1083/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1083/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού επικαλείται τα εξής: Ότι από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι το επίδικο συμβόλαιο δεν ήταν εικονικό και ότι ορθώς η ίδια κατατάχθηκε στον πίνακα ως ενυπόθηκη δανείστρια.
Full text
Απόφαση 1083 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1083/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Μεγκλή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Μ. του Α., κατοίκου ... και 2) Ι. Π. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Παπακωνσταντίνου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-1-2010 δύο ανακοπές των ήδη πρώτου και δευτέρου αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 195/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2135/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-6-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 27-2-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις από 25-1-2010 δύο ανακοπές τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οι ανακόπτοντες και ήδη πρώτος και δεύτερος αναιρεσίβλητοι αντίστοιχα ζήτησαν να μεταρρυθμισθεί ο προσβαλλόμενος πίνακας κατατάξεως, ώστε να αποβληθεί από αυτόν η καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσα και να καταταγούν οι ίδιοι, για το λόγο ότι η συμβολαιογραφικώς καταρτισθείσα σύμβαση δανείου και συναινέσεως εγγραφής υποθήκης, από την οποία πήγαζε η απαίτησή της κατά του καθ' ου η αναγκαστική εκτέλεση, για την οποία κατατάχθηκε στον πίνακα, ήταν εικονική. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τις ανακοπές ως βάσιμες. Μετά από έφεση της καθ' ης η ανακοπή εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση.
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού επικαλείται τα εξής: Ότι από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι το επίδικο συμβόλαιο δεν ήταν εικονικό και ότι ορθώς η ίδια κατατάχθηκε στον πίνακα ως ενυπόθηκη δανείστρια.
Ότι το εφετείο, με την αντίθετη κρίση του, παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, αφού για το σχηματισμό της κρίσεώς του αυτής δεν προσέφυγε στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. για την ερμηνεία της αληθούς βουλήσεως των συμβαλλομένων, δηλαδή της ίδιας και του καθ' ου ο πλειστηριασμός οφειλέτη.
Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μη προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού το δικαστήριο της ουσίας δεν διαπίστωσε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων στο δανειστικό συμβόλαιο, ώστε να τίθεται θέμα προσφυγής στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες.
Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος διότι με αυτόν, υπό την κατ' επίφαση επίκληση του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 17 παρ.2 ν.2915/2001 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καθιερώνεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσκομισθεί καμμιά απόδειξη (Α.Π. 39/2010). Όμως η διάταξη αυτή δεν έχει την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας έχει υποχρέωση να αναφέρει από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε κάθε επί μέρους παραδοχή του αλλά αρκεί η γενική μνεία των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικά με την ουσιαστική βασιμότητα του λόγου ανακοπής των αναιρεσιβλήτων περί εικονικότητας της εκ του ατόκου δανείου απαιτήσεως της αναιρεσείουσας και της για την αιτία αυτή εγγραφείσης υποθήκης, όχι χωρίς απόδειξη αλλά από τα μνημονευόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και έγγραφα).
Συνεπώς ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ. δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, ότι το εφετείο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984).
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 41/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια και συγκεκριμένα, όπως κατά λέξη αναγράφεται στο λόγο αυτό, το εφετείο: "έκρινε ότι το επίδικο δανειστικό συμβόλαιο είναι εικονικό, κάνει δε λόγο για την υπέρβαση των περιστάσεων καθώς και σχόλιο για την σε χαλεπούς καιρούς αναμονή μου προς συναινετική εξασφάλιση της απαίτησής μου, ενώ του προκαλεί κατάπληξη η μη προσφυγή μου στη δικαιοσύνη για την διεκδίκηση και επιδίκαση της απαίτησής μου καταλήγοντας ότι στην κρίση του περί εικονικότητας οδηγήθηκε κατά τους κανόνες της λογικής".
Ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος διότι με αυτόν η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται έλλειψη αιτιολογιών της προσβαλλομένης αλλά ελλείψεις αναγόμενες στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού της πορίσματος. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου κώδικα, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 828/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού εκθέτει τα εξής: Ότι προς αντίκρουση των ισχυρισμών των αναιρεσιβλήτων αυτή προσκόμισε δημόσια έγγραφα και μάλιστα αυτό του Ταμείου Παρακαταθηκών, προς πλήρη απόδειξη τού ότι διέθετε στην κυριότητά της το χρηματικό ποσό που συνιστά η απαίτησή της από τον καθ' ου ο πλειστηριασμός, καθώς και τη 1349/2009 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως με το ενσωματωμένο σ' αυτήν έγγραφο του Κτηματολογικού Γραφείου Σπάτων με ημερομηνία 29-6-2009 για τα εγγεγραμμένα βάρη κατά του οφειλέτη κατά τον ίδιο επίδικο χρόνο, προς πλήρη απόδειξη της άγνοιάς της περί απαιτήσεων άλλων δανειστών επομένων της εμπραγμάτως εξασφαλισμένης δικής της απαιτήσεως.
Ότι παρά ταύτα το εφετείο δέχθηκε ότι το επίμαχο συμβόλαιο είναι εικονικό και ότι το μεν έγγραφο του Ταμείου Παρακαταθηκών δεν συνιστά απόδειξη του αν σώζεται όλη η κατά τα άνω νομίμως ευρισκόμενη στην κυριότητά της χρηματική περιουσία κατά το χρόνο καταρτίσεως της επίδικης δικαιοπραξίας, για δε την έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως με το ενσωματωμένο έγγραφο του Κτηματολογικού Γραφείου Σπάτων και τα επ' αυτού βάρη κατά του οφειλέτη ότι απλώς έπονται της δικής της απαιτήσεως χωρίς περαιτέρω άλλη απόδειξη.
Ότι έτσι το εφετείο απέδωσε στα πιο πάνω προσκομισθέντα από αυτήν με επίκληση έγγραφα περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού που αυτά περιέχουν, στηρίζοντας και σε αυτά την κρίση του περί εικονικότητας του επίμαχου συμβολαίου. Ο λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, εφόσον δεν προσδιορίζεται ούτε το ακριβές περιεχόμενο των εγγράφων που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν ούτε το περιεχόμενο που απέδωσε σ' αυτά το δικαστήριο της ουσίας, κυρίως όμως διότι οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις αφορούν όχι εσφαλμένη ανάγνωση των αναφερόμενων εγγράφων αλλά διαφορετική εκτίμηση του περιεχομένου τους, με βάση το οποίο το εφετείο κατέληξε σε αντίθετο συμπέρασμα από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα.
Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις) σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., όπως η παρ.4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 ν. 4055/2012 και ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 του ίδιου νόμου, από 2-4-2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Ιουνίου 2014 αίτηση της Γ. Κ. για αναίρεση της 2135/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αιτήσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 14 Αυγούστου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ