παραστάθηκε με τον δικηγόρο του Σπύρο Κωνσταντόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21211/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 3394/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν τα αναιρεσείοντα με την από 10-3-2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος – Φώτιος Χατζηπανταζής διάβασε την από 10-1-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε 1) να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, καθόσον αφορά το πρώτο αναιρεσείον. 2) Να γίνει δεκτή κατά τα λοιπά η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 εδ. α, 73, 159 παρ. 2, 160 παρ. 1 και 556 παρ. 1 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει ότι αναίρεση, η οποία ασκήθηκε επ' ονόματι νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, που είχε καταργηθεί κατά το χρόνο της ασκήσεώς της, είναι απορριπτέα ως άκυρη για έλλειψη απαραίτητης διαδικαστικής προϋποθέσεως, η ακυρότητα δε αυτή λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ενώ προς άσκηση αυτής δικαιούται πλέον ο καθολικός διάδοχος αυτού.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 3029/2002, συνιστάται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (Ε.Τ.Ε.Α.Μ.), το οποίο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, διέπεται από το σύνολο των διατάξεων του καταργούμενου Ι.Κ.Α.
– Τ.Ε.Α.Μ., έχει έδρα την Αθήνα και η έναρξη λειτουργίας του ορίζεται την 1η Ιουνίου 2003. Το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών, που είχε συσταθεί με το Ν. 997/1979 και ενταχθεί στο Ι.Κ.Α. με το άρθρο 6 του Ν. 1358/1983 ως κλάδος με την ονομασία «Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων – Τομέας Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α.
–Τ.Ε.Α.Μ.)» καταργείται από την ως άνω ημερομηνία. Το Ε.Τ.Ε.Α.Μ. αποτελεί καθολικό διάδοχο του καταργούμενου Ι.Κ.Α. – Τ.Ε.Α.Μ. και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτού. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι μετά την κατάργηση την 1-6-2003 του Ι.Κ.Α. – Τ.Ε.Α.Μ. δικαιούται πλέον να ασκήσει αίτηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως του εφετείου, που εκδόθηκε σε βάρος του με την ιδιότητά του ως αρχικώς εκκαλούντος το καθολικό διάδοχο αυτού νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (Ε.Τ.Ε.Α.Μ.).
Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της 3394/2003 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, στην οποία φέρεται ως εκκαλούν και εφεσίβλητο το Ι.Κ.Α., που κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 3029/2002, μετονομάσθηκε σε Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. και αφορά υπόθεση του τ. Ι.Κ.Α. – Τ.Ε.Α.Μ., ασκήθηκε από το πρώτο αναιρεσείον Ι.Κ.Α.
– Ε.Τ.Α.Μ. την 11.3.2004, ήτοι σε χρόνο κατά τον οποίο τούτο είχε καταργηθεί. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως, καθόσον αφορά το πρώτο αναιρεσείον Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ., είναι άκυρη, ένεκα ελλείψεως της ως άνω διαδικαστικής προϋπόθεσης και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, κατά το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. α' , β' και 2 εδ. α', β' , δ΄ του Ν. 2676/1999, ο κλάδος σύνταξης του Επικουρικού Ταμείου Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου (Ε.Τ.Ε.Μ.), που συστάθηκε με το Ν.Δ. της 5/11-11-1935, συγχωνεύεται στον Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών, που λειτουργεί στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α. – Τ.Ε.Α.Μ.).
Το Επικουρικό Ταμείο Εργαγοϋπαλλήλων Μετάλλου (Ε.Τ.Ε.Μ.) μετονομάζεται σε Ταμείο Πρόνοιας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου (Τ.Α.Π.Ε.Μ.) και διέπεται από τη νομοθεσία του κλάδου πρόνοιας του μετονομαζόμενου Ταμείου, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 2, 3 και 4 του Ν. 2335/1995. Οι ασφαλισμένοι και οι συνταξιούχοι του συγχωνευόμενου κλάδου γίνονται ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι του Ι.Κ.Α.
– Τ.Ε.Α.Μ., ο δε χρόνος ασφάλισης στον κλάδο, που συγχωνεύεται, συμπεριλαμβανομένου και αυτού, που με βάση τις διατάξεις του καταστατικού του έχει αναγνωρισθεί ή προσμετρηθεί από προϋπηρεσία ή άλλη αιτία, θεωρείται ως χρόνος ασφάλισης στο Ι.Κ.Α. – Τ.Ε.Α.Μ. Το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού, που προέρχεται από το συγχωνευόμενο κλάδο, οι πόροι, που προβλέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις υπέρ αυτού, η κινητή περιουσία του, καθώς και η ακίνητη περιουσία του Ταμείου, περιέρχονται από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στο Ι.Κ.Α.
– Τ.Ε.Α.Μ., ως καθολικό διάδοχο αυτού, με εξαίρεση το οικόπεδο του Ταμείου, περιοχής Βιλλίων, το οποίο παραμένει στο Τ.Α.Π.Ε.Μ. με αποκλειστική χρήση τη λειτουργία κατασκηνώσεων. Από τις ανωτέρω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι η συντελεσθείσα από την κατά τη 1-3-1999 έναρξη ισχύος αυτών (άρθρ. 25 παρ. 3 του Ν. 2676/1999) συγχώνευση του κλάδου σύνταξης του Ε.Τ.Ε.Μ.
στο Ι.Κ.Α. – Τ.Ε.ΑΜ. συνεπέφερε με ρητή πρόβλεψη την περιέλευση στο Ι.Κ.Α. – Τ.Ε.Α.Μ. του ενεργητικού και παθητικού του εν λόγω συγχωνευθέντος κλάδου. Από το γεγονός αυτό παρέπεται ότι η περιέλευση του παθητικού του συγχωνευθέντος κλάδου δεν περιλαμβάνει τις προϋφιστάμενες χρηματικές απαιτήσεις τρίτων προσώπων κατά του Ε.Τ.Ε.Μ., που στηρίζονται σε έννομη σχέση των τρίτων με αυτό, καθόσον α) το Ε.Τ.Ε.Μ.
δεν καταργήθηκε με τις ως άνω διατάξεις, αλλ' απλώς μετονομάσθηκε σε Τ.Α.Π.Ε.Μ. και δεν απέβαλε την ιδιότητα του εργοδότη ή εντολέα ή συμβληθέντος με τα τρίτα πρόσωπα, καθώς και τις απορρέουσες από την ιδιότητά του αυτή υποχρεώσεις έναντι των τρίτων και β) η συγχώνευση του κλάδου σύνταξης του Ε.Τ.Ε.Μ. στο Ι.Κ.Α.
– Τ.Ε.Α.Μ., που αποτελεί κλάδο του Ι.Κ.Α. – ΕΤ.Α.Μ. δεν συνεπέφερε μεταφορά σ' αυτό οποιασδήποτε έναντι των τρίτων υποχρέωσης του Ε.Τ.Ε.Μ., αφού κανένα άλλο παθητικό δεν περιήλθε στο Ι.Κ.Α. – Τ.Ε.Α.Μ., εκτός από το παθητικό του κλάδου σύνταξης του Ε.Τ.Ε.Μ., δηλαδή των συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων και των ασφαλιστικών παροχών τούτου.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, που είναι δικηγόρος διορισμένος στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ισχυρίσθηκε με την ένδικη από 1-9-2001 αγωγή του, ότι, κατόπιν εντολής του Επικουρικού Ταμείου Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου (Ε.Τ.Ε.Μ.), το οποίο συγχωνεύθηκε ήδη στο εναγόμενο Ι.Κ.Α., που κατέστη έτσι καθολικό διάδοχο αυτού, προέβη ο ίδιος στις αναφερόμενες λεπτομερώς σ' αυτή δικαστικές ενέργειες, για τις οποίες δικαιούται το ποσό των 4.189.123 δρχ.
συνολικώς, ως αμοιβή και πραγματοποιηθέντα έξοδα για την εκτέλεση της εντολής αυτής. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σ' αυτόν το εν λόγω χρηματικό ποσό. Ακολούθως, το εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της από 11-10-2002 εφέσεώς του ισχυρίσθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν νομιμοποιείται παθητικώς να στραφεί με την αγωγή του κατ' αυτού, διότι η ένδικη υπόθεση δεν προέκυψε από τη λειτουργία του συγχωνευθέντος κλάδου σύνταξης του Ε.Τ.Ε.Μ., αλλ' αντίθετα νομιμοποιείτα παθητικώς να στραφεί κατά του Τ.Α.Π.Ε.Μ., αφού η περιέλευση με την ως άνω νομοθετική ρύθμιση του παθητικού του συγχωνευθέντος κλάδου σύνταξης του Ε.Τ.Ε.Μ.
δεν περιλαμβάνει και τις προϋφιστάμενες ένδικες απαιτήσεις του αναιρεσιβλήτου κατ' αυτού, οι οποίες στηρίζονται στην έννομη σχέση της εντολής προς αυτόν του Ε.Τ.Ε.Μ. Περαιτέρω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι οι αναφερόμενες σ' αυτή δίκες και λοιπές δικαστικές ενέργειες, στις οποίες παραστάθηκε και προέβη αντίστοιχα ο αναιρεσίβλητος ως πληρεξούσιος δικηγόρος του Ε.Τ.Ε.Μ., αφορούσαν απαιτήσεις του τελευταίου, που γεννήθηκαν πριν από την ισχύ του άρθρου 25 του Ν. 2676/1999 από οφειλόμενες σ' αυτό ασφαλιστικές εισφορές, που κατά μεγάλο μέρος ήταν εισφορές εργοδοτικές ή εργατικές για την παροχή σύνταξης και συνεπώς, το Ι.Κ.Α.
νομιμοποιείται παθητικώς ως καθολικό διάδοχο του Ε.Τ.Ε.Μ. (κλάδου συντάξεων) στην ένδικη αγωγή για αμοιβές και έξοδα του αναιρεσιβλήτου ως πληρεξουσίου δικηγόρου του Ε.Τ.Ε.Μ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα, δεν απέρριψε την αγωγή ένεκα ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως του αναιρεσιβλήτου, αφού με τη συγχώνευση στο Ι.Κ.Α.
– Τ.Ε.Α.Μ. του κλάδου σύνταξης του Ε.Τ.Ε.Μ. περιήλθε σ' αυτό μόνο το παθητικό του κλάδου σύνταξης του Ε.Τ.Ε.Μ. και όχι οι ένδικες απαιτήσεις του αναιρεσιβλήτου κατά του τελευταίου, που στηρίζονται στην έννομη σχέση της εντολής προς αυτόν του Ε.Τ.Ε.Μ., αλλ' αντίθετα νομιμοποιείται ο ίδιος παθητικώς να στραφεί μόνο κατά του Τ.Α.Π.Ε.Μ.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, εφόσον ο Άρειος Πάγος έκρινε δεσμευτικά για το Δικαστήριο της παραπομπής ότι η αγωγή είναι απαράδεκτη για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως του αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος), δεν υπάρχει στάδιο «περαιτέρω εκδικάσεως» της υποθέσεως, γι αυτό παρέλκει η παραπομπή αυτής και, για λόγους οικονομίας της δίκης, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή (Ολ.
Α.Π. 25/2001).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-3-2003 αίτηση αναιρέσεως, καθόσον αφορά το πρώτο αναιρεσείον Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ.
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 3394/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Δεχόμενο την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 21211/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-9-2001 αγωγή του .....
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του δευτέρου αναιρεσείοντος, όλων των βαθμών τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ