Legislator Case Law & Legislation
1082/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to specify substantive law errors in appeal request.

Case Number 1082/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision in a labor dispute. The appellant alleged procedural errors but failed to identify specific substantive legal violations or contradictions in the lower court's reasoning. The court ruled that vague references to legal provisions without pinpointing exact errors do not constitute admissible grounds for appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if it specifically identifies substantive legal errors or contradictions in the lower court's reasoning, not merely by citing legal provisions.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law violation labor dispute procedure specific error identification Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1082 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1082 / 2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2 ‘ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Λουκά Μόρφη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Περπατάρη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." κατόπιν απορρόφησης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία Μπάρλου, με δήλωσή κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/1/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 210/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 6419/2012 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/12/2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 1/3/2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 25.12.2015 και με αριθ. κατάθεσης .../29.12.2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 6419/31.12.2012 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ’ ουσία η από 17.4.2011 και με αριθ.

καταθ. .../19.4.2011 έφεση της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της ομοίως αποφανθείσας με αριθ. 210/3.2.2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 20.1.2009 και με αριθμό κατάθεσης .../...20.1.2009 αγωγή αυτής κατά της εναγομένης - εφεσίβλητης Τράπεζας με την επωνυμία "...

ΑΕ", της οποίας καθολική διάδοχος με απορρόφηση από 28.6.2013 τυγχάνει η αναιρεσίβλητη Τράπεζα με την επωνυμία "...". Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Ειδικότερα στην περίπτωση της κατ’ ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια, β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση

του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, α) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ή η αναφορά, ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, γ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 232/2009).

Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).

Για το ορισμένο του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ποία ήταν τα πράγματα αυτά που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφέρθηκαν νόμιμα στο Εφετείο, και ποία επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, χωρίς να αρκεί η μνεία μόνο των σχετικών νομικών διατάξεων (ΑΠ 161/2017, ΑΠ 869/2017, ΑΠ 253/2011, ΑΠ 366/2009) ή, αντιστρόφως, ποία ήταν τα πράγματα που, αν και δεν προτάθηκαν, λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και ποία επίδραση είχαν αυτά στην έκβαση της δίκης, χωρίς και πάλι να αρκεί η μνεία μόνο των σχετικών νομικών διατάξεων.

Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 20/2005,ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 57/90).

Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2002 μετά την απάλειψη της φράσης "ή δεν διέταξε απόδειξη γι’ αυτά" με το άρθρο 17 παρ.2 του Ν. 2915/2001, λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επόμ. του ΚΠολΔ συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι’ αυτά.

Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 237/2016, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 1935/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 273/1011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007).

Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία είναι απόρροια της λειτουργίας της αίτησης αναίρεσης ως ένδικου μέσου ακυρωτικού χαρακτήρα, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όταν υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, αφού διέλαβε σε αυτό φωτοτυπικά αντίγραφα α) της από 20.1.2009 και με αριθμό κατάθεσης .../...20.1.2009 αγωγής αυτής κατά της εναγομένης - εφεσίβλητης Τράπεζας με την επωνυμία "... ΑΕ", [της οποίας καθολική διάδοχος με απορρόφηση από 28.6.2013 κατέστη η αναιρεσίβλητη Τράπεζα με την επωνυμία "..."], με την οποία διωκόταν η αναγνώριση ως άκυρης της από 20.10.2008 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, ως τραπεζοϋπαλλήλου της εναγομένης Τράπεζας, για τους διαλαμβανόμενους στην αγωγή λόγους, και η επιδίκαση σε αυτήν του ποσού των 51.008,31 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του διαστήματος από 20.10.2008 έως 31.12.2009, πλέον επιδομάτων εορτών και αδείας και επιδόματος ισολογισμού, ως και του ποσού των 300.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς της από τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η άνω καταγγελία, β) της υπ’ αριθ. 210/3.2.2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ’ ουσία αβάσιμη η ως άνω αγωγή, γ) της από 17.4.2011 και με αριθ.

καταθ. .../19.4.2011 έφεσης αυτής, με την οποία η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα παραπονείτο για την απόρριψη της αγωγής της, επικαλούμενη εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, δ) της αναιρεσιβαλλομένης υπ’ αριθ. 6419/31.12.2012 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσία την ως άνω έφεση, επικυρώνοντας την ομοίως αποφανθείσα υπ’ αριθ. 210/3.2.2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ε) των ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατατεθεισών επ’ ακροατηρίου προτάσεων αυτής και της μετά τη συζήτηση προσθήκης και αντίκρουσης, στη συνέχεια επικαλούμενη λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 1, 8, 10 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προσάπτει ειδικότερα στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες ότι:

α) χρησιμοποιεί αιτιολογίες που θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν αντιφατικές, λαμβάνοντας υπόψη ότι μία παρόμοια κατάσταση τυγχάνει διαφορετικής και όχι ομοειδούς αξιολόγησης από το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, και κατά συνέπεια δεν διαλαμβάνει νόμιμες, άλλως περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, β) έλαβε υπόψη της πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή, χωρίς να διατάξει απόδειξη, γ) από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα από τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα προσκομισθέντα έγγραφα σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας αποδεικνυόταν ότι η επίδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας αυτής στερείτο νομιμότητας [προτελευταίο φύλλο της αναίρεσης] και δ) δέχθηκε ως βάσιμους τους ισχυρισμούς της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης Τράπεζας χωρίς αυτοί να έχουν προταθεί και χωρίς να αποδεικνύονται [σελίδες πριν την επισύναψη φωτοτυπικού αντιγράφου των προτάσεων].

Με το περιεχόμενο αυτό οι επικαλούμενες υπό στοιχείο (α) και (δ) από τους αριθμούς 1, 8 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες δεν συνιστούν ορισμένους και κατά συνέπεια παραδεκτούς λόγους αναίρεσης, διότι δεν περιέχεται στο δικόγραφο της αναίρεσης ποίο είναι το αποδιδόμενο κατά την αναιρεσείουσα στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την εφαρμογή κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, δεν εξειδικεύονται ποιες είναι οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης και σε τι συνίστανται οι αντιφάσεις αυτές και δεν διαλαμβάνονται ποίοι ήταν οι πραγματικοί ισχυρισμοί ["πράγματα"] που αν και δεν προτάθηκαν από την εφεσίβλητη Τράπεζα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και ποία επίδραση είχαν αυτοί στην έκβαση της δίκης, ενώ δεν αρκεί η μνεία μόνο των σχετικών νομικών διατάξεων από το άρθρο 559 του ΚΠολΔ και της έννοιας αυτών, στην οποία προβαίνει η αναιρεσείουσα.

Περαιτέρω, ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβαλλόμενος υπό στοιχείο (β) αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, διότι στην προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνεται μνεία (βλ. φύλλο 5ο οπισθία σελίδα και φύλλο 6ο αυτής) ότι λήφθηκαν υπόψη τα αναγραφόμενα σε αυτήν αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων που εξετάσθηκαν πρωτοδίκως, ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων της ενάγουσας που λήφθηκαν μετά προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης, όλα τα με επίκληση από τους διαδίκους προσκομισθέντα έγγραφα είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια και επί μέρους ομολογίες των διαδίκων που συνάγονται από τους περιεχόμενους στις προτάσεις τους ισχυρισμούς) προκειμένου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και συνεπώς δεν συντρέχει περίπτωση έκδοσης της προσβαλλομένης απόφασης "χωρίς απόδειξη".

Επισημαίνεται ότι στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [αλλά και στις λοιπές υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας μετά το Ν. 2915/2001] δεν εκδίδεται απόφαση που να διατάσσει την διεξαγωγή αποδείξεων (άρθ. 670 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν το Ν. 4335/2015). Τέλος η υπό στοιχείο (γ) επικαλουμένη πλημμέλεια, με την οποία πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, καθιστά τον ανωτέρω λόγο απορριπτέο, ως απαράδεκτο, κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας αυτής, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25.12.2015 και με αριθ. κατάθ. .../29.12.2015 αίτηση αναίρεσης της υπ’ αριθ. 6419/31.12.2012 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ