Legislator Case Law & Legislation
1083/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeals against a lower court ruling on investment losses and orders joint trial.

Case Number 1083/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed two separate appeals filed by a bank and an individual investor against a final judgment from the Court of Appeal in Eastern Crete. The appellants argued that the lower court erred in finding the investor partially liable for their own losses due to a failure to sell assets after receiving valuation warnings. The court rejected these claims, upholding the lower court's finding of contributory negligence and the causal link between the investor's inaction and the financial damage sustained.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal against a final judgment regarding contributory negligence and causation in investment disputes is inadmissible if the lower court's findings are supported by evidence and do not violate legal principles.

Keywords

AI generated
contributory negligence investment losses appeal admissibility causal link joint trial civil procedure financial damages

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 19 of Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1083 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β

Αριθμός 1083/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βρέλλο. Των αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων: 1) τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", που εδρεύει στη Λευκωσία της Κύπρου, εκπροσωπείται νόμιμα και ενεργεί εν προκειμένω διά του υποκαταστήματός της στην Αθήνα και 2) Α. Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη και Μαρία Φερφέλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου Γ. Κ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 159/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 70/2017 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 30-5-2018 και 27-6-2018 αιτήσεις τους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη των αιτήσεων των αντιδίκων τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρ. 573 παρ.1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών μεταξύ των ιδίων ή διαφορετικών διαδίκων, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 205/2020, ΑΠ 147/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τις κρινόμενες αιτήσεις: α) από 27.6.2018 των εναγόμενων ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΛΤΔ)" και διακριτικό τίτλο "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ" και Α. Α. και β) από 30.5.2018 του ενάγοντος Γ. Κ., ζητείται η αναίρεση της 70/2017 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης που δέχτηκε κατ` ουσία την από 23.12.2014 έφεση των εναγόμενων, εξαφάνισε την 159/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και δέχτηκε εν μέρει την από 28.3.2013 αγωγή.

Οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει, σύμφωνα με τα ανωτέρω στη νομική σκέψη, να συνεκδικασθούν, γιατί έτσι επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Ι) Επί της από 27.6.2018 αίτησης των εναγόμενων 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" και 2) Α. Α.: Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.

Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Η παράλειψη, ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 118/2006, ΑΠ 831/2005, ΑΠ 174/2005).

Είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή καθ` εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 459/2021, ΑΠ 536/2019).

Περαιτέρω, αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και, χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα (ΟλΑΠ 18/2004).

Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 719/2012). Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ.

Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2019). ΑΠ 813/2019, ΑΠ 2/2019). Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παρανόμου κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης/ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης/προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας- πελάτη.

Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις αυτής (ευθύνης), ήτοι η υπαιτιότητα και η επέλευση ζημίας αιτιωδώς συνδεόμενης με την παράνομη συμπεριφορά της Τράπεζας, με την έννοια ότι η παράβαση των απορρεουσών από την καλή, πίστη, υποχρεώσεων της Τράπεζας αποτελεί όρο, κατ' αντικειμενική πρόγνωση, πρόσφορο να οδηγήσει στο αποτέλεσμα της ζημίας.

Υπό την έννοια αυτή, οι συγκεκριμένες συναλλακτικές υποχρεώσεις παραβιάζονται, μεταξύ άλλων, και στις περιπτώσεις που παραλείπεται η παροχή όσων πληροφοριών είναι απαραίτητες στον συγκεκριμένο αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου αυτός, να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους, συνδέονται με την ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς, συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας την σχετική εντολή στην αντισυμβαλλόμενη αυτού Τράπεζα.

Εξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν.2251/1994, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 3 ν.3587/2007, προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα έναντι του πελάτη της ή άλλου με αυτή συμβεβλημένου προσώπου μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος (ΑΠ 1028/2015).

Υπό την συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, περαιτέρω, ότι με αυτές, θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση τόσο λόγω αδικοπραξίας όσο και λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ.3 του ν.2251/1994.

Ο ανωτέρω νόμος έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις, που επιβάλλουν στον οποιονδήποτε "προμηθευτή" και στις τράπεζες την ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου "καταναλωτή" και του ιδιώτη επενδυτή ώστε αυτός να λαμβάνει τεκμηριωμένα τη σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής. Η προβλεπόμενη στο νόμο κύρωση για την περίπτωση παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης εκ μέρους του ''προμηθευτή" συνίσταται κυρίως σε αποζημίωση του καταναλωτή.

Πρέπει, εξ άλλου να σημειωθεί ότι πέρα από τη θεμελίωση των υποχρεώσεων συμβουλευτικής καθοδήγησης και ενημέρωσης στη γενική υποχρέωση πρόνοιας που απορρέει από την καλή πίστη, καθώς επίσης και στον, κοινοτικής προέλευσης, νόμο για την προστασία του καταναλωτή, το καθήκον παροχής σύμβουλων στον καταναλωτή απαντάται και στο κοινοτικό δίκαιο των επενδυτικών υπηρεσιών και, ειδικότερα στο άρθρο 19 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, όπου γίνεται δεκτό ότι για την παροχή εύλογων συμβούλων λαμβάνεται υπόψη η καλύτερη εξυπηρέτηση του συμφέροντος του πελάτη.

Η παραπάνω οδηγία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το ν.3606/2007, όπου εξειδικεύονται και διευκρινίζονται οι υποχρεώσεις πού επιβάλλονται προς προστασία ων επενδυτών (ΑΠ 974/2018, ΑΠ 865/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ. Α.Π. 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, όταν προσδίδεται στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή έννοιά του, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε ανέλεγκτα το Δικαστήριο στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου (Ολ.

Α.Π. 8/2006, ΑΠ 1182/2020, ΑΠ 150/2015).Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν υφίσταται αντίφαση μεταξύ των αιτιολογιών, οι οποίες στηρίζουν την ίδια διάταξη του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως και όχι όταν η αντίφαση υφίσταται μεταξύ αιτιολογιών από τις οποίες η καθεμιά στηρίζει αντίστοιχη διάταξη του διατακτικού της ιδίας αποφάσεως (ΑΠ 103/2020, ΑΠ 1431/2015, ΑΠ 283/1988).

Δηλαδή, αντιφατικότητα αιτιολογιών υπάρχει, όταν δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (ΑΠ 164/1994). Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 1/1999, 24/1992).

Το λόγο αυτό αναιρέσεως δεν ιδρύει η αντίφαση μεταξύ επάλληλων ή επικουρικών αιτιολογιών που στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό (ΑΠ 308/1999), όπως και η αντίφαση μεταξύ των αιτιολογιών διαφόρων κεφαλαίων (ΑΠ 153/1988) ή και διαφόρων ενστάσεων (ΑΠ 1431/2015). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 40/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "......Η πρώτη των εναγόμενων είναι τραπεζική ανώνυμη εταιρεία (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα), που εδρεύει στην Κύπρο και διατηρεί υποκαταστήματα στην πόλη του Ηρακλείου και ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) είναι αστυνομικός της Ελληνικής Αστυνομίας, ο οποίος διέθετε σημαντικό χρηματικό αποταμιεύσεων και εσόδων από την εκμετάλλευση ακινήτων της οικογένειάς του, που σκόπευε να τοποθετήσει επωφελώς σε πιστωτικό ίδρυμα και επιδίωκε να μην προκληθούν απώλειες από μείωση του ύψους του κεφαλαίου του.

Υπό το πρίσμα αυτό ο ενάγων είχε συμβληθεί κατά τα έτη 2008, 2009 και 2011 με την πρώτη των εναγόμενων, προκειμένου να επενδύσει το κεφάλαιο του σε ομόλογα εκδόσεως της, με τις αντίστοιχες ονομασίες Μετατρέψιμα Χρεόγραφα |ΜΧ 2013/18), Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου (ΜΑΚ) και Μετατρέψιμα Χρεόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑΕΚ).

Ειδικότερα, ως προς τα τελευταίας εκδόσεως ομόλογα, η πρώτη των εναγομένων συμμετείχε στο Ευρωπαϊκό πρόγραμμα έκδοσης ομολογιακών δανείων και στο πλαίσιο του προγράμματος αυτού εξέδωσε το έτος 2011 ένα ομολογιακό δάνειο, επονομαζόμενο ως πρόγραμμα έκδοσης Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου με έναρξη την 27-4-2011 και λήξη την 17-5-2011.

Τα ομόλογα αυτά μπορούσαν να αγοράσουν οι ενδιαφερόμενοι επενδυτές απευθείας από την εκδότρια αυτών Τράπεζα, πρώτη των εναγομένων, στην πρωτογενή αγορά, όταν η ίδια τα διέθεσε στο επενδυτικό κοινό και ακολούθως τα ομόλογα αυτά ήταν διαπραγματεύσιμα στην δευτερογενή αγορά, όπου μπορούσαν να ρευστοποιηθούν, είτε με αγορά από τρίτο, είτε με πώληση σε τρίτο, μέσω του χρηματιστηρίου και με ανάλογο κέρδος ή ζημία.

Κοινά χαρακτηριστικά όλων αυτών των χρεογράφων (ΜΧ 2013/18, ΜΑΚ, ΜΑΕΚ) ήταν ότι αποτελούσαν χρηματιστηριακά προϊόντα διαπραγματεύσιμα στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ) και στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ), δηλαδή στη δευτερογενή αγορά, ο κάτοχος τους είχε το δικαίωμα μετά την παρέλευση πενταετίας από την αγορά τους να ζητήσει από την Τράπεζα να τα μετατρέψει σε μετοχές της (και όχι να του καταβάλει μετρητά), η Τράπεζα είχε το δικαίωμα (και όχι την υποχρέωση) στις καθορισμένες περιόδους μετατροπής να τα εξαγοράσει από τον κάτοχο στην ονομαστική τους αξία, ήταν ελάσσονος προτεραιότητας και απέδιδαν υψηλότατο επιτόκιο, ήτοι 6,5% τα ΜΧ 2013/18, 5,5% τα ΜΑΚ, 6,5% τα ΜΑΕΚ ετησίως και σε όλα η Τράπεζα είχε δικαίωμα να μην καταβάλει τόκο σε περίπτωση αφερεγγυότητας της.

Το ανωτέρω επιτόκιο θα παρέμενε σταθερό για τα πρώτα 5 έτη και στη συνέχεια θα ήταν κυμαινόμενο ίσο με το εξαμηνιαίο επιτόκιο του ευρώ (euribor) πλέον 3% ετησίως. Από τα ανωτέρω αξιόγραφα μόνο τα ΜΧ 2013/18 ήταν ορισμένης, 1 έτους, διάρκειας, δηλαδή η Τράπεζα θα τα ανακαλούσε κατά τη λήξη τους και θα κατέβαλε στον κάτοχο τους την ονομαστική τους αξία.

Αντιθέτως τα ΜΑΚ και τα ΜΑΕΚ ήταν αόριστης διάρκειας, δηλαδή δεν έληγαν, αλλά είχε δικαίωμα ο κάτοχος τους, είτε να τα διαθέσει με πώληση (να τα ρευστοποιήσει) στο χρηματιστήριο (στη δευτερογενή αγορά), είτε να τα μετατρέψει σε μετοχές της Τράπεζας και επίσης η Τράπεζα είχε δικαίωμα να τα εξαγοράσει στην ονομαστική τους αξία, καταβάλλοντας το κεφάλαιο στον κάτοχο τους.

Υπήρχε όμως και μια ουσιωδέστατη, κρισιμότατη και αποφασιστικής σημασίας διαφοροποίηση των χρονολογικά νεότερων ΜΑΕΚ από τα προηγούμενων εκδόσεων ΜΧ 2013/18 και ΜΑΚ, σχετικά με τη συνομολόγηση ενός σημαντικού όρου, που είχε τεθεί μόνο στα ΜΑΕΚ και ήταν δυσμενέστατος για τα έννομα συμφέροντα του κατόχου τους ως προς τη διατήρηση του κεφαλαίου του, σε αντίθεση με την Τράπεζα, για την οποία ο ίδιος αυτός όρος ήταν ευμενέστατος ως προς την εξασφάλιση της κεφαλαιακής της επάρκειας για την διάσωσή της σε περίπτωση οικονομικού κινδύνου.

Συγκεκριμένα, είχε τεθεί ο όρος, σύμφωνα με τον οποίο στην ενδεχόμενη περίπτωση συνδρομής εξαιρετικών γεγονότων κινδύνου βιωσιμότητας ή έκτακτης ανάγκης της Τράπεζας, είχε αυτή το συμβατικό δικαίωμα να μετατρέψει μονομερώς, μετά από την άδεια της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, τα ΜΑΕΚ σε μετοχές της προς ίδιο όφελος και στο πλαίσιο της διάσωσης αυτής με δικά της χρηματοοικονομικά μέσα και ταυτόχρονα με αντίστοιχη ζημία των επενδυτών από την απώλεια του κεφαλαίου τους.

Η Τράπεζα ενημέρωσε για τα συγκεκριμένα αξιόγραφα το επενδυτικό κοινό εγγράφως με το πολυσέλιδο από 5-4-2011 ενημερωτικό δελτίο, το οποίο περιλαμβάνει αναλυτικά τους όρους έκδοσης και τους επενδυτικούς κινδύνους των κατόχων τους. Τα ΜΑΕΚ, ωστόσο, θεωρούνται πολύπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα, ιδίως λόγω των χαρακτηριστικών της αόριστης διάρκειας και της μονομερούς μετατρεψιμότητας τους σε μετοχές, ως εκ τούτου εμπεριέχουν υψηλού βαθμού κινδύνους, ενδεχομένως μη κατανοητούς, ευχερώς και πλήρως, από ιδιώτες επενδυτές, οι οποίοι προέρχονται στην πλειοψηφία τους από υφιστάμενους κατόχους ομολόγων προηγούμενων εκδόσεων, ήτοι των ΜΧ 2013/18 και ΜΑΚ.

Ένας από τους κατόχους της κατηγορίας αυτής ήταν και ο ενάγων, ο οποίος ενημερώθηκε για το νέο επενδυτικό προϊόν της πρώτης των εναγομένων από την αρμόδια υπάλληλο της, δεύτερη των εναγομένων, Διευθύντρια, η οποία ήταν πιστοποιημένη, αρμοδίως από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, υπάλληλος για την παροχή επενδυτικών συμβουλών.

Ο ενάγων και η δεύτερη των εναγόμενων διατηρούσαν γνωριμία και συνεργασία από την έκδοση των ανωτέρω προηγούμενων επενδυτικών προϊόντων και των λοιπών τραπεζικών συναλλαγών και υπηρεσιών γενικά σε κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Στο πλαίσιο της εξυπηρέτησης του ενάγοντος, καταρτίσθηκε σιωπηρά μεταξύ τους άτυπη σύμβαση με αντικείμενο την παροχή επενδυτικών συμβουλών, δυνάμει της οποίας, η πρώτη των εναγομένων ανώνυμη τραπεζική εταιρία ανέλαβε, μέσω της δεύτερης εναγομένης, υπαλλήλου της, την υποχρέωση να παρέχει συμβουλές στον ενάγοντα για χρηματοπιστωτικά ζητήματα, δεδομένου ότι η πληροφόρηση αυτή αποκτούσε μεγίστη σημασία και αποτελούσε τη βάση για λήψη σοβαρών αποφάσεων εκ μέρους του σχετικά με την επένδυση του κεφαλαίου του.

Επιπλέον, ο ενάγων, δεν διέθετε οποιοσδήποτε μορφής ειδική εκπαίδευση ή μακροχρόνια επενδυτική εμπειρία, οι οποίες θα του επέτρεπαν να επιλέγει ο ίδιος τις μορφές τοποθετήσεως του κεφαλαίου του, που θα κάλυπταν τις ανάγκες του. Επίσης βρισκόταν εκτός του κύκλου όσων προσώπων θα ήταν σε θέση να κατανοήσουν και πολύ περισσότερο να συνδυάσουν και αξιολογήσουν ένα εκτεταμένο σύνολο ειδικών πληροφοριών, που αφορούσαν στην μορφή, το περιεχόμενο και κυρίως τις διακρίσεις, με γνώμονα, κατ' εξοχήν, τους κινδύνους, των διαφόρων προτεινόμενων επενδυτικών επιλογών.

Αλλά ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί έμπειρος ο ενάγων, η δεύτερη των εναγομένων προδήλως διέθετε πολύ εξειδικευμένες γνώσεις σχετικά με τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα και τις αντίστοιχες με αυτές συναλλαγές, με αποτέλεσμα οι συμβουλές της να είναι άκρως απαραίτητες για τα έννομα συμφέροντα του, διότι βασιζόταν στην υπεύθυνη πληροφόρηση εκ μέρους της, που συναρτάται ιδίως με την επαγγελματική ενασχόληση της.

Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση η δεύτερη των εναγομένων δεν του παρείχε με πληρότητα και κατά τρόπο κατανοητό όσες πληροφορίες θα του ήταν απαραίτητες, ώστε να αποφασίσει εάν θα αποδεχτεί ή θα απορρίψει την προτεινόμενη από την ίδια επένδυση του κεφαλαίου του σε ΜΑΕΚ. Επίσης δεν επισημάνθηκε εκ μέρους της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, που συναρτάται απολύτως με την καλόπιστη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της πρώτης των εναγομένων έναντι του αντισυμβαλλομένου της ενάγοντος, η προαναφερόμενη διαφορά ανάμεσα στα ΜΑΕΚ, στα ΜΧ 2013/18 και στα ΜΑΚ, στα οποία είχε σε προγενέστερο χρόνο ο ίδιος επενδύσει.

Την ανάγκη της παροχής επεξηγήσεων όχι μόνο των πλεονεκτημάτων, αλλά, πολύ περισσότερο, των μειονεκτημάτων της συγκεκριμένης επένδυσης, καθιστούσε ακόμα πιο επιτακτική η προσθήκη του χαρακτηρισμού "ενισχυμένου" πριν από τη λέξη "κεφαλαίου" στην ονομασία τους (ΜΑΕΚ), σε σχέση με το επενδυτικό προϊόν, που μέχρι τότε είχε ο ενάγων (ΜΑΚ).

Αρχικά κατά το έτος 2008, ο ενάγων αγόρασε 250.000 ΜΧ 2013/18 στην ονομαστική τιμή του 1 ευρώ εκάστου με την ισόποση καταβολή 250.000 ευρώ σε μετρητά και κατά το έτος 2009 μετέτρεψε αυτά σε ΜΑΚ στην ονομαστική τιμή του 1 ευρώ εκάστου. Ακολούθως τον Μάιο 2011 αποδέχτηκε την προτεινόμενη από την δεύτερη των εναγομένων επενδυτική επιλογή της μετατροπής των ανωτέρω ΜΑΚ σε ΜΑΕΚ στην ονομαστική τιμή του 1 ευρώ εκάστου.

Με τον τρόπο αυτό η κατοχή των ΜΑΕΚ έγινε από τον ενάγοντα στην πρωτογενή και όχι στη δευτερογενή αγορά και έκτοτε ο ενάγων κατείχε 250.000 ΜΑΕΚ ονομαστικής αξίας 1 ευρώ εκάστου χωρίς να ρευστοποιήσει τα προηγούμενα (ΜΑΚ) και χωρίς να καταβάλει μετρητά για την αγορά των επόμενων αξιόγραφων (ΜΑΕΚ). Ταυτοχρόνως ο ενάγων εξέφρασε την επιλογή του να γίνει κάτοχος, ομοίως με πρωτογενή αγορά, επιπλέον αριθμού αξιόγραφων και συγκεκριμένα και άλλων 70.000 ΜΑΕΚ ονομαστικής αξίας 1 ευρώ εκάστου με την καταβολή όμως του αντίστοιχου χρηματικού ποσού των 70.000 ευρώ σε μετρητά από κλειστό προθεσμιακό λογαριασμό, που διατηρούσε στην πρώτη των εναγομένων.

Την ενέργεια αυτή είχε προβλέψει η πρώτη των εναγομένων για τους καταθέτες της, χωρίς οικονομικές κυρώσεις (penalty) σε βάρος τους ως εκ τούτου ο ενάγων δεν επιβαρύνθηκε με το κόστος του πρόωρου ανοίγματος του κλειστού προθεσμιακού τραπεζικού λογαριασμού του. Συγκεκριμένα, ο ενάγων υπέβαλε στο κατάστημα της πρώτης των εναγομένων της Πλατείας Ελευθερίας της πόλης του Ηρακλείου, μετά από την εκ μέρους της δεύτερης των εναγομένων σχετική ενημέρωση του, την από 12-5-1011 και με αριθμό 60000044 τυποποιημένη αίτηση με προτυπωμένα τα στοιχεία του, με την αποδοχή της οποίας έγινε κάτοχος 320.000 ΜΑΕΚ ονομαστικής αξίας 320.000 ευρώ συνολικά, με πίστωση της με αριθμό 0006966298 μερίδας του.

Περί το τέλος Ιουνίου με αρχές Ιουλίου 2012 και ενώ τα ανωτέρω ΜΑΕΚ είχαν αποδώσει, στις δύο πρώτες περιόδους εκτοκισμού, το ποσό των 18.168,53 ευρώ συνολικά ως τόκους και συγκεκριμένα ποσό 5.232,64 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 17-5-2011 έως 30-6-2011 και ποσό 12.935,89 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 30-12- 2011 έως 31-12-2011, η δεύτερη των εναγομένων ενημέρωσε τον ενάγοντα, ότι κατά το τρέχον έτος (2012) το επενδυτικό προϊόν, δηλαδή τα ΜΑΕΚ εκδόσεως της πρώτης των εναγομένων, ενδέχεται να μην αποδώσουν τόκο, χωρίς συγκεκριμένες και πειστικές δικαιολογίες για τη δυσμενή αυτή εξέλιξη σε βάρος του.

Πράγματι στο ανωτέρω από 5-4-2011 ενημερωτικό δελτίο έκδοσης των επίμαχων αξιόγραφων, περιλαμβάνεται ο όρος υποχρεωτικής ακύρωσης πληρωμής τόκων, σε περίπτωση που η πρώτη των εναγομένων δεν τηρούσε τις ελάχιστες απαιτήσεις φερεγγυότητας, όπως αυτές ορίζονται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ή δεν διέθετε τα απαιτούμενα διανεμητέα στοιχεία.

Επίσης στο ενημερωτικό δελτίο υπήρχε ο όρος υποχρεωτικής μονομερούς μετατροπής των ΜΑΕΚ σε συνήθεις μετοχές, στην περίπτωση που θα επισυμβεί οποιοδήποτε γεγονός έκτακτης ανάγκης κεφαλαίου ή γεγονός βιωσιμότητας. Επίσης, οι έννοιες των γεγονότων έκτακτης ανάγκης κεφαλαίου και βιωσιμότητας είχαν εξειδικευτεί και αναλυθεί στο εν λόγω ενημερωτικό δελτίο, αλλά κατά τρόπο δυσνόητο, που απαιτούσε εξειδικευμένη γνώση και εμπειρία για την κατανόηση τους.

Ανεξαρτήτως και πέραν αυτού, ο ενάγων ουδέποτε είχε λάβει γνώση των παραπάνω όρων, ιδίως του όρου περί μετατροπής των ΜΑΕΚ σε μετοχές κατ' επιλογή της Τράπεζας και μάλιστα χωρίς να του καταβάλει στην περίπτωση αυτή ούτε το κεφάλαιο του και ούτε τους συμβατικούς τόκους. Οι συγκεκριμένοι όροι, τους οποίους ο ενάγων αγνοούσε κατά τη συνομολόγησή τους, καθιστούσαν προδήλως ασύμφορη για τον ίδιο την επένδυση, και, αν τους γνώριζε, δεν θα είχε προβεί στην επιλογή αυτή, διότι ενδιαφερόταν για συντηρητική βραχυπρόθεσμη τοποθέτηση των χρημάτων του χωρίς κανένα κίνδυνο για το κεφάλαιο και παράλληλα με σταθερή απόληψη των συμφωνημένων τόκων.

Κατ' ακολουθία, η δεύτερη των εναγομένων, που συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με την πρώτη των εναγομένων, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της και ακολουθώντας τις οδηγίες και εντολές του νόμιμου εκπροσώπου της συνεναγομένης εργοδότριας της, δεν κατέβαλε την επιμέλεια, που απαιτείται για τον μέσο συνετό υπάλληλο τραπεζικού ιδρύματος, που ασχολείται με συναφές αντικείμενο στον τομέα της, και, ενώ ήταν επιφορτισμένη με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, από τη θέση της, ως υπαλλήλου και υπό την ιδιότητα της, ως Διευθύντριας, ουδόλως ανέλυσε, αν και όφειλε, στον ενάγοντα ότι τα συγκεκριμένα χρεόγραφα είχαν τον χαρακτήρα των άληκτων ομολόγων και περιέκλειαν υψηλότατο κίνδυνο (ρίσκο), με την επιλογή των οποίων ουδέποτε ο ενάγων θα μπορούσε να επιτύχει τους επιδιωκόμενους επενδυτικούς στόχους του.

Επιπροσθέτως, αν και όφειλε να γνωρίζει, εξάλλου ευχερώς μπορούσε να διαγνώσει, ότι επρόκειτο για ένα συντηρητικό επενδυτή, ουδόλως έλαβε υπόψη τις ανάγκες του, τις οποίες είχε διατυπώσει στην ίδια προφορικά, για μία ασφαλή τοποθέτηση του κεφαλαίου του και περαιτέρω για μία ικανοποιητική απόδοση κέρδους, χωρίς να είναι στους στόχους του, ούτε η μεταπώληση του επενδυτικού προϊόντος στη δευτερογενή αγορά, αλλά ούτε η δέσμευση της επένδυσης του για εξαιρετικά μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η ανωτέρω παράλειψη της δεύτερης των εναγομένων ανάγεται, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί, στην μη καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης και παροχής κατάλληλης επενδυτικής συμβουλής, ήτοι στην παράβαση των προβλεπομένων υποχρεώσεων με βάση τις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΠΕΠΕΥ).

Η αμελής συμπεριφορά της δεύτερης των εναγομένων, προστηθείσας της πρώτης των εναγομένων, συνιστά υπαίτια και παράνομη αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεων, της πρώτης των εναγομένων, που συνδέεται με την επελθούσα περιουσιακή ζημία του ενάγοντος, καθόσον παραβιάστηκε το καθήκον διαφύλαξης των συμφερόντων του, γι' αυτό και θεμελιώνει δικαίωμα αποζημιώσεως του, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις.

Την 30-6- 2012 δεν καταβλήθηκαν από την πρώτη των εναγομένων οι τόκοι του εξαμήνου και τότε πλέον ο ενάγων διαπίστωσε, μετά από έρευνα που πραγματοποίησε με δική του πρωτοβουλία, εξαιτίας της έντονης ανησυχίας του, ότι η επιλογή του να αγοράσει τους τίτλους των ΜΑΕΚ οφείλεται στην πλημμελή του ενημέρωση από την δεύτερη των εναγομένων, διότι δεν του ανέλυσε τα μειονεκτήματα της επένδυσης ως προς την αόριστη διάρκεια και την μονομερή μετατρεψιμότητα των τίτλων του σε μετοχές, που αγνοούσε, ενώ αν τα γνώριζε, δεν θα επένδυε εξαρχής στο συγκεκριμένο επενδυτικό προϊόν.

Περαιτέρω, με δεδομένη την έλλειψη προοπτικής τοκοφορίας, υποχρεώθηκε ο ενάγων να ζητήσει τη μεταφορά των ΜΑΕΚ στο Χρηματιστήριο Αξιών της Κύπρου, μέσω του Κυπριακού Οργανισμού Επενδύσεων και Αξιών CISCO, με έδρα την Κύπρο, που αποτελεί Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) και υπέγραψαν μεταξύ τους την σχετική από 11-6-2012 σύμβαση.

Επίσης τότε ενημερώθηκε με το από 30-6- 2011 ενημερωτικό σημείωμα της CISCO, ότι η αξία των 320.000 τίτλων ΜΑΕΚ, που μετέφερε, ήταν κατά τη χρονική εκείνη στιγμή 83.520 ευρώ. Μετέπειτα ενημερώθηκε με την από 12-7-2012 επιστολή της CISCO, η οποία ακολούθησε τη νόμιμη διαδικασία ελέγχου καταλληλότητας, ότι δεν ήταν κατάλληλο το χρηματοπιστωτικό προϊόν για το επενδυτικό του προφίλ, δηλαδή είχε την δικαιοπρακτική ικανότητα χρηματιστηριακών εντολών μόνο μετά από σχετική δήλωση ότι αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές του.

Επακολούθησε η υποβολή παραπόνων και καταγγελιών του ενάγοντος, τα οποία διατύπωσε εγγράφως και απηύθυνε εκτός από την πρώτη των εναγομένων και προς την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Μετά τη διακρίβωση των καταγγελιών μεγάλου αριθμού επενδυτών, το Διοικητικό Συμβούλιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κατά την 700η συνεδρίαση του, την 10-12-2014, επέβαλε πρόστιμο ύψους 10.000 ευρώ στην πρώτη των εναγομένων, διότι κατά την προώθηση των ΜΑΕΚ παρείχε, μέσω των υπαλλήλων της, επενδυτικές συμβουλές, χωρίς να έχει προβεί σε έλεγχο καταλληλότητας των επενδυτών και χωρίς να έχει συνάψει τις προβλεπόμενες προς τούτο συμβάσεις, κατά παράβαση του Ν. 3606/2007 σε συνδυασμό με την με αριθμό 1/452/2007 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

Επίσης συντάχθηκε έκθεση ειδικού ελέγχου της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, που κατέληξε στο πόρισμα ότι τα μέτρα που έλαβε η πρώτη των εναγομένων ήταν σε ορισμένες περιπτώσεις ανεπαρκή και δεν ακολούθησε τις νόμιμες διαδικασίες κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών για την έκδοση και προώθηση των ΜΑΕΚ.

Σε σύντομο χρόνο από την έκδοση του εν λόγω νέου επενδυτικού προϊόντος, η πρώτη των εναγομένων αντιμετώπισε σοβαρό πρόβλημα κεφαλαιακής επάρκειας και βιωσιμότητας και δημιουργήθηκαν συνθήκες έκτακτης ανάγκης, που προκάλεσαν κρατική παρέμβαση για τη διάσωση της. Έτσι, δυνάμει εκδοθέντων και εφαρμοσθέντων Διαταγμάτων της Κεντρικής .Τράπεζας Κύπρου, ενεργούσας ως αρμόδιας αποκλειστικά Αρχής Εξυγίανσης, κατ' εξουσιοδότηση νόμου της Κυπριακής Δημοκρατίας, διατάχθηκε η εξυγίανση, από την 26-3-2013 έως την 31-7-2013, της πρώτης των εναγομένων, Τράπεζας Κύπρου και η ανακεφαλαιοποίηση πρωτίστως με ίδια μέσα (bail in) και στη συνέχεια, μετά την ολοκλήρωση των επιβληθέντων μέτρων, να λάβει χρηματοδότηση από τρίτους (Τρόικα, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, Ευρωπαϊκή Ένωση και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο).

Ειδικότερα, στα επιβληθέντα μέτρα εξυγίανσης προς το σκοπό διαγραφής των συσσωρευμένων ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης της πρώτης των εναγομένων εντάσσεται η υποχρεωτική μετατροπή σε μετοχές της όλων των ομολόγων εκδόσεως της, μεταξύ των οποίων και τα επίδικα ΜΑΕΚ. Ακολούθως, η πρώτη των εναγομένων με την από 8-8-2013 επιστολή της ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι έχουν εκδοθεί στη δική του μερίδα 320.000 μετοχές Δ' Τάξης, κατά μετατροπή των ισόποσων ΜΑΕΚ που κατείχε, με τιμή μετατροπής 1 ευρώ εκάστης, ήτοι στην τιμή της ονομαστικής τους αξίας.

Στη συνέχεια επήλθε μείωση της ονομαστικής αξίας των μετοχών από 1 ευρώ σε 0,10 ευρώ εκάστης και ενοποίηση κάθε 100 μετοχών του ίδιου μετόχου σε μία μετοχή ονομαστικής αξίας 1 ευρώ. Η αξία των μετοχών του ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των 3.200 ευρώ συνολικά, με αποτέλεσμα να έχει απωλεστεί το υπόλοιπο μέρος του κεφαλαίου του με αντίστοιχη ζημία του.

Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων υπέγραψε την ανωτέρω αίτηση της επένδυσης του σε ΜΑΕΚ με την πεπλανημένη πεποίθηση ότι πρόκειται για ετήσια προθεσμιακή επένδυση με υψηλή απόδοση 6,5 % ετησίως, που του δημιούργησε εν γνώσει της με ψευδείς διαβεβαιώσεις της η δεύτερη των εναγομένων. Επίσης κανένα τέχνασμα δεν χρησιμοποίησε προς παραπλάνηση του ενάγοντος και ούτε του απέκρυψε ότι επέλεγε ένα επενδυτικό προϊόν εκδόσεως της πρώτης των εναγομένων.

Έτσι δεν μπορεί να γίνει λόγος για απάτη σε βάρος του ενάγοντος, με το δεδομένο ότι στην αίτηση που ο ίδιος υπέγραψε, προκειμένου τα ΜΑΕΚ να περιέλθουν στην κατοχή του, κατά μετατροπή των ΜΑΚ που ήδη κατείχε τότε, γινόταν ρητή αναφορά τόσο περί ύπαρξης του από 5-4-2011 ενημερωτικού δελτίου, το οποίο μπορούσε και ο ίδιος να αναζητήσει από την ίδια, ή ευχερώς να ανεύρει από το κατάστημα της Τράπεζας, ή αναρτημένο στο διαδίκτυο, όσο και περί παραγόντων κινδύνου και γενικά περί των όρων έκδοσης αυτών.

Ως εκ τούτου δεν προκύπτουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι υπήρξε δόλια απόκρυψη των μειονεκτημάτων της επένδυσης από την δεύτερη των εναγομένων, προκειμένου να επιτύχει την παραπλάνηση του ενάγοντος, ούτε εξ αρχής σκοπιμότητα της πρώτης των εναγομένων να μην τηρήσει έναντι του ενάγοντος την συνήθη πρακτική της για εξαγορά των ΜΑΕΚ μέσα στην πενταετία στην ονομαστική τους αξία και επιστροφή του κεφαλαίου του στον ενάγοντα.

Αντίθετα, αποδεικνύεται επαρκής ενημέρωση του ενάγοντος σχετικά με τα χαρακτηριστικά και ιδίως με τα μειονεκτήματα του νέου αυτού επενδυτικού προϊόντος και μάλιστα σε σύγκριση με τα παλαιότερα παρεμφερή επενδυτικά προϊόντα, εκδόσεως της πρώτης των εναγομένων. Βέβαια στο περιεχόμενο της ανωτέρω αίτησης που έχει υπογράψει ο ενάγων διαλαμβάνεται ότι έχει λάβει γνώση των όρων έκδοσης των ΜΑΕΚ, οι οποίοι περιέχονται στο σχετικό ενημερωτικό δελτίο, επίσης ότι είναι πλήρως ενήμερος για τα χαρακτηριστικά τους και τους συναφείς με αυτά επενδυτικούς κινδύνους.

Ωστόσο, δεν έγινε επισήμανση στον ενάγοντα ότι πρέπει, πριν από την υπογραφή της αίτησης του, να προστρέξει στο περιεχόμενο του εν λόγω ενημερωτικού δελτίου, το οποίο δεν του παρέδωσε η δεύτερη των εναγομένων, ούτε ποτέ του απεστάλη από την πρώτη των εναγομένων, αλλά ο ίδιος εκ των υστέρων αναζήτησε και ανεύρε αυτό, μέσω του διαδικτύου.

Όμως η μελέτη του πολυσέλιδου ενημερωτικού δελτίου δεν θα ήταν ευχερής για τον ενάγοντα, καθόσον οι συγκεκριμένοι όροι, οι οποίοι αφορούσαν στους κινδύνους της επένδυσης δυσνόητοι ενόψει και της ελλείψεως επαρκούς εμπειρίας του ενάγοντος σε ανάλογα προϊόντα. Τέτοια εμπειρία ουδόλως του προσέδωσε το γεγονός ότι υπήρξε κάτοχος 200 μετοχών των Μ.

Γ. Α.Ν.Ε. κατά το χρονικό διάστημα από 15-4-2002 έως 4-12-2008. Εξάλλου, η αποστολή στον ενάγοντα σε τακτά χρονικά διαστήματα αναλυτικού ενημερωτικού σημειώματος, (statement) για την αποτίμηση της αξίας (συνοπτική παρουσίαση της θέσης) της επένδυσης, δεν αποτελούσε στοιχείο για να αντιληφθεί και αξιολογήσει τους κινδύνους της επένδυσης του, διότι οι τόκοι είχαν συμφωνηθεί επί της σταθερής ονομαστικής αξίας και όχι επί της μεταβαλλόμενης χρηματιστηριακής αξίας των ΜΑΕΚ.............

Σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα και ενόψει των περιορισμένων γνώσεων και εμπειριών του ενάγοντος στο επενδυτικό πεδίο ήταν αναμενόμενη η εκδήλωση της αδυναμίας του να αντιληφθεί τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των αξιόγραφων και την βαθμίδα του επενδυτικού κινδύνου αυτών. Εάν όμως η πρώτη των εναγομένων είχε προμηθεύσει τον ενάγοντα με το ενημερωτικό δελτίο της εκδότριας πρώτης των εναγομένων και παράλληλα είχε αναπτύξει και αναλύσει τις δυσνόητες για τον μέσο συναλλασσόμενο ιδιώτη επενδυτή έννοιες αυτού, προκειμένου να του εξηγήσει το περιεχόμενο της συναλλακτικής σχέσης που περιγράφεται στο έγγραφο αυτό, είναι βέβαιο ότι ο ενάγων θα είχε αρνηθεί να επιχειρήσει την προτεινόμενη εκ μέρους της τοποθέτηση του κεφαλαίου του, προεχόντως, διότι δεν θα ήταν σε θέση να κατανοήσει πλήρως, ώστε να ελέγξει, την μορφή και το περιεχόμενο της συγκεκριμένης πολύπλοκης συναλλακτικής σχέσης και πολύ περισσότερο θα είχε απορρίψει την επένδυση αυτή, σε περίπτωση που θα είχε πληροφορηθεί με σαφήνεια τα μειονεκτήματα της.

Με τα δεδομένα αυτά, κρίνεται βάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η δεύτερη των εναγομένων παρέλειψε, όπως είχε υποχρέωση, να τον ενημερώσει σχετικά με τα χαρακτηριστικά της επένδυσης, την οποία του υπέδειξε να επιχειρήσει, με συνέπεια αυτός να μην έχει κατανοήσει τουλάχιστον τους κινδύνους και να υποστεί απώλεια του κεφαλαίου, οι οποίοι (κίνδυνοι), όπως αποδεικνύεται, βασίμως είχαν σχέση με μιας τέτοιας μορφής επιλογή εκ μέρους του.

Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα περιστατικά συνάγεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αποζημίωσης του ενάγοντος, για την οποία ευθύνεται η πρώτη των εναγομένων, εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 922 ΑΚ η ζημία του προκλήθηκε από την πλημμελή εκπλήρωση των καθηκόντων της ως Διευθύντριας καταστήματος της δεύτερης των εναγομένων με αρμοδιότητα, μεταξύ των άλλων, στην παροχή επενδυτικών συμβουλών και υπηρεσιών στους πελάτες της συνεναγομένης Τράπεζας.

Η από αμέλεια πλημμελής ενημέρωση του ενάγοντος οδήγησε αιτιωδώς στην άνω ζημία του, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 914, 281, 288, 297, 298, 330 ΑΚ, καθώς και των σχετικών διατάξεων του Ν.2251/1994 περί προστασίας καταναλωτών (του οποίου δεν ανέτρεψε το τεκμήριο, αφού δεν μπόρεσε να αποδείξει την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητας) και του Ν.3606/2007 περί αγοράς χρηματοπιστωτικών μέσων (του οποίου οι διατάξεις ταυτίζονται κατά περιεχόμενο με τις αντίστοιχες διατάξεις του ΚΔΕΠΕΥ και του Ν. 2251/1994), επομένως οι συναφείς και αλληλοσυμπληρούμενοι τρίτος και πέμπτος λόγοι εφέσεως, με τους οποίους οι εναγόμενοι υποστηρίζουν το αντίθετο, πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσία αβάσιμοι.

Περαιτέρω, οι εναγόμενες ισχυρίζονται ότι και υπό την εκδοχή της πλημμελούς ενημέρωσης του ενάγοντος για το επίδικο επενδυτικό προϊόν, η ζημία του από την απώλεια του μεγαλύτερου μέρους του κεφαλαίου της επένδυσης του δεν συνδέεται αιτιωδώς με παράνομη και αντισυμβατική υπαίτια συμπεριφορά εκ μέρους τους, αλλά η ζημία του προκλήθηκε από περιστατικά ανώτερης βίας και ως εκ τούτου δεν υπέχουν ευθύνη έναντι αυτού.

Συγκεκριμένα ισχυρίζονται ότι η επιζήμια μετοχοποίηση του κεφαλαίου της επένδυσης του σε ΜΑΕΚ έγινε με την έκδοση του με αριθμό 103/2013 Διατάγματος της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου προς διάσωση των τραπεζών, το οποίο δεν μπορούσε να προβλεφθεί κατά το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως με τον ενάγοντα και σε κάθε περίπτωση επήλθε διακοπή της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ανωτέρω παράλειψης τους προς ενημέρωση του και της ζημίας του, διότι δεν ενεργοποιήθηκε εκ μέρους τους ο σχετικός συμβατικός όρος μονομερούς μετατροπής των ΜΑΕΚ σε μετοχές, αλλά η μετατροπή έγινε με τη νομοθετική παρέμβαση και μάλιστα μετατράπηκε σε μετοχές όλα τα αξιόγραφα, ήτοι τα ΜΧ 2013/18, τα ΜΑΚ και τα ΜΑΕΚ.

Ο ισχυρισμός των εναγομένων πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι ο κίνδυνος αφερεγγυότητας της πρώτης των εναγομένων δεν συνιστά γεγονός απρόβλεπτο και αναπότρεπτο, αντίθετα η επέλευση του κινδύνου είναι ενδεχόμενη, καθόσον όλα τα χρηματιστηριακά προϊόντα είναι συνδεδεμένα άρρηκτα με την οικονομική πορεία του εκδότη τους και στην προκειμένη περίπτωση, η εξαιρετικά δυσχερής οικονομική κατάσταση της πρώτης των εναγομένων αποτέλεσε την αιτία να τεθεί αυτή σε καθεστώς εξυγίανσης, με την ψήφιση των νόμων της Κυπριακής Δημοκρατίας που επέφεραν τη ζημία του ενάγοντος.

Με βάση τα αποδειχθέντα περιστατικά υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, καθόσον η παράλειψη ενημέρωσης μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, του ζημιογόνου αποτελέσματος της μετοχοποίησης του επενδυθέντος κεφαλαίου του ενάγοντος και ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στην ύπαρξη ή τη διακοπή της αιτιώδους συνάφειας η μετοχοποίηση και των λοιπών αξιογράφων εκδόσεως της πρώτης των εναγομένων.

Η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων συνδέεται αιτιωδώς προς την επελθούσα ζημία της περιουσίας του ενάγοντος, η οποία προκλήθηκε εξαιτίας του ότι η επένδυση στο πολύπλοκο χρηματοοικονομικό προϊόν των ΜΑΕΚ επιχειρήθηκε χωρίς να προηγηθεί η παροχή αναγκαίας ενημέρωσης, ώστε να κατανοήσει τη μορφή και το περιεχόμενο να αποφασίσει εάν θα επιλέξει την προτεινόμενη τοποθέτηση του κεφαλαίου αναλαμβάνοντας, μέσω της επιλογής του, όσους κινδύνους συνδέονται με αυτήν.........

Από την προπεριγραφείσα υπαίτια, παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων, οι οποίες δεν τήρησαν τις υποχρεώσεις σαφούς πληροφόρησης και πλήρους διαφώτισης, που επιβάλλονται από την καλή πίστη, την γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας στις συναλλαγές, καθώς και τις προστατευτικές των συμφερόντων του επενδυτή και του καταναλωτή διατάξεις, ο ενάγων υπέστη αιτιωδώς συνδεόμενη με την υπαίτια αμελή παράλειψη των εναγομένων υλική ζημία από την μονομερή μετοχοποίηση και απώλεια του επενδεδυμένου σε ΜΑΕΚ κεφαλαίου του.

Από την ονομαστική αξία αυτού, ήτοι από το ποσό των 320.000 ευρώ, πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 86.450 ευρώ συνολικά, που αντιστοιχεί: α) στην αξία των μετοχών, ύψους 3.200 ευρώ, με τις οποίες ο ενάγων συμμετέχει στο μετοχικό κεφάλαιο της πρώτης των εναγομένων και β) στο ποσό του τιμήματος, ύψους 83.250 ευρώ, το οποίο θα εισέπραττε ο ενάγων κατά την μεταπώληση τους στη δευτερογενή αγορά, συνεπώς η θετική του ζημία ανέρχεται στην προκύπτουσα διαφορά, ήτοι στο ποσό των 233.550 ευρώ συνολικά [320.000-(3.200+83.250) 86.450]..........".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσία έφεση των αναιρεσειουσών, εξαφάνισε την πρωτόδικη 159/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και δέχτηκε εν μέρει την αγωγή του αναιρεσίβλητου, υποχρεώνοντας τις αναιρεσείουσες, σε ολόκληρο η καθεμία, να του καταβάλουν το ποσό των 238.550 ευρώ.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 342 και 914 ΑΚ, καθόσον τα πιο πάνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνιστούν, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, αυτοτελώς και ανεξάρτητα από τη σύμβαση, παράνομη και υπαίτια (υπό τη μορφή της αμέλειας) συμπεριφορά της δεύτερης αναιρεσείουσας, προστηθείσας υπαλλήλου της πρώτης αναιρεσείουσας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την επελθούσα στον αναιρεσίβλητο ζημία, αφού ήταν ικανή, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη βλάβη αυτή, την οποία και επέφερε, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να στοιχειοθετείται, με την εν λόγω συμπεριφορά της προστηθείσας δεύτερης αναιρεσείουσας, αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειουσών και να δικαιολογείται, έτσι, η παραδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου.

Ορθά, επίσης, το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις, απορρίπτοντας εκ του πράγματος τον ισχυρισμό των αναιρεσειουσών ότι ο αιτιώδης αυτός σύνδεσμος διακόπηκε με τη μεσολάβηση της ψήφισης του ειδικού νόμου στις 22.3.2013 και τα κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθέντα Διατάγματα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για την θέση της πρώτης αναιρεσείουσας σε εξυγίανση, δυνάμει των οποίων τα ως άνω ΜΑΕΚ μετατράπηκαν υποχρεωτικά σε μετοχές-Δ` τάξεως και, στη συνέχεια, σε συνήθεις μετοχές της τράπεζας, με ονομαστική αξία εκάστης 0,01 ευρώ, καθόσον, με βάση όσα δέχθηκε το Εφετείο για το ζημιογόνο γεγονός, τη ζημία του αναιρεσίβλητου και τη μεταξύ αυτών σύνδεση, το επελθόν αποτέλεσμα της ζημίας δεν επηρεάσθηκε ως προς την επέλευσή του από τον ως άνω, μεταγενέστερο, ειδικό νόμο της 22.3.2013 "περί Εξυγίανσης Τραπεζικών και Άλλων Ιδρυμάτων" και τα κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθέντα Διατάγματα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, τα οποία επομένως αποτελούν γεγονότα αδιάφορα για το κρίσιμο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας, ως μεταγενέστερα του χρόνου επέλευσης της ζημίας, δεδομένου ότι, χωρίς την πλημμελή πληροφόρηση και συμβουλή, δηλαδή υπό συνθήκες σωστής πληροφόρησης για τα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης επένδυσης, ο επενδυτής αναιρεσίβλητος δεν θα είχε επιλέξει να προχωρήσει σ' αυτή και θα απείχε από τη συγκεκριμένη τοποθέτηση των χρημάτων του, διατηρώντας αυτά στην περιουσία του, και έτσι η αγορά των ένδικων ομολόγων αποφασίσθηκε ως αποτέλεσμα της παράβασης, η οποία εμφιλοχώρησε κατά το στάδιο πριν από την αγορά τους, ως συνέπεια της πλημμελούς πληροφόρησης και συμβουλής εκ μέρους της δεύτερης αναιρεσείουσας και, ως εκ τούτου, η ίδια η αγορά των ομολόγων, άρα και η ίδια η τοποθέτηση των χρηματικών ποσών, οι οποίες δεν απετράπησαν, είναι το επιζήμιο αποτέλεσμα του προηγηθέντος σφάλματος της πρώτης αναιρεσείουσας τράπεζας.

Η κεφαλαιακή δε ανεπάρκεια της πρώτης αναιρεσείουσας προκάλεσε την ως άνω κρατική παρέμβαση και όχι η κρατική παρέμβαση την ανεπάρκεια. Επομένως, κατ' εφαρμογή της θεωρίας της διαφοράς (σύγκριση υποθετικής με υπάρχουσα περιουσιακή κατάσταση), η αποκαταστατέα ζημία, που συνδέεται αιτιωδώς με τις γενόμενες δεκτές ως παράνομες πράξεις των αναιρεσειουσών, ταυτοποιείται στο ύψος των χρηματικών ποσών που ο αναιρεσίβλητος τοποθέτησε στη συγκεκριμένη επένδυση (θετική ζημία) και αποκαθίσταται μέσω της απόδοσής τους.

Η πλήρωση δε του αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στο νόμιμο λόγο ευθύνης και στη ζημία είναι από τα πράγματα πρόδηλη, αφού χωρίς τη συγκεκριμένη πράξη δεν θα είχαν επενδυθεί τα ποσά και θα είχε αποφευχθεί η ζημία του αναιρεσίβλητου, η οποία, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επήλθε ήδη κατά τον χρόνο σύναψης της επίδικης σύμβασης, δεδομένου ότι συνεπεία της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της δεύτερης αναιρεσείουσας, προστηθείσας της πρώτης αναιρεσείουσας, ο αναιρεσίβλητος διέθεσε στην πρώτη αναιρεσείουσα τα (ισόποσα με τη ζημία του) χρηματικά ποσά και έλαβε ως αντιπαροχή, όχι αυτό που προσδοκούσε, αλλά άληκτους υβριδικούς τίτλους χωρίς καμία υποχρέωση της πρώτης αναιρεσείουσας για εξαγορά τους, αφού μόνο προαιρετικό ήταν το δικαίωμά της αυτό, με αποτέλεσμα να υπάρχει χρονική σύμπτωση μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της προκληθείσας εξ αυτού ζημίας.

Σε κάθε περίπτωση, ο απορριφθείς ισχυρισμός των αναιρεσειουσών περί διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 1177/2018), δεδομένου ότι το αν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος ή εάν επήλθε η όχι διακοπή αυτού είναι ζητήματα πραγματικά, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Και τούτο γιατί είναι όντως πραγματικό ζήτημα το αν ένα γεγονός υπήρξε στη συγκεκριμένη περίπτωση αιτία, με την έννοια του αναγκαίου όρου, ενός αποτελέσματος ή αντίστροφα, καθώς και το εάν μεταξύ του γεγονότος και του αποτελέσματος μεσολάβησε ένα άλλο γεγονός, το οποίο διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο με το πρώτο και επέφερε αποκλειστικά το αποτέλεσμα (ΑΠ 1426/2021, ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 1305/2005).

Επομένως, ο πρώτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις ως προς το ουσιώδες ζήτημα της πρόκλησης ζημίας στον αναιρεσίβλητο και του προσδιορισμού του ύψους αυτής, δεχόμενο, ειδικότερα, ότι η ζημία του αναιρεσιβλήτου συνίσταται στην αδυναμία του να εισπράξει, εξ αιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των αναιρεσειουσών και της φύσης του επιδίκου επενδυτικού προϊόντος, το επενδεδυμένο κεφάλαιό του στο σύνολό του και ότι, συνεπώς, αυτή ανήλθε κατ' αρχάς στο ποσό των 320.000 ευρώ και όχι στο ποσό των 70.000 ευρώ, όπως εσφαλμένα διατείνονται οι αναιρεσείουσες.

Το γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν κάτοχος 250.000 τίτλων ΜΑΚ, τους οποίους κατά την κατάρτιση της σύμβασης για αγορά των ΜΑΕΚ, μετέτρεψε σε τίτλους ΜΑΕΚ, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, συμφωνήθηκε η αγορά 320.000 τίτλων ΜΑΕΚ με την καταβολή του ποσού των 320.000 ευρώ, το οποίο ο αναιρεσίβλητος πράγματι κατέβαλε, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με την μετατροπή των 250.000 τίτλων ΜΑΚ, η αξία των οποίων ανερχόταν στις 250.000 ευρώ, και με την μεταφορά, από κλειστό προθεσμιακό λογαριασμό που τηρούσε στην ίδια τράπεζα, ποσού 70.000 ευρώ και, ως εκ τούτου, το επενδεδυμένο κεφάλαιό του ανερχόταν στο παραπάνω ποσό των 320.000 ευρώ.

Επομένως, ο τέταρτος, από τον αρ . 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο ως άνω λόγο, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι το Εφετείο όφειλε, για τον προσδιορισμό της ζημίας του αναιρεσιβλήτου, να υπολογίσει αφενός την περιουσία, που αυτός θα είχε αν δεν είχε επενδύσει σε ΜΑΕΚ, στις 12.5.2011, και η οποία ανερχόταν στο ποσό των 70.000 ευρώ, που κατέβαλε για την αγορά των ΜΑΕΚ, και σε 250.000 τίτλους ΜΑΚ και όχι σε 250.000 ευρώ σε μετρητά, και αφετέρου της περιουσίας που θα είχε μετά την επέλευση της ζημίας, και όφειλε να επιδικάσει το ποσό των 70.000 ευρώ και μόνο, κατ' αρχήν, ως αποζημίωση, από το οποίο στη συνεχεία να αφαιρεθεί το ποσό που καταλόγισε σε βάρος του λόγω της συνυπαιτιότητάς του στην έκταση της ζημίας του, δεδομένου ότι κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής (28.3.2014), θα είχε απωλέσει τους 250.000 τίτλους ΜΑΚ και θα κατείχε αντ' αυτών μετοχές απομειωθείσας αξίας.

Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, ως προς την αιτίαση αυτή, είναι απαράδεκτος ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι ο αναιρεσίβλητος, εάν δεν είχε μεσολαβήσει η αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειουσών, θα διατηρούσε την επένδυσή του στους τίτλους ΜΑΚ, πλην, όμως, δεν διαλαμβάνεται σχετική παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα με τις υποστηρίζουσες αυτό παραδοχές:

α) "...η δεύτερη των εναγομένων δεν του παρείχε (ενν. στον αναιρεσίβλητο) με πληρότητα και κατά τρόπο κατανοητό όσες πληροφορίες θα του ήταν απαραίτητες ώστε να αποφασίσει εάν θα αποδεχτεί ή θα απορρίψει την προτεινόμενη από την ίδια επένδυση του κεφαλαίου του σε ΜΑΕΚ. Επίσης δεν επισημάνθηκε εκ μέρους της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της,...

η προαναφερόμενη διαφορά ανάμεσα στα ΜΑΕΚ, στα ΜΧ 2013/18 και στα ΜΑΚ, στα οποία είχε σε προγενέστερο χρόνο ο ίδιος επενδύσει", β) "...η δεύτερη των εναγομένων ...δεν κατέβαλε την επιμέλεια που απαιτείται για τον μέσο συνετό υπάλληλο τραπεζικού ιδρύματος....ουδόλως ανέλυσε, αν και όφειλε, στον ενάγοντα ότι τα συγκεκριμένα χρεόγραφα είχαν το χαρακτήρα των άληκτων ομολόγων και περιέκλειαν υψηλότατο κίνδυνο.....ουδόλως έλαβε υπόψη τις ανάγκες του, τις οποίες είχε διατυπώσει στην ίδια προφορικά, για μια ασφαλή τοποθέτηση του κεφαλαίου του και περαιτέρω για μια ικανοποιητική απόδοση κέρδους...", γ) "....η αμελής συμπεριφορά της δεύτερης των εναγομένων.....

συνιστά υπαίτια και παράνομη αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεων της πρώτης των εναγομένων που συνδέεται με την επελθούσα περιουσιακή ζημία του ενάγοντος, καθόσον παραβιάστηκε το καθήκον διαφύλαξης των συμφερόντων του, για αυτό και θεμελιώνει δικαίωμα αποζημιώσεως..", δ) "...η δεύτερη των εναγομένων παρέλειψε, όπως είχε υποχρέωση, να τον ενημερώσει σχετικά με τα χαρακτηριστικά της επένδυσης, την οποία του υπέδειξε να επιχειρήσει, με συνέπεια αυτός να μην έχει κατανοήσει τουλάχιστον τους κινδύνους και να υποστεί απώλεια του κεφαλαίου...", ε) Η ανωτέρω παράλειψη της δεύτερης των εναγομένων ανάγεται...

στην μη καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης και παροχής κατάλληλης επενδυτικής συμβουλής, ήτοι στην παράβαση των προβλεπομένων υποχρεώσεων με βάση τις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΠΕΠΕΥ)". Ενόψει των παραδοχών αυτών, η επί μέρους παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι "αποδεικνύεται επαρκής ενημέρωση του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου) σχετικά με τα χαρακτηριστικά και ιδίως με τα μειονεκτήματα του νέου αυτού επενδυτικού προϊόντος και μάλιστα σε σύγκριση με τα παλαιότερα παρεμφερή επενδυτικά προϊόντα, εκδόσεως της πρώτης των εναγομένων (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα)", δεν δημιουργεί αντίφαση σε σχέση με τις παραπάνω εκτεθείσες, όλες ομοίου περιεχομένου, παραδοχές και ειδικότερα με την περαιτέρω παραδοχή "ότι η δεύτερη των εναγομένων παρέλειψε, όπως είχε υποχρέωση, να τον ενημερώσει σχετικά με τα χαρακτηριστικά της επένδυσης, την οποία του υπέδειξε να επιχειρήσει, με συνέπεια αυτός να μην έχει κατανοήσει τουλάχιστον τους κινδύνους και να υποστεί απώλεια του κεφαλαίου", καθόσον από το όλο περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχεται αμελή συμπεριφορά της δεύτερης αναιρεσείουσας - προστηθείσας υπαλλήλου της πρώτης αναιρεσείουσας, λόγω έλλειψης ενημέρωσης του αναιρεσιβλήτου, με επανάληψη μάλιστα της εν λόγω παραδοχής σε πολλά σημεία της ελάσσονος πρότασής του, και ως εκ τούτου είναι βέβαιο, ότι η επικαλούμενη από τις αναιρεσείουσες ως άνω επίμαχη παραδοχή, οφείλεται σε προφανή φραστική παραδρομή του δικαστηρίου και δεν δημιουργεί ασάφεια ή αντίφαση ως προς το τι δέχεται, τελικώς, το δικαστήριο της ουσίας για να στηρίξει το διατακτικό του, αφού από το όλο περιεχόμενο της απόφασης και ιδιαίτερα από το σύνολο των λοιπών σαφών και επαναλαμβανόμενων παραδοχών ανενδοιάστως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχεται έλλειψη και οπωσδήποτε ανεπαρκή και πλημμελή ενημέρωση του αναιρεσιβλήτου εκ μέρους της δεύτερης αναιρεσείουσας.

Δηλαδή, το Εφετείο, μετά την απόκρουση του αγωγικού ισχυρισμού περί δόλου των αναιρεσειουσών, επανέρχεται στην αποδεικνυόμενη, σύμφωνα με τις ήδη εκτεθείσες κατά την ιστορική έκθεση των πραγματικών περιστατικών παραδοχές του, αμελή συμπεριφορά της υπαλλήλου, όπου και παρεισέφρυσε το φραστικό λάθος "επαρκής" αντί του ορθού "ανεπαρκής" ενημέρωση, όπως τούτο σαφώς προκύπτει και από τις νοηματικά, με την επίμαχη παραδοχή συνδεόμενες αμέσως επόμενες παραδοχές, όπου αιτιολογεί περαιτέρω την έλλειψη επαρκούς ενημέρωσης του αναιρεσιβλήτου, αναφέροντας "...Βέβαια στο περιεχόμενο της ανωτέρω αίτησης που έχει υπογράψει ο ενάγων διαλαμβάνεται ότι έχει λάβει γνώση των όρων έκδοσης των ΜΑΕΚ, οι οποίοι περιέχονται στο σχετικό δελτίο...

Ωστόσο δεν έγινε επισήμανση στον ενάγοντα ότι πρέπει πριν από την υπογραφή της αίτησης να προστρέξει στο περιεχόμενο του εν λόγω ενημερωτικού δελτίου, το οποίο δεν του παρέδωσε η δεύτερη των εναγομένων ούτε του απεστάλη από την πρώτη των εναγομένων.... Όμως η μελέτη του πολυσέλιδου ενημερωτικού δελτίου δεν θα ήταν ευχερής για τον ενάγοντα, καθόσον οι συγκεκριμένοι όροι, οι οποίοι αφορούσαν στους κινδύνους της επένδυσης δυσνόητοι ενόψει και της ελλείψεως επαρκούς εμπειρίας του ενάγοντος σε ανάλογα προϊόντα....

Εάν όμως η πρώτη των εναγομένων είχε προμηθεύσει τον ενάγοντα με το ενημερωτικό δελτίο της εκδότριας πρώτης των εναγομένων και παράλληλα είχε αναπτύξει και αναλύσει τις δυσνόητες για τον μέσο συναλλασσόμενο ιδιώτη επενδυτή έννοιες αυτού, προκειμένου να του εξηγήσει το περιεχόμενο της συναλλακτικής σχέσης που περιγράφεται στο έγγραφο αυτό, είναι βέβαιο ότι ο ενάγων θα είχε αρνηθεί να επιχειρήσει την προτεινόμενη εκ μέρους της τοποθέτηση του κεφαλαίου του".

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, καθόσον στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού εκτίθενται πραγματικά περιστατικά που αντιφάσκουν μεταξύ τους, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική της βάση στηρίζοντας το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και· η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 25/2003, 3/1997).

Πράγματα κατά την παραπάνω έννοια αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, εφόσον όμως έχουν αυτοτέλεια και η παραδοχή τους οδηγεί σε εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασής (ΑΠ 1057/2011, ΑΠ 570/2008). Αντίθετα, λόγοι έφεσης που αφορούν σέ απλές αρνήσεις των διαδίκων ή σε επιχειρήματα και συμπεράσματα τους από την εκτίμηση των αποδείξεων δεν έχουν αυτοτέλεια και η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει ειδικά σ' αυτούς δεν ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Δεν στοιχειοθετείται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης και αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριό της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 15/2020, ΑΠ Ί386/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 70/2008, ΑΠ 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1072-3/2005, ΑΠ 798/2010).

Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ` ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα ((ΑΠ 393/2018, ΑΠ 455/2014, ΑΠ 58/2008, ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 1072/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη και άφησε αναπάντητο προβληθέντα ισχυρισμό και αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους ότι ο αναιρεσίβλητος, υπό την ιδιότητά του ως κατόχου των ΜΑΚ, είχε λάβει την από 20.4.2011 ενημερωτική επιστολή, που περιείχε τους όρους των ΜΑΕΚ με τρόπο ευσύνοπτο και εύληπτο.

Ωστόσο, ο ως άνω ισχυρισμός είναι αρνητικός της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της δεύτερης αναιρεσείουσας, προστηθείσας υπαλλήλου της πρώτης αναιρεσείουσας και όχι "πράγμα" υπό την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, που είχαν προσκομισθεί με επίκληση από τους διαδίκους, προκύπτει ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό δε και με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, όπως έχει αναφερθεί παραπάνω, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την ως άνω φερόμενη ως αγνοηθείσα επιστολή.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 8-και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος (όσον αφορά τον αριθμό 8) και αβάσιμος (όσον αφορά τον αριθμό 11) .

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 288, 914, 930 παρ.3 ΑΚ, προκύπτει ότι η αποζημίωση, την οποία οφείλει ο παρά τον νόμο ζημιώσας άλλον υπαιτίως, περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος μετά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος και εκείνης, στην οποία θα τελούσε ο ζημιωθείς αν δεν συνέβαινε αυτό το γεγονός.

Όταν δε από το ίδιο ζημιογόνο γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, με την έννοια ότι το γεγονός (αυτό) ήταν πρόσφορο να παραγάγει το όφελος, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΚ 298), πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Σε περίπτωση, επομένως, ωφέλειας από το ζημιογόνο γεγονός επιβάλλεται για τον προσδιορισμό της ζημίας, εφόσον υποβληθεί σχετική ένσταση, ο συνυπολογισμός του οφέλους που προέκυψε, εκτός αν τέτοιος συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη (ΑΠ 244/2016).

Ειδικότερα, όταν ο υπόχρεος να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα είναι και ο ίδιος υπόχρεος να χορηγήσει στον ζημιωθέντα και την ωφέλεια, είναι δυνατόν από τις γενικές διατάξεις του δικαίου να μην δικαιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση ο συνυπολογισμός της ωφέλειας στη ζημία, είναι δε επίσης δυνατόν η καλή πίστη να μην ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος (ΑΠ 1185/2021, ΑΠ 1286/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, δέχθηκε τα εξής: "..... Περαιτέρω, ο ισχυρισμός των εναγομένων, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στα άρθρα 298 εδ.α και 930 παρ.3 ΑΚ, ως ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους κατά το ποσό των 18.168,53 ευρώ από τις αποδόσεις των τόκων των ΜΑΕΚ, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι οι αποδόσεις αυτές δεν συνιστούν κέρδος τους ενάγοντος από τη ζημία του, αλλά απορρέουν από τη σύμβαση, που κατήρτισε με την πρώτη των εναγομένων, εκδότρια των ΜΑΕΚ, που προέβλεπε τις συγκεκριμένες απολήψεις.

Ειδικότερα, το ως άνω ποσό αποτελεί κέρδος του ενάγοντος από την κατοχή των επίδικων τίτλων, πλην όμως το κέρδος αυτό δεν προέρχεται από τη ζημία που αυτός υπέστη εξαιτίας της απώλειας του κεφαλαίου του. Το κέρδος προέρχεται από την παραχώρηση του κεφαλαίου του στην εναγόμενη τράπεζα, η οποία εκμεταλλεύτηκε με τον προσφορότερο γι' αυτήν τρόπο, αποδίδοντας τους συμφωνημένους καρπούς του...".

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ανωτέρω ένσταση αναφορικά με το ποσό των τόκων, που ο ενάγων έλαβε ως απόδοση των ανωτέρω τίτλων ΜΑΕΚ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298 εδ.α`, 914 και 930 παρ.3 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον, ενόψει του ότι προϋπόθεση για τον συνυπολογισμό είναι να προήλθε το κέρδος και η ζημία από το ίδιο επιζήμιο γεγονός, δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, αφού το Εφετείο δέχθηκε, ειδικότερα, ότι το κέρδος δεν προκλήθηκε από το επιζήμιο γεγονός της απώλειας του κεφαλαίου του αναιρεσίβλητου, η οποία οφείλεται στην παράνομη και υπαίτια (αμελή) συμπεριφορά της δεύτερης αναιρεσέιουσας, προστηθείσας υπαλλήλου της πρώτης αναιρεσείουσας, που του δημιούργησε την πεπλανημένη πεποίθηση πως θα του αποδίδονταν μετά από ορισμένο χρονικό διάστημα ακέραιο το κεφάλαιο της επένδυσής του, πράγμα που αποτελούσε βασικό σκοπό αυτής της επένδυσης, αλλά από το (μη επιζήμιο, διαφορετικό) γεγονός της παραχώρησης του κεφαλαίου του προς εκμετάλλευση, που στηριζόταν στην απόκτηση της κυριότητας των τίτλων ΜΑΕΚ και απέδωσαν ως καρπούς τους εισπραχθέντες από τον αναιρεσίβλητο τόκους, τους οποίους αυτός επίσης ανέμενε να αποκομίσει..

Επομένως ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο είναι αβάσιμος.

Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που έχει υποβάλει προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΙΙ) Επί της από 30.5.2018 αίτησης αναίρεσης του Γ. Κ.. Η έλλειψη μείζονος πρότασης στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η παράλειψη, δηλαδή, παράθεσης των διατάξεων, στις οποίες στηρίζεται το αίτημα της αγωγής ή ένσταση, όπως και η ατελής ή η αντιφατική παράθεση των διατάξεων αυτών ή η παντελής έλλειψη αιτιολόγησης της ερμηνευτικής εκδοχής του δικαστηρίου της ουσίας σε σχέση με την αγωγή ή την ένσταση ή η ελλιπής ή αντιφατική σχετική αιτιολόγηση ως προς την ερμηνευτική εκδοχή, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα για τους λόγους του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ.

Και τούτο, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει, ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο, ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης, αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως αιτιολογίες, όμως, νοούνται στη σχετική διάταξη μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές βάσει των αποδειχθέντων ή μη πραγματικών γεγονότων, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου και όχι τα επιχειρήματα του Δικαστηρίου κατά το στάδιο αξιολόγησης των αποδείξεων.

Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα κ.λπ. αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί, κατά το άρθρο 578 του ΚΠολΔ, να τις συμπληρώσει (ΑΠ 1186/2021, ΑΠ 302/2020, ΑΠ 900/2011).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου του 559 του ΚΠολΔ και ειδικά ότι το Εφετείο, την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος που προέβαλαν με την έφεσή τους οι αναιρεσίβλητες, την εξέλαβε ως ένσταση συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας και η υπαγωγή του ισχυρισμού αυτού στην έννοια της ένστασης αυτής είναι εσφαλμένη και δεν ήταν εφαρμοστές οι διατάξεις των άρθρων 298 εδ.α και 930 παρ.3 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 300 ΑΚ.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, η επικαλούμενη ατελής ή η αντιφατική παράθεση διατάξεων στις οποίες στηρίζεται το αίτημα της ένστασης, δεν στοιχειοθετεί αναιρετικό λόγο. Σε κάθε περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο αφενός μεν, παραθέτοντας το άρθρο 300 ΑΚ περί ζημίας από οικείο πταίσμα, χαρακτηρίζει τον σχετικό ισχυρισμό των αναιρεσίβλητων ως ένσταση συντρέχοντος πταίσματος, αφετέρου δε από τις παραδοχές της σαφώς συνάγεται ότι τα εκτιθέμενα περιστατικά του ισχυρισμού των αναιρεσίβλητων τα υπήγαγε στο άρθρο 300 ΑΚ περί συντρέχοντος πταίσματος.

Κατά το άρθρο 300 παρ.1 εδ. α` ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι: α) η ύπαρξη υποχρέωσης προς αποζημίωση και β) ο ζημιωθείς να συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία του ή την έκτασή της, δηλαδή η συμπεριφορά του να συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση ή την έκταση της ζημίας του.

Η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική και γι' αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη ή μη συντρέχοντος πταίσματός του ζημιωθέντος για την επέλευση της ζημίας του ή την έκτασή της, δηλαδή ως προς το αν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτά ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 55172020, ΑΠ 867/2020, ΑΠ 188/2015, ΑΠ 1673/2013).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 244/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "...Τέλος, ο ισχυρισμός των εναγομένων, που θεμελιώνεται στα ίδια ανωτέρω άρθρα 298 εδ.α και 930 παρ.3 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 300 ΑΚ, ως ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους κατά το ποσό των 83.250 ευρώ από την αξία μεταπώλησης των επίδικων ΜΑΕΚ, είναι νόμιμη, διότι υπό τα επικαλούμενα με την ένσταση πραγματικά περιστατικά συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του νόμου για τη θεμελίωσή της.

Σε σχέση με τον προβαλλόμενο αυτό ισχυρισμό αποδείχθηκε ότι το ζημιογόνο αποτέλεσμα της απώλειας κεφαλαίου ήταν πρόσφορο να παραγάγει το επικαλούμενο όφελος κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, καθόσον, μολονότι ο ενάγων ενημερώθηκε με την από 12.7.2012 επιστολή της CISCO ότι το χαρτοφυλάκιό του είχε αξία 83.250 ευρώ, ωστόσο ο ίδιος εξακολουθούσε να διακρατεί τους τίτλους των 320.000 ΜΑΕΚ, ενώ αν είχε αναγκαστεί να τους πωλήσει κατά τον συγκεκριμένο χρόνο στη δευτερογενή αγορά (ΧΑΚ και ΧΑΑ), για να περισώσει το κεφάλαιό του από τη δραματική μείωση, που δεν του άφηνε περιθώρια για άλλη επιλογή, θα είχε περιορίσει ανάλογα τη ζημία του και αντιστοίχως η δικαστική επιδίωξη κατά των εναγομένων θα είχε περιοριστεί στο υπόλοιπο ποσό αυτής.

Εξάλλου, στην αναπόφευκτη αυτή ενέργεια, δεν θα μπορούσε να είχε προβεί ο ενάγων σε προηγούμενο χρόνο, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, διότι πράγματι λάμβανε statements που αποτύπωναν την φθίνουσα αποτίμηση της αξίας του χαρτοφυλακίου του, πλην όμως αυτός αγνοούσε μέχρι τότε τους προαναφερόμενους δυσμενείς όρους της επένδυσής του και θεωρούσε, ότι η χρηματιστηριακή αξία της δεν επηρεάζει το κεφάλαιό του.

Κατ' ακολουθία πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσία βάσιμος κατά το ανωτέρω ποσό ο σχετικός έκτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο οι εναγόμενοι επαναφέρουν τον προτεινόμενο και πρωτοδίκως ισχυρισμό τους. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση και με την παραδοχή ότι ο ενάγων δεν ήταν συμβατός για τη διενέργεια συναλλαγών στις χρηματιστηριακές αγορές, απέρριψε ως ουσία αβάσιμη τη σχετική ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος στην έκταση της ζημίας του, έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις.".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, κατά την υπαγωγή των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών, τις νομικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 ΑΚ. διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, όσον αφορά τον ισχυρισμό περί ζημίας εξ οικείου πταίσματος του αναιρεσείοντος.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις ως άνω παραδοχές της, αναφέρεται ότι α) οι εναγόμενες είχαν υποχρέωση προς αποζημίωση, λόγω της αμελούς και παράνομης συμπεριφοράς της δεύτερης εξ αυτών, προστηθείσας υπαλλήλου της πρώτης, να ενημερώσει, διαφωτίσει και καθοδηγήσει τον ενάγοντα κατά την κατάρτιση της σύμβασης αγοράς των επίδικων τίτλων ΜΑΕΚ, ως προς τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους που παρουσιάζουν οι τίτλοι αυτοί, καθώς επίσης και το ύψος της ζημίας που υπέστη εκ του λόγου αυτού, β) ότι ο ενάγων συντέλεσε από δικό του πταίσμα στην ζημία, αφού, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, από τις 12.7.2012, που ενημερώθηκε με επιστολή της CISCO (Κυπριακός Οργανισμός Επενδύσεων και Αξιών) ότι η αξία του χαρτοφυλακίου του ανερχόταν στο ποσό των 83.250 ευρώ, δεν προέβη στην πώληση μέσω της δευτερογενούς αγοράς των τίτλων ΜΑΕΚ που κατείχε, δεδομένου ότι από το χρονικό αυτό σημείο είχε και τη δυνατότητα αλλά και γνώριζε πλέον ότι η φθίνουσα αποτίμηση της αξίας του χαρτοφυλακίου επηρεάζει το κεφάλαιό του, πράγμα που δεν γνώριζε κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα, παρά την επιστολή των statements που αποτύπωναν την φθίνουσα αυτή αποτίμηση, περιστατικά που συγκροτούν την έννοια της συνυπαιτιότητας ως προς την επέλευση της ζημίας και γ) .ότι υφίσταται αιτιώδης 'σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής του ενάγοντος με την επέλευση της ζημίας του, αφού από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης συνάγεται ότι με την ανωτέρω παράλειψη του ενάγοντος να πωλήσει τους τίτλους δεν περιορίστηκε ανάλογα, κατά το ποσό των 83.250 ευρώ, η ζημία του.

Επομένως ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για έλλειψη νόμιμης βάσης είναι αβάσιμος. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω ήττας του, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 27.6.2018 αίτηση των: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" και 2) Α. Α. και την από 30.5.2018 αίτηση του Γ. Κ., για αναίρεση της 70/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Απορρίπτει την από 27.6.2018 αίτηση των: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" και 2) Α. Α. για αναίρεση της 70/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που ορίζει σε δύο χιλιάδες και επτακόσια (2.700) ευρώ.

Απορρίπτει την από 30.5.2018 αίτηση του Γ. Κ., για αναίρεση της 70/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων που ορίζει σε δύο χιλιάδες και επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ