Supreme Court allows appeal against dismissal of law firm's claim for attorney's fees due to lack of standing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a law firm's claim for attorney's fees. The firm argued that a partner's fixed salary should be included in the firm's assets after his individual practice was prohibited by law. The court found the lower court erred in rejecting the claim based on lack of standing because the firm legally succeeded to the partner's contractual obligations and income. Consequently, the appeal was granted, and the case was remitted for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 43 of Presidential Decree 518/1989; Articles 63(1), 3, 4 of the Lawyers Code 3026/1954; Article 94(1) of the Lawyers Code; Article 559(1), 14 of the Code of Civil Procedure: When a lawyer joins a law firm and loses the right to practice individually, the firm succeeds to the contractual relationship and the fixed salary becomes part of the firm's assets, thereby granting the firm standing to claim such fees.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1082 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1082/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Παναγιώτη Αθανασόπουλο- Εισηγητή και Ελένη Κατσούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: δικηγορικής εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ Φ. Κ. - Φ. Δ. ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤEΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο (και νόμιμη εκπρόσωπό) της Ρούλα Λιώση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΛΗΤΩ ΜΑΙΕΥΤΙΚΟ ΓΥΝΑΙΚΟΛΟΓΙΚΟ ΚΑΙ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Πέτρο Ζερβέα και Νικόλαο Ανδρικόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.. Ο πρώτος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/1/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 288/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 4998/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρία με την από 18/3/2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 18/3/2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 4998/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατόπιν άσκησης της από 13/5/2015 εφέσεως της εκκαλούσας - αναιρεσείουσας κατά της εκδοθείσας 288/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου έγινε δεκτή η έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφανίσθηκε η πιο πάνω οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη η από 2/1/2012 και με αριθμό καταθέσεως 2/2012 αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του Κ.ΠολΔ).
Με το ΠΔ 518/1989, το οποίο ίσχυσε από τον Οκτώβριο του έτους 1989 έως και τις 22/5/2005 και το ΠΔ 81/2005 το οποίο ίσχυσε από τις 23/5/2005 έως τις 27/9/2013, που τέθηκε σε ισχύ ο νέος κώδικας δικηγόρων (Ν. 4193/2013) ρυθμίζεται η δραστηριότητα και η λειτουργία των δικηγορικών εταιρειών. Κατά τη διάταξη του άρθρου 43 του Π.Δ. 518/1989 ορίζεται ότι "κάθε δικηγορική εταιρία μπορεί να παρέχει νομικές υπηρεσίες με τόσες πάγιες αντιμισθίες των μελών της, όσα είναι και τα μέλη της.
Στη περίπτωση αυτή το ετήσιο συνολικό εισόδημα του εταίρου δεν μπορεί να είναι χαμηλότερο της πάγιας αντιμισθίας της έμμισθης θέσης του". Με την πιο πάνω διάταξη, η οποία φέρει τον τίτλο "πολυθεσία", προκύπτει ότι παραχωρήθηκε στη δικηγορική εταιρία το δικαίωμα να συμπεριλαμβάνει στα μέλη της και έμμισθους επί παγία αντιμισθία δικηγόρους που παρέχουν υπηρεσίες υπέρ νομικών προσώπων είτε του ιδιωτικού είτε του δημοσίου τομέα.
Από τη στιγμή της ένταξης του δικηγόρου στη δικηγορική εταιρία, η εταιρία είναι αυτή που παρέχει τις νομικές υπηρεσίες, όπως ρητά διατυπώνεται στην πιο πάνω διάταξη του άρθρου 43 του Π.Δ. 518/1989, "κάθε εταιρία μπορεί να παρέχει νομικές υπηρεσίες με τόσες πάγιες αντιμισθίες των μελών της, όσα είναι και τα μέλη της".
Από τη γραμματική διατύπωση του πιο πάνω άρθρου, που επιγράφεται ως "πολυθεσία" συνάγεται ότι στόχος της διάταξης ήταν η θέσπιση ανωτάτου ορίου παγίων αντιμισθίων, αποτέλεσμα της δυσπιστίας και της ατολμίας με την οποία ο νομοθέτης αντιμετώπιζε τότε τις δικηγορικές εταιρείες χωρίς να προκύπτει από τη συγκεκριμένη αυτή διάταξη ότι απαγορεύεται η δυνατότητα στις δικηγορικές εταιρείες να συνάπτουν συμβάσεις παγίας αντιμισθίας.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΠΔ 518/1989, "Δύο ή περισσότεροι δικηγόροι, μέλη του ίδιου Δικηγορικού Συλλόγου μπορούν να συστήσουν "Αστική Επαγγελματική Εταιρία Δικηγόρων" με σκοπό την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών σε τρίτους και τη διανομή των συνολικών καθαρών αμοιβών, που θα προκύψουν από τη δραστηριότητα αυτή", ενώ από το άρθρο 12 του ίδιου Π.Δ.
ορίζεται ότι "ο εταίρος δικηγόρος απαγορεύεται να συμμετέχει και σε άλλη δικηγορική εταιρία ή να ασκεί ατομική δικηγορία και γενικά να ενεργεί για δικό του ή ξένο λογαριασμό, πράξεις αντίθετες με τα συμφέροντα της εταιρίας. Από τον συνδυασμό των πιο πάνω άρθρων προκύπτει, ότι η δικηγορική εταιρία είναι Αστική Επαγγελματική Εταιρία, δεν έχει κεφαλαιουχικό χαρακτήρα στηρίζεται αποκλειστικά στην υποχρεωτική προσφορά των δικηγορικών υπηρεσιών των μελών της, τα οποία δεν επιτρέπεται να συμμετέχουν σε άλλη δικηγορική εταιρία ούτε να ασκούν ατομική δικηγορία, ενώ απαγορεύεται να διενεργούν πράξεις αντίθετες με τα συμφέροντα της εταιρίας, λαμβανομένου υπόψη ότι ο θεσμός της δικηγορικής εταιρίας στηρίζεται στην προσωπική εισφορά υπηρεσιών.
Καθίσταται λοιπόν προφανές ότι, όταν ο δικηγόρος εισέρχεται, ως εταίρος σε δικηγορική εταιρία και ταυτόχρονα έχει σχέση πάγιας αντιμισθίας παροχής νομικών υπηρεσιών, η σχέση αυτή εισφέρεται πλέον στη δικηγορική εταιρία διότι ο δικηγόρος απαγορεύεται να ασκεί ατομική δικηγορία χωρίς αυτός να μπορεί να διατηρήσει την επί παγία αντιμισθία απασχόλησή του, ως ατομική του δραστηριότητα.
Επομένως η πάγια αντιμισθία εντάσσεται εκ του νόμου στην ύλη της δικηγορικής εταιρίας και αποτελεί έσοδο αυτής χωρίς να επηρεάζεται από την εσωτερική διαμόρφωση των σχέσεων μεταξύ εντολέα πελάτη δικηγόρου, που είχε την πάγια αντιμισθία. Επιπροσθέτως οι πιο πάνω διατάξεις δεν αποκλείουν τη δυνατότητα η σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία να συναφθεί με τη δικηγορική εταιρία.
Η δικηγορική εταιρία απαρτίζεται αποκλειστικά και μόνο από δικηγόρους, οι οποίοι με την είσοδο τους σ' αυτή δεν έχουν τη δυνατότητα άσκησης ατομικής δικηγορίας. Προφανώς θα ήταν αντίθετο με την ελευθερία των συμβάσεων και την αρχή της εμπιστοσύνης, που διέπει τις σχέσεις δικηγόρου εντολέα να μην δύναται ο εντολέας να αναθέσει με πάγια αντιμισθία την εκπροσώπησή του σε δικηγορική εταιρία προσβλέποντας στην παροχή υπηρεσιών από όλα τα μέλη της ή τα μέλη εκείνα που θα επιλέγει κατά την κρίση του και ανάλογα με τις υποθέσεις του σε συνεργασία με τη δικηγορική εταιρία.
Ο δημοσίας τάξεως και εξαιρετικός χαρακτήρας της διάταξης του άρθρου 63 του ΝΔ 3026/1954 που εξακολούθησε να ισχύει και μετά την θεσμοθέτηση και τη ρύθμιση των δικηγορικών εταιρειών αρχικά με το ΠΔ 518/1989 και στη συνέχεια με το ΠΔ 81/2005, που έχει σαν σκοπό τη διατήρηση της αξιοπρέπειας και της ανεξαρτησίας του δικηγόρου και γι' αυτό θεωρεί ως ασυμβίβαστη με το λειτούργημα την άσκηση άλλης τέχνης, εμπορίου, απασχόλησης και έμμισθης υπηρεσίας δεν καταργείται ούτε κάμπτεται αν υποκείμενο της σχέσης έμμισθης εντολής είναι η δικηγορική εταιρία που απαρτίζεται μόνο από δικηγόρους που στερούνται τη δυνατότητα ατομικής δικηγορίας και όχι μόνο ο μεμονωμένος δικηγόρος.
Ο νομοθέτης του ΝΔ 3026/1954 δεν είχε υπόψη του τις δικηγορικές εταιρίες και ο νομοθέτης του ΠΔ 518/1989 δεν απέκλεισε συγκεκριμένα τη δυνατότητα της δικηγορικής εταιρίας να συνάπτει σχέσεις έμμισθης εντολής.
Από την επιτρεπτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την κρινόμενη αγωγή της εξέθεσε, ότι είναι νόμιμα συσταθείσα δικηγορική εταιρία στις 30/4/2002 με αριθμό μητρώου ΔΣΑ … και αριθμό … στα βιβλία, που ορίζει το ΠΔ 81/2005.
Ότι το μέλος της δικηγόρος Φ. Κ. συνεδέετο από την 1/3/1991 με την εναγομένη με σύμβαση έμμισθης εντολής. Ότι η ενάγουσα από την ίδρυσή της συνέχισε να παρέχει υπηρεσίες στην εναγομένη με σύμβαση έμμισθης εντολής έως τις 3/11/2011, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε την σύμβαση. Ότι η ενάγουσα δικηγορική εταιρία δικαιούται τη νόμιμα αποζημίωση ανερχόμενη μετά από αναλυτικό υπολογισμό στο ποσό των 218.300 ευρώ νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής.
Ότι η αγωγή με το πιο πάνω περιεχόμενο είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης, αφού η ενάγουσα δεν είχε τη δυνατότητα να συνάψει σύμβαση έμμισθης εντολής για το χρονικό διάστημα από 30/4/2002 και μεταγενέστερα ούτε αναφέρει ότι ο δικηγόρος Φ. Κ. εισέφερε την πάγια αντιμισθία του στην ενάγουσα και ενέταξε αυτή στην ύλη της εταιρίας.
Ότι επίσης δεν αναφέρει, ότι τα μέλη της ενάγουσας δικηγορικής εταιρίας συμφώνησαν στην ένταξη της σχέσης του Φ. Κ. και της πάγιας αμοιβής του στην ύλη και στα έσοδα αυτής. Όσον αφορά την κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης ότι στην αγωγή δεν αναφέρεται ότι ο δικηγόρος Φ. Κ. εισέφερε την πάγια αντιμισθία του στην δικηγορική εταιρία και ότι ενέταξε αυτή στην ύλη της εταιρίας αλλά ούτε αναφέρεται ότι τα μέλη της εταιρίας συμφώνησαν στην ένταξη της σχέσης του Φ.
Κ. και της πάγιας αμοιβής του, πρέπει να επισημανθεί σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της αποφάσεως αυτής, ότι στη θέση του πιο πάνω δικηγόρου, ο οποίος εισήλθε ως εταίρος στην ενάγουσα δικηγορική εταιρία έχοντας ταυτόχρονα σχέση πάγιας αντιμισθίας παροχής υπηρεσιών, υπεισέρχεται πλέον η δικηγορική εταιρία, εφόσον ο συγκεκριμένος δικηγόρος απαγορεύεται να ασκεί ατομική δικηγορία και επομένως αυτός δεν μπορεί να διατηρήσει την με πάγια αντιμισθία απασχόλησή του, ως ατομική του δραστηριότητα.
Επίσης από το κείμενο της αγωγής καθίσταται προφανές, ότι η πάγια αντιμισθία του Φ. Κ. εντάχθηκε στην ύλη και στα έσοδα της δικηγορικής εταιρίας. Στην αγωγή αναφέρεται ρητά, ότι η ενάγουσα αναιρεσείουσα από τη σύστασή της στις 30-4-2002 και στη συνέχεια με όλους τους συμμετέχοντες σ' αυτή δικηγόρους μέλη της συνέχισε να εκτελεί τις υποχρεώσεις που προέκυπταν από τη συγκεκριμένη σύμβαση και να παρέχει τις ίδιες νομικές και δικηγορικές δικαστικές και εξώδικες υπηρεσίες προς την εναγομένη εταιρία παρέχοντας σ' αυτή πλήρη νομική κάλυψη και αντιμετώπιση όλων των νομικών προβλημάτων της, οποτεδήποτε και αν προέκυπταν.
Από το κείμενο λοιπόν της αγωγής προκύπτει ότι η σχέση έμμισθης εντολής μεταξύ της εναγομένης αναιρεσίβλητης και του δικηγόρου Φ. Κ. συνεχίστηκε και μετά τη σύσταση της εταιρίας στην οποία συμμετείχε, η οποία διαδέχθηκε τον εταίρο της στη σχέση της έμμισθης εντολής εφόσον αυτός, λόγω της συμμετοχής του στην εταιρία δεν είχε πλέον το δικαίωμα να ασκεί ατομική δικηγορία με συνέπεια οι υποθέσεις του και οι σχέσεις του μεταξύ των οποίων και η έμμισθη εντολή να ενταχθούν στην αναιρεσείουσα δικηγορική εταιρία.
Επομένως έσφαλε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, εφόσον εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 43 του ΠΔ 518/1989 και 63 παρ. 1, 3 και 4 του ΝΔ 3026/1954 Κώδικα Δικηγόρων, όπως ίσχυε τότε καθώς και του άρθρου 94 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, απορρίπτοντας ως απαράδεκτη την αγωγή της αναιρεσείουσας, λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης, δεχόμενη ότι η αναιρεσείουσα δικηγορική εταιρία δεν είχε τη δυνατότητα να συνάψει σύμβαση έμμισθης εντολής για το διάστημα από 30/4/2002 και μεταγενέστερα, επιπροσθέτως δε αφού δεν αναφέρεται στην αγωγή ότι ο δικηγόρος Φ.
Κ. εισέφερε την πάγια αντιμισθία του στην εταιρία εντάσσοντας αυτή στην ύλη της εταιρίας αλλά ούτε και αναφέρεται επίσης στην αγωγή ότι τα μέλη της εταιρίας συμφώνησαν στην ένταξη της σχέσης του Φ. Κ. και της πάγιας αμοιβής του στην ύλη και στα έσοδα της εταιρίας. Κατ' ακολουθία των προαναφερθέντων ο εκ των αριθμών 1 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4998/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή για περαιτέρω εκδίκαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ