Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds, rejecting claim that lower court ignored valid arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of his property ownership claim against the Greek State. The appellant argued the lower court failed to consider his supplementary claim of original acquisition through long-term possession, which he alleged was crucial to the case outcome. The court ruled that the First Instance Court had properly examined all arguments and correctly applied the principle of res judicata, finding no legal error warranting the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 321, 322, 324, 559(8)(b) of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata precludes re-litigation of rights already decided, and a final judgment binds the court to treat the established facts as truth, even if the losing party claims the court overlooked specific arguments.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1082 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1082/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Μαρία Μουλιανιτάκη -Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 18η Δεκεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Ε. Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Λάλλα Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Δούκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-1-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά
Εκδόθηκε η απόφαση: 1802/2018 του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-12-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, του αναιρεσιβλήτου να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1802/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, και απέρριψε την εισαχθείσα ενώπιον του αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος Ε. Χ. κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ερειδόμενη στον παράγωγο και, επικουρικά, στον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας, ως προς μεν την κύρια βάση της ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου, ως προς δε την επικουρική, ως μη νόμιμη και, συνακόλουθα, απέρριψε και το αίτημά του να αναγνωρισθεί δικαιούχος της καθορισθείσας, λόγω της απαλλοτρίωσης του επίδικου ακινήτου, αποζημίωσης.
IΑ) Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔικ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και, συνακόλουθα, το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία έχει αυτό παραχθεί δεν επιτρέπεται να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης.
Η απαγόρευση αυτή λειτουργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο, είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του, το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό δικαίωμα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβασή ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως και όχι στα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβεσαν τις έννομες αυτές συνέπειες.
Εξάλλου η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι από αυτό της αγωγής που κρίθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενο της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό, αφού δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένη απόφαση (Ολ.ΑΠ 1/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή αφορά στο ουσιαστικό δεδικασμένο, δηλαδή, τη δεσμευτικότητα της δικαστικής διάγνωσης μιας έννομης σχέσης (Ολ.ΑΠ 40/1996). Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων προς εξακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους. Ο Άρειος Πάγος επισκοπεί και την απόφαση, από την οποία απορρέει το δεδικασμένο, το οποίο λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1054/2005) και ελέγχει με βάση αυτή την σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 7/2013, ΑΠ869/2017).
Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο (ΑΠ 85/2018,869/2017,1717/2008). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο αφήσει αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση που αφέθηκε αδίκαστη νοείται όχι οποιαδήποτε αίτηση υποβληθείσα από τους διάδικους κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, όπως το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ή ένδικου μέσου (ΑΠ50/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Ο ήδη αναιρεσείων Ε. Χ. με την από 10/02/1988 αγωγή του, που άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά ισχυρίσθηκε ότι με την υπ' αριθμ. Π 5861/ 2363/ 26-8-1982 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων που δημοσιεύθηκε στο με αριθμό 515/Δ/22.10.1982 ΦΕΚ, απαλλοτριώθηκε με βάση τις τότε ισχύουσες διατάξεις του Ν.Δ. 797/ 1971, υπέρ και με δαπάνες του Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων (ΟΣΚ), για την ανέγερση του Ε' Γυμνασίου Νίκαιας Πειραιά, η αναφερόμενη στο από Νοεμβρίου...
κτηματολογικό διάγραμμα του μηχανικού Γ. Ξ., με στοιχεία ΑΒΓΔΑ, έκταση εμβαδού 6.097,90 τ.μ. εντός σχεδίου πόλεως, κειμένη στην τοποθεσία "…., της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Νικαίας-Πειραιά, μεταξύ των οδών ….. Ότι τμήμα της απαλλοτριωθείσης ως άνω έκτασης, εμβαδού 220 τ.μ., όπως τούτο εμφαίνεται με τα στοιχεία ΙΚΑΜΙ στο παραπάνω κτηματολογικό διάγραμμα, που βρίσκεται στο οικοδομικό τετράγωνο μεταξύ των οδών ...ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του, και ότι περιήλθε σ' αυτόν (ενάγοντα) με παράγωγο τρόπο, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος ...
πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Νικολάου Παραρά, από τις αληθείς, κατά ποσοστό 4/8 εξ αδιαιρέτου, (συγ)κυρίες του μείζονος απαλλοτριωθέντος ακινήτου, Ε. σύζυγο Α. Σ. και Ν. Κ., αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, έκτακτη χρησικτησία. Ότι με την υπ' αριθμ. 13/1984 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (διαδικασία απαλλοτριώσεων) καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης της ως άνω απαλλοτριωθείσης έκτασης, στο ποσό των δρχ. 14.000 (ήδη 41,08 ευρώ) ανά τετραγωνικό μέτρο και με την υπ' αριθμ, 1035/1986 απόφαση του Εφετείου Πειραιά καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδος της ανωτέρω έκτασης, ομοίως, στο ίδιο ως άνω ποσό.
Περαιτέρω , επικαλούμενος ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι η απαλλοτριωθείσα υπέρ του ΟΣΚ για την ανέγερση του Ε' Γυμνασίου Νίκαιας Πειραιά, εδαφική έκταση ,στην οποία περιλαμβάνεται το άνω οικόπεδο του εμβαδού 220 τ.μ., ανήκει σ' αυτό (εναγόμενο), ζήτησε να αναγνωριστεί αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος του παραπάνω ακινήτου (οικοπέδου) και, ως εκ τούτου, δικαιούχος της οριστικής αποζημίωσης που καθορίστηκε με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 1035/1986 απόφαση του Εφετείου Πειραιά.
Επί της άνω από 10-2-1988 αγωγής του ,καθώς και επί της από 15-12-1987 αγωγής των Α. Σ, Μ. Σ. και Ν. Κ. (με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστούν αποκλειστικοί κύριοι, νομείς και κάτοχοι κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στην αγωγή ποσοστά τους, εδαφικής εκτάσεως 3,105,40 τ.μ., που περιλαμβάνεται εντός της ως άνω απαλλοτριωθείσης εκτάσεως και, ως εκ τούτου, να αναγνωριστούν δικαιούχοι κατά το ποσοστό του ο καθένας, της οριστικής αποζημίωσης που καθορίστηκε με την ως άνω υπ' αριθμ. 1035/1986 απόφαση του Εφετείου Πειραιά) οι οποίες (αγωγές) συνεκδικάσθηκαν, και μετά την έκδοση των υπ' αριθμ. 1312/1988 και 1530/1997 μη οριστικών (προδικαστικών) αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά με τις οποίες τάχθησαν αποδείξεις, πραγματογνωμοσύνη και συμπληρωματικές αποδείξεις αντίστοιχα, εκδόθηκε η 602/ 2003 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία αφού δέχθηκε ότι τα επίδικα ως άνω ακίνητα των εναγόντων (των πιο πάνω συνεκδικαζόμενων αγωγών) δεν αποτελούν δημόσια έκταση αλλά ιδιωτική, δέχθηκε κατ'ουσία την από 15/12/1987αγωγή των Α.
Σ. κλπ, απέρριψε δε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 10/02/1988 αγωγή του Ε. Χ. Κατά της απόφασης αυτής, οι ενάγοντες των προαναφερόμενων αγωγών, καθώς και το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, άσκησαν εφέσεις, οι οποίες, αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1082/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, με την οποία οι μεν εφέσεις των εναγόντων απορρίφθηκαν ως αβάσιμες κατ'ουσία, η δε έφεση του εναγομένου έγινε δεκτή κατ'ουσία, μόνο ως προς την περί δικαστικής δαπάνης διάταξή της, σύμφωνα δε με τις παραδοχές της : "ο ενάγων Ε.
Χ. δεν κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, καθόσον η προς αυτόν διάθεση - πώληση από τις δικαιοπαρόχους του Ε. Σ. και Ν. Κ., του επιδίκου, που αποτελούσε τμήμα του μείζονος απαλλοτριωθέντος ακινήτου τους, στο οποίο (μείζον ακίνητο) ήσαν (συγ)κυρίες, κατά ποσοστά 3/8 και 1/8 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, ήταν άκυρη, τούτο δε, διότι δεν μπορούσαν εγκύρως να διαθέσουν προς τον ενάγοντα, ως (συγ)κυρίες, την ιδανική τους μερίδα σε συγκεκριμένο μέρος του κοινού ακινήτου, στην προκειμένη περίπτωση στα 220 τ.μ., χωρίς προηγούμενη συμφωνία όλων των συγκυρίων, εν προκειμένω δε και του Α.
Σ., φερομένου ως (συγ)κυρίου κατά το υπόλοιπο ποσοστό 4/8 εξ αδιαιρέτου, διότι ο ενάγων δεν επικαλέστηκε συμφωνία και του Α. Σ. για τη μεταβίβαση αυτή, (με την επισήμανση ότι θα έπρεπε να περιβληθεί και τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου), αλλά ούτε και αποδείχθηκε τέτοια συμφωνία- συγκατάθεση αυτού".
Κατά της εφετειακής αυτής απόφασης ο ενάγων Ε. Χ. και το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησαν ενώπιον του Αρείου Πάγου αιτήσεις αναίρεσης επί των οποίων (αφού συνεκδικάσθηκαν) εκδόθηκε η με αριθμό 213/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος και θεωρήθηκε ότι η αίτηση αναίρεσης του εναγομένου δεν ασκήθηκε.
Μετά την έκδοση της πιο πάνω 213/2011 απόφασης του Αρείου Πάγου ο ενάγων ήδη αναιρεσείων Ε. Χ. άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, την ένδικη από 04/01/2017 αγωγή κατά του εναγομένου ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η αναιρεσιβαλλόμενη, με αριθμοί 802/2018, (που έχει καταστεί τελεσίδικη) απόφαση του άνω Δικαστηρίου (σχετ.
Η ... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Χ. και το 1998/19-12-2019 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Πειραιά), με την οποία ο ενάγων επικαλέστηκε τα ίδια με την προηγούμενη αγωγή του πραγματικά περιστατικά ότι, δηλαδή, με παράγωγο τρόπο, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος ... πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Νικολάου Παραρά, περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα και νομή του το επίδικο ακίνητο, 220τ.μ., που αποτελεί τμήμα της μείζονος απαλλοτριωθείσας έκτασης, από τις αληθείς, κατά ποσοστό 4/8 εξ αδιαιρέτου, (συγ)κυρίες αυτής, με την πρόσθετη αναφορά ότι συναίνεσε στην πώληση του διακεκριμένου αυτού επίδικου εδαφικού τμήματος και ο, κατά τα υπόλοιπα 4/8 εξ αδιαιρέτου, (συγ)κύριος της μείζονος εδαφικής έκτασης Α.
Σ., αλλιώς με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), με την άσκηση των αναφερόμενων διακατοχικών πράξεων νομής για το χρονικό διάστημα από το έτος 1980, που αγόρασε το επίδικο ακίνητο, και εφεξής μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής. Ακολούθως, ο ενάγων, αφού εξέθετε ότι βάσει των ανωτέρω αποφάσεων έχει κριθεί αμετάκλητα και υφίσταται δεδικασμένο για το ότι η απαλλοτριωθείσα ως άνω έκταση δεν είναι δημόσια, ανήκουσα στο εναγόμενο, αλλά ιδιωτική και ότι αποτελεί τμήμα της παραπάνω απαλλοτριωθείσας μείζονος εδαφικής έκτασης των εναγόντων της προαναφερόμενης από 15/12/1987 αγωγής, ζήτησε, ενόψει της αμφισβήτησης της κυριότητάς του από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, να αναγνωρισθεί αποκλειστικός κύριος του ανωτέρω ακινήτου και, συνακόλουθα, δικαιούχος της οριστικής αποζημίωσης που καθορίστηκε με την υπ' αριθμ. 1035/1986 απόφαση του Εφετείου Πειραιά.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, με την αναιρεσιβαλλόμενη 1802/2018 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή, ως προς την ερειδόμενη στον παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας κύρια βάση της, αφού δέχθηκε ότι σύμφωνα με τα εκτιθέμενα σε αυτή περιστατικά από την προηγούμενη 1082/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, στην οποία ενσωματώθηκε η εκκαλούμενη 602/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, μετά την κατ'ουσία, όπως προεκτέθηκε, απόρριψη της εφέσεως που ο ενάγων Ε.
Χ., άσκησε κατ'αυτής, έχει παραχθεί δεδικασμένο, αναφορικά με την πιο πάνω κύρια βάση της αγωγής, και τα αμετακλήτως γενόμενα δεκτά με την 1082/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, κρίνοντας ειδικότερα ότι: "ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων Ε. Χ. δεν κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, καθόσον η προς αυτόν διάθεση - πώληση από τις δικαιοπαρόχους του Ε.
Σ. και Ν. Κ., του επιδίκου, που αποτελούσε τμήμα του μείζονος απαλλοτριωθέντος ακινήτου τους, στο οποίο (μείζον ακίνητο) ήσαν (συγ)κυρίες, κατά ποσοστά 3/8 και 1/8 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, ήταν άκυρη, τούτο δε, διότι δεν μπορούσαν εγκύρως να διαθέσουν προς τον ενάγοντα ,ως συγκυρίες, την ιδανική τους μερίδα σε συγκεκριμένο μέρος του κοινού ακινήτου, στην προκειμένη περίπτωση στα 220 τ.μ., χωρίς προηγούμενη συμφωνία όλων των συγκυρίων, εν προκειμένω δε και του Α.
Σ., φερομένου ως (συγ)κυρίου κατά το υπόλοιπο ποσοστό 4/8 εξ αδιαιρέτου, διότι ο ενάγων δεν επικαλέστηκε συμφωνία και του Α. Σ. για τη μεταβίβαση αυτή, αλλά ούτε και αποδείχθηκε τέτοια συμφωνία- συγκατάθεση αυτού". Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά ,με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπέπεσε στις ,από τους αριθμούς 16 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συναφείς αναιρετικές πλημμέλειες, και ειδικότερα, δεν δέχθηκε, κατά παράβαση του νόμου, ότι υπάρχει δεδικασμένο και δεν κήρυξε, παρά το νόμο, απαράδεκτο, με το να δεχθεί την ύπαρξη δεδικασμένου απορρέοντος από την 1082/2005 τελεσίδικη απόφαση, που προαναφέρθηκε, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της αμέσως πιο πάνω τελεσίδικης απόφασης, αυτό ταυτίζεται με το αντικείμενο της παρούσας δίκης, σε σχέση με την ιστορική και νομική του αιτία (ΑΠ 869/2017,1717/2008), ούτε υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 9 του άνω άρθρου, ήτοι δεν άφησε αδίκαστη την περί παραγώγου τρόπου κτήσεως της κυριότητας κύρια βάση της αγωγής, την οποία ,αφού, όπως προεκτέθηκε, εξέτασε την απέρριψε ως απαράδεκτη.
Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, και τα αντίστοιχα (πρώτο, δεύτερο, τρίτο) μέρη του από το άρθρο 559 αριθμοί 16 , 14 και 9 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Β) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη την δοθείσα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου, αριθμ ... ένορκη βεβαίωση του Μ. Σ., καθώς και τα αριθμ. 4221/2012 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, αποδεικτικά μέσα τα οποία ο αναιρεσείων είχε προσκομίσει και επικαλεστεί ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Η περιλαμβανόμενη στον άνω αναιρετικό λόγο αιτίαση από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη, εφόσον η αναιρετική αυτή αιτίαση συναρτάται με την κατ' ουσίαν έρευνα της υπόθεσης και όχι όταν η σχετική αγωγή, όπως στην προκείμενη περίπτωση, απορρίφθηκε κατά μεν την κύρια βάση της ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου ,κατά δε την επικουρική ως μη νόμιμη (ΑΠ311/2008).
Γ) Ο λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφέρεται - όπως και ο από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ - στην παραβίαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή, κανόνων που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γέννηση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου, προϋποθέτει δε ότι το δικαστήριο της ουσίας εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα.
Άρα, ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όσον αφορά στην παραβίαση δικονομικών διατάξεων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ909/2014, 2019/2009), καθώς επίσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή ισχυρισμό ως μη νόμιμο, αόριστο ή απαράδεκτο (ΑΠ 734/2013,1584/2008, 1258/2007).
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, επειδή, χωρίς αιτιολογίες, απέρριψε την μεν κύρια βάση της αγωγής, περί παραγώγου τρόπου κτήσεως της κυριότητας, λόγω δεδικασμένου, την δε επικουρική περί πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως της κυριότητας, ως νόμω αβάσιμη, είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην μείζονα πρόταση, απαράδεκτοι, διότι αφενός οι κανόνες του δικονομικού δικαίου, όπως είναι και οι περί δεδικασμένου διατάξεις, που εφάρμοσε το δικαστήριο για την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής ,δεν αποτελούν αντικείμενο παραβιάσεως εκ πλαγίου και συνακόλουθα ίδρυσης λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και αφετέρου η απόρριψη ως μη νόμιμης της επικουρικής βάσης, δεν ιδρύει την από τον αριθμό 19 πλημμέλεια, αφού το Δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης.
II. Α) Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 7, 8 παρ. 5 και 9 παρ. 3 του ν.δ. 797/1971, συνάγεται, ότι στην περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, η παρακατάθεση της αποζημίωσης που καθορίστηκε προσωρινά ή οριστικά στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και η δημοσίευση της γενόμενης κατάθεσης στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης ή η είσπραξη αυτής με οποιοδήποτε τρόπο από εκείνον που με απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου αναγνωρίστηκε δικαιούχος αυτής επιφέρει συντέλεση της απαλλοτρίωσης, ανεξάρτητα από το αν ο αναγραφόμενος ως δικαιούχος στην απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου είναι η όχι ο πραγματικός κύριος του απαλλοτριωθέντος.
Με τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης επέρχεται με πρωτότυπο τρόπο η κτήση της κυριότητας του πράγματος από τον υπερού η απαλλοτρίωση και αντίστοιχα η απόσβεση κάθε δικαιώματος του ιδιοκτήτη ή οποιουδήποτε τρίτου πάνω στο πράγμα. Ο αληθινός κύριος, αν δεν συμπίπτει με το δικαιούχο, όπως και κάθε τρίτος που διεκδικεί εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο ακίνητο, αλλά δεν κλήθηκε, ούτε είχε συμμετοχή στη δίκη για προσωρινό ή οριστικό καθορισμό της αποζημίωσης, έχει ενοχική αξίωση και δικαιούται να ζητήσει την αποζημίωση που καθορίστηκε, από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ή από εκείνον που την εισέπραξε ή υπέρ του οποίου εκδόθηκε το χρηματικό ένταλμα πληρωμής (ΑΠολ.7/2007, ΑΠ206/2014).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α' του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο (κατά το πρώτο σκέλος) αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 2,7 24, 26, 27 του Ν.Δ/τος 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή τους, καθόσον, κατά τις διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις η συντέλεση της απαλλοτρίωσης δεν εμποδίζει την αναγνώριση του ενάγοντος ως δικαιούχου της καθορισθείσας αποζημίωσης.
Ο ανωτέρω λόγος, ως προς την αιτίαση αυτή, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον για να αναγνωρισθεί αυτός (ενάγων) δικαιούχος της καθορισθείσας αποζημίωσης, θα έπρεπε, προηγουμένως, να αναγνωρισθεί κύριος τούτου, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η οποία, όμως, όπως προεκτέθηκε, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά μεν την ερειδόμενη στον παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας κύρια βάση της, ως απαράδεκτη, κατά δε την ερειδόμενη στον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητας επικουρική βάση, ως μη νόμιμη.
Β) Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ όποιος έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε την φυσική εξουσία στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997).
Πράγματα, επίσης, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αποτελούν και οι περισσότερες βάσεις της αγωγής, είτε η μία βάση είναι κύρια είτε οι άλλες ασκήθηκαν επικουρικά. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται στο δικόγραφο της ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' εκείνη (ΑΠ 34/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του και κατά ένα μέρος του, προβάλλεται, η από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με το να απορρίψει την προαναφερόμενη επικουρική , περί πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως της κυριότητας, βάση της ένδικης αγωγής ως μη νόμιμη, δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες ισχυρισμούς του, που θεμελίωναν την παραπάνω βάση της αγωγής και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και την αντιπαραβολή της τελευταίας με την αναιρεσιβαλλομένη σαφώς προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, η απόφαση του οποίου προσβάλλεται με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, έλαβε υπόψη όλους τους αγωγικούς ισχυρισμούς, που κατά τον αναιρεσείοντα θεμελίωναν την επικουρική βάση της αγωγής, περί πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως της κυριότητας, με έκτακτη χρησικτησία και, συγκεκριμένα, την άσκηση πράξεων νομής στο επίδικο για χρονικό διάστημα πλέον της 35ετίας και, ειδικότερα από το έτος 1980 και εφεξής, πλην όμως τους απέρριψε, με την παραδοχή ότι κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής (2017) είχε ήδη συντελεσθεί η απαλλοτρίωση του επιδίκου (1984) και κύριος αυτού είχε καταστεί με πρωτότυπο τρόπο ο υπερού η απαλλοτρίωση, με αποτέλεσμα ο ενάγων να μη μπορεί πλέον να ζητήσει την αναγνώριση της κυριότητάς του επ'αυτού, μετά ταύτα δε απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, καθόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την κτήση κυριότητας επ'αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και, συνακόλουθα, ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το άνω μέρος του, είναι αβάσιμος. Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, κατ'εφαρμογή του άρθρου 495 παρ.3 ΚΠολΔ, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176, 183, 191 §2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατά το άρθρο 22 ν. 3693/1957, όπως τούτο ισχύει.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27/12/2018 αίτηση για αναίρεση της1802/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ