Legislator Case Law & Legislation
1083/2020 AI generated

Appeal dismissed; salary cuts deemed necessary for public financial recovery under Article 3 of Law 3833/2010.

Case Number 1083/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by employees against the Port of Piraeus regarding salary cuts. The court found that the reduction in wages was a necessary measure within a broader public financial recovery program aimed at restoring the national budget. Consequently, the court ruled that the cuts did not violate constitutional rights or international treaties, as they served a legitimate public interest.

Legislator headnote

AI generated

Articles 3 of Law 3833/2010; The reduction of public enterprise employees' salaries constitutes a measure of public interest justified by the urgent need for national financial recovery and does not violate constitutional or international law provisions.

Keywords

AI generated
public financial recovery salary cuts public enterprise constitutional rights international treaties public interest budgetary balance

Cited Legislation

AI generated
Article 3 of Law 3833/2010
Article 5 paragraph 1 of the Constitution
Article 22 paragraph 1 and 2 of the Constitution
Article 1 of the First Protocol of the ECHR
Article 11 of the ECHR
Articles 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure
Articles 143 paragraph 3, 104 and 96 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 4335/2014 of the Supreme Court

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1083 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1083/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ... έως 241) ... , που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βασιλείου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΓΡΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο " ΟΛΠ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Πειραιά και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτριου Λαγούρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν η 2397/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 534/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-11-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 143 παρ. 3, 104 και 96 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η επίδοση της κλήσης για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης μπορεί να γίνει εγκύρως και στον δικηγόρο που υπογράφει την αίτηση, ως πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος και ο οποίος τεκμαίρεται ότι τυγχάνει αντίκλητος του για την υπόθεση για την οποία υπέγραψε το σχετικό δικόγραφο και έχει, ως εκ τούτου, την κατά το άρθρο 142 του ίδιου Κώδικα εξουσία να παραλαμβάνει τα προς τον διάδικο που τον διόρισε απευθυνόμενα και αφορώντα στην υπόθεση δικόγραφα (ΑΠ 897/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την 7977/Γ29-11-2018 έκθεση επίδοσης του ... δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 7-11-2018 κλήσης της επισπεύδουσας αναιρεσίβλητης προς συζήτηση της από 15-11-2017 αίτησης αναιρέσεως κατά της 534/2017 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, μετά από ματαίωση της ορισθείσας για τη δικάσιμο της 6- 11-2018, στο τέλος της οποίας -κλήσης- είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, με κλήση προς τους αναιρεσείοντες, για να παραστούν κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον υπογράφοντα την αίτηση αναίρεσης ως πληρεξούσιο και αντίκλητο των αναιρεσειόντων δικηγόρο Δημήτριο Βασιλείου .Όμως οι αναιρεσείοντες Ν.

Γ. (86ος ), Δ. Τ. (109ος ), Α. Σ. (115ος ), Μ. Β. (130ος ) και Ά. Γ. του Θ. (201ος ) δεν εμφανίστηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε παραστάθηκαν με δήλωση κατ' άρθρο 242§2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

2.Κατά το άρθρ. 62 εδ.α ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρ. 73 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατο του (άρθρ. 35 ΑΚ). Εξ άλλου κατά το άρθρ. 313§1εδ.δ ΚΠολΔ η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που αποβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να ασκηθεί από τους κληρονόμους του, όπως για την αναίρεση ειδικότερα ορίζει το άρθρ. 556 ΚΠολΔ.

Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου ήδη αποβιώσαντος κατά την άσκησή της, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 1611/2011). Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι ο Α. Α., 41ος αναιρεσείων, απεβίωσε την 4/9/2014 (βλ. με αρ. πρωτ. .../8-6-2015 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου που συντάχθηκε από το Ληξίαρχο ΔΕ Αροανίας Δήμου Καλαβρύτων) δηλαδή σε χρόνο κατά πολύ προγενέστερο της άσκησης της υπό κρίση από 15-11-2017 αίτησης αναίρεσης κατά της 534/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Συνεπώς ως προς αυτόν η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης διαδικαστικής προϋπόθεσης δηλαδή του ίδιου υποκειμένου του δικογράφου της, που συνεπάγεται αναγκαίως και το απαράδεκτο της συμμετοχής στη δίκη και των φερομένων ως κληρονόμων, συζύγου και τέκνου του, αντίστοιχα, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Δημήτριος Βασιλείου, ο οποίος δήλωσε ότι συνεχίζουν τη δίκη, σύμφωνα με σχετική δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του δικαστηρίου αυτού. Περαιτέρω, ο ανωτέρω δικηγόρος με τις κατατεθείσες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις δήλωσε ότι ο αναιρεσείων Δ. Χ. του Κ., (98ος) απεβίωσε .Από την παραδεκτώς γενομένη κατά τα ανωτέρω δήλωση γνωστοποίησης του θανάτου με τις προτάσεις από τον Δημήτριο Βασιλείου, ως πληρεξούσιο δικηγόρο αυτού (ΚΠολΔ287) ( υπογράφοντα την υπό κρίση αίτηση και πληρεξούσιο δικηγόρο ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας) δημιουργούνται κενά ως προς τον ακριβή χρόνο επέλευσης του θανάτου του ανωτέρω αναιρεσείοντος τα οποία πρέπει να διευκρινισθούν με την προσκόμιση σχετικής ληξιαρχικής πράξης θανάτου, της οποίας δεν γίνεται επίκληση, ώστε να κριθεί αν συντρέχει τυχόν περίπτωση συνέχισής της ή μη.

Συνεπώς, ως προς τον ανωτέρω, απλό ομόδικο με τους λοιπούς αναιρεσείοντες, πρέπει να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο ως προς αυτόν. , σύμφωνα με το άρθ.254§1 ΚΠολΔ. που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΚΠολΔ.573§1) (ΑΠ609/2017) προκειμένου να προσκομισθούν ληξιαρχική πράξη θανάτου και σε περίπτωση συνέχισης αυτής τα νομιμοποιητικά έγγραφα των συνεχιζόντων τη δίκη.

3. Με την §1 του άρθρου πρώτου του ν. 2688/1999 το νομικό πρόσωπο Δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς", που ιδρύθηκε με το ν. 4748/1930 και αναμορφώθηκε με τον α.ν. 1559/1950, που κυρώθηκε με το ν. 1630/1951, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς ΑΕ" και με τον διακριτικό τίτλο "ΟΛΠ ΑΕ" (δηλ.

την αναιρεσίβλητη εναγομένη), η οποία είναι ανώνυμη εταιρεία κοινής ωφέλειας με σκοπό την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας και κατά νόμο (άρθρο τρίτο του ν. 2688/1999), ελέγχεται από το Ελληνικό Δημόσιο, δεδομένου ότι σε αυτό ανήκει η πλειοψηφία των μετοχών της.

Κατά το άρθρο 3 του ν.3833/2010 "Προστασία της εθνικής οικονομίας - Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης" (ΦΕΚ Α 40/15.3.2010) υπό τον παράτιτλο Εισοδηματική πολιτική έτους 2010, ορίζεται ότι "1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος και μέχρι 31.12.2010 απαγορεύεται η συνομολόγηση, καθώς και η χορήγηση ή η καταβολή, με οποιονδήποτε τρόπο και για οποιονδήποτε λόγο, αυξήσεων στις κάθε είδους, φύσεως και ονομασίας αποδοχές των λειτουργών, υπαλλήλων και εργαζομένων κατά την ίδια χρονική περίοδο και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στο Δημόσιο εν γένει, τα Ν.Π.Δ.Δ., τους Ο.Τ.Α., καθώς και τα Ν.Π.ΙΔ.

που ανήκουν στο κράτος σε Ν.Π.ΔΔ. ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό σε ποσοστό τουλάχιστον 50% του προϋπολογισμού τους και στις δημόσιες επιχειρήσεις που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 1 παρ. 5 και 2 παρ. 2, πέραν των συνολικών αποδοχών που καταβάλλονται κατά τη δημοσίευση του παρόντος, όπως οι αποδοχές αυτές αναπροσαρμόζονται με την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 και 2. 2.

Η απαγόρευση αυτή: (α) καλύπτει κάθε συνομολόγηση αυξήσεων που γίνεται με γενική ή ειδική διάταξη νόμου ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης, υπουργικής απόφασης ή οποιουδήποτε είδους διοικητικής πράξης κανονιστικού χαρακτήρα ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, (β) ισχύει για όλους τους εργαζομένους χωρίς εξαίρεση, στους φορείς της προηγούμενης παραγράφου, που συνδέονται είτε με σχέση δημοσίου δικαίου είτε με σύμβαση ή σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, (γ) καλύπτει κάθε είδους αύξηση στις αποδοχές των εργαζομένων, δηλαδή τους μισθούς, τα ημερομίσθια, τα ωρομίσθια, τα επιδόματα, τα βοηθήματα ή τις οποιεσδήποτε άλλες παροχές προς αυτούς (μπόνους κ.λπ.), κατά οποιονδήποτε τρόπο και με οποιαδήποτε μορφή ή ονομασία επιχειρείται, είτε με αύξηση υφιστάμενων είτε με θέσπιση ή συνομολόγηση νέων τέτοιων αποδοχών ή παροχών. 3.

Από τις ρυθμίσεις των προηγούμενων παραγράφων εξαιρούνται μόνο οι ήδη προβλεπόμενες από νόμο, κανονιστική πράξη, συλλογική σύμβαση εργασίας, διαιτητική απόφαση, καταστατικό ή κανονισμό εργασίας, αυξήσεις αποδοχών που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή τη μισθολογική ή υπηρεσιακή εξέλιξη των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 1. 4.

Πάσης φύσεως αποδοχές που καταβάλλονται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων αναζητούνται υποχρεωτικώς. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του καθ' ύλην αρμόδιου Υπουργού και ύστερα από ακρόαση των ενδιαφερομένων παύονται από τα καθήκοντα τους ο διοικητής ή πρόεδρος, ο διευθύνων σύμβουλος και τα μέλη του Δ.Σ.

των φορέων που υπάγονται στις ρυθμίσεις του άρθρου αυτού, οι οποίοι δεν εφαρμόζουν τις διατάξεις του παρόντος. 5. Κάθε διάταξη νόμου και κάθε διάταξη, όρος ή ρήτρα συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης, υπουργικής απόφασης ή οποιουδήποτε είδους διοικητικής πράξης κανονιστικού χαρακτήρα, καθώς και κάθε όρος ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνία που αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος και των προηγούμενων άρθρων καταργούνται.

Με την παρ.6 του άρθρου αυτού (3Ν.3833/2010)όπως προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ.1 του ν.3899/2010 ορίζεται ότι οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων για την εισοδηματική πολιτική του έτους 2010 εφαρμόζονται και για την εισοδηματική πολιτική του έτους 2011.. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 1848/2006).

4. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα παραδεκτώς επισκοπούμενα προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες, με την από 8-10-2013 αγωγή τους, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ισχυρίσθηκαν ότι με την εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη, ΟΛΠ, ανώνυμη εταιρεία κοινής ωφέλειας με ποσοστό συμμετοχής στο μετοχικό της κεφάλαιο του Ελληνικού Δημοσίου τουλάχιστον 51% συνδέονταν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και ήταν μέλη των πρωτοβαθμίων συνδικαλιστικών οργανώσεων Ένωσης Μονίμων και δοκίμων λιμενεργατών ΟΛΠ και Ένωσης Μονίμων Υπαλλήλων του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς.

Ότι την 9-12-2009 υπεγράφη μεταξύ των ανωτέρω οργανώσεων και της εναγομένης πρακτικό συμφωνίας ,με το οποίο συμφωνήθηκαν ότι για εξασφάλιση ισοδύναμων όρων εργασίας και αμοιβής των εργαζομένων του ΟΛΠ, μετά τη λειτουργία του Προβλήτα I. η διοίκηση της ΟΛΠ ΑΕ θα προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες ώστε να εξασφαλίσει στο σύνολο των εργαζομένων αντίστοιχους όρους εργασίας και αμοιβής που ίσχυαν κατά την προηγούμενη διετία 2007 και 2009 .Ότι για το σκοπό αυτό θα καταβάλλει σε όλους τους εργαζόμενους που θα υπηρετούν κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2010 έως 31-12-2011 οικονομική ενίσχυση ως εξής:

α) την 31-12-2010 ποσό έκτακτης οικονομικής ενίσχυσης ποσού 4.000 ευρώ και β) την 31-12-2011 ποσό έκτακτης οικονομικής ενίσχυσης 4.000 ευρώ .Ότι το ανωτέρω πρακτικό συμφωνίας εγκρίθηκε από το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης με την 245/14-12-2009 απόφασή του όμως η εναγομένη αθέτησε την ανωτέρω υποχρέωσή της και ότι από τη συμπεριφορά αυτή ανατράπηκαν οι συνθήκες διαβίωσης των εναγόντων και προσβλήθηκε η προσωπικότητά τους.

Ζήτησαν, ως εκ τούτου να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον καθένα συνολικό ποσό 20.500 ευρώ, από το οποίο ποσό 12.500 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν, νομιμοτόκως κατά τις εκεί διακρίσεις. Το προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ποσό περιόρισαν εν μέρει παραδεκτώς σε αναγνωριστικό .Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως μη νόμιμη.

Επί ασκηθείσας έφεσης των εναγόντων κατ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η έφεση και επικυρώθηκε η εκεί εκκαλουμένη. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι οι επίδικες αγωγικές αξιώσεις ποσού 8.000 ευρώ ως οικονομική ενίσχυση με βάση το πρακτικό συμφωνίας εμπίπτουν στη διάταξη του άρθρου 3 του ν.3833/2010 ,με την οποία απαγορεύεται οποιαδήποτε καταβολή παροχής στους εργαζόμενους της εναγομένης .

Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε προσηκόντως τις ανωτέρω με αρ.3 της παρούσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεις , τούτο διότι, η επικαλούμενη με την αγωγή , με βάση το από 9-12- 2009 πρακτικό συμφωνίας, καταβολή της ένδικης έκτακτης οικονομικής ενίσχυσης στους ενάγοντες την 31-12-2010 και 31-12-2011,πέραν των συνολικών αποδοχών τους που καταβάλλονταν κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού , απαγορεύεται από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 3 του ν.3833/2010,στο πεδίο εφαρμογής του οποίου υπάγεται και η αναιρεσίβλητη εργοδότρια δημόσια επιχείρηση κοινής ωφέλειας που ελέγχεται από το Ελληνικό Δημόσιο στο οποίο ανήκει η πλειοψηφία των μετοχών της.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως ,από τον αρ.559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παράβαση των ανωτέρω διατάξεων είναι αβάσιμος. Ακόμη, ο πρώτος λόγος κατά το μέρος που αποδίδεται πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου559ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος ,εφόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν προέβη σε αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού αλλά απέρριψε την έφεση των εναγόντων και επικύρωσε την εκεί εκκαλουμένη που είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη , χωρίς να προχωρήσει σε έρευνα της ουσίας της υπόθεσης.

5. Στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), το οποίο κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση, με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α' 256), ορίζεται ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προααναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνον για λόγους δημοσίας ωφελείας. Στην έννοια της περιουσίας, περιλαμβάνονται και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα. Εξ άλλου, για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου επέμβαση σε περιουσιακής φύσεως αγαθό, υπό την ανωτέρω έννοια, πρέπει να προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις, καθώς και να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατ' αρχήν, και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος.

Η εκτίμηση δε του νομοθέτη ως προς την ύπαρξη λόγου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλοντος τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος και ως προς την επιλογή της ακολουθητέας πολιτικής για την εξυπηρέτηση του δημοσίου αυτού συμφέροντος υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο. Περαιτέρω, η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκομένου από τον νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν (ΣΤΕ668/2012 σκ.34). 6.

Στο άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη". Με τη διάταξη αυτή ανάγεται σε ατομικό δικαίωμα η συμμετοχή στην εν γένει οικονομική δραστηριότητα και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία.

Ιδιαίτερη εκδήλωση της οικονομικής ελευθερίας είναι η ελευθερία στην εργασία, δηλαδή το δικαίωμα καθενός να εργάζεται, χωρίς να παρεμποδίζεται σχετικώς και να επιλέγει ο ίδιος, χωρίς περιορισμό, το είδος, τον τόπο και τη διάρκεια της απασχόλησής του (άρθρο 22 παρ.1 του Συντάγματος). Η ελευθερία αυτή περιλαμβάνει την ελευθερία των συμβάσεων (ελευθερία σύναψης και καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου, ελευθερία διαμόρφωσης του περιεχομένου της συμβάσεως κλπ), όπως ειδικότερα, ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ.

Με την ελευθερία των συμβάσεων, ως εκδήλωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, δεν συνάδει, κατ' αρχήν, οποιαδήποτε μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, εκτός εάν μια τέτοια επέμβαση δικαιολογείται από το ότι η άσκηση της ελευθερίας προσβάλλει δικαιώματα τρίτων ή προσκρούει σε άλλες διατάξεις του Συντάγματος ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών ή, τέλος, αποβαίνει σε βάρος της εθνικής οικονομίας (άρθρα 25 παρ.3 και 106 παρ.2 του Συντάγματος, ΟλΑΠ 33/2002, 4/1998).

Η συνδρομή περιστατικών, τα οποία, κατ' εξαίρεση, καθιστούν δικαιολογημένη μια επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, ερευνάται από τα δικαστήρια στο πλαίσιο του διάχυτου έλεγχου της συνταγματικότητας των νόμων (άρθρα 87 παρ.2 και 93 παρ.4 του Συντάγματος) και κρίνεται αυτοτελώς σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ύστερα από στάθμιση των συνθηκών, υπό τις οποίες αφ' ενός καταρτίσθηκε και λειτούργησε ο επίμαχος συμβατικός δεσμός και αφ' ετέρου εκδηλώθηκε η συνταγματικώς αμφισβητούμενη νομοθετική παρέμβαση. (ΑΠΟλ 6/2014).

7.Κατά το άρθρο 22 του Συντάγματος "1. Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού. ... 2. Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία. 3. ...".

Το δε άρθρο 23 του Συντάγματος ορίζει ότι "1. Το Κράτος λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα για τη διασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και την ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών μ' αυτή δικαιωμάτων εναντίον κάθε προσβολής τους, μέσα στα όρια του νόμου ...". Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 22 του Συντάγματος, η ρύθμιση από τον νομοθέτη κατ' αποκλειστικό τρόπο όρων εργασίας και ζητημάτων που αφορούν τις εργασιακές σχέσεις και, συνακόλουθα, η αφαίρεσή τους από την ύλη της συλλογικής αυτονομίας, που αποτελεί περιεχόμενο της συνδικαλιστικής ελευθερίας, είναι επιτρεπτή όταν συντρέχουν λόγοι δημοσίου και γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, συνδεόμενοι με την λειτουργία της εθνικής οικονομίας και ενόσω αυτοί διαρκούν (ΣτΕ 2307/2014 όπου και περαιτέρω παραπομπές).

Στην ειδική διάταξη όμως του άρθρου 106 παρ. 1 εδ. α του Συντάγματος, ορίζεται ότι για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας.

Δυνάμει της διατάξεως αυτής, ο νομοθέτης μπορεί να επιβάλει έκτακτα μέτρα οικονομικής φύσεως για την προστασία της Εθνικής Οικονομίας, όπως και να περιορίσει την συλλογική αυτονομία που καθιερώνεται με το άρθρο 22 παρ. 2, για όσο χρονικό διάστημα διαρκούν ιδιαίτεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος.. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η επέμβαση στη συλλογική αυτονομία πρέπει να συνιστά μέτρο όλως εξαιρετικό, αλλά επιτρεπτό μέτρο το οποίο δεν πρέπει να υπερβαίνει μία εύλογη χρονική περίοδο, πρέπει να συνοδεύεται δε από επαρκείς εγγυήσεις για την προστασία του επιπέδου ζωής των εργαζομένων, τηρούμενης, σε κάθε περίπτωση, της αρχής της αναλογικότητας, η οποία αποτελεί συνταγματικό περιορισμό των νομοθετικών περιορισμών των συνταγματικών θεμελιωδών δικαιωμάτων, επιτάσσοντας ότι μεταξύ του νόμιμου σκοπού που επιδιώκει ένας περιορισμός του δικαιώματος και του συγκεκριμένου περιορισμού πρέπει να υπάρχει εύλογη σχέση. (ΣΤΕ 668/2012 σκ34).

8. Στην προκείμενη περίπτωση η αμφισβητούμενη νομοθετική παρέμβαση που επήλθε με τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.3833/2010,που διαλαμβάνεται στον αρ.3 της παρούσας απόφασης, με την οποία , μεταξύ άλλων, απαγορεύθηκε η καταβολή με οποιονδήποτε τρόπο και για οποιονδήποτε λόγο αυξήσεων στους εργαζόμενους στις δημόσιες επιχειρήσεις που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 1 παρ. 5 και 2 παρ. 2, πέραν των συνολικών αποδοχών που καταβάλλονται κατά τη δημοσίευση του παρόντος, όπως προκύπτει και από την αιτιολογική έκθεση του ως άνω νόμου 3833/2010 θεσπίστηκαν για την προστασία και την προαγωγή του γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, ενόψει της μεγάλης δημοσιονομικής κρίσης που αντιμετώπιζε η χώρα (ΑΠ 1147/2015).

Κατά το χρόνο δε θέσπισης των επίμαχων διατάξεων, το μέτρο αυτό αποτελούσε μέρος ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο, συνολικώς εφαρμοζόμενο, αποσκοπούσε τόσο στην αντιμετώπιση της άμεσης ανάγκης κάλυψης οικονομικών αναγκών της χώρας, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής της κατάστασης.

Ενόψει αυτών, καθίσταται σαφές ότι ο εξυπηρετούμενος με τις οικείες ρυθμίσεις σκοπός αποτελεί σκοπό δημοσίου συμφέροντος και μάλιστα κοινού ενδιαφέροντος των κρατών μελών της Ευρωζώνης, εν όψει της προβλεπόμενης από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποχρέωσης δημοσιονομικής πειθαρχίας και διασφάλισης της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ (βλ.

ΣτΕ Ολ. 668/2012).Υπό τα δεδομένα, που, κατά τον νομοθέτη, συνέτρεχαν κατά τον χρόνο θεσπίσεως των επίμαχων μέτρων, τα μέτρα αυτά δεν παρίστανται, κατ' αρχήν, απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκομένων με αυτά σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθούν ότι δεν ήταν αναγκαία, λαμβανομένου, άλλωστε, υπόψη ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της υπ' αυτού διαπιστωθείσης κρίσιμης δημοσιονομικής καταστάσεως υπόκειται σε οριακό μόνον δικαστικό έλεγχο.

Η λήψη των μέτρων και για την εδώ αναιρεσίβλητη, δημόσια επιχείρηση εξυπηρετεί σκοπό δημοσίου συμφέροντος και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω εκτεθέντα, τα επίμαχα μέτρα περικοπής αποδοχών εντάσσονται στο πλαίσιο ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής εξυγιάνσεως, με τη λήψη και άλλων μέτρων, οικονομικών, δημοσιονομικών και διαρθρωτικών, η συνολική και συντονισμένη εφαρμογή των οποίων εκτιμάται από το νομοθέτη ότι θα συμβάλει στην έξοδο της Χώρας από την κρίση και στη βελτίωση των δημοσιονομικών της μεγεθών, κατά τρόπο δυνάμενο να διατηρηθεί και στο μέλλον, δηλαδή μετά την πάροδο της τριετίας, στην οποία, κατ' αρχήν αποβλέπει το περιλαμβανόμενο στο Μνημόνιο πρόγραμμα.

Η διαφύλαξη, επομένως, της οικονομικής ευρωστίας του Κράτους, μέσω της διασφάλισης της δημοσιονομικής ισορροπίας του, συνιστά λόγο δημόσιας ωφέλειας, που δικαιολογεί τον περιορισμό στην περιουσία των εργαζομένων της αναιρεσίβλητης, τον οποίο επιφέρει η επίμαχη ρύθμιση (πρβλ. Ελ.Συν. Ολομ. 4335/2014,) καθόσον με αυτή δεν εξυπηρετείται το στενώς εννοούμενο ταμειακό συμφέρον του Δημοσίου, αλλά το ευρύτερο δημοσιονομικό συμφέρον αυτού.

Επομένως, με τα δεδομένα που συνέτρεχαν κατά τον χρόνο θέσπισής της, το μέτρο περικοπής των επίμαχων παροχών ήταν ανάλογο της άμεσης και επιτακτικής ανάγκης να προστατευθεί το εθνικό συμφέρον, δεν παρίσταται απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, ούτε μπορεί να θεωρηθεί μη αναγκαίο για την εκπλήρωση του επιδιωκόμενου σκοπού.

Υπό τα διαλαμβανόμενα, δεν υφίσταται αντίθεση του άρθρου 3 του ν.3833/2010 στις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις, άρθρα 5 παρ. 1 (περί οικονομικής ελευθερίας), 22 παρ. 1 και 2, (που προβλέπει την προστασία της εργασίας και τις συλλογικές συμβάσεις ως μέσο καθορισμού των αποδοχών των εργαζομένων) στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (προστασία της περιουσίας) και στο άρθρο 11 της ΕΣΔΑ (ελευθερίας του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι). 9.

Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο της από 15-11-2017 αίτησης για αναίρεση της 534/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, ως προς τον Δ. Χ. (98ο) (αναιρεσείοντα) προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλεια των νομιμοπιουμένων, σε επανάληψή της, τ' αναφερόμενα στο σκεπτικό.

Απορρίπτει την από 15-11-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 534/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, ως προς όλους τους αναιρεσείοντες πλην του 98ου απ' αυτούς. Και

Καταδικάζει τους αμέσως παραπάνω αναιρεσείοντες (πλην του 98ου) στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαρτίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ