Supreme Court allows appeal against first-instance judgment for failure to record title transfer in land ownership case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the first-instance judgment, which had granted ownership of a land strip to the respondent. The court found the lower court violated substantive law by deeming ownership transferred without recording the title in the public registry as required by the Civil Code. Consequently, the judgment was annulled and the case remitted to the same court for retrial with a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1033, 1192, 1198 of the Civil Code; Ownership of immovable property requires a written agreement and mandatory registration in the public registry, and a judgment declaring ownership without such registration violates substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1083 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1083/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Λάμπρο Καρέλο και Ανθή Γκάμαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 20η Μαρτίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. Λ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ελισσάβετ Πούλιου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσίβλητου: Η. Λ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Μάντεση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-7-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νεάπολης Βοιών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2002 μη οριστική, 46/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 10/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-7-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 12-7-2018 αίτηση αναίρεσης της εναγομένης, προσβάλλεται η 10/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, που δίκασε ως Εφετείο, και με την οποία έγινε δεκτή κατά ένα μέρος αγωγή, διεκδικητική κυριότητας εδαφικής λωρίδας μεγαλύτερου ακινήτου του αναιρεσιβλήτου, με σωρευόμενο αίτημα αφαίρεσης κατασκευασμάτων, και ακολούθως έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης του Ειρηνοδικείου, και εξαφανίστηκε η τελευταία που είχε απορρίψει την αγωγή.
Κατά το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 369 ΑΚ, συμβάσεις που έχουν αντικείμενο, μεταξύ άλλων, τη μετάθεση εμπραγμάτων δικαιωμάτων πάνω σε ακίνητα απαιτείται να γίνονται ενώπιον συμβολαιογράφου, ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 1192 και 1198 ίδιου Κώδικα, μεταξύ άλλων, κάθε εν ζωή δικαιοπραξία με την οποία επέρχεται μεταβίβαση της κυριότητας επί ακινήτου υποβάλλεται σε μεταγραφή, χωρίς την οποία δεν συντελείται η μεταβίβαση της κυριότητας αυτού.
Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1113, 785, 795, 798 και 799 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι για την εξώδικη εκούσια διανομή κοινού ακινήτου ή ακινήτων μεταξύ των κοινωνών-συγκυρίων, απαιτείται σύμβαση μεταξύ όλων που έχει ως αντικείμενο την αμοιβαία μεταβίβαση των μερίδων τους - ποσοστών τους επί του κοινού ακινήτου ή ακινήτων, ώστε κάθε ένας να αποκτήσει πλήρες δικαίωμα είτε σε συγκεκριμένο τμήμα του κοινού ακινήτου είτε σε άλλα κοινά ακίνητα που περιέρχονται αποκλειστικά σε αυτόν (ΑΠ 6/2017), η οποία (σύμβαση) πρέπει να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί το τελευταίο, χωρίς δε τη μεταγραφή δεν συντελείται η μεταβίβαση της κυριότητας (σχ.ΑΠ 758/2017, ΑΠ 779/2012).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Με το με αριθμό ….19/1981 διανεμητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Μ. Β. - Π., ο εκκαλών απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, ένα οικόπεδο με τα σ' αυτό παλαιά καλύβη, ημιτελή οικία και στέρνα, εκτάσεως περίπου (1,5) στρέμματος, κείμενο στη θέση "...", εντός του οικισμού ... της πρώην ομώνυμης Κοινότητας, του πρώην Δήμου ...
και ήδη Δήμου ... του Νομού .... Σύμφωνα με το παραπάνω συμβόλαιο, στο οποίο δεν προσαρτήθηκε τοπογραφικό διάγραμμα, το άνω ακίνητο συνόρευε ολόγυρα με ιδιοκτησία ..., εν μέρει με κοινοτική οδό και εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Λ., Η. και Π. Λ. και με ιδιοκτησία Γ.Θ.. Δυνάμει της με αριθμό …..18/1982 άδειας οικοδομής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας ..., όπως αυτή αναθεωρήθηκε με τη με αριθμό …..22/1990 άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου …….., ο εκκαλών ανέγειρε στο βορειοδυτικό τμήμα του άνω οικοπέδου του, μια οικοδομή (κατοικία) Από την εφαρμογή στο έδαφος του άνω τίτλου ιδιοκτησίας του, λαμβανομένων υπ' όψη από την άνω ορισθείσα πραγματογνώμονα μηχανικό Ε.
Μ. Σ. του τοπογραφικού διαγράμματος και του διαγράμματος κάλυψης των παραπάνω αναφερομένων αδειών, προέκυψε το συνημμένο στην από 10-09-2013 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης αυτής, με αρ. Τ.3 σχέδιο, όπου αποτυπώθηκε η υπάρχουσα κατάσταση (εμβαδόν οικοπέδου ενάγοντος μ.τ.1.621,92 και υπάρχοντα σ' αυτό κτίσματα) και απεικονίστηκαν τα όρια της ιδιοκτησίας αυτής.
Με το με αριθμό ...93/1985 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ε. Π. Γ., νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τ…..4 αρ…..62); η εφεσίβλητη απέκτησε, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, ένα οικόπεδο, εκτάσεως μ.τ.(159,22): ευρισκόμενο εντός του οικισμού ... ... (και ήδη Δήμου ...) ..., όπως αυτό απεικονίζεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία (Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α) στο από Μαΐου 1985 - προσαρτημένο στο παραπάνω συμβόλαιο - τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Ι.
Κ.. Στο οικόπεδο αυτό η εφεσίβλητη ανέγειρε μια οικοδομή (κατοικία), δυνάμει των με αριθμούς ….73/1985, ….88/1990 και ….50/2001 αδειών οικοδομής του Πολεοδομικού Γραφείου .... Από την εφαρμογή στο έδαφος του άνω προσαρτημένου στον τίτλο ιδιοκτησίας της τοπογραφικού διαγράμματος, καθώς και των σχεδίων της τελευταίας των άνω αδειών από την άνω ορισθείσα πραγματογνώμονα μηχανικό Ε.
Μ. Σ., προέκυψαν αντίστοιχα τα συνημμένα στην από 10-09-2013 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης αυτής, με αρ. Τ.4.1 και Τ.4.2 σχέδια, όπου αποτυπώθηκε η υπάρχουσα κατάσταση (το υπάρχον κτίσμα και το οικόπεδο της εφεσίβλητης εμβαδού μ.τ. 159,24 στο πρώτο σχέδιο και μ.τ. 158,67 στο δεύτερο σχέδιο) και απεικονίστηκαν τα όρια της ιδιοκτησίας αυτής.
Στην προκειμένη υπόθεση, επίδικο είναι το εδαφικό τμήμα (λωρίδα γης) ενός οικοπέδου, στη θέση "..." του οικισμού ... της πρώην ομώνυμης Κοινότητας, του πρώην Δήμου ... και ήδη Δήμου ... του Νομού ..., μήκους (7,60) μ. και πλάτους (3,85) μ., που σύμφωνα με τον εκκαλούντα ανήκει στο παραπάνω οικόπεδο του, εμβαδού, κατά το δικόγραφο της αγωγής του, μ.τ.(1.481,30), όπως αυτό (το οικόπεδο) περιγράφεται στην κρινόμενη αγωγή και συγκεκριμένα η επίδικη λωρίδα εφάπτεται (κατά μήκος) στο δυτικό του όριο, καθώς και στο ανατολικό όριο της, κατά τα παραπάνω, όμορης (προς τη Δύση) ιδιοκτησίας της εφεσίβλητης. Εφαρμόζοντας στο έδαφος τόσο το κοινό όριο μεταξύ των δύο ιδιοκτησιών (ενάγοντος και εφεσίβλητης) [σχέδιο Τ.2.1], όσο και το ίδιο το επίδικο κατά τα αναφερόμενα στην κρινόμενη αγωγή [σχέδιο Τ.2.2], αλλά ακόμη και σε συνδυασμό με την πραγματική υφιστάμενη κατάσταση [σχέδιο Τ.2.3], όπως διαπίστωσε η εν λόγω πραγματογνώμονας, το επίδικο τμήμα, που έχει κατά τις μετρήσεις της, επιφάνεια μ.τ. (26,28), απεικονίζεται στο συνημμένο στην άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης από Ιουλίου 2013 σχέδιο Τ.2.3.
Η παραπάνω πραγματογνωμοσύνη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το επίδικο βρίσκεται εξ ολοκλήρου εκτός της ιδιοκτησίας του εκκαλούντος. Ωστόσο, το συμπέρασμα αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, όπως αποδείχθηκε με νέα πραγματογνωμοσύνη (η οποία προσκομίσθηκε για πρώτη φορά προς υποστήριξη της έφεσης και νομίμως λαμβάνεται υπόψη) του Πολιτικού Μηχανικού Π.
Τ., η οποία καταρτίσθηκε στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης εις βάρος της ανωτέρω πραγματογνώμονα με παραγγελία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών με αντικείμενο την εξέταση των ίδιων κατά τα ανωτέρω θεμάτων που τέθηκαν με την υπ' αρ. 18/2002 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Η νέα αυτή τεχνική έκθεση του Πολιτικού Μηχανικού Π.
Τ. είναι επαρκώς αναλυτική, αντικειμενική, πλήρως εμπεριστατωμένη και συνεπώς καθ' όλα αξιόπιστη, και μάλιστα σε μεγαλύτερο βαθμό από την προαναφερόμενη δικαστική πραγματογνωμοσύνη, διότι λαμβάνει υπόψη και εκτιμά όλες τις παραμέτρους και απαντάει σε όλα τα ζητήματα που τέθηκαν από την συμπροσβαλλόμενη προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και, ειδικότερα, δεν παραλείπει να προσδιορίσει και να συνεκτιμήσει την ακριβή θέση και όρια της δουλείας διόδου που βαρύνει το ακίνητο του εκκαλούντος επί τη βάσει του υπ' αρ. 07/1972 πρακτικό συμβιβασμού του Ειρηνοδικείου και την ακριβή θέση της στέρνας, τα οποία όμως δεν απαντήθηκαν και αγνοήθηκαν από την πραγματογνωμοσύνη της Ε.
Μ. Σ., καίτοι διαδραματίζουν καίριο ρόλο στην αποσαφήνιση του αποδεικτέου.
Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, στην ιδιοκτησία Κ. το 1972 δεν υπήρχε κανένα κτίριο που θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως σταθερό στοιχείο στην περιγραφή τόσο της επίδικης, τότε, εδαφικής λωρίδας, όσο και στην περιγραφή της δουλείας διόδου, που τελική συμφωνήθηκε και δημιουργήθηκε. Στην ιδιοκτησία Λ. το 1972 υπήρχε μόνο η παλιά στέρνα, που υπάρχει και σήμερα και φαίνεται και στην επισυναπτόμενη από αεροφωτογραφία, με κωδ.
Αριθμό ...79. λήψης ...73 από το Εθνικό Κτηματολόγιο, η οποία επισυνάπτεται στην τεχνική έκθεση του Πολιτικού Μηχανικού Π. Τ.. Δυτικά μάλιστα της στέρνας διακρίνεται ευκρινώς, στην ίδια αεροφωτογραφία, χωματόδρομος πλάτους περίπου τριών (3,00) μέτρων, που ξεκινά από τον δημοτικό δρόμο (λιθόστρωτο) και οδηγεί στην ιδιοκτησία Κ..
Τα σταθερά στοιχεία που είτε αναφέρονται στο υπ' αριθ. 7/1972 Πρακτικό Συμβιβασμού του Ειρηνοδικείου Γυθείου είτε αποτυπώνονται στις δύο εκδόσεις του Τοπογραφικού Διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Γ. Μ. είναι η δημοτική υδατοδεξαμενή, ο πετρότοιχος και η καλύβα του Γ. Θ. και η κατοικία του Ν. Δ., καθώς και η παλιά στέρνα του Λ..
Συγκεκριμένα: όπως συμπεραίνεται από την ως άνω τεχνική έκθεση, "...η ιδιοκτησία των αιτούντων (Κ.) κατά την δυτικήν πλευρά του επιδίκου ήτοι προς την πλατείαν του χωρίου άρχεται δέκα τρία (13) μέτρα και δέκα εκατοστά (7 3, 7 0 μ.) από της βορειοδυτικής γωνίας του Ν. Δ. ... Από της αφετηρίας ταύτης των 13, 70 μ, και εκείθεν προς ανατολάς δια νοητής ευθείας γραμμής μήκους τριάκοντα εξ (36) περίπου μέτρων μέχρι της ιδιοκτησίας του Γ.
Θ. καταλήγει εις το κέντρον της εμβατής τούτου της υπαρχούσης επί του τοίχου του." Στη συνέχεια ορίζεται παίρνοντας αποστάσεις από σταθερά σημείο η εμβατή (10.70 μ από την δυτική γωνιά της καλύβας του Γ. Θ. και 9,40 μ από την αμυγδαλιά. Η νοητή γραμμή που ενώνει τα δύο επ' ακριβώς ορισθέντα σημεία, χωρίζει τις ιδιοκτησίες Κ.
προς βορρά και Λ. προς νότο. Περαιτέρω, από το τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Μορφή, το οποίο χρησιμοποιήθηκε για να ορίσει μεταξύ άλλων και την επίδικη, το 1972, εδαφική λωρίδα, προκύπτει ότι η παλιά στέρνα του Λ. χωριζόταν στα δύο από νοητή γραμμή (ΒΓ), που άρχιζε από τον τοίχο του Γ. Θ. σημείο (Β), διερχόταν από το μέσα της στέρνας κατέληγε στην ιδιοκτησία Λ., σημείο (Γ) και είχε μήκος 41.30 μ.
Η πλευρά (ΑΔ) έχει μήκος 39,70 μ. και ορίζει το όριο μεταξύ Κ. - Λ. (φαίνεται στο Τοπογραφικό Διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Μ. όπου γίνεται ο υπολογισμός της επιφανείας της ιδιοκτησίας Κ.). Από το υπ' αριθ. 7/1972 Πρακτικό Συμβιβασμού του Ειρηνοδικείου Γυθείου προκύπτει και το πλάτος της δουλείας διόδου, δηλαδή τρία μέτρα (3,00μ.).
Επίσης, στη συγκεκριμένη περίπτωση το πλάτος των τριών (3) μέτρων της δουλείας διόδου ορίστηκε δυτικά της στέρνας και όχι επί της στέρνας, ώστε να είχε καταστραφεί η στέρνα για να συσταθεί δουλεία διόδου, διότι, κατά την κοινώς αναμενόμενη πρακτική, αν ήταν να γκρεμιστεί η στέρνα αυτό θα είχε καταγραφεί στο πρακτικό συμβιβασμό. Εξ ου προκύπτει η αμοιβαία αναγνώριση κατά το έτος 1972 από τους εμπλεκόμενους τότε πως υπήρχε δυτικά της στέρνας αρκετός χώρος για τη σύσταση δουλείας διόδου πλάτους τουλάχιστον τριών (3) μέτρων, στο οποίο συμπέρασμα κατατείνει και η έκθεση του Πολιτικού Μηχανικού Π. Τ. με επαλήθευση από τη μνημονευόμενη σε αυτήν σχετική αεροφωτογραφία του Εθνικού Κτηματολογίου.
Εν κατακλείδι, όπως αποδείχτηκε, το 1972 ο Κ. και ο Λ. συμβιβάστηκαν αναγνωρίζοντας ότι η εδαφική λωρίδα ανήκει στον Λ., αλλά συμφώνησαν για τη δημιουργία δουλείας διόδου δυτικά της παλιάς στέρνας σε όφελος του ακινήτου του Κ., πλάτους τριών μέτρων (3,00 μ.). Η βόρεια πλευρά της διεκδικούμενης λωρίδας, που αποτυπώνεται με στοιχεία ΑΔ=39,70 μ.
στο Τοπογραφικό του Μόρφη συμφωνήθηκε να αποτελεί την διαχωριστική γραμμή μεταξύ των ιδιοκτησιών των ανωτέρω. Η δουλεία διόδου δημιουργήθηκε δυτικά της στέρνας, προς την ιδιοκτησία Λ. και είχε πλάτος 3,00 μ αρχίζει από τον δημοτικό δρόμο (λιθόστρωτο) και καταλήγει στην ιδιοκτησία Κ.. Δεν υπήρξε ποτέ δρόμος ανάμεσα στις ιδιοκτησίες Λ. - Λ.
αλλά σύσταση δουλείας για διέλευση του Κ. και όχι της οικογενείας Λ., από το οποίο συνάγεται πως η εφεσίβλητη γνώριζε τη σύσταση της δουλείας διόδου. Επομένως, η εφεσίβλητη αν και γνώριζε την ύπαρξη της δουλείας διόδου εισχώρησε σε αυτή, κατασκευάζοντας και επεκτείνοντας επ' αυτή την ανεγερθείσα κατοικία της και στη συνέχεια, κατασκευάζοντας κράσπεδον από σκυρόδεμα και τοποθετώντας δύο μετρητές της ….., μειώνοντας το πλάτος της και καταλαμβάνοντας την επίδικη εδαφική λωρίδα, σε βάρος της ιδιοκτησίας Λ., με στοιχεία α,β,ν.δ,α επιφανείας 29,26 μ2, κατά τις μετρήσεις του Πολιτικού Μηχανικού Π.
Τ., όπως επακριβώς δείχνεται στο Τοπογραφικό Διάγραμμα της Τοπογράφου Μηχανικού Ε. Σ. με στοιχεία Τ.2.3 και σημειώνεται με πορτοκαλί χρώμα. Πρόκειται εξάλλου για υλικές πράξεις τις οποίες συνομολογεί η εφεσίβλητη στα δικόγραφα των πρωτόδικων. Στα ίδια κατ' ουσίαν συμπεράσματα άγεται και η τεχνική έκθεση του μηχανικού Μ.
Κ. (την οποία παραδεκτώς στην κατ' έφεση δίκη προσκομίζει για πρώτη φορά και επικαλείται ο εκκαλών. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί η εξ αρχής αντίδραση στις παραπάνω πράξεις από τον εκκαλούντα αφ' ης στιγμή τις αντελήφθη, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του '90.
6. Τούτων δοθέντων, αφού αποδείχθηκε η κυριότητα του εκκαλούντος επί του επίδικου τμήματος που αναφέρεται αναλυτικά ανωτέρω, αλλά και οι υλικές πράξεις της ολικής προσβολής αυτής και κατακράτησης εκ μέρους της εφεσίβλητης του μέρους του ακινήτου του εκκαλούντος όπως αναφέρονται πιο πάνω, πρέπει, κατά ουσιαστική παραδοχή των λόγων της εφέσεως, να εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, η οποία εσφαλμένα εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία κι έλαβε υπόψη ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, να κρατηθεί η υπόθεση..... και να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή του εκκαλούντος, η οποία.....και είναι νόμιμη και ορισμένη κατά τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1045, 1094, 1192, 1193, 1099, 297 §2, 298, 914, 932, 785, 798 ΑΚ και 176 ΚΠολΔ, στην οποία σωρεύονται αφενός διεκδικητική της κυριότητος αγωγή (άρθρο 1094 Α.Κ.) και αφετέρου αγωγή για την in natura αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ο εκκαλών από την ανέγερση επί του καταληφθέντος τμήματος του ακινήτου του κτίσματος, με την επαναφορά δηλαδή των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, δια της υπό της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης κατεδαφίσεως και απομακρύνσεως του κτίσματος Ωστόσο, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο το αίτημα παύσης κάθε μελλοντικής διατάραξης με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης που προσιδιάζει στην αρνητική αγωγή του άρθρου 1108 ΑΚ" .
Με το δωδέκατο λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση, από τον αριθ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033,1094,1192 και 1198 του ΑΚ με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος έγινε κύριος του επίδικου εδαφικού τμήματος, όπως ζήτησε, με παράγωγο τρόπο, χωρίς να μνημονεύει και την απαιτούμενη κατά νόμο (άρθρο 1192 ΑΚ) μεταγραφή του τίτλου κυριότητας του αναιρεσιβλήτου στα οικεία βιβλία μεταγραφών, όπου υπάγεται το ακίνητο.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, επειδή, με το να αποφανθεί, όπως πιο πάνω αναφέρεται, το Μονομελές Πρωτοδικείο,ότι ο αναιρεσίβλητος έγινε κύριος του επίδικου εδαφικού τμήματος, (εδαφικής λωρίδας), ως αποτελούντος τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου του (οικοπέδου μετά οικίας κλπ), με παράγωγο τρόπο, ήτοι με βάση το αναφερόμενο ….19/1981 διανεμητήριο συμβόλαιο της Συμ/φου ...
Μ. Β. - Π., στον τίτλο του οποίου περιλαμβάνεται, χωρίς να αξιώσει, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές του, και μεταγραφή του αμέσως παραπάνω διανεμητηρίου συμβολαίου, αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία και άρα παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ, που προαναφέρθηκαν. Σημειώνεται, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, μετά την παραδοχή της κτήσης της κυριότητας από τον αναιρεσίβλητο με τον παραπάνω "παράγωγο" τρόπο, δεν διέλαβε και επάλληλη αιτιολογία, ενδεχομένως για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, κατά την επικουρική βάση της αγωγής.
Μετά την παραδοχή του λόγου αυτού και δοθέντος ότι παρέλκει η έρευνα των υπόλοιπων αναιρετικών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, στο ίδιο δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την προσβαλλόμενη 10/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Αυγούστου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ