Supreme Court quashes lower court ruling on teacher pay equality, finding public and private sector staff are legally distinct categories.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court quashed the lower court's decision granting equal annual allowances to private sector teachers, ruling that the first and second grounds of appeal were unfounded. While the court acknowledged the constitutional principle of equality, it determined that public and private sector employees operate under fundamentally different legal regimes and employment conditions. Consequently, the court rejected the argument that identical treatment was required, ordering the case to be retried by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArt. 4 § 1 of the Constitution; Art. 17 § 4 of Law 3205/2003: The principle of equality does not mandate identical treatment for public sector civil servants and private sector employees when their legal status, employment relationships, and working conditions differ substantially.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1083 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1083/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μίμη Γραμματικούδη), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 24η Μαϊου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤOΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Νομικού Προσώπου με την επωνυμία " ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ -Τ.Ε.Ι ΛΑΡΙΣΑΣ" που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα.Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Δημηνίκο.
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ:1) Α. Γ. του Α., 2)Β. Κ. του Ι., 3) Δ. Μ. του Κ., 4)Γ. Π. του Α., 5) Δ. Δ. του Β. 6)Α. Α. του Δ., 7) Γ. Ζ. του Χ., 8) Θ. Μ. του Γ., 9) Β. Ν. του Γ., 10) Δ. Τ. του Ν.,11)Ν. Α. του Δ.,12) Μ. Κ. του Δ.,13) Δ. Μ. του Κ., όλοι κάτοικοι .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Καραμανέ, εκτός της 5ης η οποία ήταν απούσα και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-01-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων , που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 72/2008 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 341/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-12-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας, ανέγνωσε την από 12-05-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δύο πρώτων λόγων της αιτήσεως αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από την προσκομιζόμενη 3220β/16-3-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λάρισας Κ. Μ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη προσδιορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην υπό στοιχ. 5 αναιρεσίβλητη Δ.
Δ.. Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως κατά τη συζήτηση, πρέπει το Δικαστήριο, κατ' άρθρ. 576 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της άνω αναιρεσίβλητης.
Επειδή από την αρχή της ισότητας, που καθιερώνεται από το άρθρ. 4 § 1 του Συντ., προκύπτει ότι οι νόμοι, καθώς και οι κανονιστικού περιεχομένου διατάξεις, που εκδίδονται μετά από νομοθετική εξουσιοδότηση, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων δεν μπορούν να επιχειρούν αυθαιρέτως δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος ορισμένης κατηγορίας εργαζομένων που παρέχουν υπό τις αυτές συνθήκες όμοια εργασία, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, οπότε οι εργαζόμενοι για τους οποίους συντρέχουν οι λόγοι αυτοί αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία.
Η ισότητα αμοιβής μεταξύ εργαζομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν την ίδια υπό τις αυτές συνθήκες εργασία επιβάλλεται και από το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, το οποίο αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος.
Συνεπώς, αν γίνει με νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική αυτή μεταχείριση, η διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί η νομοθετική ρύθμιση και για εκείνους εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατά παράβαση των άνω διατάξεων του Συντάγματος δημιουργούμενη ανισότητα.
Ο κανόνας όμως αυτός δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, βάσει διατάξεως νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς, οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες, όπως είναι αυτοί που είχαν διαφορετικό εργοδότη και παρέχουν τις υπηρεσίες τους υπό διαφορετικές συνθήκες εργασίας.
Εξάλλου, στο άρθρ. 17 § 4 του Ν. 3205/2003 "μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ...", ορίζεται ότι "με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων καθορίζονται οι αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους εκπαιδευτικούς και λοιπό προσωπικό που συμμετέχουν καθ' οιουδήποτε τρόπο στην οργάνωση, διεξαγωγή και υποστήριξη των γενικών και ειδικών εξετάσεων ή άλλης διαδικασίας εισαγωγής στην Ανώτατη Εκπαίδευση και την έκδοση των αποτελεσμάτων επιλογής, καθώς και στις εξετάσεις ιδιωτικών, Γενικών και Τεχνικών Επαγγελματικών Σχολών και στις αναβαθμολογήσεις γραπτών δοκιμίων μαθητών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.
Με όμοια απόφαση καθορίζεται εφάπαξ αμοιβή για το διοικητικό προσωπικό του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων που συμμετέχει στις ανωτέρω διαδικασίες". Με βάση αυτή την εξουσιοδοτική διάταξη εκδόθηκε η 2/249445/0022/10-52004 απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, σύμφωνα με την οποία χορηγήθηκε εφάπαξ αμοιβή "στο διοικητικό προσωπικό της Κεντρικής και των Περιφερειακών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων για τη συμμετοχή του στη διεξαγωγή και υποστήριξη των Γενικών (Εισαγωγικών) Εξετάσεων στα Πανεπιστήμια και ΤΕΙ...", η οποία καθορίσθηκε ανάλογα με την κατηγορία στην οποία ανήκει το προσωπικό (Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης, Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, Τεχνολογικής Εκπαίδευσης, Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης).
Ακολούθως, εκδόθηκε η 2/41818/0022/5-9-2006 όμοια ΚΥΑ, με την οποία καθορίσθηκε για το αυτό ως άνω υπαλληλικό προσωπικό (διοικητικό προσωπικό της Κεντρικής και των Περιφερειακών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων) εφάπαξ αμοιβή ανερχόμενη στα αναφερόμενα για κάθε κατηγορία υπαλλήλων ποσά.
Σημειώνεται ότι ανάλογη ρύθμιση υπήρχε και με το προϊσχύον του Ν. 3205/2003 νομοθετικό καθεστώς και συγκεκριμένα με το άρθρ. 19 § 4 του Ν. 2470/1997 περί ενιαίου μισθολογίου προβλεπόταν ότι στο διοικητικό προσωπικό αρμοδιότητας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που συμμετέχει καθ' οιονδήποτε τρόπο στη διεξαγωγή και υποστήριξη των Εισαγωγικών Εξετάσεων στα ΑΕΙ και ΤΕΙ καταβάλλεται εφάπαξ αμοιβή, το ύψος της οποίας καθορίζεται με υπουργική απόφαση (σχετική η 2034161/4947/0022/17-6-1997 ΚΥΑ, που τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως ως προς το ύψος της καταβλητέας αμοιβής με άλλες όμοιες υπουργικές αποφάσεις μέχρι το έτος 2003, οπότε και καταργήθηκε η πιο πάνω διάταξη του άρθρ. 19 § 4 του Ν. 2470/1997 με το άρθρ. 28 § 1 του Ν. 3205/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που συνήψαν με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον "ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΛΑΡΙΣΑΣ", στις 28-4-2006, προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, από τον χρόνο πρόσληψής τους μέχρι και σήμερα, ως διοικητικό προσωπικό, ανήκοντες οι 1η έως και 4η στην κατηγορία Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης [Π.Ε], οι 5ος έως και 9ος στην κατηγορία Τεχνολογικής Εκπαίδευσης [Τ.Ε] και οι λοιποί 10ος έως και 12ος στην κατηγορία Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης [Δ.Ε].
Οι αναιρεσίβλητοι με την ιδιότητά τους αυτή, δηλ. ως διοικητικό προσωπικό του αναιρεσείοντος συμμετείχαν, εκτός των άλλων καθηκόντων τους και εντός του νομίμου ωραρίου εργασίας τους, στην προετοιμασία και διεξαγωγή των κατ' έτος διεξαγόμενων Γενικών [Εισαγωγικών] Εξετάσεων για τα ΑΕΙ και τα ΤΕΙ της χώρας.
Συγκεκριμένα, κατ' έτος και μετά από σχετική εντολή του ΥΠ. ΕΘ.Π.Θ αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συντάξουν [όπως και οι άλλοι συνάδελφοί τους που υπηρετούν στο αναιρεσείον] πρόταση σχετικά με τον αριθμό των εισακτέων φοιτητών στα τμήματα του αναιρεσείοντος. Η πρόταση αυτή συντάσσεται, τόσο από τους αναιρεσιβλήτους όσο και από τους άλλους διοικητικούς υπαλλήλους του αναιρεσείοντος, αφού πρώτα ελεγχθεί πόσοι φοιτητές οφείλουν και ποια από τα μαθήματα τους, να πιθανολογήσουν το ποσοστό αυτών από τους φοιτητές που θα διαγωνισθεί επιτυχώς στις εξετάσεις του Εκπαιδευτικού Ιδρύματος και θα έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν κενές θέσεις που θα αναπληρώσουν οι νεοεισερχόμενοι φοιτητές, ποια εργαστήρια είναι ελεύθερα και τι αριθμό φοιτητών μπορούν να αναλάβουν, και ποια είναι η δυνατότητα του Εκπαιδευτικού Ιδρύματος σε αίθουσες διδασκαλίας [δεδομένου ότι κατ' έτος αυτές αυξάνονται λόγω της κτιριακής επέκτασης του αναιρεσείοντος].
Δηλαδή οι αναιρεσίβλητοι εργάσθηκαν κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα της απασχόλησής τους από το αναιρεσείον στην προετοιμασία των Γενικών [Εισαγωγικών] Εξετάσεων στα ΑΕΙ και ΤΕΙ παρέχοντας εργασία παρόμοια με τους διοικητικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, στους οποίους εξακολουθεί να καταβάλλεται η εν λόγω αμοιβή [Γενικών Εισαγωγικών Εξετάσεων], αναλόγως στην κατηγορία στην οποία ανήκουν [ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ, ΥΕ].
Από τον χρόνο δε προσλήψεως των αναιρεσιβλήτων μέχρι και σήμερα οι υπηρεσιακές ανάγκες του αναιρεσείοντος σε σχέση με τις Εισαγωγικές εξετάσεις δεν έχουν παύσει, ώστε να δικαιολογείται η μη χορήγηση και σε αυτούς της ειδικής αυτής αμοιβής των Γενικών [Εισαγωγικών] Εξετάσεων, αλλά αντιθέτως έχουν υπερδιπλασιασθεί.
Εφόσον λοιπόν, συνεχίζει το Δικαστήριο της ουσίας, ο δικαιολογητικός λόγος της δια νόμου χορηγήσεως της αμοιβής αυτής στο διοικητικό προσωπικό της Κεντρικής Υπηρεσίας και των περιφερειακών Υπηρεσιών του ΥΠ. ΕΘ.Π.Θ. είναι η καθ οιονδήποτε τρόπο προσφορά εργασίας τους, για την επιτυχή οργάνωση, διεξαγωγή και υποστήριξη των Εισαγωγικών Εξετάσεων στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, πρέπει κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος να δοθεί και στους αναιρεσιβλήτους για το επίδικο χρονικό διάστημα, [από 28-4-2006 και το έτος 2007], όπως ζήτησαν με την αγωγή τους, διότι και αυτοί απασχολήθηκαν κατά τον προαναφερόμενο τρόπο στην υποστήριξη [προετοιμασία] των γενικών εξετάσεων.
Ουδείς λόγος γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος για τη μη χορήγησή του και στους αναιρεσιβλήτους απεδείχθη και συνεπώς ο αποκλεισμός τους από την καταβολή του συνιστά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση του νομοθέτη σε βάρους τους, σε σχέση με το διοικητικό προσωπικό όλων των κατηγοριών [ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ, ΥΕ] των υπηρεσιών Κεντρικής και Περιφερειακών, του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, καθόσον και αυτοί τελούν υπό τις αυτές πραγματικές συνθήκες εργασίας με τους υπαλλήλους του εποπτεύοντος και το αναιρεσείον Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.
Προς αποκατάσταση της κατ' αυτόν τον τρόπο παραβιασθείσας αρχής της ισότητας, κατέληξε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, πρέπει να εφαρμοσθεί η ευνοϊκή διάταξη του άρθρου 17 παρ. 4 του ν. 3205/2003 και στους αναιρεσιβλήτους, η οποία αντικατέστησε την προηγούμενη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 4 του Ν. 2470/1997. Ακολούθως το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε αποφανθεί ομοίως.
Με την κρίση του αυτή εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 4 § 1 του Συντ. και 17 § 4 του Ν. 3205/2003, διότι πρόκειται για διαφορετικές κατηγορίες μισθωτών, που δεν παρέχουν την εργασία τους υπό τις ίδιες συνθήκες και το ίδιο νομικό καθεστώς, αφού η επίδικη εφάπαξ κατ' έτος αμοιβή χορηγήθηκε κατά τα άνω στο διοικητικό υπαλληλικό προσωπικό του Υπουργείου Παιδείας, που συνδέεται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου, ενώ οι αναιρεσίβλητοι είναι υπάλληλοι του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ και συνδέονται με αυτό με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου.
Επομένως, οι ενιαίως ερευνώμενοι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, εκτιμώμενοι από τον αρ. 1 του άρθρ. 560 του Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους αποδίδεται η πιο πάνω πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' αποδοχή των πιο πάνω λόγων αναίρεσης, παρελκούσης της έρευνας του τρίτου λόγου του αναιρετηρίου και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι εφικτή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 341/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ