Supreme Court dismisses bank's appeal against insurance company's seizure of assets under insolvency law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against the Second Instance Court's decision to reject its claim for the return of pledged assets. The insurance company argued that a ministerial order seizing all its assets as security for its operations legally included the bank's claims, rendering their collection unlawful under insolvency procedures. The court upheld the lower court's ruling, confirming that the ministerial order validly bound all creditors and that the bank's attempt to collect before the insolvency liquidation violated specific statutory provisions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 7, 8, 9, 10, 12α' of Law 400/1970; Article 17γ' of Law 400/1970; Articles 179 and 26 of the Bankruptcy Code; Articles 17 and 25 of the Constitution; Article 1 of Protocol 1 of the ECHR; Articles 1251 and 1255 of the Civil Code; Articles 35-39 and 44 of Law 177/1923; Article 19 of Law 5325/1932: A ministerial order declaring an insurance company's assets subject to security obligations binds all creditors, including those with secured claims, prohibiting premature collection until the insolvency liquidation concludes.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1082 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1082/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα ... Ανώνυμη Εταιρεία" (Τράπεζα ... Ανώνυμη Εταιρεία), πρώην "... Ανώνυμη Εταιρεία", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα (ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε.", λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη).
Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου - Αλμπανίδου.
Της αναιρεσίβλητης: υπό ασφαλιστική εκκαθάριση τεθείσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή της κ. Β. Ι. Π., κάτοικο ... και τον επόπτη εκκαθάρισης κ. Α. Τ., κάτοικο .... Παραστάθηκε με τον νόμιμο εκπρόσωπό της Α. Μ., ο οποίος διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο το Θεόφιλο Ρουμελιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1510/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 6541/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-5-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 4-12-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η ήδη αναιρεσίβλητη, με την ένδικη αγωγή της εξέθεσε ότι είναι ασφαλιστική εταιρεία τελούσα υπό εκκαθάριση, λόγω ανακλήσεως της αδείας της με απόφαση του Υφυπουργού Αναπτύξεως, με την οποία δεσμεύτηκε ως ασφαλιστική τοποθέτηση όλη η ευρισκόμενη στην Ελλάδα κινητή και ακίνητη περιουσία της, περιλαμβανομένων σ’ αυτήν τραπεζικών επιταγών και συναλλαγματικών ποσού 169.594.579 και 28.045.618 δραχμών αντιστοίχως, κατατεθειμένων ως ενέχυρο στην εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), η οποία όμως, αντί να αναγγείλει τις απαιτήσεις της και να ικανοποιηθεί κατά την διαδικασία της γενικής εκκαθαρίσεως προέβη, κατά παράβαση των διατάξεων του ν.δ.400/1970, σε αποδέσμευση των ανωτέρω αξιογράφων, προκαλώντας έτσι σ’ αυτήν αντίστοιχη προς το ποσό αυτών ζημία. Ζήτησε δε ακολούθως με την αγωγή να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει νομιμοτόκως το εισπραχθέν, ως άνω, χρηματικό ποσό των αξιογράφων, που αντιστοιχεί σε 552.316,07 ευρώ. Με την πρωτόδικη απόφαση η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή και συγκεκριμένα για το χρηματικό ποσό των 400.096,73 ευρώ, οι εφέσεις δε που ασκήθηκαν κατά της εν λόγω αποφάσεως παρ’ αμφοτέρων των διαδίκων απερρίφθησαν με την ήδη προσβαλλομένη απόφαση. Η τελευταία αυτή απόφαση πλήττεται από την εναγομένη για τους λόγους που αναφέρονται στην υπό κρίση αίτηση και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., που ορίζει ότι "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει" συνδυαζομένη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, προκύπτει, ότι οι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της συμπεριφοράς αυτής, 3) υπαιτιότητα και 4) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νομίμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, ενώ είναι αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την συμπεριφορά αυτή. Περαιτέρω, κύριο αντικείμενο της ασφαλίσεως είναι η υποχρέωση καλύψεως των οικονομικών αναγκών που προκαλούνται από συμβάντα στη ζωή του ανθρώπου, στηρίζεται δε στη δυνατότητα καλύψεως των αναγκών αυτών με αντικαταβολές των μελών της ασφαλιστικής κοινωνίας κινδύνων, η οποία απαρτίζεται από το σύνολο των ασφαλισμένων σε κάθε ασφαλιστική επιχείρηση.
Ως εκ τούτου, είναι πρόδηλο το δημόσιο συμφέρον για την προστασία των ασφαλισμένων, αλλά και του ασφαλιστή, με την καθιέρωση κρατικής εποπτείας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, στη ρύθμιση της οποίας προβαίνει και το ν. δ.400/1970, όπως ήδη ισχύει , με το οποίο ορίζεται ότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις υπόκεινται στην εποπτεία του Υπουργείου Εμπορίου και ήδη του Υπουργείου Αναπτύξεως (άρθρο 37 παρ. 20 του ν.2496/1997).
Με το ως άνω νομοθετικό διάταγμα και ειδικότερα με τα άρθρα 7 παρ.1 εδ. α’ , 8 παρ.1, 9 παρ.1, 10 παρ.1 εδ. α’ , 12α’ παρ.1, 5 και 10 , 12β παρ.2 και 3 περ. α’ και 17α’ παρ.1 και 17γ’ παρ. 4 και 6 εδ. α’ αυτού ορίζονται τα εξής: "Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα την Ελλάδα υποχρεούνται να σχηματίζουν και να διατηρούν σε συνεχή βάση επαρκή τεχνικά αποθέματα για το σύνολο των ασφαλίσεων που συνάπτουν και των αντασφαλίσεων που αναλαμβάνουν τόσο στην Ελλάδα όσο και στα άλλα κράτη-μέλη μέσω υποκαταστημάτων ή με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών" (άρθρο 7 παρ.1 εδ.
α’ , όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 53 παρ.1 ν.3746/2009). "Ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα υποχρεούνται σε ασφαλιστική τοποθέτηση που συνίσταται στη διάθεση στην Ελλάδα ή σε οποιοδήποτε άλλο κράτος-μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. περιουσιακών στοιχείων με σκοπό τη διασφάλιση των συμφερόντων των δικαιούχων οποιασδήποτε παροχής από ασφαλιστική σύμβαση.
Τα περιουσιακά στοιχεία που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το είδος των εργασιών που ασκεί η ασφαλιστική επιχείρηση ώστε να εξασφαλίζεται η ασφάλεια, η απόδοση και η ρευστότητα των επενδύσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης, η οποία μεριμνά για την διαφοροποίηση και την επαρκή διασπορά αυτών των επενδύσεων.
Σε ασφαλιστική τοποθέτηση διατίθενται τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν τα τεχνικά αποθέματα, συμπεριλαμβανομένου του αποθέματος εξισορρόπησης, του άρθρου 7 του παρόντος, καθώς και τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν το τέταρτο του ελάχιστου ορίου που αναφέρεται στην περίπτωση ε’ του εδαφίου Α της παραγράφου 2 του άρθρου 20 του παρόντος" (άρθρο 8 παρ.1, όπως το τελευταίο εδάφιο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 54 παρ.1 ν.3746/2009). "Αν η ασφαλιστική επιχείρηση δεν συμμορφώνεται με τις διατάξεις των άρθρων 7 και 8 του παρόντος περί τεχνικών αποθεμάτων, ο Υπουργός Εμπορίου μπορεί με απόφασή του, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, και αφού γνωστοποιήσει προηγουμένως την πρόθεσή του στις εποπτικές αρχές των κρατών-μελών όπου ενδεχόμενα λειτουργεί η επιχείρηση με υποκατάστημα ή με ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, να χαρακτηρίζει ως ασφαλιστική τοποθέτηση μέρος ή το σύνολο της ελεύθερης περιουσίας της, να απαγορεύει την ελεύθερη διάθεση μέρους ή και του συνόλου της περιουσίας της, να ανακαλεί προσωρινά ή οριστικά την άδεια λειτουργίας ορισμένων ή όλων των κλάδων που ασκεί και να λαμβάνει κάθε άλλο πρόσφορο μέτρο με σκοπό τη διασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων ως και κάθε άλλου δικαιούχου ασφαλίσματος" (άρθρο 9παρ.1, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του π.δ. 252/1996). "Οι δικαιούχοι απαιτήσεων από ασφάλιση και οι καθολικοί και ειδικοί τους διάδοχοι έχουν προνόμιο στην ασφαλιστική τοποθέτηση, που προηγείται από κάθε άλλο γενικό ή ειδικό προνόμιο, εκτός από το προνόμιο της παραγράφου 9 του άρθρου 12α του παρόντος" (άρθρο 10 παρ.1 εδ.
α’ , όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 35 παρ.9 ν. 2496/1997). (Το ως άνω προνόμιο αφορά τις αμοιβές και τα έξοδα του επόπτου εκκαθαρίσεως ή πτωχεύσεως, του εκκαθαριστού της ασφαλιστικής εκκαθαρίσεως και του συνδίκου για τις εργασίες εκκαθαρίσεως του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου). "Σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης για παράβαση νόμου, καθώς και σε κάθε περίπτωση λύσης του νομικού προσώπου ασφαλιστικής επιχείρησης στην οποία έχει απαγορευθεί η ελεύθερη διάθεση περιουσιακών στοιχείων, ακολουθεί το στάδιο ασφαλιστικής εκκαθάρισης.
Η απόφαση περί ασφαλιστικής εκκαθάρισης που ορίζει τον επόπτη και το εφαρμοστέο δίκαιο καταχωρείται στο Μητρώο ασφαλιστικών ανωνύμων εταιριών και περίληψη αυτής δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καθώς και στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η απόφαση για την ανάκληση της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα σε άλλο κράτος-μέλος καταχωρείται στο μητρώο που τηρείται για το λόγο αυτό στο Υπουργείο Ανάπτυξης, το περιεχόμενο του οποίου καθορίζεται με Υπουργική Απόφαση.
Κατά το στάδιο αυτό και μέχρι την περάτωση της εκκαθάρισης η ασφαλιστική επιχείρηση δεν μπορεί να κηρυχθεί σε πτώχευση" (άρθρο 12α παρ.1). "Κατά το χρονικό διάστημα που η ασφαλιστική επιχείρηση βρίσκεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση αναστέλλεται κάθε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της και σε βάρος των ασφαλισμένων της ασφαλίσεων αστικής ευθύνης, μέχρι το ποσό για το οποίο ευθύνεται σε ολόκληρο η ασφαλιστική επιχείρηση.
Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις των δικαιούχων ασφαλίσματος κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης" (άρθρο 12α παρ.5). "Ύστερα από αίτηση των μετόχων ή εταίρων που αντιπροσωπεύουν περισσότερο από πενήντα εκατοστά (50%) του κεφαλαίου ασφαλιστικής επιχείρησης, του εκκαθαριστή ή του επόπτη, η ΕΠ.Ε.Ι.Α.
μπορεί, εφόσον έχει, σύμφωνα με βεβαίωση του επόπτη και του εκκαθαριστή, περατωθεί η εκκαθάριση του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου, να κηρύξει τη λήξη της ασφαλιστικής εκκαθάρισης.... Μετά τη λήξη της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, η εκκαθάριση δοσοληψιών εκτός ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου συνεχίζεται κατά τις διατάξεις που διέπουν την εκκαθάριση του νομικού προσώπου της επιχείρησης (κοινή εκκαθάριση).
Ανεξάρτητα από την υπαγωγή της επιχείρησης στο καθεστώς της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, η περάτωση των εκτός του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου εκκρεμών υποθέσεων συνεχίζεται κατά τις διατάξεις της κοινής εκκαθάρισης" (άρθρο 12α παρ.10, όπως τα δύο πρώτα εδάφια αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 30 ν.3775/2009). "Η έναρξη μέτρων εξυγίανσης ή διαδικασίας εκκαθάρισης δε θίγει τα εμπράγματα δικαιώματα πιστωτών ή τρίτων επί ενσωμάτων ή αΰλων πραγμάτων, κινητών ή ακινήτων, επί συγκεκριμένων στοιχείων του ενεργητικού ή και στοιχείων του ενεργητικού ως συνόλου, που κατά καιρούς αλλάζει, τα οποία ανήκουν στη ασφαλιστική επιχείρηση και ευρίσκονται εντός της επικράτειας άλλου κράτους-μέλους κατά την έναρξη των εν λόγω μέτρων ή της διαδικασίας.
Τα δικαιώματα που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο είναι ιδίως: α) Το δικαίωμα απευθείας ή μέσω τρίτου διάθεσης στοιχείου του ενεργητικού και ικανοποίησης από το τίμημα ή τις προσόδους του, ιδίως δυνάμει ενεχύρου ή υποθήκης" (άρθρο 12β παρ.2 και 3 περ.α’ ). "Κάθε ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα στην Ελλάδα υποχρεούται να συγκροτεί και να διατηρεί συνεχώς επαρκές Διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας ανάλογο προς το σύνολο των δραστηριοτήτων της, το οποίο αντιστοιχεί στην περιουσία της την ελεύθερη από κάθε υποχρέωση που δύναται να προβλεφθεί, χωρίς να συνυπολογίζονται σ’ αυτή τα άΰλα περιουσιακά στοιχεία της (παρ. 1 του άρθρου 17α, το οποίο είχε προστεθεί με το π.δ. 118/1985, είχε επανειλημμένως τροποποιηθεί και αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο π.δ. 23/2005). "Αν το Διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας ασφαλιστικής επιχείρησης υπολείπεται του εξευρισκομένου ποσού, σύμφωνα με το άρθρο 17α, υποχρεώνεται αυτή να υποβάλει για έγκριση στο Υπουργείο Ανάπτυξης σχέδιο οικονομικής ανασυγκρότησης.
Σε έκτακτες περιπτώσεις εάν το Υπουργείο Ανάπτυξης εκτιμά ότι θα επιδεινωθεί περισσότερο η οικονομική κατάσταση της επιχείρησης, μπορεί να περιορίσει ή απαγορεύσει την ελεύθερη διάθεση του συνόλου ή μέρους των περιουσιακών στοιχείων της ασφαλιστικής επιχείρησης σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 2 και 3 το παρόντος και να λαμβάνει κάθε πρόσφορο μέτρο για την διασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων". "Ο Υπουργός Ανάπτυξης, μπορεί ν’ ανακαλεί την οικεία άδεια λειτουργίας για όλους τους κλάδους που ασκούνται απ’ αυτήν, αν η ασφαλιστική επιχείρηση δεν συμμορφώνεται εντός της προθεσμίας η οποία έχει ταχθεί, με τα μέτρα ανασυγκρότησης, βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης και χρηματοοικονομικής ανάκαμψης, σύμφωνα με τις παραπάνω παραγράφους 3, 4 και 5 του παρόντος" (παρ. 4 και 6 εδ.
α’ του άρθρου 17γ, το οποίο, μετά από επανειλημμένες τροποποιήσεις και συμπληρώσεις, αντικαταστάθηκε, ως άνω, με το άρθρο 6 του π.δ. 23/2005).
Από τις ανωτέρω διατάξεις και ιδίως από αυτή του άρθρου 12α παρ.5 ν.δ.400/1970, η οποία διατυπώθηκε γενικώς χωρίς διακρίσεις, ενόψει και του προεκτεθέντος πρωταρχικού σκοπού του όλου νομοθετήματος, συνάγεται ότι η θεσπιζομένη με αυτήν αναστολή καταλαμβάνει όλους ανεξαιρέτως τους δανειστές της υπό εκκαθάριση ασφαλιστικής επιχειρήσεως και συνεπώς δεν επιτρέπεται η κατάσχεση των οποιουδήποτε χαρακτήρα περιουσιακών της στοιχείων, ακόμη και αν προέρχεται από εκείνους που διαθέτουν επ’ αυτών των στοιχείων εμπράγματη ασφάλεια, χωρίς βεβαίως να επέρχεται από την εν λόγω αναστολή απώλεια του εμπράγματου χαρακτήρα της αντιστοίχου απαιτήσεως κατά τη διεξαγωγή της εκκαθαρίσεως.
Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 17 παρ.1 του Συντάγματος, με την οποία θεσπίζεται η προστασία της ιδιοκτησίας ούτε και στην αντίστοιχη προς αυτήν διάταξη του άρθρου 1 του Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, αφού το δικαίωμα αυτό μπορεί να περιορισθεί για οικονομικούς ή άλλους λόγους δημοσίου συμφέροντος (Α.Π 336/2016).
Εξάλλου, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι ως ελεύθερη περιουσία της ασφαλιστικής επιχειρήσεως, η οποία στην περίπτωση του άρθρου 9 παρ.1 του ν.δ.400/1970 χαρακτηρίζεται ως ασφαλιστική τοποθέτηση, δεν νοείται η μη βεβαρημένη με εμπράγματα δικαιώματα τρίτων αλλά η μέχρι τότε μη διατεθείσα ως ασφαλιστική τοποθέτηση από την ασφαλιστική επιχείρηση.
Επίσης, το μέτρο του χαρακτηρισμού από τον αρμόδιο Υπουργό, ως ασφαλιστικής τοποθετήσεως του συνόλου της ελευθέρας περιουσίας, για την ταυτότητα του νομικού λόγου θεσπίσεώς της, που είναι η προστασία των ασφαλισμένων, με την καθιέρωση υπέρ αυτών προνομίου, προηγουμένου παντός άλλου γενικού ή ειδικού τοιούτου, μπορεί να επιβληθεί και στην περίπτωση παραβάσεως των διατάξεων που αφορούν το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητος της ασφαλιστικής επιχειρήσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17α παρ. 4 και 6 του ν.δ. 400/1970.
Επιπροσθέτως δε, ενόψει των ανωτέρω ειδικών ρυθμίσεων του ν.δ.400/1970 που αφορούν την διαδικασία ασφαλιστικής εκκαθαρίσεως και την επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως κατά της υπό εκκαθάριση τελούσης ασφαλιστικής επιχειρήσεως, από εμπραγμάτως ασφαλισμένο δανειστή δεν υπάρχει νομοθετικό κενό, ώστε να συντρέχει περίπτωση συμπληρωματικής επ’ αυτής εφαρμογής των σχετικών διατάξεων του Πτωχευτικού Κώδικος, σύμφωνα με το άρθρο 179 αυτού.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος τα εξής: "..Η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "...", δραστηριοποιείτο στους (ασφαλιστικούς) κλάδους αστικής ευθύνης αυτοκινήτων και λοιπών ζημιών, έχουσα λάβει προς τούτο άδεια...Στις 19-6-2001 καταχωρήθηκε η υπ’ αριθμόν ... /19-6-2001 υπουργική απόφαση, με την οποία ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας (και σύστασης) της παραπάνω ασφαλιστικής επιχείρησης, με το αιτιολογικό ότι η όλη οικονομική και διαχειριστική κατάστασή της έθετε σε κίνδυνο τα συμφέροντα των ασφαλισμένων και δικαιούχων ασφαλίσματος, τη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη.
Ειδικότερα, καταλογίσθηκε σε αυτήν η μη έγκαιρη καταβολή αποζημιώσεων σε ασφαλισμένους και τρίτους ζημιωθέντες, παράβαση των διατάξεων 17 α’ , 17 β’ και 17 γ’ του ΝΔ 400/1970 περί επαρκούς περιθωρίου φερεγγυότητας, καθώς και παράβαση των άρθρων 15 α’ και 16 του ανωτέρω ΝΔ εκ μέρους της διοίκησης της εταιρίας.
Με την υπ’ αριθμ. .../19-6-2001 υπουργική απόφαση (Υφυπουργού Ανάπτυξης), διατάχθηκε η σφράγιση των γραφείων της εταιρίας, προκειμένου να προστατευθούν οι ασφαλισμένοι στην εταιρεία και οι δικαιούχοι ασφαλίσματος, ενώ, με την υπ’ αριθμ. .../19-6-2001 ... απόφαση, δεσμεύθηκε το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας της και, επιπλέον, τάχθηκε αυτή, ως ασφαλιστική τοποθέτηση.
Στα περιουσιακά δε στοιχεία που δεσμεύτηκαν για τις ανάγκες της εκκαθάρισης περιλαμβάνονταν χρεόγραφα (συγκεκριμένα δε, αξιόγραφα ενσωματώνονται σ’ αυτά χρέος) της εταιρίας, ειδικότερα δε επιταγές συνολικού ποσού 69.594.579 δρχ που είχαν μεταβιβασθεί και οπισθογραφηθεί λόγω ενεχύρου (με σειρά συμβάσεων ενεχυράσεως μεταξύ 4/1/2001 και 11/6/2001, προς εξασφάλιση απαιτήσεων της εναγομένης, ήδη… ...
Α.Ε., από την 1638/3.9.1999 σύμβαση πιστώσεως με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό μεταξύ της Τράπεζας Εργασίας ΑΕ και της ... ΑΑΕΓΑΖ) από την ενάγουσα προς την εναγόμενη τραπεζική εταιρεία, καθώς επίσης και συναλλαγματικές συνολικού ποσού 28.045.618 δρχ. που είχαν οπισθογραφηθεί και μεταβιβασθεί από την ενάγουσα - στο πλαίσιο της από 13.9.1999 σύμβασης ενεχύρασης του υπ’ αριθμ. ...
λογαριασμού (νέος αριθμός ...) στην εναγόμενη...Σημειωτέον ότι, η ενάγουσα, με την από 23-6-2003 επιστολή της... ενημέρωσε την εναγόμενη περί του γεγονότος ότι τα ανωτέρω χρεόγραφα δεσμεύτηκαν και ότι έχουν ταχθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση, καθώς και ότι πρέπει να βρίσκονται στη διάθεσή της (ενάγουσας), έτσι ώστε να ακολουθηθεί η διαδικασία της ασφαλιστικής εκκαθάρισης.
Εξάλλου, για τη γνώση της εναγομένης, αναφορικά με την προαναφερόμενη ανάκληση της άδειας λειτουργίας και τη δέσμευση την ίδια ημέρα της εν γένει κινητής και ακίνητης περιουσίας της ενάγουσας (ήδη υπό εκκαθάριση ασφαλιστικής επιχείρησης), συνάγεται αποδεικτικό πόρισμα και από το γεγονός ότι - αμέσως μετά τις παραπάνω ενέργειες της Διοίκησης υπήρξαν σχετικά δημοσιεύματα του τύπου, αναφορικά με την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της (ενάγουσας), τα οποία...
περιήλθαν σε γνώση των αρμοδίων υπηρεσιακών οργάνων και υπαλλήλων της (εναγομένης), που χειρίζονταν τις σχετικές υποθέσεις, εν όψει και του εύλογου ενδιαφέροντος αυτής (εναγομένης), όπως κατά νόμον εκπροσωπείται, για το ζήτημα αυτό, καθόσον διατηρούσε σ’ αυτήν τραπεζικούς λογαριασμούς η ενάγουσα, η οποία είχε ενεχυράσει..., για τη δανειοδότησή της, αξιόγραφα...
Ωστόσο, αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη, επικαλούμενη ότι τα παραπάνω αξιόγραφα της είχαν μεταβιβασθεί λόγω ενεχύρου προ της δεσμεύσεως της περιουσίας της ενάγουσας και τη θέση της υπό ασφαλιστική.. τοποθέτηση - παρά το νόμο προέβη σε διάθεση των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων της υπό εκκαθάριση ενάγουσας..., παραβιάζοντας όμως, έτσι...τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του ΝΔ 400/1970...που αποτελούν ειδικές ρυθμίσεις σε σχέση με την κοινή εκκαθάριση των ανωνύμων εταιριών και προηγούνται αυτής (της κοινής εκκαθάρισης).
Ειδικότερα, μετά την ανάκληση της άδειας της ενάγουσας και τη δέσμευση των περιουσιακών της στοιχείων έπρεπε να αναγγείλει η εναγόμενη τις απαιτήσεις της στον διορισθέντα επόπτη και όχι να εισπράξει τα ποσά των χρεογράφων, τα οποία ενσωμάτωσε παράνομα στην περιουσία της, καθόσον...αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις των δανειστών της εταιρίας και, κατά την ειδική διαδικασία της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, προηγείται η ικανοποίηση των απαιτήσεων από σχέση εξαρτημένης εργασίας, καθώς επίσης και αυτές των ασφαλισμένων και των διαδόχων τους για είσπραξη ασφαλισμάτων επί των στοιχείων των ασφαλιστικών τοποθετήσεων ..., οι ανωτέρω ρυθμίσεις καταλαμβάνουν και τους εφοδιασμένους με εμπράγματο δικαίωμα δανειστές...και εν προκειμένω και της εναγομένης, η οποία ήταν ενεχυρούχος δανείστρια και κομίστρια επιταγών συνολικής αξίας 169.594.579 δρχ., τις οποίες είχε λάβει ως αξία λόγω ενεχύρου.
Περαιτέρω, όμως, δεν αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη έχει εισπράξει το σύνολο των επιταγών που η αξία τους ανερχόταν στο ανωτέρω ποσό των 169.594.579 δραχμών, ειδικότερα δε, δεν αποδείχθηκε ότι έχει εισπράξει και τις παρακάτω επιταγές.... Ως εκ τούτου αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη προέβη σε είσπραξη, εκ του συνολικού ποσού των 169.594.579 δρχ.
ή 497.709,70 ευρώ των επιταγών, ποσού (497.709,70 - 153.652,93=) 344.056,77 ευρώ. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη έχει εισπράξει από τις ενεχυρασθείσες σ’ αυτήν- συνολικού ποσού 28.045,618 δραχμών - και τις παρακάτω συναλλαγματικές....Ως εκ τούτου αποδεικνύεται ότι προέβη σε είσπραξη εκ του συνολικού ποσού των 28.045.618 δρχ., ή 82.305,55 ευρώ των συναλλαγματικών, ποσού (82.305,55 - 26.265,59=) 56.039,96 ευρώ.
Εξάλλου, η εναγόμενη... προβάλλει ότι, όπως προκύπτει από τη με αριθμ. .../19.6.2001 (απόφαση), η αρμόδια Υφυπουργός Ανάπτυξης ανακάλεσε την άδεια λειτουργίας της αντιδίκου της (για το λόγο ότι της καταλογίστηκε παράβαση των διατάξεων των άρθρων 29 ν.δ. 400/1970 και 6 παρ. 6 ν. 489/1976, των άρθρων 17α, 17β και 17γ του ν.δ. 400/1970, καθώς και των άρθρων 15α και 16 του ίδιου ν.δ.
εκ μέρους της διοίκησης της εταιρίας. Ότι σε ουδεμία των παραπάνω παραβάσεων προβλέπεται από το νόμο ως κύρωση το δικαίωμα του εποπτεύοντος Υπουργού να χαρακτηρίσει ως ασφαλιστική τοποθέτηση το σύνολο ή μέρος της περιουσίας της ασφαλιστικής επιχείρησης... Επομένως... η ως άνω Υπουργική Απόφαση, κατά το μέρος της κατά το οποίο χαρακτήρισε την ελεύθερη περιουσία της αντιδίκου της ως ασφαλιστική τοποθέτηση εκδόθηκε εκτός νομοθετικής εξουσιοδότησης και για το λόγο αυτόν είναι άκυρη, ως τέτοια δε ουδέν έννομο αποτέλεσμα επέφερε και, επομένως, η κατ’ ενάσκηση του δικαιώματος της εκ του ενεχύρου, επί των επίδικων αξιογράφων, είσπραξή τους ουδόλως συνιστά παράνομη και υπαίτια πράξη.
Πλην, όμως, σε κάθε περίπτωση, εφόσον έχει δεσμευθεί εν συνόλω, λόγω της ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας με πράξη του αρμοδίου κρατικού οργάνου, η κινητή και ακίνητη περιουσία της ασφαλιστικής επιχειρήσεως και έχει, επιπλέον, ταχθεί αυτή σε ασφαλιστική τοποθέτηση (η οποία μπορεί... να προσβληθεί με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του ΣτΕ), δεν επιτρέπεται, ούτως ή άλλως - λόγω της υπάρχουσας δεσμεύσεως ...εκ της απαγορεύσεως της ελεύθερης διαθέσεως του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων - η μεταβολή αυτής και, επομένως, είναι, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, παράνομη κάθε σχετική πράξη μεταβιβάσεώς της, αφού αντίκειται στην βάσει του νόμου (ν.δ. 400/1970) δέσμευση από τον Υπουργό Ανάπτυξης της εν γένει περιουσίας της ασφαλιστικής επιχειρήσεως ένεκα παραβάσεως νόμου ως προς την συγκρότηση του περιθωρίου φερεγγυότητας και του επιπλέον χαρακτηρισμού αυτής (του συνόλου της ελεύθερης περιουσίας της) ως ασφαλιστικής τοποθέτησης.
Επομένως και ο λόγος αυτός της εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος. Περαιτέρω, η εναγόμενη ... προβάλλει ότι, σε κάθε περίπτωση, εξαιρούνται από την παραπάνω δέσμευση τα επίδικα αξιόγραφα (επιταγές και συναλλαγματικές), καθόσον αυτά ήταν βεβαρημένα με εμπράγματο βάρος (ενέχυρο), που συστήθηκε νόμιμα, πριν δεσμευτούν και ...
καταστούν στοιχεία της ασφαλιστικής τοποθέτησης, (ο ισχυρισμός αυτός) είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος. Και τούτο διότι... στη διαδικασία της ασφαλιστικής εκκαθάρισης που ακολουθεί μετά την ανάκληση της άδειας ασφαλιστικής εταιρίας, στην οποία έχει απαγορευθεί η ελεύθερη διάθεση περιουσιακών της στοιχείων, υπάγονται όλες οι υποθέσεις του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου, επομένως είτε αυτές που αναφέρονται στη συγκρότηση περιθωρίου φερεγγυότητας, είτε αυτές που αναφέρονται στην ασφαλιστική τοποθέτηση, αποκλεισμένης της υπαγωγής τους στην κοινή εκκαθάριση, η οποία εφαρμόζεται για τις εκτός ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου υποθέσεις, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12α παρ. 1 του ΝΔ 400/1970 και, επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του 12α παρ. 10 του ΝΔ 400/1970, απαγορεύεται και είναι άκυρη κάθε απαλλοτρίωση περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης έστω και βεβαρημένων με εμπράγματα δικαιώματα τρίτων, μέχρι την έκδοση της υπουργικής απόφασης για το πέρας της (ασφαλιστικής) εκκαθάρισης...
Έτσι η παρά το νόμο ανάληψη από την εναγόμενη των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων, που είχαν, κατά τα ανωτέρω, δεσμευτεί και, επιπλέον, ταχθεί ως ασφαλιστική τοποθέτηση, κατά τη διάρκεια που είχε εισέλθει η ενάγουσα στο στάδιο της (ασφαλιστικής) εκκαθάρισης και εν γνώσει (εναγομένης), συνιστά πράξη παράνομη, ως αντικείμενη στις παραπάνω απαγορευτικές διατάξεις, καθώς και ζημιογόνα, υπό την έννοια ότι επαυξάνεται η υποχρέωση της ασφαλιστικής επιχείρησης να εξεύρει νέα περιουσιακά στοιχεία, προκειμένου να αντικαταστήσει τα παρανόμως εισπραχθέντα, εφόσον εξακολουθεί η ίδια να είναι κατά νόμο υπόχρεη σε διατήρησή τους, υπό το καθεστώς της απαγόρευσης μεταβιβάσεώς των και, επιπλέον, ασφαλιστικής τοποθέτησης.
Περαιτέρω, η εναγόμενη γνώριζε ότι επρόκειτο για δεσμευμένα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία, επιπλέον, είχαν ταχθεί (χωρίς να έχει ακυρωθεί η προς τούτο σχετική πράξη του αρμόδιου κρατικού οργάνου) σε ασφαλιστική τοποθέτηση και ότι έπρεπε πρώτα να ακολουθήσει τη διαδικασία που ορίζει ο νόμος για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της.
Συνεπώς, ευθύνεται...έναντι της ενάγουσας...προς αποζημίωσή της από αδικοπραξία και πρέπει να αναγνωριστεί ότι οφείλει να της αποδώσει το συνολικό ποσό των (344.056,77 + 56.039.96=) 400.096,73 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση...".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, συμπληρώνοντας και αντικαθιστώντας, κατ’ άρθρο 534 Κ.Πολ.Δ., τις αιτιολογίες της πρωτοβάθμιας αποφάσεως που είχε καταλήξει στο ίδιο αποδεικτικό πόρισμα, απέρριψε με την προσβαλλομένη απόφασή του ως αβάσιμες τις εφέσεις αμφοτέρων των διαδίκων μερών. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο, δεχόμενο ότι η αναστολή αναγκαστικής εκτελέσεως καταλαμβάνει όλους τους δανειστές της υπό εκκαθάριση ασφαλιστικής εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων, των οποίων οι απαιτήσεις είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένες και συνακολούθως ότι η υπουργική απόφαση που ανεκάλεσε την άδεια λειτουργίας της αναιρεσιβλήτου και χαρακτήρισε ως ασφαλιστική τοποθέτηση το σύνολο της περιουσίας της αφορά και τα επίμαχα αξιόγραφα, τα οποία είχε μεταβιβάσει λόγω ενεχύρου στην αναιρεσείουσα και τέλος ότι η συγκεκριμένη υπουργική απόφαση εκδόθηκε νομίμως και όχι καθ’ υπέρβαση της υφισταμένης σχετικής νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως και σε κάθε περίπτωση, μέχρις ακυρώσεώς της από το Συμβούλιο της Επικρατείας στον έλεγχο του οποίου και υπόκειται, δεσμεύει τους ενδιαφερομένους και καθιστά παράνομη, σε συνδυασμό με τις συναφείς διατάξεις του ν.δ. 400/1970, την είσπραξη των επιδίκων αξιογράφων που περιλαμβάνονταν στην επιβληθείσα δι’ αυτής ασφαλιστική τοποθέτηση.
Εξάλλου η θεσπιζομένη με την διάταξη του άρθρου 12α παρ. 5 του ν.δ. 400/1970 ρύθμιση, δεν αντίκειται, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα σχετική νομική σκέψη, στις διατάξεις του Συντάγματος, του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, του Πτωχευτικού Κώδικος αλλά και στις περί ενεχύρου διατάξεις του Α.Κ.. Επομένως το Εφετείο δεν παρεβίασε με την προσβαλλομένη απόφασή του τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7, 8, 9, 10, 12α’ , 17γ’ του ν.δ. 400/1970 , 179 και 26 του Πτωχευτικού Κωδικός, 17 και 25 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ , 1251,1255 Α.Κ., 19 ν. 5325/1932, 35-39 και 44 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 και οι περί του αντιθέτου δύο λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προσάπτονται επαλλήλως στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις για παραβίαση των διατάξεων τούτων , τυγχάνουν αβάσιμοι.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί επί πλέον η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ,2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28 Μαΐου 2015 αίτηση της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα ... Ανώνυμη Εταιρεία", πρώην "... Ανώνυμη Εταιρεία", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε.", για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 6541/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ