Legislator Case Law & Legislation
1083/2021 AI generated

Supreme Court annuls labor court decision for abuse of right due to contradictory conduct and lack of reasoning.

Case Number 1083/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance Court's decision rejecting the employee's claim for unpaid wages. The Court found the employee's prior conduct, including a declaration of no claim while receiving money, constituted an abuse of right that contradicted good faith. Consequently, the case was remanded to the First Instance Court for further examination with the losing party ordered to pay costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 and 560 of the Code of Civil Procedure; The right to sue is considered exercised abusively when prior conduct or circumstances make its subsequent exercise unacceptable, requiring the court to annul the decision and remand the case for further investigation.

Keywords

AI generated
abuse of right labor dispute good faith principle contradictory conduct remand for retrial unpaid wages abuse of litigation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 560, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 and 144 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 588/1993
AP 1789/2002
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1083 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1083/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Παναγιώτη Αθανασόπουλο- Εισηγητή και Ελένη Κατσούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Ψ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μπούγα, ο οποίος ανακάλεσε την από 9/11/2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αναγνωστόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/1/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Άμφισσας Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 402/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 10/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/2/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 26-2-2019 και με αριθμό καταθέσεως 6/2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 10/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσσας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων μετά από άσκηση της από 7-3-2018 εφέσεως, κατά της εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμό 402/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Άμφισσας. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή ως βάσιμη η πιο πάνω έφεση του εκκαλούντος Χ. Τ. και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφανίσθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απορρίφθηκε, ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 29-1-2015 αγωγή του αναιρεσείοντος Χ. Ψ..

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 560, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Τούτο συμβαίνει ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο αλλά πάντως μικρότερο απ'αυτόν της παραγραφής δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο να εξέρχεται των ορίων, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του. (βλ.Ολ. ΑΠ 7/2002, Ολ.ΑΠ 8/2001). Η διακρίβωση των πράξεων με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια, είναι νομική και επομένως υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Ο Άρειος Πάγος δηλαδή ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 8/2018, ΑΠ 1352/2011 και ΑΠ 125/2011).

Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης (μετά την 1/1/2016) της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, ορίζεται ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επομένως προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας. Η διάταξη αυτή, η οποία είναι κατά λέξη ταυτόσημη εκείνης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει δε από αυτή ότι ο προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας" ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σ'αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2016).

Στη προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος εργοδότης προέβαλε τόσο ενώπιον του Ειρηνοδικείου, όσο και ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως των δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος ενάγοντος εργαζομένου, η οποία απορρίφθηκε, ως ουσία αβάσιμη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώ αντίθετα έγινε δεκτή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Αναφορικά με την ένσταση αυτή του άρθρου 281 ΑΚ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: Ότι με το από 25/7/2013 ιδιωτικό συμφωνητικό ο ενάγων δήλωσε ότι παραιτείται από οποιαδήποτε αξίωσή του από την εργασιακή σχέση και θεωρεί, ότι με το ποσό των 13.000 ευρώ που εισέπραξε από τον εργοδότη του εξοφλούνται όλες οι αξιώσεις του.

Ότι εξοφλήθηκε ολοσχερώς το πιο πάνω ποσό στις 30/5/2014. Ότι από την υπογραφή του πιο πάνω συμφωνητικού μέχρι και την καταβολή της τελευταίας δόσης δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια εναντίον του εναγομένου εργοδότη του αναφορικά με τις αξιώσεις του, που απορρέουν από την ένδικη σύμβαση εργασίας. Ότι ζήτησε από την επιθεώρηση εργασίας να αποσταλεί στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Άμφισσας η καταγγελία του σχετικά με τα δεδουλευμένα.

Ότι η άσκηση της αγωγής του αντιφάσκει προς το καθήκον συνεπούς συμπεριφοράς, που απαιτείται από τους συναλλασσομένους, αφού είναι προφανές ότι δεν έλαβε υπόψη τις δικαιολογημένες προσδοκίες του εναγομένου, που γεννήθηκαν από την προηγούμενη συμπεριφορά. Ότι προκειμένου να εισπράξει το ποσό των 13.000 ευρώ, χωρίς να εμπλακεί σε δαπανηρές δικαστικές διαμάχες δήλωσε ότι δεν διατηρεί καμμία αξίωση από τη συμβατική σχέση εργασίας.

Ότι η δήλωσή του αυτή, ως δικαιοπραξία που ενέχει παραίτηση είναι μεν άκυρη αλλά σε συνδυασμό με το γεγονός ότι εισέπραττε χρήματα δεν προέβαλε οποιαδήποτε αξίωση αλλά μόλις έλαβε ολόκληρο το ποσό άσκησε αγωγή επιδεικνύοντας εξόχως καταχρηστική συμπεριφορά, που προσβάλλει το γενικό περί δικαίου αίσθημα.

Περαιτέρω, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, ως ουσία βάσιμη την πιο πάνω ένσταση του εναγομένου εργοδότη απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος. Κατόπιν αυτών η αναιρεσιβαλλομένη περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού α) δεν μνημονεύονται στο σκεπτικό ποιες ήταν οι δικαιολογημένες προσδοκίες του εναγομένου εργοδότη, που γεννήθηκαν από την προηγούμενη συμπεριφορά του ενάγοντος, β) δεν κρίθηκαν οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος ότι η άκυρη παραίτησή του (ΑΚ 3, 174, 178, 179 και 679, ΑΠ 588/1993 ΔΕΝ 49 1293 και ΑΠ 1789/2002 ΕΕΔ 62 797) ήταν αποτέλεσμα πιέσεων, οι υποχωρήσεις δεν ήταν αμοιβαίες αλλά μονομερείς και οι επιλυθείσες αμφισβητήσεις προσχηματικές, αφού ο εναγόμενος γνώριζε ότι εκτός των ποσών που κατέβαλε στο πλαίσιο της συμβιβαστικής επίλυσης όφειλε επιπροσθέτως και τα αιτούμενα στην αγωγή ποσά και γ) δεν περιέχονται αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν αναφέρεται εάν υπήρξε μακρά αδράνεια του ενάγοντος στην άσκηση της αγωγής, που να δημιούργησε βάσιμα την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να αξιώσει τα αιτούμενα με την αγωγή του ποσά ούτε αναφέρονται περιστατικά από τα οποία να προκλήθηκαν αφόρητες ή δυσμενείς και ποιες συγκεκριμένα συνέπειες για τον εναγόμενο, οι οποίες ανέτρεψαν την οικονομική του κατάσταση σε τέτοιο βαθμό, που να αποβαίνει καταχρηστική η αξίωση του ενάγοντος, ώστε να εισπράξει τις δεδουλευμένες αποδοχές του.

Επομένως κατά παραδοχή του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως ως βασίμου (άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ), πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 10/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοδικείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ