Legislator Case Law & Legislation
1082/2014 AI generated

1082/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1082/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1082/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.

Keywords

AI generated
uttering a forged document misuse of permits and plates misleading sign lack of signature declaration of false identity proper reasons for non-use
AI generated
380/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου - Εισηγητή, Παναγιώτη Λυμπερόπουλο και Ελένη Θεοδωρακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
2536/2008
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα.
1491/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
1353/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά - Εισηγήτρια, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
956/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Αικατερίνης Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο - Εισηγητή και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1082 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1082/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Ζ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ντιζέ.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Γ. του Γ., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε αυτοπροσώπως, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Ιανουαρίου 2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 363/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 99/2012 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10 Ιουνίου 2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Πελεκάνος, ανέγνωσε την από 5 Απριλίου 2013 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση αρεοπαγίτη Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή "αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005), κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 11/1996, 12/1991). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 του Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε το άρθρο 59 του Α.Κ., στις περιπτώσεις των δυο προηγουμένων άρθρων (στα οποία περιλαμβάνεται και το άρθρο 57), το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.

Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, εξάλλου και η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται, στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι: α) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική σύμφωνα με το άρθρο 281 Α.Κ.

ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, και γ) για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης και πταίσμα του προσβολέα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 299, 300, 330, 914 και 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος αποτελεί δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Μορφή δε υπαιτιότητας είναι ο δόλος και η αμέλεια (αρθ. 330 Α.Κ).

Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 299, 300, 330, 914 και 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι σε περίπτωση τέλεσης αδικοπραξίας αποκαθίσταται, εκτός από την περιουσιακή ζημία και η μη περιουσιακή ή ηθική βλάβη, με την επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης. Περαιτέρω, σύμφωνα: 1) με τη διάταξη του άρθρου 361 παρ. 1 του Π.Κ: "όποιος εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363) προσβάλλει την τιμή άλλου, με λόγο ή με έργο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται ...", 2) με τη διάταξη του άρθρου 362 του Π.Κ "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται ...", και 3) με τη διάταξη του άρθρου 363 του Π.Κ: "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται ...".

Τέλος, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α'- δ' του Π.Κ το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ του ίδιου ΑΚ πράξεων αίρεται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομικών καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματα ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.

γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη 367, με εκείνη του άρθρου 30, του Π.Κ., για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 του ΑΚ. Επομένως, αιρουμένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη εφαρμογής, επί αντένστασης προβλητέας από τον ενάγοντα, της διάταξης του άρθρου 367 παρ. 2 του Π.Κ), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου (Α.Π. 44/2010, Α.Π. 56/2009, Α.Π. 1339/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, που δίκασε την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία εκδόθηκε επί της αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου κατά του ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ο πρώτος, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι ο τελευταίος υποχρεούται να του καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις πράξεις του εναγομένου, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: "Ο Ε.

Β. του Λ. (μη διάδικος στην παρούσα δίκη) δια του πληρεξουσίου του Χ. Γ., δικηγόρου του δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας, ήγειρε εναντίον του εναγομένου στο Ειρηνοδικείο Τυρνάβου τη με αριθμό κατάθεσης 28/26-6-2006 αίτηση ασφαλιστικών" μέτρων νομής με αίτημα να αναγνωρισθεί προσωρινώς νομέας μίας ιδιόκτητης οδού, μήκους 75 μέτρων και πλάτους 4 μέτρων, και ενός τμήματος ιδιοκτησίας του, συνολικού μήκους 128 μέτρων και πλάτους 4 μέτρων, τα οποία εμφαίνονται στο συνημμένο στην αίτηση από 24/6/2006 τοπογραφικό διάγραμμα του Ν.

Τ., μηχανικού, με στοιχεία ΠΡΘΗ και ΗΘΞΟΒΓΔΕΖΗ, αντίστοιχα, και να απαγορευθεί στον εναγόμενο και τότε καθ' ου η αίτηση να διέρχεται από αυτές (εδαφικές λωρίδες). Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Ειρηνοδικείο Τυρνάβου στις 3/7/2006 ο μεν ενάγων παραστάθηκε με τον δικηγόρο του Χ. Γ. (νυν ενάγοντα) ο δε εναγόμενος με την δικηγόρο Αθηνών Αιμιλία Μανώλη- Σπυρίδη.

Η τελευταία κατά την ως άνω συζήτηση δήλωσε στα πρακτικά όπως κατά λέξη αναφέρεται "... ότι υποβάλλει μήνυση για απάτη κατά συρροή διαπραττόμενη με εξ υπαρχής κατάρτιση ως νόθου του επισυναπτόμενου στην ένδικη αίτηση τοπογραφικού διαγράμματος του Ν. Τ. με χρήση πλαστών στο δικαστήριο. Την μήνυση δε υποβάλλουν κατά των 1) Ε.

Β. και 2) Ν. Τ., πλαστογράφους δε κατονομάζουν τον Ν. Τ. και ηθικό αυτουργό τον Ε. Β. ως προς την πλαστογραφία, για την απάτη δε στο ακροατήριο καταμηνύουν τον Ε. Β. και κάθε υπεύθυνο αυτουργό και συναυτουργό του καθώς και τον Ν. Τ., μάρτυρες δε ορίζουν ...". Στη συνέχεια κατά την εξέταση των μαρτύρων ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αιτούντος έκανε χρήση του ως άνω τοπογραφικού διαγράμματος υποβάλλοντας σχετικές ερωτήσεις στους μάρτυρες αμφοτέρων των διαδίκων.

Ακολούθως μετά τη συζήτηση της με αριθμό κατάθεσης 28/26-6-2006 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων ο εναγόμενος υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λάρισας την από 7/8/2006 υπ' αριθμ Κ06/636 μήνυση του κατά των Ε. Β., Ν. Τ. και παντός υπευθύνου. Στην ως άνω μήνυση ο εναγόμενος αναφέρεται και στον ενάγοντα, πληρεξούσιο δικηγόρο του Ε.

Β. στην προαναφερομένη δίκη. Ειδικότερα, όσον αφορά τον ενάγοντα ο εναγόμενος στη μήνυση του ισχυρίσθηκε τ' ακόλουθα όπως αναφέρονται κατά λέξη: "Μηνύω τον πρώτο καθ' ου η μήνυση Ε. Β. του Λ. και τον δεύτερο καθ' ου η μήνυση Ν. Τ. καθώς και κάθε υπεύθυνο συνεργό ή συναυτουργό τους για απάτη σε βαθμό κακουργήματος καθ' έξιν και κατ' επάγγελμα διαπραττόμενη με απάτη στο ακροατήριο και μάλιστα στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Τυρνάβου η οποία άρχισε με τη σύνταξη και κατάθεση της με αριθμ.

καταθ.: 28/2006 αιτήσεως Ασφαλιστικών Μέτρων νομής του δευτέρου μηνυομένου και εκεί αιτούντος και ετελειώθη την 6η Ιουλίου 2006 και κατά την εκδίκαση της εν λόγω αιτήσεως, και κατά το κλείσιμο του φακέλου, από πλευράς μηνυομένων και των συνεργών τους καθώς και των νομικών παραστατών τους που γνώριζαν ότι το από 24/6/2006 Τοπογραφικό Διάγραμμα του Μηχανικού και δευτέρου μηνυομένου Ν.

Τ. που στήριζε την ως άνω αίτηση Ασφαλιστικών Μέτρων ήταν εξ υπαρχής νόθο και πλαστό όσο αφορά και την απεικόνιση και την τοποθέτηση του-δρόμου, του δικού μου οικογενειακού δρόμου, μέσα στην ιδιοκτησία του πρώτου μηνυομένου και εκεί αιτούντος, ενώ έπεφτε στη δική μου ιδιοκτησία και όσον αφορά τον πίνακα που κείται αριστερά κάτω στο Τοπογραφικό Διάγραμμα, κατά συρροή όλων τούτων διαπραττομένων με κατάρτιση εξ υπαρχής νόθων τοπογραφικού διαγράμματος και λοιπών εγγράφων και με χρήση πλαστών στο Δικαστήριο και στις λοιπές δημόσιες υπηρεσίες και όλων τούτων κατά συρροή διαπραττομένων με συκοφαντική δυσφήμιση μου και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία του ψευδό μάρτυρος τους στο ακροατήριο και όλων τούτων κατά συρροή διαπραττομένων με έργο και λόγω εξύβριση μου στο ακροατήριο από το μηνυόμενο και το νομικό συμπαραστάτη του ... (σελίδα 2 της μήνυσης) ...

Μετά δε από αυτά κατέθεσε την υπ' αριθμ 28/ 2006 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής η οποία ήταν εικονικότατη και προϊόν απάτης, διότι στηρίζεται με δόλο προκειμένου να μου αρπάξει την ιδιοκτησία μου στο από 24.6.2006 τοπογραφικό διάγραμμα του δεύτερου μηνυομένου, το οποίο συνέταξε με δόλο ο δεύτερος μηνυόμενος με ηθικό αυτουργό τον πρώτο μηνυόμενο και με συναυτουργό όποιον εν γνώσει του χρησιμοποίησε αυτό στο ακροατήριο ... (σελίδα 5) ...

Ειδικότερα παριστάμενος μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων μου στο ακροατήριο έδωσα ειδική εντολή να υποβληθεί και υπεβλήθη μήνυση για απάτη στο ακροατήριο κατά του τότε αντιδίκου και νυν πρώτου μηνυομένου μηχανικού και συντάκτη του εν λόγω παράνομου τοπογραφικού και νυν δεύτερου μηνυομένου Ν. Τ. και κατά παντός υπευθύνου κατά συρροή διαπραττομένη με σύνταξη και εξ υπαρχής κατάρτιση νόθου τοπογραφικού διαγράμματος αγροτεμαχίου από μέρους του μηχανικού με την ηθική αυτουργία του πρώτου (Ε.

Β.) και τούτων κατά συρροή διαπραττομένων με χρήση πλαστών στο δικαστήριο αφού το ως άνω από 24/6/2006 Τοπογραφικό Διάγραμμα επισυνάφθηκε στην από 20/6/2006 επίδικη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής του αντιδίκου ή οποία μου επεδόθη στις 27/6/2006 και η οποία υπογράφεται από τον παραστάντα στο ακροατήριο πληρεξούσιο δικηγόρο του αντιδίκου Χ.

Γ. Γ., ο οποίος έκανε χρήση του εν λόγω τοπογραφικού και μέσα στο ακροατήριο, αφού επ' αυτού εξετάσθηκαν οι μάρτυρες και αυτού και της αντιδικίας ο οποίος υποστήριζε ότι είναι ακριβές παρ' όλες τις υποδείξεις της πληρεξούσιας δικηγόρου μου, κάνοντας παράλληλα χρήση και ετέρου Τοπογραφικού Διαγράμματος και δη του υπό II αποσπάσματος προσωρινώς Κτηματολογικού Διαγράμματος της Α' Ανάρτησης του Εθνικού Κτηματολογίου (ΟΚΧΕ-ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΠΟ ΑΕ, Νομός Λάρισας, Δήμος/Κοινότητα ..., ΚΑΕΚ: ...) Κλίμακας 1:2000, το οποίο είχανε εξ υπαρχής νοθεύσει με προσθήκη διακεκομμένης γραμμής με μολύβι η οποία έδειχνε τον δρόμο σαν να περνάει μέσα από το ακίνητο του τότε αντιδίκου μου και νύν πρώτου μηνυομένου και δη σαν να περνάει μέσα από το υπ' αριθμ.033-1302033 ορθογώνιο παραλληλόγραμμο ακίνητο του Ε.

Β., ενώ ο ιδιωτικός αυτός δρόμος ή ιδιωτική αυτή δίοδος για την ακρίβεια, ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΜΗΜΑ ΤΟ ΥΠ' ΑΡΙΘΜ. ... ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ Κ. και Γ. Ζ. ΥΙΩΝ Λ. Ζ. και δεν χαράσσεται στο Κτηματολόγιο όπως ακριβώς εμφαίνεται το τμήμα αυτής το παρακείμενο και εφαπτόμενο με το 003 αγροτεμάχιο, το οποίο τμήμα ενώνεται σταυροειδώς και είναι κάθετο προς την περιφερειακή οδό του σχεδίου πόλεως ...

που πρόκειται να επεκταθεί και στα επίδικα στο μέλλον (ίδετε: το υπ' αριθμ. II Απόσπασμα Προσωρινού Κτηματολογικού Διαγράμματος της Α1 Ανάρτησης στο οποίο εμφαίνονται όλα τ' ανωτέρω και το οποίο νόθευσε η αντιδικία με μολύβι επιχειρώντας να παραπλανήσει τον. κ. Πρόεδρο λέγοντας ότι ο δρόμος που τάχα περνάει μέσα από το υπ' αριθμ.: ...

ακίνητο του αντιδίκου και πρώτου μηνυομένου είναι χαραγμένος από το Κτηματολόγιο στο εν λόγω απόσπασμα ενώ στην πραγματικότητα ήταν "χαραγμένος" από τους ίδιους με μολύβι όταν δε η Πληρεξούσια δικηγόρος μου προς το τέλος της διαδικασίας προκάλεσε και τον συνεχώς χρησιμοποιούντα και επιδεικνύοντας στον κ.

Πρόεδρο το εν λόγω Απόσπασμα, δικηγόρο της Αντιδικίας Χ. Γ. να το επικυρώσει με τη σφραγίδα του και με την υπογραφή του προκειμένου να ασκήσουμε τα νόμιμα δικαιώματα μας και να τον μηνύσουμε για δόλια χρήση πλαστού και απόπειρα παραπλάνησης του δικαστού εκείνος τράβηξε πίσω και αφού το έβαλε μέσα στα χαρτιά του αρνήθηκε να το σφραγίσει και να το επικυρώσει ως γνήσιο αντίγραφο με την υπογραφή του για το λόγο ότι εν δόλια γνώση του το χρησιμοποιούσε νοθευμένο προκειμένου να παραπλανήσει το δικαστήριο ότι δήθεν ο δρόμος ήταν μέσα στο ...

ακίνητο του "Β. Ε. και όχι μέσα στο δικό μου" (σελίδες 7, 8, 9, 10). Πρέπει δε να σημειωθεί ότι επί της άνω μηνύσεως του εναγομένου, όσον αφορά τους μηνυομένους, εκδόθηκε η από 8.8.2009 διάταξη του ενταύθα Εισαγγελέως Πρωτοδικών με την οποία αυτή τέθηκε στο Αρχείο ως προφανώς αβάσιμη κατά την διάταξη του άρθρου 47 παρ 1 ΚΠΔ.

Μάλιστα, ακολούθως, οι Ε. Β. και Ν. Τ. μήνυσαν στις 8.1.2007 τον εναγόμενο για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση , πράξεις για τις οποίες ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έκανε χρήση του από 24/6/2006 τοπογραφικού διαγράμματος που συνέταξε ο Ν.

Τ. στην εν λόγω δίκη ασφαλιστικών μέτρων κατ^ εντολή του πελάτη του Ε. Β., ο οποίος και του το παρέδωσε μετά τη σύνταξη του στην οποία ο ίδιος( ενάγων) δεν είχε ανάμειξη, ώστε να γνωρίζει εάν όντως αυτό απεικόνιζε ή όχι την πραγματικότητα όσον αφορά την επίδικη εδαφική λωρίδα, σκοπός δε της χρήσης αυτής ήταν η υπεράσπιση των συμφερόντων του ως άνω εντολέα του και όχι η παραπλάνηση του δικάζοντος Ειρηνοδίκη Τυρνάβου.

Εξάλλου, πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης δεν είχε έλθει σε επαφή με το μάρτυρα αποδείξεως που εξέτασε στο ακροατήριο καθ' υπόδειξη και πάλι του εντολέα του, ώστε να προλάβει να επηρεάσει την κατάθεση του (βλ, κατάθεση μάρτυρα ενάγοντα η αξιοπιστία του οποίου δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου).

Η προσθήκη, άλλωστε, της διακεκομμένης γραμμής με μολύβι στο απόσπασμα του προσωρινώς κτηματολογικού διαγράμματος της Α' Ανάρτησης δεν συνιστά νόθευση του περιεχομένου του κατά την έννοια του άρθρου 216 του Π Κ, καθώς δεν έγινε με σκοπό να παραπλανήσει τον Ειρηνοδίκη Τυρνάβου, αλλά έγινε με σκοπό επεξηγηματικό, ήτοι την αποτύπωση της θέσης της επίδικης οδού στο κτηματολογικό απόσπασμα στο οποίο δεν εμφαίνονταν κατά τους ισχυρισμούς του εντολέα προς ταυτοποίηση με το από 24.6.2006 τοπογραφικό διάγραμμα.

Συνεπώς όσα ισχυρίστηκε ο εναγόμενος στην ως άνω μήνυση του αναφορικά με τον ενάγοντα (ηθική αυτουργία σε ψευδορκία και νόθευση και χρήση πλαστού εγγράφου με σκοπό την παραπλάνηση του δικαστηρίου) όπως ανωτέρω εκτίθενται δεν είναι αληθή, καθόσον ο ενάγων προέβη σε όλες τις παραπάνω δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, κατόπιν ρητής εντολής και εξουσιοδότησης του πελάτη του.

Επομένως, όλες οι ενέργειες του συνιστούν τυπικές πράξεις νομικής συμπαράστασης και υπερασπιστικής παρουσίας, στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του, ως δικηγόρου, και κατόπιν υπόδειξης του εξουσιοδοτήσαντος αυτόν εντολέα του. Ενώ τα ως άνω ψευδή πραγματικά περιστατικά (ηθική αυτουργία "σε ψευδορκία μάρτυρα και νόθευση εγγράφου και χρήση του με σκοπό την παραπλάνηση του δικαστηρίου), που περιλήφθησαν εν γνώσει του εναγομένου στην ως άνω μήνυση του ενέχουν ηθική και κοινωνική απαξία και ήταν ικανά να προσβάλλουν την τιμή και την προσωπικότητα του ενάγοντα ως προς τις εκφάνσεις τόσο της κοινωνικής του υπόστασης όσο και της επαγγελματικής του φήμης.

Ο εναγόμενος βέβαια τόσο πρωτοδίκως όσο και με τις προτάσεις του στο παρόν δικαστήριο ισχυρίζεται ότι αυτός πίστευε ότι1 όσα αυτός ανέφερε στην μήνυση του ήταν αληθινά και δεν είχε γνώση του ψεύδους τους αφού πίστευε ότι αυτός ήταν ιδιοκτήτης της επίδικης εδαφικής λωρίδα και έτσι δεν έχει διαπράξει σε βάρος του ενάγοντος συκοφαντική δυσφήμιση αλλά απλή και ότι αυτό έγινε προς διαφύλαξη νομίμου δικαιώματος του.

Οι ισχυρισμοί του αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμο] διότι ο εναγόμενος κατά την υποβολή της μήνυσης του, το περιεχόμενο της οποίας επιβεβαίωσε αυθημερόν ενόρκως ενώπιον του ίδιου Εισαγγελέα, γνώριζε ότι αυτά που ανέφερε σε βάρος του ενάγοντος, όπως προαναφέρθηκε, ήταν ψευδή, παρά το γεγονός ότι ήταν προδήλως σε θέση να διαχωρίσει από τις προσωπικές του διαφορές και του αντιδίκου του με τον εντολέα του ενάγοντος τον τελευταίο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος, είχε καθήκον και υποχρέωση να προβεί στις νόμιμες δικαστικές ενέργειες για λογαριασμό του πελάτη του, τον οποίο, όμως, άκριτα ενεφάνισε παρ' όλα αυτά ως ηθικό αυτουργό σε ψευδορκία μάρτυρα και νόθευση εγγράφου και χρήση του με σκοπό την παραπλάνηση του δικαστηρίου, ισχυριζόμενος με εκφράσεις και τρόπο που υπερβαίνουν το μέτρο υπεράσπισης και διαφύλαξης τυχόν δικαιολογημένων εννόμων συμφερόντων του, τουλάχιστον όσον αφορά τον ενάγοντα, όπως ειδικότερα αναφέρονται ανωτέρω.

Επί πλέον αποδεικνύεται η γνώση της αναλήθειας εκ μέρους του και από το γεγονός ότι με το υπ' αριθμ 27/2009 πρακτικό συμβιβασμού του Ειρηνοδικείου Τυρνάβου όπου συνομολόγησε το περιεχόμενο της αγωγής νομής του εντολέα του ενάγοντος αναγνωρίζοντας τον νομέα και κάτοχο της επίδικης λωρίδας γης που με την από 7.8.2006 μήνυση του ισχυριζόταν ότι του ανήκε.

Συνεπώς πρόκειται για συκοφαντική δυσφήμιση στην οποία δεν έχουν εφαρμογή το άρθρο 367 παρ 1ΠΚ. Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω ο εναγόμενος γνώριζε την αναλήθεια όσων καταμήνυσε σε βάρος του ενάγοντος και με την πράξη του αυτή προσέβαλε εκ προθέσεως την προσωπικότητα του γενικά ως ατόμου διότι τα καταγγελθέντα διαδόθηκαν και περιήλθαν σε γνώση αορίστου αριθμού προσώπων [Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας, δικαστικών υπαλλήλων, λοιπών μηνυομένων, δικηγόρων κλπ.] εκτός του ότι εξέθεσαν τον ενάγοντα σε κίνδυνο ποινικής διώξεως, ήταν ικανά καθ' εαυτά να πλήξουν την τιμή και την υπόληψη του ως ατόμου, αλλά και ως δικηγόρου ειδικότερα Θέτοντας σε κίνδυνο και την επαγγελματική του εξέλιξη, αφού τον εξέθεταν σε κίνδυνο πειθαρχικής διώξεως από τον ενταύθα Δικηγορικό Σύλλογο.

Λόγω δε της ως άνω παράνομης και υπαίτιας από μέρους του εναγομένου συμπεριφοράς , ο ενάγων υπέστη παράνομα προσβολή της προσωπικότητας του, η οποία συνιστά και αδικοπραξία. Δικαιούται λοιπόν σύμφωνα με τα άρθρα 57, 59, 914 και 932 ΑΚ να αξιώσει απ' αυτόν, για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ύψος της οποίας πρέπει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού και κατόπιν στάθμισης του βαθμού πταίσματος του εναγομένου προσβολέα, του μεγέθους της προσβολής και των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα αυτή, και τέλος λαμβανομένης υπόψη της κοινωνικοοικονομικής θέσεως και κατάστασης των μερών [εκ των οποίων ο εναγόμενος συνταξιούχος] να καθοριστεί στο ποσό των 2.000 ευρώ, η καταβολή του οποίου, αν και δεν μπορεί να εξαφανίσει τη ζημία επί του καθαρώς ηθικού αγαθού της τιμής και της επαγγελματικής αξιοπιστίας του ενάγοντος κρίνεται ικανό [συμβολικά, σύμφωνα με τον σκοπό του], να αμβλύνει τα δυσάρεστα συναισθήματα που προκάλεσε στον ενάγοντα η προσβολή, χωρίς υποβάθμιση της απαξίας αυτής και χωρίς, από την άλλη, να καταλήγει σε εξουθένωση του εναγομένου.

Με βάση τα ανωτέρω, η αγωγή έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, κατά τα προαναφερόμενα. Η εκκαλούμενη απόφαση την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη κρίνοντας ότι επρόκειτο για απλή δυσφήμιση και ότι ο εναγόμενος υπέβαλε την ανωτέρω μήνυση κατ' ενάσκηση νομίμου δικαιώματος χωρίς να έχει σκοπό εξυβρίσεως και συνεπώς δεν πρόσβαλε παράνομα την προσωπικότητα του ενάγοντος.

Κρίνοντας όμως έτσι, δεν εκτίμησε σωστά τις αποδείξεις και γι' αυτό η έφεση του ενάγοντος πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη. Περαιτέρω, αφού εξαφανισθεί η εκκαλούμενη, το δικαστήριο πρέπει να κρατήσει την υπόθεση και να δικάσει την υπόθεση στην ουσία. Μετά από αυτά η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, όπως ορίζεται στο διατακτικό ...".

Όπως γίνεται φανερό από τις ως άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αγωγή, απορρίπτοντας του περί αντιθέτους ισχυρισμούς και ενστάσεις του αναιρεσείοντος περί ανυπαρξίας υπαιτιότητας αυτού για την προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου ως και της άρσεως, άλλως, του αδίκου χαρακτήρα των πράξεων τους κατά το άρθρ0 367 παρ.1 του Π.Κ., δια της παραδοχής επί πλέον ως βάσιμων των αγωγικών ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου - ενάγουσας, αλλά ούτε και έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη.

Υπό τα δεδομένα αυτά οι διαλαμβανόμενοι λόγοι αναιρέσεως στον τρίτο λόγο της αιτήσεως, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο βάλλεται η απόφαση του Εφετείου για τη λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Περαιτέρω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του αιτιολογημένως και ορθώς, υπήγαγε τα, ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα, ως άνω πραγματικά περιστατικά στις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 281, 299, 300,330, 914, 922, 932 του ΑΚ και 30, 361, 362, 363 και 367 του Π.Κ, και όσα αντιθέτως υποστηρίζονται με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., για εσφαλμένη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ελλιπείς αιτιολογίες ως προς την υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος για την προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

Κατά τα λοιπά δε και υπό την επίκληση πλημμέλειας από τους αριθ.1 και 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων πλήττουν την ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας (αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

II). Από το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη αυτή δημιουργείται όταν το Δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διάφορο αυτού που πραγματικά υπάρχει σε αυτό και όταν στηρίζει την κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό και όχι όταν συνάγει συμπέρασμα διαφορετικό από αυτό που υποστηρίζει ο διάδικος από την εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων γιατί τότε πρόκειται περί κυριαρχικής εκτιμήσεως αποδείξεων που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 484/1997 ΝοΒ 47-32, 442/1993 Ελλ.Δ 36-88 επ., Α.Π 464/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 20 αρθρ. 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα αναφέρεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 7.8.2006 μηνύσεως του αναιρεσείοντος σχετικά με τα μηνυόμενα με αυτής πρόσωπα και τις αποδιδόμενες σ' αυτά πράξεις.

Από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ωστόσο, ότι το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, όχι μόνο από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και το έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, ώστε το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στα εν λόγω έγγραφα για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος αλλά τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.

Επομένως, ο κρινόμενος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατόπιν αυτών και μετά την απόρριψη όλων των λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, πρέπει αυτή να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου κατά την αναιρετική δίκη (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο, που κατέβαλε ο αναιρεσείων κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της απόφασης 99/2012 του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παράβολου, που κατέβαλε ο αναιρεσείων κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Απριλίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 22η Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ