Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds and remands case regarding maritime lien priority claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal inadmissible regarding the first and seventeenth defendants while remanding the case for further adjudication concerning the remaining parties. The appellant argued that the lower court incorrectly rejected their notice of appeal as vague, specifically regarding the priority of their maritime lien under Article 205 of the Maritime Code. The court found the appeal inadmissible for the specified defendants but upheld the remand for the others based on the procedural posture of the case.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(14) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may declare an appeal inadmissible for specific defendants while remanding the case for further adjudication regarding others when the appeal's scope covers the entire contested chapter.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1083 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1083/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΟΛΘ ΑΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη (εντός Λιμένος) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Άννα Γλάστρα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΝΑΥΤΙΚΟ ΑΠΟΜΑΧΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ" (ΝΑΤ), που εδρεύει στο Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Βλαχογιάννη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, που δεν κατέθεσε προτάσεις, 2. ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ Χαλκίδας", που εδρεύει στην Χαλκίδα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3. ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ Πλοίων", που εδρεύει στην Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα 4. ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΛΙΜΕΝΑΡΧΕΙΟ Χαλκίδας", που εδρεύει στην Χαλκίδα και εκπροσωπείται νόμιμα, 5. Ι. Ι. του Ε., κατοίκου ... 6.Σ. Ξ. του Χ., κατοίκου ... 7.Χ. Κ. του Δ., κατοίκου ... 8.Δ. Ά. του Α., κατοίκου ... 9.Κ. Μ. του Ι., κατοίκου ... 10.Β. Ν. του Μ., κατοίκου ... 11.Ν. Α. του Α., κατοίκου ... 12.Κ. Κ. του Θ., κατοίκου ... 13. Ν. Π. του Δ., κατοίκου ... 14.Φ. Β. του Α., κατοίκου ... 15. Σ. Φ. του Δ., κατοίκου ... 16. Χ. Τ. του Δ., κατοίκου ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και 17. Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Αντζελίνα Κουτσούγερα, η οποία προηγουμένως ανακάλεσε την από 29.3.2013 δήλωσή της για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Μαρτίου 2006 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 89/2011 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18 Μαΐου 2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 4 Μαρτίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου κατά το δεύτερο σκέλος αυτού και την απόρριψη των λοιπών της 26/18-5-2012 αιτήσεως για αναίρεση της 89/30-6-2011 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας κατά την απεύθυνσή της κατά του πρώτου (ΝΑΤ) και δέκατης έβδομης (ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ) των αναιρεσίβλητων, ως και την απόρριψή της κατά την κατεύθυνσή της κατά των λοιπών αναιρεσίβλητων.
Η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη των αντιδίκου της στην δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 26/18-5-2012 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 89/30-6-2011 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με την 1197/ΤΜ 87/2006 ανακοπή η δι' αυτής ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΟΛΘ Α.Ε.", εδίωκε την μεταρρύθμιση του …/6-2-2006 πίνακα κατατάξεως της συμβολαιογράφου Αταλάντης Χαρίκλειας Βάγια-Σαρακιώτη, προκειμένου να αποβληθούν οι καταταγέντες καθών και ήδη αναιρεσίβλητοι και καταταγεί η ιδία για το σύνολο των απαιτήσεών της, για τις οποίες αναγγέλθηκε. Επί της εν λόγω ανακοπής εκδόθηκε η 65/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία αξιολογήθηκε ως μη νόμιμη και απορρίφθηκε και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 306/10-8-2007 εφέσεως της ανακόπτουσας, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, η 89/2011 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, κατά την απεύθυνσή της κατά του καθού Ελληνικού Δημοσίου λόγω μη επιδόσεώς της και προς τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και κατά την κατεύθυνσή της κατά των λοιπών καθών λόγω αοριστίας της.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα ανακόπτουσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, η οποία απολαύει, κατά το άρθρο 7§2 του ν. 2688/1999 και 3 του α.ν.1559/1950, των ατελειών και προνομίων του Ελληνικού Δημοσίου και εντεύθεν δεν υποχρεούται σε κατάθεση του κατά την έννοια του άρθρου 495§4 ΚΠολΔ παραβόλου. Η συζήτηση της υποθέσεως προσδιορίσθηκε με επίσπευση της αναιρεσείουσας κατά τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (1-4-2013). Κατ' αυτήν όμως, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, οι αριθμούμενοι με στοιχ. (2-16) αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Προέχει επομένως να ερευνηθεί αν κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 576§2 εδ.2).
Ειδικότερα:
Ι. Κατά τους ορισμούς και την έννοια του άρθρου 5 του από 26 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1944 δ/τος "περί Κώδικα των Νόμων για δίκες του Δημοσίου" που δεν καταργήθηκε, ως ειδικό, και ισχύει και μετά την εφαρμογή του ΚΠολΔ, μόνο οι κοινοποιήσεις οποιουδήποτε δικογράφου και επομένως και της κλήσης για συζήτηση που γίνονται προς τον Υπουργό των Οικονομικών παράγουν έννομες συνέπειες.
Τούτο ισχύει και όταν ακόμη το Δημόσιο εκπροσωπείται από άλλο Υπουργό ή από το Δ/ντή του Ταμείου ή άλλο οιοδήποτε κρατικό όργανο. Στην περίπτωση αυτή χρειάζεται διπλή κοινοποίηση προς τον Υπουργό Οικονομικών και στο όργανο που στη συγκεκριμένη περίπτωση εκπροσωπεί το Δημόσιο. Αλλιώς δεν υπάρχει νόμιμη κλήση και επομένως όταν το καλούμενο Δημόσιο δεν παρίσταται δεν μπορεί να γίνει νόμιμη συζήτηση της υποθέσεως αφού δημιουργείται απαράδεκτο που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. (Για τη συνταγματικότητα της διατάξεως ΑΕΔ 27/2004).
Με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως χαρακτηρίζονται ως ν.π.δ.δ. και φέρονται ως διάδικοι με την ιδιότητα του αναιρεσιβλήτου, κατά την αντίστοιχη στο δικόγραφο αυτής αρίθμηση, (2) "Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία Χαλκίδας", (3) "Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία Πλοίων" και (4) "Λιμεναρχείο Χαλκίδας", για την κλήτευση των οποίων συντάχθηκαν οι .../14-12-2012 και …/3-12-2013 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας … και στο Πρωτοδικείο Αθηνών …, αντίστοιχα.
Προφανές είναι ότι δεν πρόκειται περί νομικών προσώπων, αλλά περί δημοσίων υπηρεσιών, χωρίς νομική αυτοτέλεια, οι προϊστάμενοι των οποίων εκπροσωπούν το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο και είναι διάδικος με την ιδιότητα του καθού στην ανοιγείσα με την ανακοπή δίκη και ήδη αναιρεσίβλητο, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του δικογράφου της ανακοπής και της αναιρέσεως, κατά την όμοια περί τούτου κρίση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σε συνέπεια με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, αξιολόγησε την ανακοπή ως απαράδεκτη κατά την κατεύθυνσή της κατά του Ελληνικού Δημοσίου λόγω μη επιδόσεώς της παράλληλα και στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών.
Το αυτό δικονομικό αποτέλεσμα του απαραδέκτου της συζητήσεως της υποθέσεως ως προς το απολειπόμενο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο επιφέρει η προέχουσας αξιολογήσεως αυτεπάγγελτη έρευνα περί της νομότυπης και εμπρόθεσμης κλητεύσεως του Ελληνικού Δημοσίου με επίδοση του δικογράφου της αναιρέσεως και της κλήσεως προς συζήτηση παράλληλα και προς τον Υπουργό Οικονομικών (ΚΠολΔ 568§4 εδ.1, 576§2 εδ.1, 2), την οποία παραλείπουν να επικαλεσθούν, χωρίς σε κάθε περίπτωση να βεβαιώνεται, η επισπεύδουσα αναιρεσείουσα και οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 135 παρ.1 του ΚΠολΔ, αν είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση διαμονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 134 και συγχρόνως δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, από τις οποίες η μία πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα και η άλλη στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά και η άλλη πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα, ύστερα από υπόδειξη του εισαγγελέα στον οποίο γίνεται η επίδοση, περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε.
Κατά δε το άρθρο 134 παρ.1 του ίδιου κώδικα, η επίδοση γίνεται προς τον εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή σ' αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση και για δίκες στο ειρηνοδικείο, στον εισαγγελέα του πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το ειρηνοδικείο.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η ολοκλήρωση της επιδόσεως προς αγνώστου διαμονής διάδικο ενδίκου μέσου συντελείται με επίδοση στον Εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο πρόκειται να εισαχθεί η δίκη και ειδικότερα επί αιτήσεως αναιρέσεως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ως αντιπρόσωπος του παραλήπτη, και δημοσίευσή της σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, που εκδίδονται στην Αθήνα, καθ' υπόδειξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (ΚΠολΔ 136§1).
Η μη τήρηση των διατυπώσεων αυτών επάγεται την ακυρότητα της επιδόσεως με τη συνδρομή του στοιχείου βλάβης (ΚΠολΔ 159 περ.3), η οποία τεκμαίρεται σε περίπτωση μη παραστάσεως του διαδίκου. Η διάταξη του άρθρου 134§1 εδ.2 ΚΠολΔ, κατά το ενδιαφέρον περιεχόμενο της οποίας "Για έγγραφα, που αφορούν την εκτέλεση, η επίδοση γίνεται στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών στην περιφέρεια του οποίου γίνεται η εκτέλεση ....." αναφέρεται σε έγγραφα, η επίδοση των οποίων εντάσσεται στην διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, με ενδεικτική αναφορά της κατά την έννοια του άρθρου 955§1 ΚΠολΔ επιδόσεως της περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως στον καθού η εκτέλεση.
Στο πραγματικό της τελευταίας αυτής διατάξεως δεν εμπίπτει η κατά το άρθρο 979§2 ΚΠολΔ ανακοπή και τα ένδικα μέσα κατά των εκδοθεισών επ' αυτής αποφάσεων, τα οποία συνδέονται με την ανοιγείσα δι' αυτών δίκη και με την έννοια αυτή δικαιολογείται η επίδοση αυτών στον Εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο πρόκειται να εισαχθούν.
Άλλωστε αν η ανακοπή αποτελούσε έγγραφο της εκτελέσεως κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως η επίδοση αυτής για τους αγνώστου διαμονής καθών έπρεπε να πραγματοποιηθεί υποχρεωτικά, κατά την ισχύουσα γενικώς για όλα τα είδη αντικλήτου διάταξη του άρθρου 143§4 ΚΠολΔ, στον διορισθέντα με την κατά το άρθρο 972§1 εδ.1(α) ΚΠολΔ αναγγελία αντίκλητο στην περιφέρεια του ειρηνοδικείου του τόπου της εκτελέσεως και, στην περίπτωση μη διορισμού αντικλήτου με το αναγγελτήριο, στον δικαστικό πληρεξούσιο, ο οποίος υπέγραψε τούτο, ελλείποντος δε και τούτου, περίπτωση την οποία δεν επικαλείται ότι συνέτρεξε η αναιρεσείουσα, ενόψει της νομικής παραδοχής ότι για το κύρος του αναγγελτηρίου δεν απαιτείται η υπογραφή του από δικηγόρο, αλλ' αρκεί η υπογραφή του από τον δανειστή, που αναγγέλλεται (Ολ.
ΑΠ 1/2010), στην γραμματεία του δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου διεξάγεται η δίκη, κατά την γενικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 121εδ.2 ΚΠολΔ. Για τους φερόμενους ήδη ως αγνώστου διαμονής 9ο, 10ο, 12ο και 13ο των αναιρεσιβλήτων, κατά την αρίθμηση του δικογράφου της αναιρέσεως, προσκομίζονται οι .../14-12-2012 και .../17-12-2012 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Αθηνών και Λαμίας ...
και ... αντίστοιχα, κατά το περιεχόμενο των οποίων για τους εν λόγω αναιρεσίβλητους αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως με κλήση προς συζήτηση για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (1-4-2013) επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και, εκ περισσού, στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λαμίας, ως εισαγγελέα του τόπου εκτελέσεως.
Ο αρμόδιος Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου όρισε ως εφημερίδες προς δημοσίευση την ... και την .... Οι εν λόγω όμως επιδόσεις δημοσιεύθηκαν στο …/25-12-2012 φύλλο της εφημερίδας ... και στο …/23-12-2012 της εκδιδομένης στη Λαμία εφημερίδα ... την οποία όρισε ο αναρμόδιος Εισαγγελέας Πρωτοδικών Λαμίας, παράλληλα με την εφημερίδα ....
Η παράλειψη της ολοκληρώσεως της επιδόσεως για τους εν λόγω αναιρεσίβλητους, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, με την δημοσίευση της προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου επιδόσεως στην παράλληλα αρμοδίως ορισθείσα από εκείνον εφημερίδα ...
επάγεται το δικονομικό αποτέλεσμα του απαραδέκτου της συζητήσεως της υποθέσεως και ως προς τους εν λόγω αναιρεσίβλητους, ως και για τον ομοίως απολειπόμενο 16ο τούτων, για τον οποίο δεν προσκομίζεται η επικαλούμενη χωρίς αρίθμηση έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 972 § 1 και 974 έως 979 ΚΠολΔ προκύπτει ότι με την ανακοπή που ασκείται κατά του πίνακος κατατάξεως προβάλλονται αιτιάσεις που αφορούν στην ορθότητα του πίνακος κατατάξεως, που μπορούν να στηρίζονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, αναγόμενες στη γένεση ή την ύπαρξη της απαιτήσεως του καθού η ανακοπή η οποία έχει αναγγελθεί, είτε στο δικονομικό δίκαιο και αναφέρονται στον προνομιούχο χαρακτήρα και την τάξη της κατατάξεως.
Έννομο συμφέρον, για άσκηση ανακοπής κατά πίνακος κατατάξεως, έχει όποιος αμφισβητεί την ύπαρξη της απαιτήσεως εκείνου, κατά του οποίου στρέφει την ανακοπή του, ή προβάλλει ότι προηγείται του τελευταίου, που κατετάγη στον πίνακα, και επιδιώκει την αποβολή του και την κατάταξη στην θέση του, στρέφεται δε κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη (άρθρ. 972§2 εδ.β' ΚΠολΔ).
Το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή, περιορίζεται μέσα στα όρια του αιτήματος αυτής και ερευνά την προσβαλλομένη απαίτηση και την κατάταξη του καθού η ανακοπή, δεδομένου δε ότι η διαδικασία της κατατάξεως είναι ενιαία, όχι όμως και αδιαίρετη, η ισχύς και το δεδικασμένο της αποφάσεως περιορίζεται μεταξύ των διαδίκων και δεν επιδρά στους μη μετασχόντες της δίκης άλλους δανειστές.
Εάν ευδοκιμήσει η ανακοπή, στο αποδεσμευόμενο ποσό θα καταταγεί ο ανακόπτων, χωρίς να ωφελείται άλλος δανειστής, που δεν άσκησε ανακοπή. Κατά συνέπεια όταν ασκείται ανακοπή κατά πλειόνων αναγγελθέντων και καταταγέντων δανειστών, η οποία εν τοις πράγμασι αποτελεί υποκειμενική σώρευση ανακοπών με την μορφή της παθητικής ομοδικίας (ΚΠολΔ 74 περ.1), έναντι των οποίων προβάλλεται το υπαρκτό και η προνομιακή κατάταξη της απαιτήσεως του ανακόπτοντος, οι τελευταίοι, ως καθών η ανακοπή και για την ταυτότητα του νομικού λόγου ως αναιρεσίβλητοι, συνδέονται με τον δεσμό της απλής ομοδικίας (ΚΠολΔ 74 περ.2).
Και τούτο για τον λόγο ότι το υπαρκτό της απαιτήσεως του ανακόπτοντος και ο προνομιακός αυτής χαρακτήρας κατά την κατάταξη συγκρίνεται ως προς ένα έκαστο των καθών, χωρίς να επηρεάζονται εκ τούτου οι μεταξύ τους σχέσεις αναφορικά με το ποσό της κατατάξεως, δοθέντος ότι, όπως προαναφέρθηκε, στο αποδεσμευόμενο ποσό θα καταταγεί μόνο ο ανακόπτων, χωρίς να ωφελούνται οι καθών, ώστε να παρίσταται ανάγκη συγκρίσεως μεταξύ τους των απαιτήσεών τους για τις οποίες αναγγέλθηκαν και κατατάχθηκαν.
Επομένως, κατ' επιταγή της διατάξεως του άρθρου 576§3 εδ.2 ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, το απαράδεκτο της συζητήσεως της υποθέσεως ως προς το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο και τους 9ο, 10ο, 12ο, 13ο και 16ο των αναιρεσίβλητων, ως προς τους οποίους και χωρίζεται, επιτρέπει την έρευνα αυτής ως προς τους παρισταμένους 1ο, 17η και απολειπομένους 5ο έως 8ο, 11ο και 14ο, 15ο των αναιρεσίβλητων, κατά την αυτή πάντοτε αρίθμηση, προς τους οποίους νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με κλήση προς συζήτηση κατά τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (1-4-2013), κατά τις συνταχθείσες προς τούτο .../17-12-2012, .../20-12-2012, ... .../14-1-2013, .../2-1-2013, .../11-1-2013 και .../10-12-2012 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Καρδίτσας και Χίου, …, …, και …, αντίστοιχα, κατά την οποία και εκφωνήθηκε η υπόθεση στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, χωρίς να παραστούν κατ' αυτή ή να εκπροσωπηθούν από πληρεξούσιο δικηγόρο (ΚΠολΔ 576§2).
Ειδικότερα, η νομική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως (ΚΠολΔ 216§1, 262§1), που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή της ενστάσεως κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ.
Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε την νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, και δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 979 παρ. 2, 933 και 585 παρ.2 ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 216 παρ. 1 και 217 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 και 120 του ίδιου Κώδικα, και τους λόγους αυτής, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στον καθού να αμυνθεί και στο δικαστήριο να ελέγξει τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της απαίτησης καθώς και την ύπαρξη του προνομίου της.
Ειδικότερα, η ανακοπή, ως εισαγωγικό δικόγραφο της περί την εκτέλεση δίκης, πρέπει να περιέχει ακριβή περιγραφή της απαίτησης της οποίας ζητείται η κατάταξη και του προνομίου της, δηλαδή παράθεση των πραγματικών περιστατικών τα οποία κατά νόμο θεμελιώνουν την ενεργητική νομιμοποίηση του ανακόπτοντος, αλλά και τη συγκεκριμένη έννομη σχέση από την οποία πηγάζει η απαίτησή του και το προνόμιο της.
Η ελλιπής παράθεση των περιστατικών τούτων καθιστά την ανακοπή αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα, μη δυναμένη να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή άλλα έγγραφα.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 1012§4 ΚΠολΔ, επί πλειστηριασμού πλοίου "Η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα κατάταξης γίνεται κατά πρώτο λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου", κατά δε την ενδιαφέρουσα διάταξη του άρθρου 250 περ.α' του ΚΙΝΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 214 του ν.4072/2012, είναι προνομιούχοι επί του πλοίου και του ναύλου στην πρώτη τάξη, "τα δικαστικά έξοδα τα γενόμενα προς το κοινό συμφέρον των δανειστών, τα βαρύνοντα το πλοίο τέλη και δικαιώματα, οι συναφείς προς τη ναυσιπλοΐα φόροι, ως και τα από του κατάπλου του πλοίου στον τελευταίο λιμένα έξοδα φυλάξεως και συντηρήσεως".
Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως βαρύνοντα το πλοίο τέλη και δικαιώματα είναι τα δια νόμου επιβαλλόμενα απ' ευθείας επί του πλοίου ως πλωτού μέσου, ως τέλη δηλώσεως, πλοηγήσεως, φαρικά τέλη και τέλη αγκυροβολίας, προσορμίσεως, προμνοδοτήσεως, μεθορμίσεως, δικαιώματα φορτο-εκφορτώσεως εμπορευμάτων, ως και οι οφειλόμενοι τόκοι υπερημερίας και τέλος χαρτοσήμου, ως παρεπόμενες της κυρίας απαιτήσεως.
Αντίθετα δεν περιλαμβάνονται στο προνόμιο τα πρόστιμα και οι προσαυξήσεις λόγω εκπρόθεσμης καταβολής των σχετικών τελών και δικαιωμάτων, ενόψει του ότι οι περί προνομίων διατάξεις είναι στενώς ερμηνευτέες. Τέλος, με το ν.δ. 2551/1953, όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε στη συνέχεια με το ν.δ.449/1970, ιδρύθηκε ν.π.δ.δ.
με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Θεσσαλονίκης", κατά το άρθρο 12§1 του οποίου η διαχείριση και οι εν γένει λειτουργίες του Οργανισμού διεξάγονται με βάση κανονισμούς. Με βάση την παρεχόμενη από τα άρθρα 14 και 21 του κυρωθέντος με το ν.1630/1951 α.ν. 1559/1950 περί ΟΛΠ νομοθετική εξουσιοδότηση για την έκδοση κανονισμών, με τους οποίους επιβάλλονται δικαιώματα επί των πλοίων και πλωτών εν γένει μέσων για την προσόρμιση, παραβολή και την παραμονή τους στο λιμένα Πειραιώς, ως και την χρήση, προκυμαίων, προβλητών, αποβάθρων και των λοιπών μέσων του λιμένος, νομοθετική ρύθμιση η οποία κατ' άρθρο 10§2 του ν. 1551/1953 εφαρμόζεται επί του ΟΛΘ, εκδόθηκαν η 46307/7/1973 (ΦΕΚ 205/Β/20-2-1974) "Κανονισμός Οικονομικής Διαχειρίσεως ΟΛΘ" και στη συνέχεια η 3422/3-7-1975 κ.υ.α. (ΦΕΚ 998/Β/5-12-1995) "Περί εγκρίσεως της 24372/9-8-1995 πράξεως ΔΣ/ΟΛΘ", με την οποία αναπροσαρμόσθηκαν τα τιμολόγια είσπραξης δικαιωμάτων του ΟΛΘ.
Επακολούθησε ο ν. 2688/1999, με το άρθρο 6 του οποίου το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Θεσσαλονίκης", μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Θεσσαλονίκης Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "ΟΛΘ Α.Ε.", αναιρεσείουσα, ορίζοντας παράλληλα με το άρθρο 10 ότι οι υπουργικές αποφάσεις που αφορούν το ν.π.δ.δ. "ΟΛΘ" εξακολουθούν να ισχύουν.
Με την 1197/ΤΜ/87/2006 ανακοπή η δι' αυτής ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΟΛΘ Α.Ε.", καθολικός διάδοχος, κατά το άρθρο 6 του ν. 2688/1999, του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Θεσσαλονίκης" και τον διακριτικό τίτλο "ΟΛΘ" διατείνεται, κατά την κυριαρχική από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και μη πληττομένη και τούτο εκτίμηση του δικογράφου αυτής, "ότι στις 5-1-2005 εκπλειστηριάσθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ…./5-10-2005 εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού πλοίου της συμβολαιογράφου Αταλάντης Χαρίκλειας Βάγια-Σαρακιώτη με επίσπευσή της σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό ένα πλοίο με το όνομα ...
όπως περιγράφεται σ' αυτήν, της οφειλέτιδας και πλοιοκτήτριας εταιρείας με την επωνυμία ...". Ότι η ανακόπτουσα έχοντας απαιτήσεις κατά της ως άνω οφειλέτιδας εταιρείας συνολικού ύψους 596.992,838 ευρώ προερχόμενες από τέλη και δικαιώματα που αφορούν το παραπάνω πλοίο, εκ των οποίων 502.599,15 ευρώ κεφάλαιο τελών και δικαιωμάτων + 28.084,70 ευρώ νόμιμοι τόκοι + 60.311,898 ευρώ προσαύξηση εκπρόθεσμης καταβολής από συνολικά 99 τιμολόγια - εκ των οποίων τα 61 αφορούν τέλη και δικαιώματα για χρήση γερανού - περονοφόρου και αρπαγής, τα 7 κόστος περισυλλογής και συγκομιδής αποβλήτων και κατάλοιπων πλοίων, τα 7 πλευριστικά δικαιώματα, τα 2 λοιπές παροχές (προσαυξήσεις κλπ) και τα 22 τέλη και δικαιώματα για παραχώρηση χρήσης κρηπιδωμάτων - αντίγραφα των οποίων κατέθεσαν στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο επισυνάπτοντας αυτά στην αναγγελία της, ανήγγειλε νομίμως και εμπροθέσμως αυτές (απαιτήσεις), αιτούμενη την προνομιακή αυτών κατάταξη.
Ότι το πλοίο κατακυρώθηκε στη ναυτική εταιρεία με την επωνυμία "ΝΕΑ ΓΡΑΝΙΚΗ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" αντί ποσού 610.000 ευρώ. Ότι, ακολούθως, επειδή το επιτευχθέν εκπλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση όλων των αναγγελθέντων δανειστών, συνετάγη από την άνω συμβολαιογράφο ο προσβαλλόμενος υπ' αρίθμ…./6-2-2006 πίνακας κατάταξης δανειστών και διανομής εκπλειστηριάσματος, στον οποίο, μετά την αφαίρεση από το εκπλειστηρίασμα, ποσού 10.000 ευρώ, που αντιστοιχεί - κατά τα αναφερόμενα στον ένδικο πίνακα - στα έξοδα εκτέλεσης, στο εναπομείναν προς διανομή υπόλοιπο των 600.000 ευρώ, κατετάγησαν 1)η ανακόπτουσα ΟΛΘ ΑΕ για ποσό 225.228,57 ευρώ, 2)το ΝΑΤ για ποσό 62.034,50 ευρώ, 3)η Δ.Ο.Υ.
Χαλκίδας για ποσό 1.568,70 ευρώ, 4)η Δ.Ο.Υ. πλοίων για ποσό 50.810,32 ευρώ, 5)το Λιμεναρχείο Χαλκίδας για ποσό 1.498,90 ευρώ, 6)οι εργαζόμενοι: α) Ι. Ι. του Ε. για ποσό 19.545,31 ευρώ, β) Σ. Ξ. του Χ. για ποσό 4.869,95 ευρώ, γ) Χ. Κ. του Δ. για ποσό 11.062,83 ευρώ, δ) Δ. Ά. για ποσό 7.983,57 ευρώ, ε) Κ. Μ. του Ι. για ποσό 11.802,30 ευρώ, στ) Β. Ν. του Μ. για τα ποσό 6.374,92 ευρώ, ζ) Ν.
Α. του Α. για ποσό 6.249,03 ευρώ, η) Κ. Κ. του Θ. για ποσό 6.372,57 ευρώ, ι) Φ. Β. του Α. για ποσό 5.523,65 ευρώ, ια) Σ. Φ. του Δ. για ποσό 21.322 ευρώ και ιβ) Χ. Τ. του Δ. για ποσό 6.105,94 ευρώ και όλες οι απαιτήσεις των εργαζομένων υπό την αίρεση τελεσιδικίας των, άλλως σε περίπτωση μη τελεσιδικίας των άνω απαιτήσεων κατατάχθηκαν στην άνω σειρά (6) η Πρώτη (Α') Ενυπόθηκη "Γενική Τράπεζα της Ελλάδας" για ποσό 113.135 ευρώ και 7) η πρώτη Ενυπόθηκη "Γενική Τράπεζα της Ελλάδας" για ποσό 145.724,08 ευρώ, σε μερική εξόφλησή της.
Ότι η ανακόπτουσα έπρεπε να καταταγεί για όλο το άνω συνολικό ποσό που αναγγέλθηκε, γιατί αφορά τέλη και δικαιώματα αυτής από τις παραπάνω αιτίες που βαρύνουν το εκπλειστηριασθέν πλοίο και κατά συνέπεια αποτελούν απαιτήσεις, οι οποίες απολαύουν του προνομίου του άρθρου 205 στοιχ.α' του ΚΙΝΔ και εκτοπίζουν κάθε άλλη απαίτηση και μόνο μετά την ικανοποίηση των προνομιούχων αυτών απαιτήσεων, στη συνέχεια έπρεπε να καταταχθούν οι λοιπές απαιτήσεις", πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία εδίωκε την μεταρρύθμιση, του επίμαχου πίνακα κατατάξεως, με αποβολή των καθών και κατάταξη της ιδίας στη θέση αυτών, ως διαθέτουσα υπέρτερο έναντι αυτών προνόμιο.
Όπως προαναφέρθηκε, η εν λόγω ανακοπή αξιολογήθηκε ως αόριστη και απορρίφθηκε ως απαράδεκτη κατά την απεύθυνσή της κατά των λοιπών, πλην του Ελληνικού Δημοσίου, αναιρεσιβλήτων, κρίση της για την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "Από το δικόγραφο της ανακοπής προκύπτει ότι οι λόγοι αυτής, οι οποίοι αναφέρονται στην ύπαρξη των ως άνω απαιτήσεων της ανακόπτουσας και τώρα εκκαλούσας, καθώς και το προνόμιο αυτών είναι αόριστοι, διότι δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την κάθε απαίτηση της ανακόπτουσας κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση από το δικαστήριο της νομιμότητας αυτών και η άμυνα του 1ου, 5ου, 6ου, 7ου, 8ου, 9ου, 10ου, 11ου, 12ου, 13ου, 14ου, 15ου, 16ου και 17ης των καθών η ανακοπή και τώρα εφεσίβλητων.
Τούτο δε διότι, η ανακόπτουσα κάνει γενική αναφορά των δικαιωμάτων και τελών για τα οποία εξέδωσε τα αναφερόμενα σ' αυτήν 99 τιμολόγια - εκ των οποίων: 61 τιμολόγια, όπως ισχυρίζεται, αφορούν τέλη και δικαιώματα για χρήση γερανού-περονοφόρου και αρπαγής, 7 κόστος περισυλλογής και συγκομιδής αποβλήτων και κατάλοιπων πλοίων, 7 πλευριστικά δικαιώματα, 2 λοιπές παροχές (προσαυξήσεις κ.λ.π.) και 22 τέλη και δικαιώματα για παραχώρηση χρήσης κρηπιδωμάτων - αναγράφοντας μόνο τον αριθμό εκάστου τιμολογίου και το συνολικό ποσό, που αφορά τούτο (κάθε τιμολόγιο), δίχως αναφορά στα ειδικότερα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την απαίτησή της για έκαστο μνημονευόμενο τιμολόγιο, αναφορικά με τις αντίστοιχες παρασχεθείσες από αυτήν υπηρεσίες που αφορούν το εκπλειστηριασθέν πλοίο, με βάση τις οποίες εκδόθηκε ένα έκαστο εξ αυτών, ώστε να κριθεί η νομιμότητα της γενεσιουργού αιτίας της κάθε επί μέρους απαίτησής της και αν αυτή απολαμβάνει του προνομίου του άρθρου 205 στοιχ.
α' του ΚΙΝΔ. Η συμπλήρωση των απαιτούμενων για τη θεμελίωση τούτων των γεγονότων με την αναφορά στο δικόγραφο της ανακοπής ότι αντίγραφα των ως άνω 99 τιμολογίων ενσωματώθηκαν στην αναγγελία της και κατατέθηκαν μέσα στην ίδια με την επίδοση αυτής προθεσμία και αποδεικνύουν το σύνολο της απαιτήσεώς της η οποία απολαμβάνει του προνομίου του άρθρου 205 στοιχ.α' του ΚΙΝΔ, σύμφωνα, με όσα διαλαμβάνονται στην αρχή αυτής της σκέψης, δεν επιτρέπεται", αιτιολογίες με τις οποίες δεν ήταν επιτρεπτή η αντικατάσταση τους εκείνων της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, ως εκ του διαφόρου εξ αυτού προκύπτοντος δεδικασμένου, λόγο για τον οποίο έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση της ηττηθείσας ανακόπτουσας και απορρίφθηκε η ανακοπή ως αόριστη, αντί της αξιολογήσεως της από την πρωτοβάθμια απόφαση ως μη νόμιμης.
Σε συνέπεια με τις αμέσως παραπάνω σημειούμενες νομικές παραδοχές η υπό το ιστορούμενο στην αρχή της παρούσης περιεχόμενο ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία εναντιώθηκε κατά του προσβαλλόμενου δι' αυτής πίνακα, στον οποίο κατάχθηκε για το ποσό 22.228,57 Ευρώ, αντί εκείνου των 596.992,838 Ευρώ, για το οποίο αναγγέλθηκε, διαλαμβάνουσα ειδικότερα με το δικόγραφο αυτής ότι πρόκειται για απαιτήσεις των δικαστικών εξόδων, χρήσεως γερανοφόρου, περονοφόρου και αρπαγής, δαπάνη περισυλλογής και συγκομιδής αποβλήτων και καταλοίπων πλοίων, πλευριστικά δικαιώματα και παραχώρηση χρήσεως κρηπιδωμάτων, οι οποίες βαρύνουν το εκπλειστηριασθέν πλοίο, και για τις οποίες έχει εκδοθεί κατά της πλοιοκτήτριας αυτού η έχουσα έναντι αυτής ισχύ δεδικασμένου 19850/2005 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με βάση την οποία επισπεύσθηκε ο διενεργηθείς πλειστηριασμός, περιείχε τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά τα οποία επέτρεπαν την αξιολόγησή της από νομική και ουσιαστική άποψη και ειδικότερα το επικαλούμενο προνόμιο κατατάξεώς της στην πρώτη τάξη του άρθρου 205 ΚΙΝΔ.
Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα απέρριψε την ανακοπή ως αόριστη κατά την απεύθυνσή της κατά των παρισταμένων 1ου και 17ης και απολειπομένων 5ου έως 8ου, 11ου, 14ου και 15ου των αναιρεσίβλητων, κατά την βάσιμη περί τούτου προβαλλόμενη με το β' σκέλος του πρώτου κατά σειρά λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.
Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού αναιρέσεως στο σύνολο του πληττομένου δι' αυτής κεφαλαίου της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο αποτελεί αντικείμενο ερεύνης της παρούσης αναιρετικής διαδικασίας, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των διατυπουμένων δι' αυτής λοιπών λόγων αναιρέσεως. Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση κατά τα χαρακτηριζόμενα με στοιχ. (Ι,V-VIII, XI, XIV, XV, XVII) κεφάλαια αυτής (1197/ΤΜ/87/2006 ανακοπή κατά την απεύθυνσή της κατά του 1ου, 5ου έως 8ου, 11ου, 14ου, 15ου και 17ης των καθών) και παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Λαμίας, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (ΚΠολΔ 580§3 εδ.2).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 3.000,00 Ευρώ (ΚΠολΔ 183 βλ. Ολ. ΑΠ 50/2011).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της 26/18-5-2012 αιτήσεως για αναίρεση της 89/30-6-2011 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας και χωρίζει την υπόθεση ως προς το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο και τους ένατο, δέκατο, δωδέκατο, δέκατο τρίτο και δέκατο έκτο των αναιρεσίβλητων.
Αναιρεί την 89/30-6-2011 απόφαση του Εφετείου Λαμίας κατά τα χαρακτηριζόμενα με στοιχ. (I, V-VIII, XI, XIV, XV, XVII) κεφάλαια αυτής.
Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Λαμίας, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους πρώτο, πέμπτο έως και όγδοο, ενδέκατο, δέκατο τέταρτο, δέκατο πέμπτο και δεκάτη εβδόμη των αναιρεσίβλητων, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ