Supreme Court dismisses appeal against appellate court ruling on bank's bad faith auction acceleration causing damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the National Bank of Greece against the Ioannina Court of Appeals' judgment. The bank had accelerated a forced auction of a property, which was later cancelled due to bad faith and breach of good faith principles. The court upheld the lower court's finding that the bank's actions caused specific damages to the debtor, including fees and interest, and rejected the appeal on procedural grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible when the appellate court's decision is based on established facts and legal reasoning that do not warrant re-examination under the specific circumstances of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1083 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1083/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16ης Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά
Του αναιρεσιβλήτου: της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΓΕΛΟΣ ΕΥΤΑΞΙΑΣ Α.Ε", που εδρεύει στα Ιωάννινα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Μήτση, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Οκτωβρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 226/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 388/2007 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 26 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 83/21-12-2007 αιτήσεως για αναίρεση της 388/4-9-2007 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 83/21-12-2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 388/4-9-2007 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με την 377/6-11-2002 αγωγή της δι' αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις της κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας α) αποζημιώσεως και β) χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, θεμελιούμενες, κατά την ενδιαφέρουσα την παρούσα αναιρετική διαδικασία ιστορική της βάση, στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, μετά την ακύρωση του πλειστηριασμού, που επέσπευσε η εναγομένη και στον οποίο ανακηρύχθηκε υπερθεματίστρια η ενάγουσα.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, η 226/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 46/5-3-2004 εφέσεως της εναγούσης, εξαφάνιση της προβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως και μερική παραδοχή της, η 388/2007 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, κρίση της την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "Με επίσπευση της εναγομένης τράπεζας διεξήχθη τις 20.12.1995 ενώπιον του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ιωάννου Λάντζαρη αναγκαστικός πλειστηριασμός ακινήτου (κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου) των οφειλετών της ...και ..., κατά τον οποίο αναδείχθηκε πλειοδότης μεταξύ άλλων και η ενάγουσα.
Συγκεκριμένα κατακυρώθηκε σε αυτήν, και σε άλλους, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, με την υπ' αριθ..... κατακυρωτική έκθεση του ως άνω συμβολαιογράφου, το 1/2 ενός ακινήτου που περιγράφεται σε αυτή. Ακολούθως, η ενάγουσα για το περιελθόν σε αυτόν 1/12 του ως άνω ακινήτου κατέβαλε: α) 1.113.479 δρχ. για έξοδα συμβολαιογράφου, β) 5.787.804 δρχ.
για φόρο μεταβίβασης ακινήτου, γ) 484.500 δρχ. για σύνταξη της ως άνω περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως. Ο εν λόγω πλειστηριασμός ακυρώθηκε με την υπ' αριθ. 65/1999 αμετάκλητη πλέον απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, κατόπιν ασκήσεως ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ εκ μέρους των προαναφερθέντων οφειλετών. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της παραπάνω αποφάσεως, η ασκηθείσα ανακοπή έγινε δεκτή για το λόγο ότι ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε κατά παράβαση των άρθρων 178 και 288 ΑΚ, διότι κρίθηκε ότι η ενέργεια της εναγομένης να προβεί αιφνιδίως στον εν λόγω πλειστηριασμό ενείχε καταχρηστικότητα και ήταν αντίθετη προς την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, αφού είχε ήδη συντελεστεί μεταξύ αυτής και των οφειλετών της εξώδικος διακανονισμός της απαιτήσεώς της και είχε ήδη εισπράξει προκαταβολή εκ δρχ. 15.000.000 σύμφωνα με τους όρους του διακανονισμού καθώς και τα έξοδα αναβολής του πλειστηριασμού.
Στη συνέχεια η ενάγουσα με την από 3.5.2000 εξώδικη πρόσκλησή της ζήτησε από την εναγομένη να της επιστρέψει για φόρο μεταβίβασης, έξοδα συμβολαιογράφου κλπ το ποσό των 23.698.330 δρχ. Έναντι αυτών η εναγομένη επέστρεψε στην ενάγουσα στις 16.5.2000 μόνο το ποσό των 16.254.945δρχ, ήτοι το πλειστηρίασμα που κατέθεσε η ενάγουσα τις 3.1.1996 στο ΤΠΔ.
Επομένως, αυτή υπέστη ζημία ως προς το υπόλοιπο ποσό (από 7.385.787 δρχ, καθώς και εκείνο των 17.720.110,75 δρχ. που αφορά τους τόκους του καταβληθέντος ως άνω εκπλειστηριάσματος για το χρονικό διάστημα από 3-1-1996, ημερομηνία που το κατέθεσε στο ΤΠΔ, μέχρι τις 16-5-2000, ημερομηνία που η εναγομένη το επέστρεψε στην ενάγουσα, ήτοι κατά το ποσό των 25.105.897 δρχ, κατά οποίο μειώθηκε η περιουσία της.
Τα περιστατικά αυτά δεν τα αμφισβητεί η εναγομένη. Η τελευταία ισχυρίζεται ότι η απαίτηση της ενάγουσας υπέπεσε στην παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ για το λόγο ότι από την ημέρα διενεργείας του πλειστηριασμού μέχρι την άσκηση της αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 5ετίας, ως και ότι αυτή ασκήθηκε καταχρηστικά, για το λόγο ότι η ίδια κατέβαλε εξ ιδίας πρωτοβουλίας στην ενάγουσα όλο το εκπλειστηρίασμα αμέσως, χωρίς η τελευταία να υποχρεωθεί να αρχίσει διαδικασία πλειστηριασμού κατά το άρθρο 1018 ΚΠολΔ, ότι η ενάγουσα άσκησε την αγωγή 3 έτη μετά την έκδοση της ως άνω υπ' αριθ. 65/1999 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων, μόνη αυτή από τους λοιπούς υπερθεματιστές και ότι αυτή [εναγομένη] δεν έχει ακόμη εισπράξει την απαίτηση της από τους καθών η εκτέλεση, αφού επέσπευσε νέο πλειστηριασμό, ο οποίος παραμένει ακόμη εκκρεμής.
Οι ισχυρισμοί της εναγομένης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ο πρώτος τούτων διότι η αξίωση της ενάγουσας κατέστη δικαστικώς επιδιώξιμη μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 65/1999 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων που ακύρωσε τον πλειστηριασμό και μέχρι την άσκηση της από 29-10-2002 αγωγής δεν παρήλθε πενταετία. Ο δεύτερος τούτων διότι τα περιστατικά αυτά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν την άσκηση της αγωγής εκ μέρους της ενάγουσας καταχρηστική.
Ειδικότερα, η μη είσπραξη εκ μέρους της εναγομένης της απαιτήσεώς της εκ μέρους των οφειλετών ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στην προκειμένη περίπτωση, ενώ η άσκηση της αγωγής 3 έτη μετά την έκδοση της ως άνω αποφάσεως, καθώς και μετά την είσπραξη του ποσού του εκπλειστηριάσματος εκ μέρους της ενάγουσας δεν συνιστά από μόνη της προφανή υπέρβαση των ορίων που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Ενόψει αυτών το δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι η ζημιά της ενάγουσας οφείλεται σε αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με αυτή. Συγκεκριμένα τα αρμόδια όργανα της εναγομένης, που έχει οργανωμένη νομική υπηρεσία, παρέλειψαν να εφαρμόσουν τη συμφωνία διακανονισμού που είχε συναφθεί μεταξύ αυτής και των οφειλετών της.
Αποτέλεσμα δε της αμελούς αυτής συμπεριφοράς τους ήταν να ακυρωθεί ο πλειστηριασμός και να υποστεί η ενάγουσα ζημία ύψους 25.105.897 δρχ (73.684.217 ευρώ), αφού έχει απωλέσει οριστικά το ποσό αυτό. Τέλος το Δικαστήριο τούτο, λαμβάνοντας υπόψη τα περιστατικά που αποδείχτηκαν, το είδος της προσβολής, το μέγεθος της βλάβης, την έλλειψη υπαιτιότητας της ενάγουσας, την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, άγεται στην κρίση ότι το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως που πρέπει να επιδικαστεί στην ενάγουσα για την ανόρθωση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προεκτεθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, ανέρχεται στο ποσό των 10.000 ευρώ." Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εφεσίβλητη - εναγομένη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια ο διατυπούμενος δι' αυτής μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσει εφαρμογής του, ή δεν εφαρμόσθηκε, ενώ έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα. Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρο 940§3 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς της οποίας "αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τις ζημίες που επήλθαν από την εκτέλεση, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του Αστικού Κώδικα", δεν αποκλείεται αποζημίωση υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 ΑΚ να ζητήσει και ο υπερθεματιστής που απέκτησε στον πλειστηριασμό ακίνητο, ο οποίος μεταγενέστερα ακυρώθηκε αμετάκλητα για ελάττωμα που αφορά τη διαδικασία ενεργείας του (ΑΠ 1401/2005) όπως στην περίπτωση διακανονισμού της οφειλής και συμφωνίας για αναβολή του πλειστηριασμού.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την ύπαρξη της αδικοπραξίας και την από την αιτία αυτή υποχρέωση του δράστη σε αποζημίωση του παθόντος απαιτείται, εκτός από την επέλευση της ζημίας, όπως α) η ζημία αυτή να επήλθε από τον δράστη παρανόμως, συγχρόνως δε και υπαιτίως, ήτοι από δόλο ή αμέλεια (ΑΚ 330), β) η παράνομη συμπεριφορά του υπαιτίου να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη αυτού και γ) να υφίσταται πρόσφορη (αιτιώδης) συνάφεια μεταξύ της παραλείψεως και της επελθούσης ζημίας, η οποία συντρέχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, η συμπεριφορά αυτή στο χρόνο και με τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Τέλος κατά το άρθρο 16§§4,6 του ν. 1587/1950, οι οποίες κατά το άρθρο 24§6 του ν. 1828/1989 εφαρμόζονται και σε περίπτωση ματαιώσεως ή ακυρώσεως του πλειστηριασμού, "εάν εντός τεσσάρων ετών από της καταρτίσεως του οριστικού συμβολαίου μεταβιβάσεως ακυρωθή τούτο ένεκεν ελαττώματος αφορώντας εις τας νομικάς σχέσεις του πωλητού προς το ακίνητον ή ένεκεν άλλων εξαιρετικών λόγων, δεν επιβάλλεται φόρος μεταβιβάσεως δια την ακύρωσιν, ο δε επί της αρχικής μεταβιβάσεως φόρος περιορίζεται εις το ήμισυ του αναλογούντος τοιούτον από της αγοραίας αξίας του ακινήτου.
Τυχόν επί πλέον καταβληθείς η βεβαιωθείς φόρος επιστρέφεται ή εκπίπτεται κατά περίπτωσιν.", "Δια την επιστροφήν του φόρου επί των περιπτώσεων των προηγουμένων παραγράφων απαιτείται αίτησις του δικαιούχου προς τον αρμόδιον δια τον φόρον της μεταβιβάσεως οικον. Έφορον, ήτις δέον να υποβληθή: Α) εντός έτους από της επιδόσεως της δηλώσεως εις περίπτωσιν της ματαιώσεως της υπογραφής του συμβολαίου μεταβιβάσεως και Β) εντός 120 ημερών από της ημέρας:
α) της ατονίας ή εξόδου της αιρέσεως, β) της ενεργείας της εξωνήσεως, γ) της ακυρώσεως του συμβολαίου και δ) της συμπληρώσεως της προθεσμίας της παρ. 5 του παρόντος άρθρου. Μετά την πάροδον των προθεσμιών τούτων παραγράφεται το δικαίωμα προς επιστροφήν του καταβληθέντος φόρου".
Με τις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης ουσιαστικές παραδοχές της προβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται ανελέγκτως δεκτό α) ότι με επίσπευση της αναιρεσείουσας τράπεζας, διενεργήθηκε στις 20.12.2005 αναγκαστικός πλειστηριασμός ακινήτου, κατά τον οποίο αναδείχθηκε πλειοδότις και η αναιρεσίβλητη, β) ότι ο πλειστηριασμός αυτός ακυρώθηκε για τον λόγο ότι κρίθηκε ότι η ενέργεια της επισπεύδουσας αναιρεσείουσας να προβεί αιφνιδίως στην διενέργειά του ενείχε καταχρηστικότητα και ήταν αντίθετη προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, αφού είχε ήδη συμφωνηθεί μεταξύ αυτής και των οφειλετών της διακανονισμός της απαιτήσεώς της και είχε ήδη εισπράξει προκαταβολή 15.000.000 δρχ., σύμφωνα με τους όρους του διακανονισμού, καθώς και τα έξοδα αναβολής του πλειστηριασμού, όπως κρίθηκε(με δύναμη δεδικασμένου) με την 65/1999 αμετάκλητη ήδη απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, κατά παραδοχή της από το άρθρο 933 ΚΠολΔ προβλεπομένης ανακοπής των καθών η εκτέλεση οφειλετών της, γ) ότι η δικονομική αυτή συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και των προστηθέντων από εκείνη υπαλλήλων της αξιολογήθηκε, και ήταν, υπαίτια από αμέλεια και δ) ότι συνεπεία της άδικης και υπαίτιας αυτής πράξεως η αναιρεσίβλητη ζημιώθηκε κατά το ποσό Ι, του 1.113.479 δρχ, που κατέβαλε ως αμοιβή του συμ/φου ως επί του πλειστηριασμου υπαλλήλου, ΙΙ των 5.787.804 δρχ για φόρο μεταβιβάσεως ακινήτου, χωρίς παράλληλα να δέχεται ότι αποδόθηκε κατά το ήμισυ αυτού, η δε σχετική αξίωση της αναιρεσίβλητης έχει ήδη παραγραφεί, χωρίς να έχει προβληθεί από την αναιρεσείουσα ένσταση συντρέχοντος περί τούτου πταίσματός της, ΙΙΙ των 484.500 δρχ.
που κατέβαλε για την σύνταξη περιλήψεως της ... κατακυρωτικής εκθέσεως και ΙV. των 17.720.110,75 δρχ, που αφορά τους τόκους για την αποστέρηση του κεφαλαίου του καταβληθέντος πλειστηριάσματος ποσού 16.254.954 δρχ, από τον χρόνο καταθέσεώς του από την αναιρεσίβλητη στο ΤΠΔ (3.1.1996) μέχρι αποδόσεως τούτου στην τελευταία από την αναιρεσείουσα (16.5.2000), θετική και αποθετική ζημία, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τη ζημιογόνο πράξη της, με την έννοια ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και την λογική ήταν ικανή να επέλθει, και επήλθε.
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούν την κατ' ορθή εφαρμογή των αμέσως παραπάνω σημειούμενων κατά περίπτωση διατάξεων παραδοχή της κατά της αναιρεσείουσας απευθυνομένης αγωγής της αναιρεσίβλητης, με άμεση δικονομική συνέπεια ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση ευθεία παραβίασή τους, να ελέγχεται ως αβάσιμος.
Σε συνέπεια με τις παραδοχές αυτές πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1800,00 ευρώ (Κ.Πολ.Δ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 83/21-12-2007 αίτηση για αναίρεση της 388/4-9-2007 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ