1083/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1083/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-10-2013 αίτησή του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1083 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1083/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Λ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Στάμου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ., χήρας Δ. Ζ., το γένος Θ. Κ., 2) Φ. Ζ. του Δ., κατοίκων ..., αμφοτέρων με την ιδιότητα των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Δ. Ζ., αρχικώς εναγόμενου, ο οποίος απεβίωσε εν επιδικία την 17-4-2007 και 3) Α. Χ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αχιλλέα Καγιόγλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης, για τους λόγους που ανέπτυξε.
Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και διά της Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-6-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2006 του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό καθ’ ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την ως άνω αγωγή στο καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καστοριάς, 10/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείο Καστοριάς, 1/2012 μη οριστική του Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας και 68/2013 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-10-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 20-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή ο ήδη αναιρεσείων, με την ένδικη αγωγή του, ισχυρίσθηκε ότι την 21-11-1990, με επίσπευση της (μη διαδίκου) …Τράπεζας της Ελλάδος εκπλειστηριάσθηκε το περιγραφόμενο σ’ αυτήν και στην περιφέρεια της Κοινότητας ... κείμενο ακίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο κατακυρώθηκε στον πρώτο εναγόμενο (δικαιοπάροχο των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων), χωρίς όμως να έχει εκδοθεί κατά τον χρόνο του πλειστηριασμού, η αναγκαία απόφαση άρσεως της απαγορεύσεως δικαιοπραξιών επί ακινήτων κειμένων σε παραμεθόριες περιοχές, η οποία εκδόθηκε μετά την σύνταξη της περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως, και ότι εν συνεχεία ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε το εν λόγω ακίνητο, αιτία πωλήσεως, στον δεύτερο εναγόμενο, ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο, χωρίς να εκδοθεί η προαναφερθείσα άδεια άρσεως απαγορεύσεως μεταβιβάσεως.
Ζήτησε δε κατόπιν αυτού με την αγωγή, να αναγνωρισθεί η , για την ρηθείσα αιτία, ακυρότητα τόσο της προς τον πρώτο εναγόμενο, δυνάμει της κατακυρωτικής εκθέσεως, γενομένης μεταβιβάσεως του ακινήτου, όσο και της τοιαύτης από τον πρώτο προς τον δεύτερο εναγόμενο και επί πλέον να αναγνωρισθεί ο ίδιος κύριος του συγκεκριμένου ακινήτου και να υποχρεωθεί ο δεύτερος εναγόμενος στην προς αυτόν απόδοση τούτου.
Με την πρωτόδικη απόφαση η αγωγή απερρίφθη, κατά μεν το αίτημά της περί αναγνωρίσεως της κυριότητας του ενάγοντος επί του ακινήτου, ως μη νόμιμη, κατά δε το αίτημά της περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας των γενομένων μεταβιβάσεων του ιδίου ακινήτου, ως αβάσιμη κατά παραδοχή της προβληθείσης παρά των εναγομένων ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως του αντιστοίχου δικαιώματός του.
Το Εφετείο, δικάζοντας την έφεση του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος δέχθηκε, με την πρώτη των συμπροσβαλλομένων αποφάσεών του (1/2012), εν μέρει την έφεση και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή κατά το αναγνωριστικό της κυριότητος του ενάγοντος αίτημά της ως απαράδεκτη, ενώ με την δεύτερη (68/2013) απόφασή του, η οποία εκδόθηκε μετά από την διαταχθείσα με την πρώτη επανάληψη της συζητήσεως, απέρριψε κατά τα λοιπά ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την έφεση.
Οι ως άνω αποφάσεις πλήττονται ήδη από τον αναιρεσείοντα με την υπό κρίση αίτηση για τους λόγους που αναλύονται κατωτέρω.
Επειδή, κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1892/1990, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο, για την προκειμένη υπόθεση, χρόνο συντελέσεως των ενδίκων μεταβιβάσεων: "Απαγορεύεται κάθε δικαιοπραξία εν ζωή με την οποία συνιστάται υπέρ φυσικών ή νομικών προσώπων οποιοδήποτε εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα, που αφορά ακίνητα, κείμενα στις παραμεθόριες περιοχές, καθώς και η μεταβίβαση μετοχών ή εταιρικών μεριδίων ή η μεταβολή του προσώπου εταίρων εταιρειών οποιασδήποτε μορφής που έχουν στην κυριότητά τους ακίνητα στις περιοχές αυτές.
Από την απαγόρευση αυτήν εξαιρούνται οι μεταβιβάσεις μετοχών εισηγμένων σε ελληνικό χρηματιστήριο, οι συμβάσεις γονικής παροχής, μισθώσεως μέχρι έξι ετών, κανονισμού ορίων, διανομής κοινού και μεταβιβάσεως ποσοστού αδιαιρέτου μεταξύ συγκυρίων". Επίσης, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 α ‘ και β’ του ιδίου νόμου: " Φυσικά ή νομικά πρόσωπα ελληνικής ιθαγένειας και ομογενείς, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι Κύπριοι, καθώς και φυσικά ή νομικά πρόσωπα που έχουν την ιθαγένεια ενός των κρατών μελών των Ευρωπαϊκών κοινοτήτων, μπορούν να ζητήσουν την άρση της απαγόρευσης της παραγράφου 1 του προηγουμένου άρθρου με αίτησή τους, στην οποία πρέπει να αναφέρεται και ο σκοπός για τον οποίο θα χρησιμοποιηθεί το ακίνητο.
Η αίτηση αυτή υποβάλλεται σε επιτροπή που συνιστάται με θητεία πέντε ετών σε κάθε νομό ή επαρχία με απόφαση του νομάρχη ή του επάρχου (ήδη Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης) αντίστοιχα και απαρτίζεται από το νομάρχη ή τον έπαρχο ως πρόεδρο και από έναν εκπρόσωπο των Υπουργείων Εθνικής Άμυνας, Εθνικής Οικονομίας, Δημόσιας Τάξης και Γεωργίας, που ορίζονται μαζί με τους αναπληρωτές τους από τα οικεία υπουργεία".
Κατά δε την διάταξη του άρθρου 30 του ίδιου ως άνω νόμου "Δικαιοπραξίες που συνάπτονται κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου αυτού είναι απολύτως άκυρες. Οι συμβολαιογράφοι που συντάσσουν συμβολαιογραφικά έγγραφα και οι συμβαλλόμενοι σ’ αυτά τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους και με χρηματική ποινή.
Οι συμβολαιογράφοι υπέχουν και πειθαρχική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Συμβολαιογράφων". Από τις ανωτέρω διατάξεις, που είναι δημοσίας τάξεως, ενόψει του σκοπού αυτών, εγκειμένου στην κατοχύρωση της εθνικής ασφαλείας της χώρας, σε συνδυασμό και προς τη διάταξη του άρθρου 174 του Α.Κ., συνάγεται ότι απαγορεύεται, πλην ορισμένων περιοριστικώς στο άρθρο 25 παρ. 1 εδ.
γ’ αναφερομένων εξαιρέσεων, κάθε δικαιοπραξία εν ζωή, με την οποία συνιστάται εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα επί ακινήτων κειμένων σε παραμεθόριες περιοχές, μεταξύ των οποίων και η περιοχή της Καστοριάς. Δικαιοπραξίες που καταρτίζονται κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων είναι απολύτως άκυρες, ως αντικείμενες σε απαγορευτικές διατάξεις του νόμου (άρθρο 174 Α.Κ. - Α.Π. 770/2012, 1312/2005).
Η άδεια της διοικητικής αρχής, που χορηγείται συνήθως μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου να αποκτήσει δικαίωμα αποτελεί στοιχείο του κύρους της σκοπουμένης δικαιοπραξίας, η οποία συνεπώς, χωρίς την προηγουμένη σχετική άδεια δεν καταρτίζεται εγκύρως. Μεταγενέστερη δε τυχόν χορήγηση της άδειας δεν θεραπεύει την ακυρότητα και συνεπώς, θα πρέπει η δικαιοπραξία, εφόσον είναι ακόμη δυνατόν, να επαναληφθεί (Α.Π. 1312/2005).
Μάλιστα, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, ούτε διά τακτικής ή εκτάκτου χρησικτησίας μπορεί να αποκτηθεί κυριότητα επί ακινήτου κειμένου σε παραμεθόριες περιοχές, αφού και με τον τρόπο αυτό κτήσεως θα μπορούσε να ματαιωθεί ο επιδιωκόμενος, ως άνω, νομοθετικός σκοπός (Α.Π. 770/2012). Επίσης, η θεσπιζομένη απαγόρευση καταλαμβάνει και την περίπτωση διενέργειας αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου κειμένου σε παραμεθόρια περιοχή, ώστε να αποτρέπεται ο κίνδυνος καταστρατηγήσεως, αφού και ο αναγκαστικός πλειστηριασμός οδηγεί , κατά τον προορισμό του, σε μετάθεση εμπραγμάτου δικαιώματος, και συνεπώς συντρέχει και στην περίπτωση αυτή ο δικαιολογητικός λόγος της προστασίας της εθνικής ασφαλείας.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 199, 513, 533, 1033, 1192 και 1198 του Α.Κ. καθώς και 965, 969, 1002, 1003 παρ.1, 1005 και 1017 του Κ.Πολ.Δ., ο πλειστηριασμός αποτελεί ιδιόρρυθμη σύμβαση πωλήσεως, που ενεργείται υπό το κύρος της αρχής και τελειούται με την κατακύρωση (Ολ.Α.Π. 2/93 και 1688/83). Η περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως αποτελεί το νόμιμο τίτλο δυνάμει του οποίου, από της μεταγραφής της μετατίθεται η κυριότητα (του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου στον υπερθεματιστή (Ολ.Α.Π. 2/1993).
Πριν από τη μεταγραφή της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως δεν υπάρχει μεταβίβαση εμπραγμάτου δικαιώματος και πριν από την έκδοση της περιλήψεως αυτής, δεν υπάρχει ούτε εμπράγματη σύμβαση ούτε άλλη, εμπράγματη ή ενοχική, δέσμευση των εμπλεκομένων μερών. Επομένως, η απόφαση της αρμόδιας επιτροπής περί άρσεως υπέρ του υπερθεματιστή της κατά το άρθρο 25 ν. 1892/1990 απαγορεύσεως, δεν απαιτείται να έχει εκδοθεί πριν από τον πλειστηριασμό, αλλ’ αρκεί η έκδοσή της πριν από τη σύνταξη της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως, η οποία, όπως αναφέρθηκε, συνιστά τον προς μεταγραφή τίτλο που εκδίδεται υπέρ του υπερθεματιστή , μετά τη νομότυπη και κανονική εκ μέρους του εκπλήρωση των υποχρεώσεών του και ιδίως εκείνης της πληρωμής του εκπλειστηριάσματος (Α.Π. 1424/2005, 1471/2004, 610/2002).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 του Α.Κ. "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.
Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.
Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του (Ολ. Α.Π. 16/2006, 17/1995, 62/1990, Α.Π. 1623/2012, 91/2011, 1130/2011, 1521/2009, 279/2008, 298/2008).
Τέλος, η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., έχουσα έντονο χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν επίσης από διατάξεις δημοσίας τάξεως, όπως είναι και οι διατάξεις του ν. 1892/1990 περί απαγορεύσεως δικαιοπραξιών επί ακινήτων κειμένων σε παραμεθόριες περιοχές, των οποίων και επικρατεί σε περίπτωση συγκρούσεώς των (Ολ.Α.Π. 126/1976, σχετ.
Ολ. Α.Π.10/2012 , Α.Π. 229/2006, 1429/2005 ).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται:"αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνας ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που (ανελέγκτως) δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στον νόμο (Α.Π. 653/2011, 1837/2013).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνος ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.
Α.Π. 13/1995). Η ύπαρξη νομίμου βάσεως και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλομένη απόφαση και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Δεν υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός εάν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Α.Π.378/2011, 656/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Με το ... ...1980 συμβόλαιο, του...περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) ένα ακίνητο που βρίσκεται στη θέση.....της.....πρώην Κοινότητας ..., εμβαδού 2.055 τ.μ,......
Επί του άνω ακινήτου ο ενάγων εγκατέστησε μονάδα εμφιάλωσης νερού, αποτελούμενη από διώροφη οικοδομή, με τα επ’ αυτής εγκατεστημένα μηχανήματα. Στις 21-11-1990, κατόπιν επισπεύσεως της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, πλειστηριάστηκε το παραπάνω ακίνητο, μετά του επ’ αυτού διώροφου βιοτεχνικού κτίσματος, εμβαδού εκάστου ορόφου 150 τ.μ.
και των μηχανημάτων του, ενώπιον της συμβολαιογράφου...ως υπάλληλο του πλειστηριασμού. Προς τούτο συντάχθηκε η... .../21-11-1990 έκθεση κατακύρωσης της προαναφερομένης συμβολαιογράφου και κατακυρώθηκε το ως άνω ακίνητο στον αρχικό πρώτο εναγόμενο, Δ. Α. Ζ., (δικαιοπάροχο των ήδη δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων) ο οποίος κατέβαλε το πλειστηρίασμα, ποσού 20.050.000 δρχ.
Ακολούθως, συντάχθηκε η υπ’ αριθμ. .../21-12-1990 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, της ίδιας συμβολαιογράφου, η οποία μεταγράφηκε νομίμως ...στις 30-11-1990. Το ακίνητο τούτο, κείμενο στο Νομό Καστοριάς, ο οποίος στο σύνολο του έχει ορισθεί..... παραμεθόριος περιοχή, εμπίπτει στα ακίνητα επί των οποίων οι δικαιοπραξίες, με τις οποίες συνιστώνται οποιαδήποτε εμπράγματα δικαιώματα, απαγορεύονται και για τις οποίες θα πρέπει να ζητηθεί η άρση της απαγόρευσης από την αρμόδια διοικητική επιτροπή του άρθρου 26 παρ. 1 και 2 του ν. 1892/1990.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. πρωτ. ...-12-1990 απόφαση της ανωτέρω επιτροπής, περί άρσης της σχετικής απαγόρευσης για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης του προηγηθέντος πλειστηριασμού, αυτή (άδεια) εκδόθηκε μεταγενεστέρως, ήτοι μετά τη σύνταξη της υπ’ αριθμ. .../21-12-1990 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης και συγκεκριμένα στις 31-12-1990.
Συνεπώς, δεν τηρήθηκε...η διαδικασία του ν. 1892/1990, περί άρσης της απαγόρευσης για κτήση εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα κείμενα σε παραμεθόριες περιοχές, καθόσον η σχετική άδεια της αρμόδιας επιτροπής ακολούθησε και δεν προηγήθηκε της σύνταξης της ανωτέρω περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης, η οποία αποτελεί...το απώτατο χρονικό σημείο μέχρι του οποίου θα πρέπει αυτή να έχει εκδοθεί. Ακολούθως, με το ... .../1995 συμβόλαιο, της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως, ο αρχικός πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε στο δεύτερο εναγόμενο (ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο) |το πιο πάνω ακίνητο.
Ωστόσο, τούτο έγινε χωρίς να προηγηθεί ή να ακολουθήσει μέχρι το χρόνο της μεταγραφής του συμβολαίου η έκδοση της άδειας της επιτροπής του άρθρου 26 του ν. 1892/1990. Τα συμβαλλόμενα στο ως άνω συμβόλαιο μέρη, προς θεραπεία της ανωτέρω μεταβίβασης, προχώρησαν, μετά τη σύνταξη της υπ’ αριθμ. ...-3-2005 απόφασης της αρμόδιας επιτροπής, σε επανάληψη της ανωτέρω μεταβίβασης, με τη σύνταξη του υπ’ αριθμ. ...21-7-2005 συμβολαίου, του ...
που μεταγράφηκε νομίμως. Πλην όμως, και ενόψει της ακυρότητας της...περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης, που αφορούσε τη μεταβίβαση της κυριότητας του... ακινήτου στον (αρχικό) πρώτο εναγόμενο, ο τελευταίος, ως μη κύριος, δεν είχε δικαίωμα και έτσι δεν μεταβίβασε εγκύρως στο δεύτερο εναγόμενο...Με βάση λοιπόν τα παραπάνω, οι ως άνω μεταβιβάσεις έγιναν κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων του ν. 1892/1990.
Περαιτέρω, αποδείχθηκαν ακόμη και τα παρακάτω. Μετά την κατακύρωση του πλειστηριασθέντος ακινήτου στον (αρχικό) πρώτο εναγόμενο και την καταβολή του πλειστηριάσματος από αυτόν, ποσού 20.050.000 δρχ., η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος...συμβολαιογράφος Νεστορίου- Καστοριάς, προέβη στη σύνταξη της υπ’ αριθμ. .../21-12-1990 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης, στην οποία, μεταξύ άλλων αναγράφεται "...
Για τη χορήγηση της παρούσας περίληψης εξεδόθη η σχετική άδεια του ν. 1892/1990 ...". Με τα ως άνω δεδομένα, δηλαδή τη διαδικασία του πλειστηριασμού που έλαβε χώρα με επισπεύδουσα την … Τράπεζα της Ελλάδας, με τη συμμετοχή των καθ’ ύλην αρμοδίων κρατικών οργάνων, όπως η προαναφερομένη συμβολαιογράφος, ως επί του πλειστηριασμού υπάλληλος και ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής, και την ολοκλήρωση των νομίμων ενεργειών, με τη σύνταξη της έκθεσης κήρυξης δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού και της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης, που μεταγράφηκε νομίμως, ευλόγως δημιουργήθηκε η πεποίθηση στον υπερθεματιστή (αρχικό πρώτο εναγόμενο), ότι κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου, αφού κατέβαλε το πλειστηρίασμα και τους αναλογούντες φόρους.
Η αναγραφή δε στην περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης ότι εκδόθηκε η άδεια της αρμόδιας επιτροπής του ν. 1892/1990, συνέτεινε στο να πιστέψει αυτός ότι κατέστη κύριος, νομέας και κάτοχος του επιδίκου. Έτσι, δοθέντος ότι η αγορά του επιδίκου έγινε με σκοπό τη λειτουργία σύγχρονης μονάδας εμφιάλωσης νερού στο όνομα του υιού του, Α., ο οποίος κατά το χρόνο εκείνο σπούδαζε, ο πρώτος εναγόμενος, με το από 14-1-1992 συμφωνητικό που κατάρτισε με την ...
Α.Ε., ανέθεσε σε αυτήν την τεχνικοοικονομική μελέτη και υποστήριξη στην λειτουργία του εργοστασίου εμφιαλώσεως νερού και την έκδοση άδειας εγκατάστασης εμφιαλωτηρίου, αντί αμοιβής 500.000 δρχ., έναντι της οποίας, με την υπογραφή του συμφωνητικού, κατέβαλε ποσό 300.000 δρχ. Στη συνέχεια, στις 18-5-1992, αγόρασε...ένα περονοφόρο ανυψωτικό μηχάνημα..., αντί του ποσού των 4.100.000 δρχ., και ένα υδραυλικό σταθεροποιητή φορτίου για το ανυψωτικό μηχάνημα, αντί του ποσού των 550.000 δρχ.
Εκτός τούτων, ο προαναφερόμενος προέβη και σε άλλες εργασίες, προκειμένου να αποκαταστήσει και να βελτιώσει την εικόνα των κτιριακών εγκαταστάσεων του επιδίκου. Ειδικότερα, προέβη στην κατασκευή περιμετρικά του οικοπέδου περίφραξης, με σκυρόδεμα, κολώνες και δικτυωτό συρματόπλεγμα, καθώς και στην κατασκευή καινούργιας στέγης του κτίσματος, για τα οποία δαπάνησε σημαντικά ποσά, το ακριβές ύψος των οποίων δεν προέκυψε.
Στη συνέχεια, λόγω της ξαφνικής απώλειας του υιού του σε αυτοκινητικό ατύχημα, το έτος 1994, ... ο πρώτος εναγόμενος πώλησε το επίδικο στο δεύτερο εναγόμενο, με αναγραφόμενο τίμημα 6.000.000 δρχ., και πραγματικό άνω των 25.000.000 δρχ. Εφόσον η αγορά του ακινήτου με την επ’ αυτού βιομηχανική εγκατάσταση έγινε με νόμιμο τρόπο, ήτοι με τη σύνταξη του ως άνω συμβολαίου, που μεταγράφηκε νομίμως, ευλόγως δημιουργήθηκε η πεποίθηση στον αγοραστή (δεύτερο εναγόμενο), ότι κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου και αφού εγκαταστάθηκε σε αυτό, προέβη σε σειρά πρόσθετων επισκευών, προκειμένου να το καταστήσει αμέσως λειτουργικό, για τις οποίες δαπάνησε τα παρακάτω ποσά:
α) Στις αρχές του ...1996 προέβη στη χάραξη χάνδακα, μήκους 2.350 μ. περίπου και βάθους 1 μ., όπου τοποθέτησε πλαστικούς σωλήνες για τη σύνδεση του επιδίκου με το δίκτυο ύδρευσης του χωριού …, αναλαμβάνοντας ο ίδιος τη σχετική δαπάνη, η οποία... ανήλθε περίπου σε 2.000 ευρώ. β) Για τη σύνδεση του ακινήτου με τριφασικό ρεύμα της …, κατέβαλε το ποσό των 500.000 δρχ., ως προκαταβολή και εγγύηση, γ) Για την τοποθέτηση αποκολληθέντων πλακιδίων και για το κτίσιμο και σοβάτισμα εντός του χώρου του εργοστασίου κατέβαλε στις 15-6-1999...το ποσό των 380.000 δρχ.
δ) Για την αντικατάσταση των ξύλινων κιγκλιδωμάτων με σιδερένια στο μπαλκόνι της οικίας και για δύο συρόμενες γκαραζόπορτες κατέβαλε στις 15-3-2003... το ποσό των 1:980 ευρώ. ε) Για τη διαμόρφωση του χώρου των αποδυτηρίων και τουαλετών στην οικία κατέβαλε στις 25-8-2004...το ποσό των 2.350 ευρώ. στ) Για την κατασκευή τεσσάρων ξύλινων κουφωμάτων με τα τζάμια τους και για την κατασκευή και τοποθέτηση παντζουριών στην κεντρική οικία, παραπλεύρως του εργοστασίου κατέβαλε τη 10-10-2004...
το ποσό των 1.700 ευρώ. ζ) Για την κατασκευή ηλεκτρολογικής εγκατάστασης σε αντικατάσταση της παλαιάς στην οικία δίπλα στο εργοστάσιο κατέβαλε την 5- 5-2005...το ποσό των 2.200 ευρώ και η) για τη βαφή όλων των χώρων του εργοστασίου και της παραπλεύρως οικίας δαπάνησε περί τις 5.000 ευρώ...με αποτέλεσμα η αξία του επιδίκου, ως βιοτεχνικό ακίνητο, να ανέλθει περίπου στο ποσό των 200.000 ευρώ.
Όλες οι παραπάνω παρεμβάσεις και πράξεις των εναγομένων έλαβαν χώρα υπό τα όμματα του ενάγοντος, ο οποίος από το έτος 1990 μέχρι και το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής, την 7-6- 2005, αδράνησε. Ειδικότερα, ουδέποτε μέχρι τότε στράφηκε με δικαστικές ενέργειες κατά των εναγομένων, επικαλούμενος ως λόγο ακυρότητας των ως άνω συμβολαίων τον αναφερόμενο στην κρινόμενη αγωγή, ήτοι τη μη προηγούμενη έκδοση της άδειας από την αρμόδια διοικητική επιτροπή.
Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι, για πρώτη φορά το έτος 2004, έλαβε γνώση ότι είχε εκδοθεί εκ των υστέρων η υπ’ αριθμ. ...-12-1990 απόφαση της επιτροπής του άρθρου 26 του ν. 1892/1990, που επισυνάφθηκε στην υπ’ αριθμ. .../21-12-1990 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης και αφού είχε συνταχθεί η εν λόγω περίληψη, δεν αποδείχθηκε....Από την ανωτέρω αδράνεια του ενάγοντος, η οποία συνοδεύεται από τις παραπάνω ειδικές περιστάσεις, δημιουργήθηκε στους εναγόμενους η πεποίθηση ότι δεν υφίσταται δικαίωμα ακυρότητας των ως άνω δικαιοπραξιών ή έστω ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί εναντίον τους, ώστε ο ενάγων, μεταβάλλοντας τη στάση του, να επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της ως άνω διαμορφωθείσας κατάστασης, συνεπάγεται επαχθείς για τους εναγόμενους, συνέπειες.
Έτσι, οι συνέπειες που θα επέλθουν από την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των ως άνω πράξεων, καθιστούν την άσκηση τούτου μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ομοίως...δεν έσφαλε, ο δε περί του αντιθέτου δεύτερος (και τελευταίος) λόγος της έφεσης του ενάγοντος είναι αβάσιμος...".
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., δεχόμενο ότι η επίκληση παρά του ενάγοντος δια της ενδίκου αγωγής της ακυρότητας των μεταβιβάσεων του ακινήτου, για το λόγο ότι δεν προηγήθηκε τούτων η προβλεπομένη από το άρθρο 26 παρ. 1α του ν. 1892/1990 διαδικασία άρσεως της απαγορεύσεως των αντιστοίχων δικαιοπραξιών, επί τω τέλει διεκδικήσεως από τον ίδιο του ακύρως μεταβιβασθέντος ακινήτου, τυγχάνει, κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη μη ανεκτή και εντεύθεν καταχρηστική, καθόσον από την αδράνεια και την εν γένει συμπεριφορά του ενάγοντος, κατά τον διαδραμόντα, μέχρι της ασκήσεως της αγωγής, χρόνο, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε και τις περιστάσεις που μεσολάβησαν και περιγράφονται στην προσβαλλομένη απόφαση, δημιουργήθηκε ευλόγως στους εναγομένους η πεποίθηση ότι δεν πάσχουν ακυρότητα οι επίμαχες συμβάσεις και σε κάθε περίπτωση δεν πρόκειται να προβληθεί τοιαύτη από τον ενάγοντα, ώστε η ήδη επιδιωκομένη απ’ αυτόν ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως, συνεπαγομένη επαχθείς για αυτούς συνέπειες, αντιτίθεται στις αρχές της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών.
Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της κρινομένης αιτήσεως, με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., αιτίαση περί παραβιάσεως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της προδιαληφθείσης διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ., τυγχάνει αβάσιμος. Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν την επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής της προειρημένης ουσιαστικής διατάξεως, την οποίαν έτσι δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Τούτο διότι αναφέρονται στην απόφαση, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενο της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι η άσκηση της ένδικου αγωγής τυγχάνει καταχρηστική, υπερβαίνουσα τα υπό της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών επιβαλλόμενα όρια.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., τυγχάνει αβάσιμος.
Περαιτέρω, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, όπως στην επικεφαλίδα του ρητώς αναφέρεται και εκ του περιεχομένου του σαφώς προκύπτει, πλήττεται ευθέως η προσβαλλομένη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ο λόγος αυτός τυγχάνει απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των αποδείξεων, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εφόσον δεν συνδέεται με παραβίαση κανόνων δικαίου, την οποία δεν επικαλείται ο αναιρεσείων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ,2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων , κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21 Οκτωβρίου 2013 αίτηση του Λ. Κ. του Δ. για αναίρεση των υπ’ αριθμ. 1/2012 και 68/2013 αποφάσεων του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ