Supreme Court quashes appeal judgment for introducing new claims without Article 527 exceptions, remanding for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court quashed the Second Instance Court's final judgment regarding a data protection claim. The Court found the lower court erred by accepting a new argument about abusive litigation tactics that had not been raised in the first instance. Consequently, the appeal was rejected, the case was remanded for retrial before a different judge, and costs were assigned to the losing parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 527 and 559 of the Code of Civil Procedure; The introduction of new factual claims in the second instance without statutory exceptions renders the judgment void and necessitates remittal for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1082 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1082/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου, Απόστολο Φωτόπουλο και Γεώργιο Μικρούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Τ. του Ι., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Μπλαβέρη, ο οποίος δήλωσε ότι τα στοιχεία της αγωγής φαίνονται εσφαλμένα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και κατ' επέκταση στην αίτηση αναίρεσης, την οποία διορθώνει ως προς αυτά και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Π. Κ. του Ι., κατοίκου ..., και 2)Ι. Κ. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καρδουλάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-3-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό κατάθεσης 524211/717/2017. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1384/2019 του ίδιου Δικαστηρίου, 1156/2023 μη οριστική και 471/2024 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-6-2024 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 23-6-2024 (5870/567/2024) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 471/2024 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την άσκηση της από 18-3-2017 (52421/717/2017) αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διώκοντας από τους πρώτο εναγόμενο Κ. Β. (μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη), δεύτερο εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο Π. Κ., τρίτο εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο Ι.
Κ. και τέταρτο εναγόμενο Θ. Σ. (μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη), την επιδίκαση ποσού 40.000 ευρώ, λόγω παραβιάσεως προσωπικών του δεδομένων (αρθ. 23 Ν. 2472/1997). Το Δικαστήριο εκείνο με την 1384/2019 οριστική απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς τον τέταρτο εναγόμενο (Θ. Σ.) και έκανε εν μέρει δεκτή αυτή ως προς τους λοιπούς εναγόμενους, επιδικάζοντας στον ενάγοντα ποσό 1.500 ευρώ, "διαιρετά" οφειλόμενο από τους τρεις ως άνω εναγομένους.
Κατά της πρωτόδικης αποφάσεως άσκησαν την από 2-11-2021 (86194/6226/2021) έφεση μόνον οι εδώ αναιρεσίβλητοι, επί της οποίας εξεδόθη τελικώς η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία έκανε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, διακρατώντας την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως καταχρηστικώς ασκηθείσα.
Την αναίρεση της ως άνω εφετειακής αποφάσεως ζητεί ο τελευταίος με την κρινομένη αίτησή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 27-6-2024 και έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε έχει παρέλθει διετία από την έκδοσή της (στις 22-1-2024), γεγονός εξάλλου που δεν αμφισβητείται από την αντίδικη πλευρά.
Πρέπει επομένως να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). 1) Από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι, για το παραδεκτό της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος από την άποψη χρόνου προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη πρωτοβάθμια συζήτηση της υπόθεσης, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος από το διάδικο κατά του οποίου ασκείται το δικαίωμα, συγχρόνως δε να γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής για την αιτία αυτή, διαφορετικά η ένσταση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΟλΑΠ 472/1983, ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 586/2024).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 520, 525, 527 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο άρθρο ίσχυσε μετά την τροποποίησή του με το ν. 4335/2015, οι ενστάσεις του εκκαλούντος - εναγομένου, είτε είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως, είτε είναι οψιγενείς, είτε, ενώ δεν είναι οψιγενείς και δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, συντρέχει όμως, ως προς αυτές, λόγος, που συγχωρεί τη βραδεία προβολή τους, από τους αναγραφόμενους στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, πρέπει, εφόσον αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, να προταθούν μόνο με το δικόγραφο της εφέσεως ή των προσθέτων λόγων (ΑΠ 69/2024, 268/2021, ΑΠ 678/2018).
Επίσης, από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι ο εναγόμενος ως εκκαλών, δεν μπορεί να προτείνει νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους δεν είχε προτείνει πρωτοδίκως ή δεν είχε προτείνει με πληρότητα, εκτός εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, η προβολή των οποίων το πρώτον ενώπιον του εφετείου είναι απαράδεκτη, αν δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενες σ' αυτές εξαιρέσεις, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που προβάλλονται για τη θεμελίωση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι όμως και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΑΠ 69/2024, 1453/2019, 714/2007).
Σε όλες τις περιπτώσεις της βραδείας προβολής ισχυρισμού, το δικαστήριο της ουσίας διαμορφώνει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς το αν είναι ή όχι δικαιολογημένη η βραδεία προβολή αυτού ή ως προς το αν συντρέχει ή όχι κατά περίπτωση μία από τις παραπάνω προϋποθέσεις, μετά από έρευνα των στοιχείων της δικογραφίας (ΑΠ 69/2024, 84/2020, 1087/2014), τούτο δε ισχύει και ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς που θεμελιώνουν την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος (ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 886/2004, ΑΠ 1187/2003, ΑΠ 35/2000) Το απαράδεκτο της υποβολής νέων αιτήσεων ή νέων ισχυρισμών (άρθρ. 223, 224, 526 και 527 ΚΠολΔ) ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 εδάφ.
α` και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 2/2005, ΑΠ 69/2024, 84/2020). 2) Ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 123/2024, 1446/2019).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 123/2024, 790/2020, 85/2020). Επομένως, πράγμα είναι και η κατά το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, σε περίπτωση δε που η ένσταση αυτή στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς ορώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά, συνδεόμενα με το σχετικό αίτημα του ενιστάμενου (άρθρα 262 και 527 ΚΠολΔ), αποτελούν το καθένα χωριστά "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ (ΑΠ 292/2023, 1543/2022, 387/2022, 845/2021).
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ. 1/2019, 25/2008, ΑΠ 69/2024, 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 69/2024, 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 69/2024, 480/2020, 175/2019). Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων, των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 69/2024, 1206/2019, 2081/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, εκ των αριθμών 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, αληθώς όμως μόνο εκ των αριθμών 8 και 14 του ως άνω άρθρου, ως εκ των αποδιδόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικών σφαλμάτων, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις: α) ότι παρά τα νόμο δέχθηκε λόγο έφεσης των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, που αφορούσε ισχυρισμό (ένσταση) περί καταχρηστικής ασκήσεως εκ μέρους αυτού (αναιρεσείοντος) του δικαιώματός του και, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την ένσταση αυτή, απέρριψε την αγωγή του, κατά ουσιαστική παραδοχή της ως άνω ένστασης, ενώ όφειλε να απορρίψει την προβληθείσα με τον ως άνω λόγο εφέσεως ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, ως απαράδεκτη, εφόσον οι εκκαλούντες είχαν προβάλλει προς θεμελίωσή της στο Εφετείο νέα πραγματικά περιστατικά, διαφορετικά από αυτά που είχαν προβάλλει αυτοί ως εναγόμενοι στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις παραδεκτής προβολής της για πρώτη φορά στο Εφετείο κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ, και β) παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο για τους ως άνω λόγους.
Εν προκειμένω από την προεπισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τις ενδιαφέρουσες τον αναιρετικό έλεγχο παραδοχές της, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: "αποδείχθηκε ότι τόσο ο πρώτος όσο και ο δεύτερος εναγόμενος, ήταν παρόντες στην εκδίκαση της υπόθεσης στο ποινικό δικαστήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, Κ.
Σ., τέταρτο εναγόμενο, κατά του οποίου στην συνέχεια ασκήθηκε αγωγή η υπό κρίση αγωγή, που απορρίφθηκε όμως ως προς τον τέταρτο εναγόμενο, και κατείχαν νομίμως αντίγραφα της υποβληθείσας εγκλήσεως και της ποινικής δικογραφίας που σχηματίσθηκε λόγω της ιδιότητας τους ως πολιτικώς ενάγοντος και μάρτυρα κατηγορίας, λαμβανομένου υπόψη ότι η ποινική δικογραφία, και μετά την αποβολή του πολιτικώς ενάγοντος, βρισκόταν στα χέρια του παραστάντος συνηγόρου, ο οποίος δύναται να παραμείνει στην αίθουσα και να λάβει γνώση της απόφασης, τόσο σε πρώτο όσο και σε δεύτερο βαθμό.
Κατά την συζήτηση της έφεσης, ο πρώτος εναγόμενος (Κ. Β.) διά του ίδιου ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου του, προσκόμισε τμήμα της ανωτέρω ποινικής δικογραφίας, προκειμένου να αποδείξει την αιτία και τη διάρκεια της μεταξύ τους/αντιδικίας, χωρίς να ερωτηθεί ο δεύτερος και τρίτος των εναγομένων - εκκαλούντων, ο οποίος και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ως εντολέας δεν έχει λόγο στον χειρισμό της υπόθεσης από τον νομικό του παραστάτη (εντολοδόχο).
Για τον λόγο αυτό απορρίφθηκε η αγωγή ως προς τον τέταρτο εναγόμενο (νομικό παραστάτη των λοιπών εναγομένων) για την προσκόμιση με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου τμήματος της ποινικής δικογραφίας. Σε κάθε περίπτωση, όπως με τον τελευταίο λόγο της έφεσης οι εκκαλούντες ισχυρίζονται η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι καταχρηστική διότι ο ενάγων μεθοδεύει την άσκηση πολλαπλών αγωγών σε κάθε στάδιο της δίκης κατακερματίζοντας την μεταξύ τους αντιδικία και ήδη οι εκκαλούντες έχουν υποχρεωθεί και έχουν καταβάλλει τα ποσά που κάποιες αποφάσεις έχουν επιδικάσει στον ενάγοντα.
Ειδικότερα ο ενάγων έχει... ασκήσει σειρά αγωγών (τόσο εναντίον των εκκαλούντων όσο και κατά του συνεναγομένου τους Κ. Β.) με τον εξής τρόπο: για την ίδια υπόθεση, για την οποία πιθανόν ο Κ. Β. άσκησε αγωγή ή έγκληση σε βάρος του ο ενάγων άσκησε α) πρώτη αγωγή αποζημιώσεως για την κατάθεση της ίδιας της αγωγής (ή της εγκλήσεως) σε βάρος του, β) δεύτερη αγωγή αποζημιώσεως για τα αναφερόμενα στις " προτάσεις" της αγωγής, γ) τρίτη αγωγή αποζημιώσεως για τα σχετικά έγγραφα που προσκομίσθηκαν με τις προτάσεις, επικαλούμενος παραβίαση των 7 διατάξεων περί προσωπικών δεδομένων και πρόκληση δικής του ζημίας, λόγω της προσκομίσεως "ένορκης βεβαιώσεως" ή "ποινικής δικογραφίας", δ) τέταρτη αγωγή για τις προτάσεις το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ε) πέμπτη αγωγή για την προσκόμιση σχετικών εγγράφων στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και ούτω καθεξής.
Ο λόγος αυτός έφεσης, ο οποίος περιέχεται στις πρωτόδικες προτάσεις των εναγομένων (σελίδα 11 και 12 αυτών) όπου οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η αγωγή είναι καθόλα καταχρηστική καθώς θα έπρεπε ο ενάγων: α) να εκφράσει την εναντίωσή του απέναντι στις προσκομιζόμενες ποινικές αποφάσεις από τον β' εναγόμενο κατά την συζήτηση της από 19-01-2017 έφεσης ή με την προσθήκη του επί των προτάσεων τονίζοντας ότι η προσεπίκληση τους παραβιάζει το ν.2472/1997 και β) ο αρμόδιος δικαστικός λειτουργός που επελήφθη της υποθέσεως, ήταν ο καθόλα αρμόδιος να διαγνώσει παραβάσεις του ν. 2472 ως διέγνωσε και η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων στην απόφαση της με αριθμό 147/2001 σε περίπτωση εκκρεμούς δίκης και για το λόγο αυτό δεν υπήρχε υποχρέωση του β' εναγομένου να αιτηθεί άδειας για χρήση των δικαστικών αποφάσεων, εκτιμάται ως βάσιμος, κυρίως λόγω της πληθώρας των δικογραφιών που δημιουργήθηκαν μεταξύ των διαδίκων και δικαστικών αποφάσεων με συναφές ή όμοιο αντικείμενο δικών, προσβολή προσωπικότητας, παραβίαση του ν. 2472/97 κλπ από την επίκληση και προσκόμιση προηγούμενων δικαστικών αποφάσεων μεταξύ τους.
Ο κατακερματισμός της αξίωσης προς αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη κατά τους ισχυρισμούς του ο ενάγων, ερειδόμενης κατ' ουσίαν στην ίδια υπόθεση με επίκληση άλλου εγγράφου ή δικογράφου κάθε φορά και άλλης νομικής βάσης (προσβολή προσωπικότητας, δυσφήμηση ή παραβίαση του νόμου περί προσωπικών δεδομένων) που αποσκοπεί σε οικονομική και ηθική εξόντωση του αντιδίκου, σε διαιώνιση της αντιδικίας και ο πολλαπλασιασμός των δικών συνιστά παρελκυστική τακτική η οποία, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, δεν είναι ανεκτή, ώστε μετά από αντιστάθμιση της προς το συμφέρον που η άσκηση του δικαιώματος εξυπηρετεί, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω η προταθείσα από τους εναγόμενους ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος εσφαλμένα κρίθηκε ως μη νόμιμη και απορριπτέα, εφόσον με τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικό θεμελιώνεται ένσταση εκ του όρθρου 281 του ΑΚ, και οι εναγόμενοι επικαλέστηκαν ότι συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του ενάγοντος, ως δικαιούχου του δικαιώματος, το οποίο και ασκεί κατ' επανάληψη, με νέες αγωγές κατά την συζήτηση των οποίων αναγκαία γίνονται νέες κοινοποιήσεις των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που επικαλείται σε κάθε δίκη, ενόψει των οποίων, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.".
Ωστόσο από τις παραδεκτώς επισκοπούμενες κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), από 6-6-2018 πρωτόδικες προτάσεις των εναγομένων (σελ. 11-12 αυτών) προκύπτει ότι οι εναγόμενοι, ήδη αναιρεσίβλητοι, προβάλλοντας την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, ισχυρίσθηκαν ότι η αγωγή είναι καταχρηστική, διότι ο ενάγων:
α) όφειλε να εκφράσει την εναντίωσή του απέναντι στις προσκομιζόμενες από τους εναγόμενους ήδη αναιρεσίβλητους ποινικές αποφάσεις κατά την συζήτηση της από 19-01-2017 έφεσης ή με την προσθήκη των προτάσεων του, και β) ο επιλαμβανόμενος δικαστικός λειτουργός ήταν ο αρμόδιος να διαγνώσει παραβάσεις του ν. 2472/1997 και για το λόγο αυτό δεν υπήρχε υποχρέωση να αιτηθούν άδειας για χρήση των δικαστικών αποφάσεων.
Αντιθέτως όμως από την επισκόπηση της από 2-11-2021 εφέσεως (σελ. 6) των τότε εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων προκύπτει ότι οι τελευταίοι προέβαλαν τον εξής λόγο εφέσεως, που σχετίζεται με την περί καταχρήσεως του αγωγικού δικαιώματος (ΑΚ 281) ένστασή τους: "Η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, αλλά και η εν γένει τακτική του εφεσίβλητου είναι ο ορισμός της καταχρήσεως δικαιώματος.
Όπως προεκτέθηκε, ιδίως ο πρώτος εξ ημών δεχθεί όλα αυτά τα χρόνια έναν καταιγισμό αγωγών από τον εφεσίβλητο. Έχω υποχρεωθεί κι έχω καταβάλλει τα ποσά που κάποιες αποφάσεις του έχουν επιδικάσει (μόνον εγώ, καθόσον ο έτερος συνεναγόμενος Κ. Β. ουδέν ποσό έχει καταβάλλει στον αντίδικο), σεβόμενος τις αποφάσεις της ελληνικής δικαιοσύνης.
Όμως, η τακτική του αντιδίκου να "σπάει" κάθε υπόθεση σε περισσότερες υποθέσεις/αξιώσεις είναι εξόχως καταχρηστική και παραβιάζει πλήρως κάθε έννοια απονομής δικαιοσύνης. Ειδικότερα, ο εφεσίβλητος βομβαρδίζει (τόσο εμάς όσο και τον συνεναγόμενο Κ. Β.) με δικόγραφα με τον εξής περίπου τρόπο: για την ίδια υπόθεση, για την οποία πιθανόν ο Κ.
Β. να άσκησε αγωγή ή έγκληση σε βάρος του, αντιδρά ασκώντας: α) Πρώτη αγωγή αποζημιώσεως για την κατάθεση της ίδιας της αγωγής (ή της εγκλήσεως) σε βάρος του, β) Δεύτερη Αγωγή αποζημιώσεως για τα αναφερόμενα στις "Προτάσεις" μας, γ) Τρίτη Αγωγή αποζημιώσεως για τα σχετικά έγγραφα που προσκομίσθηκαν με τις Προτάσεις, επικαλούμενος παραβίαση των διατάξεων περί προσωπικών δεδομένων και δική του ανυπολόγιστη ζημία, λόγω της προσκομίσεως "ένορκης βεβαιώσεως" ή "ποινικής αποφάσεως" (όπως στην προκειμένη περίπτωση, καθ' ό μέρος με αφορά), δ) Τέταρτη Αγωγή για τις Προτάσεις στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ε) Πέμπτη Αγωγή για την προσκόμιση σχετικών εγγράφων στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και ούτω καθεξής.
Η στρατηγική αυτή του αντιδίκου έπρεπε να τύχει αποδοκιμασίας από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο".
Από την επισκόπηση των ανωτέρω διαδικαστικών εγγράφων (πρωτόδικων προτάσεων - εφέσεως) αβιάστως συνάγεται ότι μεταξύ πρώτου και δευτέρου βαθμού υπήρξε προβολή νέων πραγματικών ισχυρισμών από πλευράς εναγομένων- εκκαλούντων (ήδη αναιρεσιβλήτων) με μεταβολή της ιστορικής βάσεως της ενστάσεώς τους ως προς την καταχρηστική άσκηση του αγωγικού δικαιώματος, χωρίς μάλιστα να γίνεται επίκληση της συνδρομής κάποιας εκ των προβλεπομένων στο άρθρο 527 ΚΠολΔ εξαιρέσεων. Και τούτο διότι στη μεν πρωτόδικη δίκη ο προταθείς ισχυρισμός των εναγόμενων - αναιρεσιβλήτων συνίστατο στη μη έγκαιρη εναντίωση του ενάγοντος - αναιρεσείοντος κατά την προσκομιδή των καταδικαστικών για τον τελευταίο ποινικών αποφάσεων (με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί στους εναγομένους η εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το απορρέον από τον ν. 2472/1997 δικαίωμα του), ενώ στη δευτεροβάθμια δίκη ο αντίστοιχος ισχυρισμός ερείδεται στον (άνευ αποχρώντος λόγου) κατακερματισμό των εις βάρος τους δικών με σκοπό την οικονομική τους εξόντωση. Το απαράδεκτο δε της προβολής νέου αυτοτελούς ισχυρισμού, εκτός ότι λαμβάνεται υπ' όψιν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (αρθ. 527 εδ. τελ. ΚΠολΔ), είχε προταθεί από τον εφεσίβλητο, ήδη αναιρεσείοντα, με τις από 7-11-2023 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου (σελ. 12- 14).
Επομένως το Εφετείο, με το να δεχθεί ως βάσιμη την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, ερειδομένη επί εντελώς διαφορετικής ιστορικής βάσεως σε σχέση με την πρωτοδίκως προβληθείσα, ήτοι με το να δεχθεί νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, υπέπεσε στις εκ των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην υπ' αρ. 2 νομική σκέψη, και ακολούθως πρέπει, δεκτών γενομένων των παραπάνω συναφών λόγων της κρινομένης αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και στη συνέχεια να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, από δικαστή άλλον εκείνου που δίκασε. Πρέπει επίσης να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα, λόγω της νίκης του (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ τα δικαστικά έξοδα του τελευταίου πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 471/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή, άλλον από εκείνον που δίκασε.
Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του ... παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ.
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ύψους χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης