Legislator Case Law & Legislation
1083/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal against dismissal of public sector transfer claim based on equal pay and public interest.

Case Number 1083/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Second Instance Court's dismissal of a lawsuit filed by public employees regarding their transfer to the military. The plaintiffs argued that the new salary structure violated their right to equal pay and constituted an unjustified deprivation of property. The court ruled that the specific legislative measures were justified by public interest and did not result in a net loss of assets for the transferred personnel.

Legislator headnote

AI generated

Article 1 of Protocol No. 1 to the ECHR; Article 4 and Article 22 of the Constitution: The State is not prohibited from implementing specific salary adjustments for transferred public servants to maintain their economic level, provided such measures serve a legitimate public interest and do not result in a net deprivation of property.

Keywords

AI generated
public sector transfer equal pay principle Protocol 1 Article 1 public interest justification deprivation of property military employment salary adjustment

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of Protocol No. 1 to the European Convention on Human Rights
Article 4 of the Constitution
Article 22 of the Constitution
Article 1 of the First Additional Protocol to the ECHR
Article 20 paragraph 3 of Law 2515/1997
Article 1 and Article 4 of Presidential Decree 178/2002

Cited Case Law

AI generated
Case 3/1997
Case 7/1993
Case 12/1992
Case 6/1992
Case 974/2003
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1083 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1083/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστράτιο Ηλιαδέλη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: .....(αναφέρονται 29 ονόματα). Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Βερβεσό βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/1999 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1857/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2991/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7 Οκτωβρίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 13-12-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος υπό τα στοιχεία α΄, δ΄, ε΄, στ΄ και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, θεσπίζει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του τελευταίου έναντι των πρώτων, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.

Α.Π. 3/1997, 7/1993, 12/1992, 6/1992). Εξάλλου, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος, η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού. Όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας.

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται ότι «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της περιουσίας αυτού, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός Κράτους, όπως θέσει εν ισχύϊ νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων».

Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως» και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα».

Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα, απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.

Α.Π. 40/1998). Τέτοιες απαιτήσεις (ενοχικά δικαιώματα) είναι και εκείνες του εργατικού δικαίου, που στρέφονται κατά του Κράτους. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται και οι απαιτήσεις από τακτικές αποδοχές (μισθούς κλπ), που καταβάλλονται σε εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα και οι οποίες δεν μπορούν να μειωθούν παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας, η συνδρομή της οποίας υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (Ολ.

Α.Π. 3/1998). Επίσης, η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, που εντάσσεται στις θεμελιώδεις αρχές της Κοινότητας, αποβλέπει να διασφαλίσει τον πολίτη από την απρόβλεπτη μεταβολή καταστάσεων και εννόμων σχέσεων, που διέπει το κοινοτικό δίκαιο. Η αρχή αυτή πρέπει να εφαρμόζεται και στο εσωτερικό δίκαιο, καθόσον αφορά το ύψος των αποδοχών των εργαζομένων, οι οποίοι δικαιολογούνται να τρέφουν προσδοκίες ότι αυτές δεν θα μειωθούν αδικαιολόγητα στο μέλλον.

Ακόμη, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 4 παρ. 1α και 2 του Π.Δ. 178/2002, που προσάρμοσε την ελληνική νομοθεσία προς τις διατάξεις της οδηγίας 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου της 29-6-1998, με τη μεταβίβαση επιχείρησης και από την ημερομηνία αυτής όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταβιβάζονται στον διάδοχο, ο οποίος, με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου.

Εξακολουθεί μετά τη μεταβίβαση να τηρεί τους όρους εργασίας, που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας. Τέλος, κατά το άρθρο 20 παρ. 1α, 2α, 3 και 4α του Ν. 2414/1996 «περί εκσυγχρονισμού των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών κλπ.», επιτρέπεται η μετάταξη των εργαζομένων στα Ναυπηγεία Ελευσίνος Α.Ε., ανεξαρτήτως ηλικίας αυτών, σε όλες τις υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα των περιπτώσεων α΄ έως και στ΄ της παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2190/1994.

Η μετάταξη των άνω εργαζομένων διενεργείται με κοινή απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του εποπτεύοντος την οικεία υπηρεσία, επιχείρηση, οργανισμό ή νομικό πρόσωπο Υπουργού σε κλάδο ή ειδικότητα της εκπαιδευτικής βαθμίδας, που ανήκει ο μετατασσόμενος. Οι μετατασσόμενοι κατατάσσονται σε βαθμό ανάλογο με τα προσόντα τους και το χρόνο προϋπηρεσίας, που έχει αναγνωρισθεί από τα Ναυπηγεία Ελευσίνος Α.Ε.

και σύμφωνα με τα τυπικά προσόντα του κλάδου, στον οποίο μετατάσσονται και σε μισθολογικά κλιμάκια της οικείας κατηγορίας, ανάλογα με το συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους. Τυχόν επιπλέον τακτικές αποδοχές διατηρούνται ως προσωπική διαφορά, η οποία μειώνεται από τη χορήγηση επόμενου μισθολογικού κλιμακίου ή επιδόματα χρόνου υπηρεσίας μέχρι την εξαφάνισή της.

Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του μετατασσόμενου, που έχει αναγνωρισθεί από τα Ναυπηγεία Ελευσίνος Α.Ε. θεωρείται ως πραγματική υπηρεσία για θέματα υπηρεσιακής του κατάστασης. Για την κατά τα ανωτέρω μετάταξη απαιτείται αίτηση του εργαζομένου, συνοδευόμενη από πλήρη βιογραφικά στοιχεία αυτού, που θα πρέπει να υποβληθεί το βραδύτερο μέχρι 30-6-1996.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 20 παρ. 3 εδ. α΄, β΄, γ΄ του Ν. 2515/1997, οι μεταταγέντες ή μετατασσόμενοι με βάση την καταργούμενη με την παρ. 1 διάταξη, καθώς και με βάση τις διατάξεις του άρθρου 20 του Ν. 2414/1996, του Ν. 2436/1996 και του άρθρου 13 του Ν. 2367/1995, όπως τροπ. με το άρθρο 18 του Ν. 2446/1996, κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια της οικείας κατηγορίας, ανάλογα με τα τυπικά τους προσόντα και το συνολικό χρόνο υπηρεσίας στο οικείο νομικό πρόσωπο.

Τυχόν επιπλέον τακτικές αποδοχές διατηρούνται ως προσωπική διαφορά, η οποία μειώνεται με οποιαδήποτε αύξηση των αποδοχών ή απολαβών από οποιαδήποτε αιτία και αν προέρχεται μέχρι πλήρους εξισώσεώς τους με τις αποδοχές και απολαβές της νέας θέσης. Ως τακτικές αποδοχές για την εφαρμογή της διάταξης αυτής θεωρούνται ο βασικός μισθός, το χρονοεπίδομα (τριετίες, πολυετίες) και η Α.Τ.Α.

Στην κρινόμενη υπόθεση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, αορίστου χρόνου, από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «Ναυπηγεία Ελευσίνος Α.Ε.» κατά το χρόνο και με την ειδικότητα, που αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση για τον καθένα εξ αυτών και απασχολήθηκαν με την ιδιότητά τους αυτή στην ως άνω εταιρία μέχρις ότου η τελευταία υπήχθη σε ειδική εκκαθάριση «εν λειτουργία» με ειδική εκκαθαρίστρια την ΕΤΒΑ Α.Ε.

και μεταβιβάσθηκε σε άλλο ιδιώτη με βάση το Ν. 2000/1991. Οι ανωτέρω στη συνέχεια μετατάγησαν στην Πολεμική Αεροπορία, η οποία ανήκει στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, μετά από σχετική αίτησή τους και κατατάγησαν σε αντίστοιχες θέσεις και ειδικότητες, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 20 του Ν. 2414/1996.

Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι με το άρθρο 20 του Ν. 2414/1996 σε συνδυασμό με το άρθρο 20 παρ. 3 του Ν. 2515/1997 το ύψος των αποδοχών των μεταταγέντων αναιρεσιβλήτων μειώθηκε γιατί α) ως χρόνος προϋπηρεσίας αναγνωρίζεται μόνο εκείνος, τον οποίο οι ίδιοι είχαν διανύσει στα Ναυπηγεία Ελευσίνας Α.Ε. και όχι εκείνος που είχε αναγνωρίσει η εν λόγω εργοδότρια σε επιχειρήσεις εκτός αυτής, β) ως τακτικές αποδοχές εκείνων που διατηρούνται στη νέα θέση, ως προσωπική διαφορά, θεωρούνται κατά το νόμο και το αναιρεσείον μόνο ο βασικός μισθός, το χρονοεπίδομα (τριετίες, πολυετίες) και η ΑΤΑ και όχι το σύνολο των αποδοχών των αναιρεσιβλήτων, τις οποίες ελάμβαναν στα Ναυπηγεία Ελευσίνας Α.Ε.

και γ) η προσωπική διαφορά αποδοχών των ανωτέρω μειώνεται με οποιοδήποτε αύξηση αποδοχών, με τη χορήγηση του επόμενου μισθολογικού κλιμακίου ή χρονοεπιδόματος, με αποτέλεσμα να εισπράξει έκαστος των αναιρεσιβλήτων, χρηματικό ποσό μικρότερο κατά το αξιούμενο από τον ίδιο, που πράγματι εδικαιούτο, το οποίο τελικά, μετ' απόρριψη της εφέσεως του αναιρεσείοντος και επικύρωση της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, επιδίκασε στον καθένα εξ αυτών, διότι έκρινε ότι η διάταξη του άρθρου 20 παρ. 3 του Ν. 2515/1997 αφ' ενός μεν αντίκειται στο άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία καθιερώνει το κοινωνικό δικαίωμα εργασίας στους απασχολούμενους με βάση σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αφ' ετέρου δε παραβιάζεται με αυτή η κατά το Σύνταγμα αρχής της ισότητας, διότι εισάγεται ανεπίτρεπτη δυσμενής διάκριση σε βάρος των αναιρεσιβλήτων έναντι άλλων εργαζομένων σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, όπως των υπαλλήλων της ΕΤΒΑ, ΓΕΜΜΕ και «Ελληνικές Εξαγωγές Α.Ε.» που είχαν υπαχθεί σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης και στους υπαλλήλους τους δόθηκε η δυνατότητα με ειδική διάταξη νόμου (άρθρ. 5 Ν. 2359/1995 για τους εργαζόμενους στην ΕΤΒΑ και 4 Ν. 2388/1996 για τους εργαζόμενους στις ΓΕΜΜΕ και «Ελληνικές Εξαγωγές Α.Ε.») να μεταταγούν σε υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου του ευρύτερου δημοσίου τομέα, ΟΤΑ, νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις και ΝΠΔΔ, να διατηρήσουν το σύνολο των αποδοχών της προηγούμενης θέσης, χωρίς να αλλάξει ο τρόπος υπολογισμού της προσωπικής διαφοράς μεταξύ των αποδοχών που ελάμβαναν πριν τη μετάταξη και εκείνων που λαμβάνουν στη νέα θέση, ενώ κατετάγησαν στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια μετά από πλήρη αναγνώριση της συνολικής υπηρεσίας τους.

Επίσης, η ανωτέρω διάταξη είναι ασυμβίβαστη με εκείνη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, γιατί τείνει σε αδικαιολόγητη αποστέρηση περιουσιακού στοιχείου (ενοχικού δικαιώματος) των αναιρεσιβλήτων, χωρίς να συντρέχει εμφανής λόγος δημόσιας ωφέλειας, επιπλέον δε παραβιάζει την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης για τη μη μεταβολή μονομερώς των ισχυουσών εννόμων σχέσεων και τέλος, αντιβαίνει και προς τις διατάξεις του Π.Δ. 178/2002, οι οποίες προστατεύουν μεταξύ άλλων και το δικαίωμα της προϋπηρεσίας, που ο εργαζόμενος είχε συμπληρώσει στον προηγούμενο εργοδότη και είχε αναγνωρισθεί απ' αυτόν για τον καθορισμό κάθε δικαιώματος του εργαζόμενου, που συναρτάται με αυτή.

Με την ανωτέρω κρίση του το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις για τους εξής λόγους: 1) Ο νομοθέτης θέσπισε με ειδική διάταξη (άρθρ. 20 παρ. 3 Ν. 2515/1997), η οποία εντάχθηκε στο Ν. 2414/1996, το δικαίωμα των εργαζομένων στην εταιρία με την επωνυμία «Ναυπηγεία Ελευσίνας Α.Ε.» να μεταταγούν σε όλες τις υπηρεσίες σε όλες τις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 του Ν. 2190/1994 κατά παρέκκλιση των ισχυουσών διατάξεων, ανεξαρτήτως ηλικίας, με μόνη εξαίρεση εκείνους τους εργαζόμενους που πληρούσαν τις προϋποθέσεις πρόωρης συνταξιοδοτήσεως.

Η ανωτέρω νομοθετική ρύθμιση συνάδει με το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος, που προβλέπει την προστασία της εργασίας και με το οποίο καλείται το Κράτος να εφαρμόζει πολιτική πλήρους απασχολήσεως με μέτρα οποιασδήποτε μορφής, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η επέμβασή του στην καθόλου εργατική αγορά με σκοπό τη διαμόρφωσή της κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εξασφαλίζονται οι υπάρχουσες θέσεις εργασίας των μισθωτών και έτσι η με τον σκοπό αυτό νομοθετική ρύθμιση αποτελεί συνταγματικώς επιτρεπτή ουσιαστική παρέμβαση της πολιτείας για τη διασφάλιση τόσο του δικαιώματος στην εργασία όσο και των ήδη κεκτημένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του μετατασσόμενου προσωπικού των «Ναυπηγείων Ελευσίνας Α.Ε.», 2) Με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 3 του Ν. 2515/1997 δεν παραβιάσθηκε η προστατευόμενη από το Σύνταγμα αρχή της ισότητας του νόμου έναντι των αναιρεσιβλήτων και δεν εισήχθη ανεπίτρεπτη δυσμενής διάκριση σε βάρος αυτών έναντι των εργαζομένων στα προαναφερόμενα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, διότι με το άρθρο 20 παρ. 1 του Ν. 2515/1997 η περίπτωση δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 9 του Ν. 2266/1994, που επιτρέπει μετάταξη από νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου των περιπτώσεων δ΄, ε΄ και στ΄ της παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2190/1994 σε Υπουργεία ή Ν.Π.Δ.Δ.

ή Ο.Τ.Α. καταργήθηκε, η δε ως άνω νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 20 παρ. 3 του Ν. 2515/1997 αφορά και τους υπαλλήλους, που μετετάγησαν ή μετατάσσονται με βάση την καταργούμενη με την παρ. 1 του αυτού άρθρου εν λόγω διάταξη και κατά το άρθρο 20 παρ. 5 του Ν. 2515/1997, οι διατάξεις της παρ. 3 του αυτού άρθρου ισχύουν και για όλους τους υπαλλήλους, που μεταφέρονται ή μετατάσσονται, ως και αυτούς που έχουν μεταφερθεί ή μεταταγεί στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ.

και Ο.Τ.Α. και μισθοδοτούνται με τις αποδοχές της θέσης από την οποία προέρχονται. 3) Η νομοθετική πρόβλεψη για διατήρηση της προσωπικής διαφοράς αμοιβής των μετατασσομένων μέχρι την αύξηση των αμοιβών της νέας θέσεώς τους στο ύψος των αμοιβών, που έπαιρναν κατά τη μετάταξη (άρθρ. 20 παρ. 3 στο τέλος Ν. 2515/1997), δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης για τη μη μεταβολή μονομερώς των ισχυουσών εννόμων σχέσεων (άρθρ. 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος), γιατί οι μετατασσόμενοι προνομιακά, σε σχέση με τους λοιπούς εργαζόμενους της αυτής κατηγορίας, λαμβάνουν μεγαλύτερες αποδοχές από τους ήδη υπηρετούντας στις υπηρεσίες που μετατάχθηκαν έως ότου οι αποδοχές των λοιπών εργαζομένων εξισωθούν με τις δικές τους δια των παρεχομένων μισθολογικών αυξήσεων, η δε προσωπική μισθολογική διαφορά, που παρέχεται στους μετατασσόμενους αποτελεί ειδική προσωπική αμοιβή, παρεχόμενη κατ' εξαίρεση των καταβαλλομένων αμοιβών στους λοιπούς απασχολούμενους στον δημόσιο τομέα σε ειδική κατηγορία μισθωτών προ της μετατάξεως από τον ιδιωτικό νομέα με μοναδικό σκοπό να διατηρηθεί το οικονομικό επίπεδο, που είχαν αυτοί ως εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα. 4) Η προαναφερόμενη νομοθετική ρύθμιση δεν αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., γιατί δεν οδηγεί σε μείωση (παρούσα ή μέλλουσα) των τακτικών αποδοχών των μετατασσομένων, αφού αυτοί εξακολουθούν να λαμβάνουν μεγαλύτερο μισθό από εκείνο που λαμβάνουν οι λοιποί εργαζόμενοι της αυτής κατηγορίας και ειδικότητας, οι οποίοι δεν προέρχονται από μετάταξη και ακολούθως τον ίδιο μισθό με τους τελευταίους και έτσι αυτοί (μετατασσόμενοι) δεν αποστερούνται αδικαιολογήτως περιουσιακού τους στοιχείου (ενοχικού δικαιώματος), ενόψει και του ότι στον εργασιακό τομέα, για λόγους δημοσίου συμφέροντος (περιορισμός της ανεργίας), επέρχονται συνεχώς προσαρμογές στο υφιστάμενο νομικό καθεστώς, οι οποίες τελούν σε άμεση συνάρτηση με τις μεταβολές της οικονομικής κατάστασης, με σκοπό να διασφαλίζεται η συνεχής εργατική απασχόληση των μισθωτών (Α.Π. 974/2003). 5) Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 3 του Ν. 2515/1997 δεν αντιβαίνουν προς εκείνες των άρθρων 1 και 4 παρ. 1 του Π.Δ. 178/2002, διότι η παρούσα υπόθεση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής αυτού, αφού δεν μεταβιβάσθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «Ναυπηγεία Ελευσίνας Α.Ε.» στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο δεν ανέλαβε να συνεχίσει τη δραστηριότητα αυτής μετά τη θέση της υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, αλλ' αντίθετα μεταβιβάσθηκε αυτή σε ιδιώτη και συνεπώς, το Ελληνικό Δημόσιο δεν είναι διάδοχο της εν λόγω εταιρίας, η δε Πολεμική Αεροπορία είναι κρατική υπηρεσία, που εξυπηρετεί σκοπούς δημοσίου συμφέροντος και η δραστηριότητά της δεν είναι κερδοσκοπική ή κατ' άλλο τρόπο οικονομική, αλλ' αντίθετα άπτεται της άσκησης δημόσιας εξουσίας.

Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, εφόσον ο Άρειος Πάγος έκρινε δεσμευτικά για το Δικαστήριο της παραπομπής ότι η αγωγή είναι νόμω αβάσιμη, δεν υπάρχει στάδιο, «περαιτέρω εκδικάσεως» της υποθέσεως, γι' αυτό παρέλκει η παραπομπή αυτής και, για λόγους οικονομίας της δίκης, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2991/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Δεχόμενο την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 1857/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Απορρίπτει την από 20-12-1999 αγωγή των ..... κλπ.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος όλων των βαθμών, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ