1083/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.04.2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2985/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1050/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 03.04.2007 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1083/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ε.Π.Ε.", τελώντας σε γνώση της ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων κατά τον χρόνο εκδόσεως και πληρωμής αυτών, αιτία για την οποία και δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους στην πληρώτρια τράπεζα από την ενάγουσα, ως νόμιμη κομίστρια αυτών, άδικη και υπαίτια πράξη στην οποία θεμελιωνόταν το παράλληλα διατυπούμενο αίτημα για προσωπική κράτηση του εναγομένου.
Full text
Απόφαση 1083 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1083/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Βασίλειο Ρήγα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : Χ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Ιωάννης Παπαδάτος με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου : Εταιρείας με την επωνυμία "........ Ε.Π.Ε., που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.04.2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2985/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1050/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 03.04.2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 17.03.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την .... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ....., προκύπτει, ότι με εντολή της πληρεξουσίας δικηγόρου του αναιρεσείοντος Νένας Σπανάκη, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της 39/13-4-2007 αιτήσεως για αναίρεση της 1050/23-2-2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως, με τις συνημμένες μετά το τέλος αυτής πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (7-4-2008), νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη με κλήση για συζήτηση για την εν λόγω δικάσιμο (7-4-2008). Κατ' αυτήν όμως, κατά την οποία και συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η αναιρεσίβλητη, δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου της, κατά τα άρθρα 573 παρ. 1, 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης παρέχει τη δικονομική δυνατότητα στο Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της (ΚΠολΔ 576 παρ 2 εδ. α, γ).
Ειδικότερα, με την κρινόμενη 39/13-4-2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1050/23-2-2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 2647/27-4-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης εφέρετο προς διάγνωστη αξίωσή της από τις αναφερόμενες τραπεζικές επιταγές, τις οποίες, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, εξέδωσε σε διαταγή της ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, ενεργώντας ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία ".......
Ε.Π.Ε.", τελώντας σε γνώση της ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων κατά τον χρόνο εκδόσεως και πληρωμής αυτών, αιτία για την οποία και δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους στην πληρώτρια τράπεζα από την ενάγουσα, ως νόμιμη κομίστρια αυτών, άδικη και υπαίτια πράξη στην οποία θεμελιωνόταν το παράλληλα διατυπούμενο αίτημα για προσωπική κράτηση του εναγομένου.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά παραδοχή της, ερήμην του τελευταίου, στον πρώτο βαθμό η 2985/2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 2396/9-12-2004 εφέσεως του εναγομένου και εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι'αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως, η 1050/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εναγόμενος με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια. Ειδικότερα:
Ι. Κατά την έννοια της αναφερομένης στον αναιρετικό έλεγχο των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και των κατ' έφεση αποφάσεων των πρωτοδικείων διατάξεως του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, αντίστοιχου εννοιολογικού περιεχομένου με εκείνη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Α' Ολ. ΑΠ 7/2006). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 79 του ν. 5960/1933, 914 επ., 297, 298 ΑΚ, προκύπτει ότι εκείνος που εκδίδει επιταγή σε διαταγή εν γνώσει ότι δεν έχει διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα είτε κατά τον χρόνο εκδόσεως είτε κατά τον χρόνο πληρωμής, ζημιώνει παρανόμως τον κομιστή από τη μη πληρωμή της επιταγής κατά την εμφάνισή της, δηλαδή παρά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 79 του ν. 5960/1933, η οποία, χαρακτηρίζοντας την πράξη αυτή του εκδότη της επιταγής ποινικό αδίκημα, εισάγει απαγορευτικό κανόνα δικαίου.
Επομένως, ο τελευταίος υποχρεούται σε αποζημίωση του κομιστή, αφού η διάταξη έχει θεσπιστεί για να προστατεύσει όχι μόνο το δημόσιο συμφέρον, αλλά και το συμφέρον του δικαιούχου της επιταγής, το οποίο συνίσταται στη μη διάψευση της εμπιστοσύνης εκείνου στην επιταγή ως όργανο πληρωμής κατά τον χρόνο της εμφανίσεώς της προς πληρωμή.
Στοιχείο της αξιώσεως προς αποζημίωση, ισόποσης με το ποσό της επιταγής, είναι η ύπαρξη ζημίας του δικαιούχου, η οποία προκαλείται υπαίτια με την έκδοση επιταγής χωρίς να υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας του κομιστή και της παραπάνω περιγραφόμενης παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη.
Τέλος, κατά τη σαφή έννοια της διατάξεως του άρθρου 71 ΑΚ, αν το νομικό πρόσωπο ευθύνεται από τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που τον αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημιώσεως, τότε ευθύνονται και αυτά σε ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο.
Δηλαδή, το καταστατικό όργανο έχει πρόσθετη μετά του νομικού προσώπου υποχρέωση, ανεξάρτητη, όμως, αυτής του νομικού προσώπου. Ειδικότερα, επί εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, ο διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής δεν έχει μεν προσωπική υποχρέωση για χρέη της εταιρείας, είναι, όμως, δυνατή η ευθύνη αυτού προσωπικά από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 ΑΚ, αφού η αρχή της μη ευθύνης του κάμπτεται και δεν ισχύει όταν υπάρχει πταίσμα αυτού από αδικοπραξία, βάσει των γενικών αρχών (ΑΚ 914), οπότε υφίσταται ευθύνη του.
Έτσι, επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής από νομικό πρόσωπο, υπόχρεος σε αποκατάσταση της σχετικής ζημίας του κομιστή της είναι, πλέον του νομικού προσώπου, και ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτού, που υπέγραψε την επιταγή, εν γνώσει της μη υπάρξεως αντικρύσματος κατά τον χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής. Με τον διατυπούμενο με την ένδικη αίτηση πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι'αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αντί του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, η πλημμέλεια της ευθείας παραβάσεως του άρθρου 914 ΑΚ αναφορικά με το στοιχείο της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος.
Κατά τις διαφεύγουσες τον αναιρετικό έλεγχο σχετικές ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως. "Στα πλαίσια εμπορικής συνεργασίας της ενάγουσας εταιρίας με την εταιρία με την επωνυμία "....... Ε.Π.Ε", παραδόθηκαν στην ενάγουσα, την 15.12.2002, 23.1.2003 και 20.2.2003, οι με αριθμούς ...., ..... και ..... μεταχρονολογημένες επιταγές, με ημερομηνίες εκδόσεως 30.4.2001, 10.6.2003 και 30.6.2003, ποσού 3.295, 4.076,29 και 3.000 ευρώ αντίστοιχα, πληρωτέες στην Τράπεζα Κύπρου.
Οι επιταγές αυτές κατά την εμπρόθεσμη εμφάνιση τους στις 30.4.2003, 10.6.2003 και 30.6.2003 αντίστοιχα στην πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκαν ελλείψει αντικρίσματος. Τις επιταγές αυτές είχε υπογράψει, κάτω από την εταιρική επωνυμία της εκδότριας εταιρείας "....... Ε.Π.Ε" ο εναγόμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής αυτής, ο οποίος ευθύνεται, ανεξάρτητα από την ευθύνη της παραπάνω εταιρείας, από την έκδοση των επίδικων επιταγών και ο οποίος τις εξέδωσε, μολονότι τόσο, κατά τον χρόνο έκδοσής τους, όσο και κατά το χρόνο εμφάνισής τους, εγνώριζε ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια, στην πληρώτρια τράπεζα, για την πληρωμή τους.
Ο εναγόμενος ασκούσε τη διαχείριση της εταιρίας από την 10.2.2003 μέχρι και την 5.9.2003, οπότε δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 9382/5.9.2003 το τροποποιημένο, δυνάμει του υπ' αριθμ. ..... συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Αντωνίου Λαγού, καταστατικό της, σύμφωνα με το οποίο διαχειρίστρια της εταιρίας ορίστηκε η .... . Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι κατά τους χρόνους εμφάνισης των επίδικων επιταγών (3.4.2003, 10.6.2003 και 30.6.2003), στην πληρώτρια Τράπεζα δεν γνώριζε αν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρίας δεν αποδείχθηκε βάσιμος.
Εξάλλου, ο εναγόμενος, με την υπ' αριθμ. 21315/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε την έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 90352/2005 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κηρύχθηκε ένοχος κατ' εξακολούθηση για το αδίκημα της έκδοσης των ανωτέρω ακάλυπτων επιταγών. Ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η συνήγορος του εναγομένου, η οποία τον εκπροσώπησε στη δίκη αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 340 παρ. 2 του ΚΠΔ, πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι ο εναγόμενος δεν γνώριζε αν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρίας, κατά το χρόνο έκδοσης των επιταγών, διότι είχε ήδη αποχωρήσει από την εταιρία, ενώ, στην παρούσα δίκη ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι επιταγές παραδόθηκαν στην ενάγουσα το Δεκέμβριο του 2002 και ότι αυτός ασκούσε την διαχείριση της εταιρίας μέχρι την 10.3.2003.
Επομένως, οι αντιφατικοί ισχυρισμοί του εναγομένου, σε συνδυασμό με την κατάθεση του μαρτυρά του που εξετάστηκε στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, ο οποίος επίσης ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος κατά το χρόνο υπογραφής των επιταγών είχε αποχωρήσει από την εταιρία, άγουν στην απόρριψη του ισχυρισμού του τελευταίου ότι δεν γνώριζε την έλλειψη αντικρύσματος κατά το χρόνο εμφάνισης των επιταγών, ως κατ' ουσίαν αβάσιμου".
Με βάση τις περί πραγμάτων αιτιολογίες αυτές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και ιδία την ανέλεγκτη παραδοχή της ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων "είχε υπογράψει τις τραπεζικές επιταγές υπό την εταιρική επωνυμία της εκδότριας εταιρείας "...... Ε.Π.Ε.", ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής αυτής, μολονότι τόσο κατά τον χρόνο έκδοσή τους, όσο και το χρόνο εμφάνισής τους, εγνώριζε ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα", πραγματικά περιστατικά τα οποία θεμελιώνουν την υπαιτιότητά του, κατ' ορθή εφαρμογή των παραπάνω σημειούμενων διατάξεων επεδίκασε την ερειδόμενη επ' αυτών αξίωση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, με άμεση δικονομική συνέπεια ο ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως να ελέγχεται ως αβάσιμος.
ΙΙ. Όπως προαναφέρθηκε, το άρθρο 560 ΚΠολΔ αναφέρεται στον αναιρετικό έλεγχο των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και των κατ' έφεση αποφάσεων των πρωτοδικείων, το οποίο προβλέπει τους αντίστοιχους του άρθρου 559 αρ. 1, 2, 4, 5 και 7 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται η αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η οποία προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την έννοια της ανεπάρκειας και αντιφάσεως των αιτιολογιών της, με τον δεύτερο κατά σειρά και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος εντεύθεν αρνητικά αξιολογείται ως αβάσιμος. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 39/13-4-2007 αίτηση για αναίρεση της 1050/23-2-2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ