1083/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1083/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, το μεν άρθρο 1047 §1 ΚΠολΔ εξακολουθεί να προβλέπει την προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως επί εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις, το δε άρθρο 11 του ανωτέρω Συμφώνου εισάγει δικαιοκωλυτικό κανόνα που αποκλείει την απαγγελία προσωπικής κράτησης κατ' εμπόρου για ενοχικές οφειλές, όταν η μη εξόφληση των συμβατικών υποχρεώσεων του οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία αυτού προς εκπλήρωση.
Full text
Απόφαση 1083 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1083/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξουσία δικηγόρο του Αγάθη Μεταξά.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "INTERNATIONAL LIFE Ανώνυμη εταιρία Ασφαλίσεων Ζωής", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Οικονόμου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-7-1994 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1659/1995 προδικαστική, 5293/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1118/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6 Ιουνίου 2006 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 363/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επανέρχεται σήμερα για νέα συζήτηση, με την από 23 Δεκεμβρίου 2012 κλήση του ήδη αναιρεσείοντος.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Πελεκάνος, ανέγνωσε την από 1-12-2009 έκθεση του Αντιπροέδρου του Τμήματος Γεωργίου Χρυσικού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 6-6-2006 αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ επισκόπηση από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς την περαιτέρω έρευνα των λόγων της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Α) Η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία ιστορούσε στην από 5-7-1994 αγωγή της τα ακόλουθα: α) ότι με το από 17-3-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό που τροποποιήθηκε με το από 1-4-1992 όμοιο κατάρτισε με τον αναιρεσείοντα-εναγόμενο σύμβαση αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση χωρίς εξάρτηση, ως ελεύθερος επαγγελματίας να παρέχει σ' αυτή τις υπηρεσίες του ως συντονιστή παραγωγών ασφαλίσεων, β) ότι ο αναιρεσείων- εναγόμενος ελάμβανε το ποσό των 500.000 δραχμών μηνιαίως, με την προϋπόθεση ότι κατά το πρώτο έτος της συνεργασίας θα επιτύγχανε παραγωγή ετησίων ασφαλίστρων συμβολαίων ζωής άνω των 20.000.000 συνολικό δραχμών.
Το ποσό δε αυτό (500.000) θα αποτελείτο από τις πιστούμενες προμήθειες, τις πιστούμενες αμοιβές εκπαιδεύσεως, τα επιδόματα, τα bonus και ό,τι άλλο κατά τη σύμβαση και τον κανονισμό πωλήσεων της αναιρεσείουσας - ενάγουσας εταιρίας προεβλέπετο, το δε υπολειπόμενο ποσό θα συμπληρωνόταν από αυτή υπό μορφή χρηματοδοτήσεως και μετά τη λήξη του πρώτου έτους συνεργασίας θα πιστωνόταν κατά ποσοστό 100% ως bonus εφόσον τα ετήσια ασφάλιστρα συμβολαίων ζωής υπερέβαιναν το ποσό των 20.000.000 δραχμών.
Σε περίπτωση όμως παραγωγής ετησίων ασφαλίστρων μεταξύ 15.000.000 και 20.000.000 δραχμών η πίστωση του χρεωστικού αυτού υπολοίπου σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως θα διαμορφωνόταν ως εξής: 1) με παραγωγή άνω των 18.000.000 δραχμών πίστωση κατά 75%, 2) με παραγωγή άνω των 16.000.000 δραχμών πίστωση κατά 50% και γ) με παραγωγή άνω των 15.000.000 δραχμών πίστωση κατά 25%.
Επίσης σύμφωνα με όρο της συμβάσεως αν ο -αναιρεσείων - εναγόμενος πραγματοποιούσε ετήσια παραγωγή ασφαλίστρων κάτω των 15.000.000 δραχμών τότε υπεχρεούτο να επιστρέψει στην αναιρεσίβλητη - ενάγουσα το επιπλέον των άνω κανονικών πιστώσεων ποσό της χρηματοδοτήσεώς του. Τέλος συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως συνεργασίας για οποιοδήποτε λόγο θα υποχρεούτο ο αναιρεσείων εναγόμενος να επιστρέψει στην, αναιρεσίβλητη - ενάγουσα έντοκα κάθε.
ποσό από τα ανωτέρω πιστούμενα που του είχε καταβληθεί αχρεωστήτως, το οποίο θα καθίστατο αμέσως ληξιπρόθεσμο και απαιτητό γ) ότι με την από-25-9-1992 νεώτερη έγγραφη συμφωνία των διαδίκων συμφωνήθηκε ότι ο αναιρεσείων - εναγόμενος θα ελάμβανε μηνιαίως το ποσό των 500.000 δραχμών με την προϋπόθεση ελάχιστης μηνιαίας παραγωγής ασφαλίστρων κλάδου ζωής και πυρός χωριστά για καθένα των μηνών Σεπτέμβριο 1992 έως και Μάρτιο 1993 στα ποσά αντίστοιχα των 1.500.000, 2.500.000, 3.500.000, 4.000.000, 2.000.000, 3.500.000 και 4.000.000 δραχμών και στο ποσό των 23,000.000 συνολικά και αριθμό συμβολαίων 175 για τον κλάδο ζωής, και για το ίδιο χρονικό διάστημα το ποσό των 1.140.000 δραχμών συνολικά και αριθμό συμβολαίων 36 για τον κλάδο πυρός.
Κατά τα λοιπά δε θα ίσχυαν οι όροι του από 17-3-1992 ιδιωτικού συμφωνητικού. δ) ότι σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα κατέβαλε στον αναιρεσείοντα - εναγόμενο για το πρώτο έτος συνεργασίας τους που άρχισε να λειτουργεί στις 17-3-1992 το συνολικό ποσό των 6.000.000 δραχμών (12 μήνες Χ 500.000 δρχ). πλην όμως ο τελευταίος επέδειξε αδράνεια κατά την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών του, κατά το πρώτο έτος της συνεργασίας τους και δεν πέτυχε καθόλη αυτή τη διάρκεια τα συμφωνημένα κατώτατα όρια παραγωγής ασφαλίστρων αφού η παραγωγή των ετησίων μικτών ασφαλίστρων από το μήνα Σεπτέμβριο 1992 έως Μάρτιο 1993 από τα μεν συμβόλαια του κλάδου ζωής ανήλθαν σε 7.531.823 δραχμές, από τα δε συμβόλαια του κλάδου πυρός σε 378.127 δραχμές, γι' αυτό και η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα την 12-1-1994 βάσει δικαιώματος που της παρείχε η σύμβαση κατήγγειλε αυτή.
ε) Ότι ο αναιρεσείων-εναγόμενος καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους δικαιούται σύμφωνα με τους όρους των άνω συμβάσεων και του κανονισμού της εταιρίας να λάβει: 1) ως επίδομα το ποσό των 100.000 δραχμών για κάθε ένα από τους τρεις πρώτους μήνες αυτής, ανεξάρτητα από το ύψος της παραγωγής ασφαλίστρων που θα πραγματοποιούσε, 2) το ποσό των 120.000 δραχμών, ως επίδομα για το μήνα Οκτώβριο του 1992 που η συμφωνημένη μηνιαία παραγωγή του υπερέβη το ποσό των 2.000.000 δραχμών, 3) ως επίδομα (bonus) μηνιαίας παραγωγής για τα ασφάλιστρα που εισπράχθηκαν το Νοέμβριο του 1992, το ποσό των 50.000 δραχμών και 4) αμοιβές εκπαιδεύσεως (υπερπρομήθειες)-και προμήθειες επί της προσωπικής παραγωγής του μέχρι την 31-1-1994 που τα καθαρά ασφάλιστρα ανήλθαν σε 9.908.468 δραχμές, το ποσό των 360.548 δραχμών μετά την αφαίρεση ποσοστού 15% του παρακρατούμενου φόρου και την αφαίρεση καταβολών 184.384 δραχμών που έγιναν σ' αυτόν μετά το Μάρτιο του 1993 για την αιτία αυτή (υπερπρομήθειες - προμήθειες επί της προσωπικής παραγωγής).
Ζήτησε δε τελικά η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα επικαλούμενη τις σχετικές συμβατικές ρυθμίσεις να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων- εναγόμενος μετ' αφαίρεση των παραπάνω ποσών να της καταβάλει το ποσό των 5.169.452 δραχμών ως υπόλοιπο από το συνολικό ποσό των 6.000.000 δραχμών που του καταβλήθηκε και πιστώθηκε στο λογαριασμό του.
Β) Κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ο αναιρεσείων - εναγόμενος: α) αρνήθηκε ότι η μεταξύ των διαδίκων συνεργασία άρχισε να λειτουργεί από τις υπογραφής της πρώτης σύμβασης στις 17-3-1992 β) προέβαλε την ένσταση από τη διάταξη του άρθρου 353 του ΑΚ ότι η αναιρεσίβλητη ενάγουσα κατά τρόπο αντισυμβατικό καθυστέρησε να μισθώσει το νέο υποκατάστημά της που θα στεγαζόταν και ο ίδιος και περιήλθε σε υπερημερία, που απορρίφθηκε (ένσταση,) ως αόριστη με την υπ' αριθ. 1659/1995 προδικαστική απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, χωρίς να επαναφερθεί στο Εφετείο και γ) την ένσταση από τη διάταξη του αρθρ. 281 του ΑΚ ότι η αναιρεσίβλητη -ενάγουσα καθ' υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη έκαμε χρήση του συμβατικού δικαιώματος της και την 12-1-1994 κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση, μολονότι αυτός επέδειξε εξαιρετικό ζήλο και δραστηριότητα ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων, παρά την καθυστέρηση από την αναιρεσίβλητη ενάγουσα μισθώσεως νέων γραφείων, όπου θα εστεγάζετο η διεύθυνσή του.
Συγκεκριμένα προέβη στην επάνδρωση της διευθύνσεως του με ικανό αριθμό ασφαλιστών και τμηματαρχών, οι οποίοι εργάζοντο υπό τις οδηγίες του με αποτέλεσμα να αυξηθεί η παραγωγικότητα της εταιρίας και για το λόγο αυτό να εξακολουθούσε η ενάγουσα να του καταβάλει τη μηνιαία αμοιβή των 500.000 δρχ. καθ' όλο το ένδικο διάστημα.
Γ) Η ένσταση αυτή από τη διάταξη του αρθ. 281 ΑΚ έγινε δεκτή από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή της αναιρεσίβλητης. Ύστερα από την άσκηση έφεσης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος από τη διάταξη του αρθρ.281 ΑΚ ως αβάσιμη κατ' ουσία και δέχθηκε τελικά την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν με τις ακόλουθες επί της ουσίας ανέλεγκτες παραδοχές: "Με το από 17-3-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό συμβάσεως έργου συντονιστού παραγωγών ασφαλίσεως (agency manager) αορίστου χρόνου και το από 1-4-1992 όμοιο, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "INTERNATIONAL LIFE Ανώνυμη Εταιρία Ασφαλίσεων Ζωής" συμφώνησαν με τον εναγόμενο ήδη εφεσίβλητο και ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση, χωρίς νομική εξάρτηση, ως ελεύθερος επαγγελματίας, να παρέχει σε αυτή (ενάγουσα ήδη εκκαλούσα) τις υπηρεσίες του ως άνω συντονιστή παραγωγών ασφαλίσεων (agency manager), με ειδικότερους όρους που περιλαμβάνονται στις άνω συμβάσεις.
Συγκεκριμένα, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι ο εναγόμενος - εφεσίβλητος θα ελάμβανε ως αμοιβή, για τις στην ενάγουσα - εκκαλούσα παρεχόμενες ως ανωτέρω υπηρεσίες του, το ποσό των 500.000 δραχμών συνολικώς, μηνιαίως, υπό την προϋπόθεση ότι κατά το πρώτο έτος της συνεργασίας τους θα επετύγχανε παραγωγή ετήσιων ασφαλιστήριων συμβολαίων "πακέτου" ζωής άνω των 20.000.000 δραχμών (όρος Α) του άνω από 17-3-1992 συμφωνητικού.
Το προαναφερόμενο ποσό των 500.000 δρχ. συνίστατο από τις πιστούμενες (δικαιούμενες από τον εναγόμενο) προμήθειες, τις πιστούμενες αμοιβές εκπαιδεύσεως, τα επιδόματα, τα "bonus" και οτιδήποτε άλλο προεβλέπετο από την σύμβαση και τον κανονισμό πωλήσεων της εναγούσης - εκκαλούσης, το δε υπολειπόμενο ποσό μέχρι τις 500.000 δρχ θα συνεπληρώνετο (πιστούτο) από αυτή υπό την μορφή χρηματοδοτήσεως και όλα τα ανωτέρω υπό την προεκτεθείσα προϋπόθεση κατωτέρας ετήσιας παραγωγής ασφαλίστρων των κλάδων ζωής και πυρός, όπως ο όρος τροποποιήθηκε εν μέρει με το 25 9-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων (από Σεπτεμβρίου 1992 έως και Μάρτιο 1993 κατώτερα όρια ετήσιων ασφαλίστρων συμβολαίων "πακέτου" ζωής άνω των 23.000.000 δραχμών και αριθμό συμβολαίων συνολικώς 175 για τον κλάδο ζωής και το ποσό του 1.140.000 δρχ.
και συνολικώς αριθμό συμβολαίων 36 για τον κλάδο πυρός). Συμφωνήθηκε, επίσης, με τα άνω ιδιωτικά συμφωνητικά, ότι, κατά τη λήξη του πρώτου έτους και εφ' όσον η παραγωγή ασφαλίστρων υπερβεί το ποσό των 20.000.000 δρχ θα πιστωνόταν κατά ποσοστό 100% ως bonus (όρος Δ του από 17-3-1992 ιδ. συμφωνητικού), σε περίπτωση, όμως παραγωγής ετησίων ασφαλίστρων μεταξύ 15.000.000 και 20.000.000 δρχ.
η πίστωση του τυχόν χρεωστικού αυτού υπολοίπου θα διαμορφώνετο ως εξής: 1. με ετήσια παραγωγή άνω των 18.000.000 δρχ πίστωση κατά 75%, 2. με ετήσια παραγωγή άνω των 16.000.000 δρχ πίστωση κατά 50%, 3. με ετήσια παραγωγή άνω των 15.000.000 δρχ πίστωση κατά 25%. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι αν ο εναγόμενος - εφεσίβλητος πραγματοποιούσε ετήσια παραγωγή ασφαλίστρων (κάτω των 15.000.000 δρχ, τότε υποχρεούτο να επιστρέψει στην ενάγουσα - εκκαλούσα το επιπλέον των άνω κανονικών πιστώσεων ποσό της χρηματοδοτήσεώς του.
Συμφωνήθηκε, τέλος, με τον όρο ΣΤ του άνω από 17-3-1992 μεταξύ τους ιδιωτικού συμφωνητικού, ότι, σε περίπτωση καταγγελίας της μεταξύ τους συμβάσεως για οποιοδήποτε λόγο, θα υπεχρεούτο ο εναγόμενος να επιστρέψει στην ενάγουσα κάθε ποσό (από τα ανωτέρω πιστούμενα) που του κατεβλήθη από αυτή αχρεωστήτως, το οποίο (ποσό) θα καθίστατο αμέσως ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.
Σε εκτέλεση των ως άνω συμφωνηθέντων η ενάγουσα κατέβαλε στον εναγόμενο, για το πρώτο έτος της συνεργασίας τους, η οποία άρχισε την 17-3-1992, το ποσό των 500.000 δρχ μηνιαίως για ένα έκαστο των πρώτων δώδεκα μηνών, ήτοι, του κατέβαλε το συνολικό ποσό των 6.000.000 δρχ (12 μήνες Χ 500.000 δρχ). Απεδείχθη, περαιτέρω, από τα άνω αποδεικτικά μέσα ότι, κατά τον πρώτο αυτό χρόνο της συνεργασίας τους με την ενάγουσα, τα παραδοθέντα-ετήσια ασφάλιστρα όλης της διευθύνσεως της οποίας προΐστατο ο εναγόμενος από συμβόλαια "πακέτου" ζωής, σημαντικώς κατώτερα των συμφωνηθέντων στόχων παραγωγής, ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 7.531.823 δραχμών.
Κατόπιν τούτου, με την από 12.1.1994 εξώδικη καταγγελία συνεργασίας και πρόσκληση, η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, εφ' όσον, όπως, από τα άνω, απεδείχθη, ο εναγόμενος δεν επέτυχε τις από αυτόν αναληφθείσες έναντι αυτής υποχρεώσεις του, νομίμως κατήγγειλε την με αυτόν σχέση συνεργασίας τους, επικαλούμενη την μη επίτευξη των συμφωνηθέντων στόχων.
Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η προαναφερομένη καταγγελία ασκείται από την ενάγουσα καταχρηστικώς διότι ο ίδιος μεν επέδειξε ζήλο εξαιρετικό και δραστηριότητα, με την επάνδρωση της διευθύνσεώς του με ικανό αριθμό ασφαλιστών και τμηματαρχών, πλην, όμως, η ενάγουσα καθυστέρησε την μίσθωση νέων γραφείων και, περαιτέρω, ότι η τελευταία συνέχισε να του καταβάλει καθ' όλο το πρώτο έτος της συνεργασίας τους, μηνιαίως το ποσό των 500.000 δρχ., ενώ ηδύνατο να ασκήσει το συμβατικό της δικαίωμα για μετά από τρίμηνο επανεξέταση της καταβολής του.
Με τα δεδομένα αυτά η ένσταση του εναγομένου ήδη εφεσίβλητου, κρίνεται ουσιαστικώς αβάσιμη, διότι, τα περιστατικά, που επικαλείται και αποδεικνύει δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της εναγούσης ήδη εκκαλούσης, με την έννοια, που αναφέρθηκε στην μείζονα σκέψη και, συνεπώς, η συμπεριφορά της δεν παρίσταται καταχρηστική, ώστε να μη δικαιούται αυτή το αγωγικώς αιτούμενο ποσό.
Ειδικότερον, ο εφεσίβλητος δεν απέδειξε περιστατικά, τα οποία να στοιχειοθετούν προφανή υπέρβαση των ορίων, τα οποία επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος της εναγούσης -εκκαλούσης να καταγγείλει την μεταξύ τους σύμβαση, κατ' εφαρμογή του σχετικού όρου αυτής.
Η από αυτόν επίκληση ότι η ήδη εκκαλούσα ενήργησε αντίθετα προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, όπως, επίσης, και η παράθεση των δυσμενών γι' αυτόν συνεπειών της καταγγελίας της συμβάσεως, δεν αρκούν για τη θεμελίωση των κατά νόμον απαραιτήτων στοιχείων, τα οποία θα καθιστούσαν την άσκηση του δικαιώματος της εφεσίβλητης -εναγόμενης καταχρηστική, Ειδικότερον, ο εναγόμενος, παρ' ότι, ως ισχυρίζεται, υπολειτουργούσε υπαιτιότητι της εναγούσης το υποκατάστημα του οποίου προΐστατο, συνέπραξε και υπέγραψε το άνω από 25-9-1992 νέο ιδιωτικό συμφωνητικό χωρίς να διαμαρτυρηθεί για την καθυστέρηση εξοπλισμού από την ενάγουσα του υποκαταστήματος του οποίου αυτός προΐστατο, ενώ, εξ άλλου, η ενάγουσα δεν άσκησε το συμβατικό δικαίωμά της για μετά από τρίμηνο επανεξέταση της σε εκείνον καταβολής των 500.000 δρχ μηνιαίως, αφού, αφ' ενός μεν η επιστροφή των χρημάτων ήτο ρητώς διασφαλισμένη βάσει των προεκτεθέντων όρων Ε και ΣΤ του μεταξύ τους ιδιωτικού συμφωνητικού, αλλά και διότι η τελευταία εξήντλησε, ως είχε δικαίωμα, κάθε περιθώριο για τυχόν από αυτόν (εναγόμενο) επίτευξη των ετήσιων στόχων παραγωγής.
Κατ' ακολουθίαν, ο εναγόμενος οφείλει να επιστρέψει στην ενάγουσα τα από αυτή προς εκείνον καταβληθέντα ως ανωτέρω ποσά, πέραν των: 1. το ποσό των 100.000 δρχ. μηνιαίως ως επίδομα για τους 3 πρώτους μήνες της συνεργασίας τους ανεξαρτήτως του ύψους παραγωγής ασφαλίστρων, ήτοι ποσό 300.000 δρχ, 2. το ποσό των 120.000 δρχ.
ως επίδομα για τον μήνα Οκτώβριο 1992 αφού η παραγωγή αυτού (ετήσια μικτά ασφάλιστρα) κατά τον μήνα αυτό υπερέβη το ποσό των 2.000.000 δρχ, που ετίθετο από τον κανονισμό της εναγούσης ως όριο, 3. το ποσό των 50.000 δρχ. ως επίδομα μηνιαίας παραγωγής ασφαλίστρων για τον μήνα Νοέμβριο 1992 και 4. το ποσό των 360.548 δρχ. ως αμοιβές εκπαιδεύσεως (υπερπρομήθειες) και προμήθειες επί της προσωπικής καθ' όλο το διάστημα της συνεργασίας τους, ήτοι, συνολικώς 830.548 δρχ (300.000 + 120.000 + 50.000 + 360.548) και, επομένως, οφείλει αυτός να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 5.169.452 δρχ (6.000.000 δρχ - 830.548 δρχ).
Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, δέχθηκε την από τον εναγόμενο προβληθείσα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεώς της ως βάσιμη και απέρριψε την ένδικη αγωγή, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου και, πρέπει κατόπιν όλων αυτών, να γίνει και ουσιαστικώς δεκτή η έφεση και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση. Στην συνέχεια πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση για ουσιαστική έρευνα από το παρόν δικαστήριο, κατ' άρθρο 535 Κ.Πολ.Δ, να γίνει η αγωγή δεκτή ως και ουσιαστικώς βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 15.170,80 ευρώ (5.169.452 δρχ), με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής".
II. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997 ΑΠ 1933/2006).
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό.(πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου και κατά τα τρία μέρη του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος: "α) ότι με το από 25-9-1992) μεταγενέστερο συμφωνητικό δεν τέθηκε η προϋπόθεση της ετήσιας παραγωγής ασφαλίστρων συμβολαίων άνω των 20.000.000 δρχ για να δικαιούται, τη μηνιαία αμοιβή των 500.000 δρχ αλλά τέθηκε μόνο ένα ελάχιστο ποσό μηνιαίας παραγωγής για κάθε ένα των μηνών Σεπτεμβρίου 1992 έως Μαρτίου 1993" β) "ότι το υποκατάστημα υπολειτουργούσε με υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας και μέχρι τον Οκτώβριο του 1992 δεν είχε γίνει πλήρης ανάπτυξη των εργασιών του, παρά ταύτα όμως επιτεύχθηκαν πλήρως οι στόχοι που είχαν συμφωνηθεί με τις προσπάθειες του και γι' αυτό η άσκηση της αγωγής της αναιρεσίβλητης ήταν καταχρηστική" γ) "ότι δεν είναι αληθές ότι δεν διαμαρτυρήθηκε για τις πιο πάνω καθυστερήσεις, αφού αυτό το έπραξε επανειλημμένα" δ) "ότι η καταχρηστική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης συνδέεται, και με τα γεγονότα μετά κοινοποίηση της καταγγελίας της αναιρεσίβλητης στις 12-1-1994, όταν υπέστη λόγω της καταγγελίας προκάρδιο άλγος και νοσηλευόταν στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών μέχρι της 20-1-1994 και οι υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης στις 13-1-1994 κατέγραψαν τα προσωπικά του είδη και τα συγκέντρωσαν εκτός γραφείου του χωρίς να περιμένουν την έξοδό του από το Νοσοκομείο, ενώ η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι στις 14-1-1994 υπέγραψε τη βεβαίωση παράδοσης του εξοπλισμού του γραφείου του δηλαδή σε χρόνο που νοσηλευόταν κατά τα προαναφερθέντα".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά τα περιστατικά με στοιχεία α' έως και γ' είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το Εφετείο, και εάν ακόμη τα πιο πάνω περιστατικά συγκροτούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους απέρριψε εκ του πράγματος ως αβάσιμους, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τους ισχυρισμούς αυτούς δηλαδή ότι η ίδια σύμβαση λειτούργησε πραγματικά από τις 17-3-1992 μέχρι τις 12-1 -1994 χωρίς ο αναιρεσείων να επιτύχει τους συμφωνημένους στόχους παραγωγής, και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά τα περιστατικά με στοιχείο δ' είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί τέτοια περιστατικά, πέρα από το γεγονός ότι αφορούν συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης μετά την ελεγχόμενη καταγγελία της, σε κάθε περίπτωση δεν τέθηκαν υπόψη του Εφετείου από τον αναιρεσείοντα κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη.
III. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωσή της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, και όχι μαρτυρική κατάθεση, ενώ ως έγγραφο νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ του Κ.Πολ.Δ, και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης όπως η αγωγή.
Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό. (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 442/1993).
Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 413/1993).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, για να καταλήξει στην κρίση, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν εκπλήρωσε τους στόχους παραγωγής του είχαν τεθεί με τις από 17-3-1992, 1-4-1992 και 25-9-1992 συμβάσεις και να απορρίψει το σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος από τη διάταξη του αρθρ. 281 ΑΚ και να δεχθεί τελικά την αγωγή της αναιρεσίβλητης στηρίχθηκε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων, και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα των πιο πάνω τριών συμβάσεων.
Προβάλλει ειδικά δε ως προς τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα ο αναιρεσείων, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο τόσο των πιο πάνω εγγράφων όσο και των μαρτυρικών καταθέσεων. Υπ' αυτά όμως τα δεδομένα η παραμόρφωση που προβάλλεται και αφορά το περιεχόμενο των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων κρίνεται απαράδεκτη.
Εξάλλου, καθ' όσον αφορά τα πιο πάνω φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα ούτε ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ούτε και προκύπτει από το σύνολο αυτών που ιστορεί στην αίτηση του ή και κυρίως από αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα παραπάνω έγγραφα για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα της, ύστερα από τη συνεκτίμηση και όλων των άλλων στοιχείων, ότι δηλαδή ο αναιρεσείων καθόλο το διάστημα της συνεργασίας των διαδίκων, που λειτούργησε από τις 17-3-1992 μέχρι της καταγγελίας της στις 12-1-1994, δεν πέτυχε τους στόχους παραγωγής που είχαν τεθεί συνδυαστικά με τις πιο πάνω συμβάσεις.
Επομένως οι εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. πρώτος κατά το τελευταίο μέρος του, δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος του, πέμπτος και έκτος κατά το πρώτο μέρος λόγοι αναίρεσης, είναι από την αιτία αυτή προεχόντως απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Κατά τα λοιπά δε, οι ίδιοι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης από τον αριθ. 20 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ είναι επίσης απορριπτέοι ως απαράδεκτοι γιατί, όπως από το περιεχόμενο τους προκύπτει, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι εκπλήρωσε πράγματι όλους τους τεθε ες συμβατικούς στόχους που αφορούσαν τα ασφαλιστήρια ζωής και πυρός, πλήττοντας πλέον την αντίθετη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, που ανάγεται σε πράγματα, και σαν τέτοια, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (αρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ).
IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελ4φθ-ηοσν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 παρ. γ' του Κ.Πολ.Δ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός-που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 14/2005 και 2/2008).
Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου κατά το πρώτο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι εκπλήρωσε τους τεθέντες συμβατικά στόχους παραγωγής κατά 100% εκτός από εκκαθαριστικά προμηθειών, στα οποία σκόπιμα η αναιρεσίβλητη περιέλαβε μόνο το 41,99% της πραγματικής παραγωγής του και τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα λοιπά στοιχεία, τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις του στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως αναλυτικά εκτίθεται στην πρώτη παράγραφο της παρούσας, με την οποία απορρίφθηκε ρητά ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για εκπλήρωση όλων των συμβατικών στόχων και για καταχρηστική άσκηση της αγωγής, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα πιο πάνω έγγραφα, για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
V. Από τις διατάξεις των παρ, 1 και 2 του αρθ. 518 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η προθεσμία των τριάντα ημερών του καθιερώνεται με την πρώτη για την άσκηση της έφεσης έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την νομότυπη επίδοση της οριστικής απόφασης που περατώνει τη δίκη, και όχι την με οποιονδήποτε άλλο τρόπο γνώση του περιεχομένου της ίδιας απόφασης η δε προθεσμία των τριών χρόνων του καθιερώνεται με τη δεύτερη έχει την αναγκαία προϋπόθεση ότι δεν επιδόθηκε νομότυπα η οριστική απόφαση. Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ ότι: "το Εφετείο παραβιάζοντας τον πιο πάνω κανόνα δικονομικού δικαίου του αρθ. 518 του ΚΠολΔ, δεν κήρυξε απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη την έφεση της αναιρεσίβλητης, καίτοι ασκήθηκε στις 13-7-2005, δηλαδή λίγες ημέρες πριν από την εκπνοή της τριετούς προθεσμίας της παρ. 2 του αρθ. 518 του ΚΠολΔ, μετά τη δημοσίευση της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης στις 19-7-2005, και παρά το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη είχε λάβει γνώση της πρωτόδικης απόφασης από τις 18-2-2005, όταν είχε κινηθεί η διαδικασία αυτεπάγγελτης διόρθωσής της", κρίνεται αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη κατά νόμο προϋπόθεση.
VI. Σύμφωνα με το άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο αυτό. Ανάμεσα στους λόγους αυτούς δεν περιλαμβάνονται και οι παραδρομές, κατά τη σύνταξη της απόφασης, εξαιτίας των οποίων έγιναν λάθη γραφικά ή λογιστικά, για τη διόρθωση των οποίων προβλέπουν ειδικά τα άρθρα 315 επ. του ΚΠολΔ (ΑΠ 1336/1991). Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου την πλημμέλεια ότι περιέχει στο διατακτικό της γραφικό λάθος ως προς τη χρονολογία της αγωγής της αναιρεσίβλητης που δίκασε (5-7-1997) οφειλόμενο σε παραδρομή, ένεκα της οποίας το διατακτικό της δεν εναρμονίζεται με το προεισαγωγικό και το ιστορικό της, όπου αναφέρεται διαφορετική χρονολογία της αγωγής (5-7-1994), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού η πλημμέλεια αυτή της απόφασης, όπως προβάλλεται αλλά και προκύπτει και από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (επισκοπούμενα κατ' άρθ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ), ορθά εκτιμώμενη ως άσχετη προς τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8, 9, 17, 19 και 20 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ (που επικαλείται ο αναιρεσείων), δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης αλλά διόρθωσης της απόφασης.
VII. Ο εκ του άρθρου 559 αρθ. 10 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 772/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα) σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα που αναφέρεται στις προηγούμενες παραγράφους της παρούσας. Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του αρθ. 559 αρ. 10 αντίθετος έκτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμος.
VIII. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1047 §1 Κ.Πολ.Δ η προσωπική κράτηση διατάσσεται, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος και "κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις". Εξ άλλου, με το ν. 2462/1997 κυρώθηκε το "Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα" που συνάφθηκε μεταξύ των Κρατών μελών του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη στις 16.12.1966 και από την επικύρωση του αποτελεί διάταξη κανόνα υπέρτερης νομικής βαθμίδας, κατά το άρθρο 28 §1 του Συντάγματος, Στο άρθρο 11 του Συμφώνου αυτού ορίζεται ότι "κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση". Η ίδια η διατύπωση του κανόνα τούτου, δηλώνει λεκτικά και νοηματικά ότι δεν υπήρξε επιθυμία των συντακτών του Συμφώνου να καταργήσουν την προσωπική κράτηση, αλλά μόνο να ορίσουν, ως εξαίρεση, πως σε περίπτωση αδυναμίας δεν πρέπει ο οφειλέτης να προσωποκρατείται για χρέη.
Συνεπώς, το μεν άρθρο 1047 §1 ΚΠολΔ εξακολουθεί να προβλέπει την προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως επί εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις, το δε άρθρο 11 του ανωτέρω Συμφώνου εισάγει δικαιοκωλυτικό κανόνα που αποκλείει την απαγγελία προσωπικής κράτησης κατ' εμπόρου για ενοχικές οφειλές, όταν η μη εξόφληση των συμβατικών υποχρεώσεων του οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία αυτού προς εκπλήρωση.
Από τις ανωτέρω διατάξεις, συνδυαζόμενες με αυτές των άρθρων 216 στοιχ. α' και 338 Κ.Πολ.Δ που ορίζουν αντίστοιχα ότι κάθε διάδικος βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη εκείνων των γεγονότων που δικαιολογούν σύμφωνα με το νόμο την αξιούμενη από αυτόν δικαστική προστασία, συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία διώκεται η προσωπική κράτηση εμπόρου για εμπορικές απαιτήσεις, δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της ότι ο εναγόμενος, παρόλο που έχει τη δυνατότητα, δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του, αλλά απόκειται στον εναγόμενο να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι η μη εκπλήρωση οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία του.
Αντίστοιχα δε, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία διατάσσεται η προσωπική κράτηση εμπόρου για εμπορική οφειλή, δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνει στις πραγματικές παραδοχές της και ότι ο εναγόμενος, παρόλο που έχει τη δυνατότητα, από κακοπιστία δεν εκπληρώνει την υποχρέωση του. (Ολ ΑΠ 23/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων ότι ο αναιρεσείων ήταν κατά τον επίδικο χρόνο έμπορος με την ιδιότητα του παραγωγού ασφαλίσεων και ότι η ένδικη απαίτηση της αναιρεσίβλητης προέρχεται από εμπορική αιτία.
Ακολούθως, το Εφετείο, αφού κατά παραδοχή της εφέσεως της αναιρεσίβλητης εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε την αγωγή, έκρινε ότι έπρεπε να γίνει δεκτό και το παρεπόμενο αίτημά της, περί απαγγελίας κατά του αναιρεσειόντος προσωπικής κρατήσεως, την οποία και διέταξε με την προσβαλλόμενη απόφασή του.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1047 § 1 Κ.Πολ.Δ, με το να μη διαλάβει, πέραν των ανωτέρω, στις παραδοχές του ότι η "ματαίωση της ικανοποίησης της απαίτησης της αναιρεσίβλητης οφείλεται σε εκ προθέσεως ενέργειες (των αναιρεσειόντων) που συνιστούν δόλια συμπεριφορά" τους, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον έβδομο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου από τους αριθμούς 1 και 19 του αρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ., που κρίνεται αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών, μετά την απόρριψη όλων των λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, πρέπει αυτή να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά την αναιρετική δίκη (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της απόφασης 1118/2006 του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ