Supreme Court allows appeal against second instance judgment due to procedural defects and insufficient facts regarding damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the second instance judgment, remanding the case for retrial. The court found that the lower court failed to clearly establish whether a mandate contract existed or if the contractual bond was finalized upon the issuance of the draft, which is crucial for determining liability. Consequently, the court held that the appeal arguments regarding the lack of fault and causation were admissible and meritorious, necessitating a new examination by the Athens Court of Appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 290, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Article 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; Article 718 of the Civil Code; Article 580(3) of the Code of Civil Procedure; Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure: When a second instance judgment fails to clearly establish the existence of a mandate contract or the completion of the contractual bond regarding the impossibility of immediate payment, the appeal arguments concerning the absence of fault and causation are admissible and the judgment must be set aside for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1082 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1082/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε" (πρώην επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε") και το διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasias", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ευανθία Κατσίγιαννη .
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Δ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 2. Π. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 3. Σ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 4. Ά. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 5. Ε. Μ. του Ε., κατοίκου ... και 6. Σ. χας Γ. Μ., κατοίκου ... . Οι, πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτη εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κων/νο Σταθακόπουλο, οι τέταρτη και πέμπτη δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Οκτωβρίου 2000 αγωγή του αρχικώς αναιρεσιβλήτου Γ. Μ. που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7105/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 473/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή της ως και των από 2 Απριλίου 2008 προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Εκδόθηκε η 1193/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση έρχεται σήμερα για νέα συζήτηση, με την από 31 Μαρτίου 2011 κλήση.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 13 Μαρτίου 2009 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη, Βασιλείου Φούκα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και αυτοί του δικογράφου των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286, 287, 290, 291 και 292 ΚΠολΔ, η δίκη διακόπτεται και με το θάνατο κάποιου διαδίκου. Επέρχεται δε η διακοπή από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτού προς τον αντίδικο, η οποία μπορεί να γίνει με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του πληρεξούσιου δικηγόρου του διαδίκου, στο πρόσωπο του οποίου επήλθε ο λόγος της διακοπής, από τον ίδιο δε, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση, μπορεί να γίνει εκουσίως και η επανάληψη αυτής. Η παράλειψη της τελευταίας δήλωσης δεν κωλύει τον αντίδικο, εφόσον είχε λάβει γνώση με οποιοδήποτε τρόπο του λόγου διακοπής, να μην επικαλεστεί την έλλειψη γνωστοποίησης και θεωρώντας τη δίκη ότι έχει διακοπεί, να επισπεύσει την επανάληψή της, τηρώντας όμως τη διαδικασία που διαγράφεται από το άρθρο 291 ΚΠολΔ, δηλαδή κοινοποιώντας δικόγραφο περί επαναλήψεως στον υπερού η διακοπή διάδικο, ο οποίος σε περίπτωση διακοπής συνεπεία θανάτου διαδίκου, είναι καθολικός διάδοχός του (κληρονόμος του). Και τούτο ανεξαρτήτως αν, κατά την κρίση του επισπεύδοντος, οι κληρονόμοι του αρχικού διαδίκου έχουν ή όχι έννομο συμφέρον να συνεχίσουν τη δίκη. Η πρόσκληση όμως αυτή δεν μπορεί να επιδοθεί στον κληρονόμο του αποβιώσαντος διαδίκου πριν την παρέλευση της προθεσμίας για την αποποίηση της κληρονομίας, η οποία κατ' άρθρο 1847 εδ. α' του ΑΚ είναι τετράμηνη και αρχίζει από την επαγωγή της κληρονομίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK - ERGASIAS A.E.", με την από 13-09-2005 αίτηση και τους από 02-04-2008 πρόσθετους λόγους που απευθύνοντο κατά του Γ. Μ., ζήτησε την αναίρεση της υπ' αριθ. 473/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Δικάσιμος για τη συζήτηση της άνω αιτήσεως ορίσθηκε η 05-05-2008 η δε αναιρεσείουσα επέδωσε ακριβές επικυρωμένα αντίγραφα της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων στον αναιρεσίβλητο για τη δικάσιμο αυτή στις 06-06-2007 και στις 02-04-2008, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθ. 6998Β/26-06-2007 και 9916/02-04-2008 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...
και ..., αντίστοιχα. Κατά την άνω δικάσιμο η υπόθεση συζητήθηκε και εκδόθηκε επ' αυτής η υπ' αριθ. 1193/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου με την οποία κηρύχθηκε η συζήτηση απαράδεκτη. Με την από 26-11-2009 κλήση της αναιρεσείουσας η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση και ορίσθηκε ως ημερομηνία συζήτησή της αρχικώς η 20-09-2010 και μετ' αναβολή η 21-02-2011, οπότε η συζήτηση ματαιώθηκε.
Εν τω μεταξύ, στις 03-09-2008 απεβίωσε ο αναιρεσίβλητος Γ. Μ. (βλ. ληξιαρχική πράξη θανάτου 82/Γ/2008 του Ληξιαρχείου Πειραιώς), ο οποίος δεν άφησε διαθήκη (βλ. υπ' αριθ. 61/05-01-2011 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς) και μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους κατέλιπε τη σύζυγό του Σ. Μ., τα αμφιθαλή αδέλφια του, Π.
Μ., Δ. Μ. και Σ. Μ. και τα παιδιά του προαποβιώσαντος αδελφού του Ε. Μ., ήτοι την Ε. Μ. και την Ά. Μ. (βλ. υπ' αριθ. 99247/18-09-2008 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δημάρχου Πειραιώς), οι οποίοι δεν αποποιήθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομία (βλ. υπ' αριθ. 9/05-01-2011 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών).Ήδη η αναιρεσείουσα με την από 31-03-2011 κλήση της, η οποία απευθύνεται κατά των ως άνω κληρονόμων του αρχικού αναιρεσίβλητου νομίμως συνεχίζει τη δίκη, ενώ με την ίδια κλήση παραδεκτώς προσκαλεί τους άνω κληρονόμους του αναιρεσίβλητου, ο οποίος, κατά τα προεκτεθέντα, αποβίωσε στις 03-09-2008, για επανάληψη της βιαίως διακοπείσης δίκης.
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 3 και 4 ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου κατά τη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, εφόσον ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου αυτού, οι τέταρτη και πέμπτη των καθ' ών η κλήση Ά. Μ. και Ε. Μ., που ως κληρονόμοι του αρχικώς αναιρεσίβλητου Γ. Μ., κλήθηκαν, κατά τα προεκτιθέμενα, για την επανάληψη της δίκης, δεν παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο.
Η καλούσα (αναιρεσείουσα) που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης προσκομίζει και επικαλείται τις υπ' αριθ. 11320Β/28-04-2011 και 11321Β/28-04-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., από τις οποίες προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 31-03-2011 κλήσης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 05-03-2012, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη σημερινή δικάσιμο (04-03-2012), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις άνω αναιρεσίβλητες, και επομένως δεν απαιτείτο νέα κλήτευσή τους για την μετ' αναβολή δικάσιμο, αφού η αναβολή από το πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως γι' αυτές, ούτε και επίδοση στις τελευταίες, καθώς και στους υπόλοιπους των καθ' ών η κλήση, αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων, αφού ακριβή αντίγραφα των τελευταίων με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, επιδόθηκαν, κατά τα προεκτεθέντα, νομίμως και εμπροθέσμως, στον αρχικώς αναιρεσίβλητο πριν από τον θάνατό του.
Επομένως, παρά την απουσία των καθών η κλήση, η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 713 ΑΚ, με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας, 714 ΑΚ, ο εντολοδόχος ευθύνεται για κάθε πταίσμα, και 719 ΑΚ, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298 ΑΚ, προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να ανορθώσει κάθε ζημία, την οποία υπέστη ο εντολέας και η οποία έχει γενεσιουργό αιτία το πταίσμα του εντολοδόχου (ΑΠ 335/2010). Ζημία, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, θετική μεν είναι η ελάττωση της περιουσίας, αρνητική δε το κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων με πιθανότητα προσδοκώμενο κέρδος που ματαιώθηκε (ΑΠ 536/2004).
Συνεπώς, ο εντολοδόχος, κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεών του, όχι μόνο πρέπει να απέχει από κάθε δόλια ενέργεια, αλλά οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια την οποία καταβάλλει στις συναλλαγές ο συνετός άνθρωπος, ευθυνόμενος διαφορετικά και για ελαφρά αμέλεια. Το πταίσμα του εντολοδόχου και επομένως η κατά το άρθρο 714 ΑΚ ευθύνη του προς αποζημίωση τεκμαίρεται από τη μη τήρηση των υποχρεώσεών του προς εκπλήρωση της εντολής (ΑΠ 1115/2003).
Για την υποχρέωση αποζημιώσεως απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος του εντολοδόχου και της ζημίας που επήλθε στον εντολέα. Αν, επομένως, ο εντολέας δεν υπέστη ζημία ή αν αυτή δεν είναι συνέπεια του πταίσματος του εντολοδόχου, ο τελευταίος δεν ευθύνεται σε αποζημίωση του εντολέα.
Τέλος, αξίωση αποζημίωσης για ζημία, που προκλήθηκε από το ότι ο εντολοδόχος παρέλειψε οφειλόμενη απ' αυτόν κατά την εκτέλεση της εντολής ενέργεια, θεμελιώνεται στα άρθρα 714 και 330 του ΑΚ, και όχι σε αδικοπραξία, εκτός αν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 919 ΑΚ ή ειδικές περιστάσεις, που στοιχειοθετούν αδίκημα, οπότε υπάρχει συρροή αξιώσεων.
Τέτοια παράλειψη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 714 και 330 του ΑΚ, που δημιουργεί αντίστοιχη αξίωση αποζημίωσης του εντολοδόχου από τον εντολέα συνιστά και η αποσιώπηση από τον πρώτο προς τον δεύτερο ουσιωδών πληροφοριών ή η παράλειψη ενημέρωσης για επικείμενο κίνδυνο, αφού η υποχρέωση αυτή του εντολοδόχου ευθέως προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 718 του ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να παρέχει πληροφορίες στον εντολέα σχετικά με την υπόθεση που του ανατέθηκε, εφόσον αυτές είναι αναγκαίες κατά την καλή πίστη.
Το πότε συμβαίνει τούτο εξαρτάται από τις ιδιαίτερες συνθήκες της εντολής. Έτσι, ο εντολοδόχος οφείλει να πληροφορεί τον εντολέα του για τυχόν εμπόδια, που συναντά στην εκτέλεση της εντολής ή για το αδύνατο της εκτελέσεώς της, αν, δε, παραβεί την υποχρέωση του αυτή, καθίσταται υπόχρεος σε αποκατάσταση της ζημίας, την οποία υφίσταται ο απληροφόρητος εντολέας του, εφόσον η ζημία του τελευταίου συνδέεται αιτιωδώς με την παράλειψη της πληροφόρησής του.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα υφίσταται όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν ορθώς εφήρμοσε τον νόμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 473/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις 25-7-2000, ο ενάγων και ήδη εκκαλών, προκειμένου να συνάψει - ήδη διαπραγματευθείσα - σύμβαση, μαζί με το συνεταίρο του - και μη διάδικο - Ζ.
Ι., με την εδρεύουσα στη ... εταιρία, με την επωνυμία "SINTA MARKETING PTE-LTD", βάσει της οποίας θα αναλάμβανε εφεξής, η τελευταία, την έκδοση και την παράδοση στον ίδιο μιας εγγυητικής της επιστολή, για το ποσό των 300.000 δολλαρίων ΗΠΑ (το ορθό είναι 3.000.000 δολλαρίων ΗΠΑ) την οποία θα κατέθετε, στη συνέχεια, στην εδρεύουσα στο ..., Τράπεζα, με την επωνυμία "UNION NATIONAL BANK OF DUBAI", η οποία - βάσει αυτής της εγγυητικής επιστολής εις χείρας της - θα παρείχε δάνειο στην εταιρία των ανωτέρω, μέχρι του ποσού των 24.000.000 δολλαρίων ΗΠΑ (ήτοι μέχρι το 80% του ποσού των 3 εκατομμυρίων δολλαρίων ΗΠΑ), προς διάθεση εφεξής αυτής (και κατάθεσής της) για την αγορά ενός συγκεκριμένου εμπορικού πλοίου (χωρητικότητος 35.000 τόνων), προς εμπορική εκμετάλλευση (παρ' αυτών), απευθύνθηκε στο Υποκατάστημα της εφεσίβλητης Τράπεζας, επί της πλατείας ...
στον ..., για να ζητήσει τις ενδεικνυόμενες, προς υλοποίηση των ανωτέρω υπηρεσίες αυτής και των αρμοδίων υπαλλήλων της. Εκεί, προς τους επιληφθέντες αρμοδίους υπαλλήλους της και δη, το Δ/ντή του υποκαταστήματος αυτού και την υποδιευθύντρια αυτού, Σ. Τ., τους γνωστοποίησε, περί όλων ακριβώς των προαναφερόμενων και τους εζήτησε ως εξής:
Ότι είχε άμεση ανάγκη της μεταφοράς ή αποστολής, μέσω της Τράπεζας αυτής ενός ποσού, σε συνάλλαγμα, ύψους 35.000 δολλαρίων ΗΠΑ, προς την ως άνω εταιρία "SINTA MARKETING PTE-LTD", για να εκαλύπτοντο τα έξοδά της (ή μέρος έστω αυτών) για τη χορήγηση παρ' αυτής της προαναφερόμενης εγγυητικής επιστολής, που αντίστοιχα θα εχρησιμοποιείτο, για την ανωτέρω δανειοδότηση, για τη διάθεση του σχετικού ποσού, προς την αγοράν πλοίου.
Σημειώνεται ότι, ο εκκαλών ήταν ήδη πελάτης της εφεσίβλητης Τράπεζας, στην οποία διατηρούσε μάλιστα κλειστό λογαριασμό αμοιβαίων κεφαλαίων του, ύψους 50.000.000 δραχμών. Οι ανωτέρω υπάλληλοι της εφεσίβλητης και ιδίως η ανωτέρω υποδιευθύντριά της πληροφόρησαν τον εκκαλούντα ότι, η πιο πάνω υπηρεσία που τους ζητούσε μπορούσε να παρασχεθεί, μόνο με την έκδοση τραπεζικής επιταγής, στο όνομά του και εις διαταγήν του, την οποία θα εμφάνιζε σε κάποια Τράπεζα της ..., προς υλοποίηση των ανωτέρω.
Έτσι λοιπόν, αφού άνοιξαν ένα λογαριασμό συναλλάγματος στο όνομα του εκκαλούντος, εξεδόθη (από την εφεσίβλητη Τράπεζα), εις διαταγήν του εκκαλούντος η υπ' αριθ. .../25-7-2000 τραπεζική επιταγή και αφού ο εκκαλών παρέδωσε, αφενός μεν φορολογική ενημερότητά του και αφετέρου υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986 (προς την εφεσίβλητη Τράπεζα) στην οποία εδήλωνε ότι, η επιταγή αυτή θα κατατίθετο σε τραπεζικό λογαριασμό, στη ..., του παρεδόθη το σώμα αυτό της επιταγής και του εξηγήθηκε ότι, μπορούσε από Τράπεζα της ...
να ελάμβανε το ανωτέρω ποσό σε συνάλλαγμα. Σημειώνεται ότι, το χρηματικό αυτό ποσό, της εν λόγω τραπεζικής επιταγής, ανήκε στον ίδιο τον εκκαλούντα και δη είχε ήδη εγγραφεί παρά της εφεσίβλητης, ως συνάλλαγμα στον λογαριασμό συναλλάγματος, που ήδη είχε ανοίξει στο όνομά του, η τράπεζα αυτή - το ανωτέρω ποσό των 35.000 δολλαρίων ΗΠΑ - αφού η ίδια εξαγόρασε προηγουμένως ολικώς, τα αμοιβαία κεφάλαια του εκκαλούντος (Global Top 50), που ήταν σε δραχμές και τον πίστωσε αντίστοιχα, με αντίστοιχο πλέον, συνάλλαγμα (δολλαρίων ΗΠΑ) του λογαριασμού αυτού σε συνάλλαγμα.
Ο εκκαλών, ο οποίος, εξαρχής είχε δηλώσει στους ανωτέρω υπαλλήλους και περί του επείγοντος της περιπτώσεώς του, και περί της ανάγκης του, προς άμεση εξυπηρέτησή του, αμέσως μόλις έλαβε, εις χείρας του, το σώμα της ανωτέρω επιταγής, ταξίδεψε αεροπορικώς, από την Αθήνα, στη ... στις 26-7-2000. Εκεί όμως, μολονότι απευθύνθηκε σε διάφορες τράπεζες, τον πληροφόρησαν ότι, μόνο μετά παρέλευση ικανού χρονικού διαστήματος και δη ενός μηνός περίπου, έκτοτε, θα ήταν δυνατή η ρευστοποίηση της ανωτέρω τραπεζικής επιταγής του.
Ύστερα από την ως άνω εξέλιξη, επικοινώνησε (τηλεφωνικώς) ο εκκαλών, με την ειδική υπηρεσία της εφεσίβλητης "Europhone banking (144)". Προς τους αρμοδίους υπαλλήλους αυτής της υπηρεσίας, που ήταν ειδική για τις διατραπεζικές συναλλαγές της εφεσίβλητης και με τράπεζες του εξωτερικού, παρεπονέθη εντόνως, ο εκκαλών, προβάλλοντας ότι, παρά την ανάληψη της υποχρέωσης της εφεσίβλητης, για την ταχεία εξυπηρέτησή του, βάσει των ανωτέρω και μάλιστα και για άμεση τοιαύτη, λόγω του επείγοντος της εν λόγω υπόθεσής του, τούτο δεν επετεύχθη, από υπαιτιότητα της εφεσίβλητης.
Οι αρμόδιοι όμως υπάλληλοι της ανωτέρω υπηρεσίας, όχι μόνο δεν του έδωσαν καμιά σχεδόν ικανοποιητική εξήγηση, στα ανωτέρω παράπονά του αλλά και στην ειδική πρόσκλησή τους, παρά του ιδίου, μήπως, ως ειδικότεροι ακόμη αυτοί, θα μπορούσαν να του εξεύρισκαν κάποια εναλλακτική, πλην ικανοποιητική και ταχεία επίλυση του προβλήματός του αυτού, και δη να παρενεβαιναν αρμοδίως, σε Τράπεζα ή Τράπεζες της ...ς προς το σκοπό αυτόν, δεν του έδωσαν καμία απάντηση.
Επιστρέψας λοιπόν, άπραγος πλέον, στην Αθήνα, από τη ..., χωρίς να μπορέσει να εξυπηρετηθεί, ούτε και με τις ιδικές του ακόμη επαφές και ενέργειες εκεί, στις 29-7-2000 απευθύνθηκε στην ως άνω υποδιευθύντρια (Τ.), στην οποία, αφού επανέλαβε τις έντονες ως και άνω, διαμαρτυρίες, για το ανεπιτυχές και ατελεσφόρητο της παροχής των υπηρεσιών, που αυτός ανέθεσε στην εφεσίβλητη τράπεζα, έλαβε παρ' αυτής την απάντηση ότι, δεν μπορούσε να εξυπηρετηθεί αυτός, αφενός μεν, γιατί, δεν είχε δηλώσει - στην ανωτέρω υπεύθυνη δήλωσή του - τον συγκεκριμένο παραλήπτη στη ...
του ποσού των 35.000 δολλαρίων ΗΠΑ (ήτοι την ως άνω συγκεκριμένη εταιρία, που θα του χορηγούσε την ανωτέρω εγγυητική επιστολή), αφετέρου δε, του εξήγησε ότι, πράγματι δεν ήταν δυνατή η άμεση ρευστοποίηση του παραπάνω ποσού από οποιαδήποτε τράπεζα του εξωτερικού, διότι τούτο μπορούσε να γίνει, μόνο κατά την αντίστοιχη τραπεζική διαδικασία "υπό αξίαν valeur", ορισμένων ημερών.
Πρέπει να σημειωθεί στο σημείο τούτο ότι: Η φερόμενη ως διερεύνηση και πιστοποίηση, κατά τη λεγόμενη διαδικασία "της λήψεως valeur", πρέπει πράγματι να αναγκαιούσε και στην ανωτέρω περίπτωση, οπότε θα απαιτείτο κάποιο, χρονικό διάστημα, ορισμένων ημερών προς τούτο, προκειμένου να ενημερωνόταν δηλαδή και η οποιδήποτε τράπεζα της ...ς τηλεφωνικώς ή με άλλο (όμοιο) τρόπο, για το εάν ο εκκαλών διατηρούσε πράγματι, λογαριασμό συναλλάγματος στην εφεσίβλητη τράπεζα, καθώς επίσης και περί της εγκυρότητας της κομιζόμενης παρ' αυτού και εμφανιζόμενης, προς είσπραξη, ως άνω τραπεζικής επιταγής.
Ωστόσο όμως, περί της αρχήθεν, ως άνω πληροφόρησης του εκκαλούντος, σε κάθε δε περίπτωση και περί της ανωτέρω εξήγησης και ενημέρωσης, παρά της υπαλλήλου αυτής (της υποδιευθύντριας δηλαδή αυτής, Τ.), για ζητήματα μάλιστα, για τα οποία ισχυρίζεται η εφεσίβλητη τράπεζα, στην προσπάθειά της, να αρνηθεί και να αμφισβητήσει (αυτή), και περί της ύπαρξης (συνδρομής) υπαιτιότητας (αμελείας της δηλαδή) και ευθύνης της και περί της αναφερομένης ακόμη, στην ένδικη αγωγή έλλειψης πληροφόρησης και ενημέρωσης, παρά των αρμοδίων υπαλλήλων της και δή του εκκαλούντος, κατά τη διάρκεια (τη διαδρομή) των υπηρεσιών, που ανέλαβε να του παράσχει, αποδεικνύεται, από όλα τα αποδεικτικά μέσα ότι, και ως προς την ανωτέρω φάση (πρώτη φάση) της ένδικης υπόθεσης - διότι, ως εξηγείται κατωτέρω, επακολούθησε και δεύτερη φάση - τουλάχιστον, και αν μη τι άλλο, η εφεσίβλητη, από υπαιτιότητα των υπαλλήλων της (και της ανωτέρω υποδιευθύντριάς της) ουδεμία πληροφόρηση παρέσχε στον εκκαλούντα, περί τούτου.
Και δη, ούτε και για την ανωτέρω τραπεζική διαδικασία, τη διάγνωση δηλαδή της εγκυρότητας της εν λόγω τραπεζικής επιταγής του εκκαλούντος "υπό αξίαν valeur, ορισμένων ημερών". Το γεγονός αυτό ενισχύεται και από τη θέση που ετήρησε η ίδια αυτή η εφεσίβλητη Τράπεζα στις έγγραφες προτάσεις της, που υπέβαλε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Πράγματι ως προς το ανωτέρω απασχολήσαν ζήτημα και η ίδια ακόμη η εφεσίβλητη επάγεται με τις ανωτέρω έγγραφες προτάσεις της ότι, την 1-8-2000, όταν κατ' αυτήν, το πρώτον, παραπονέθη ο εκκαλών στους αρμόδιους υπαλλήλους της, στο ανωτέρω υποκατάστημά της, για το ατελεσφόρητο της ρευστοποίησης, σε τράπεζες της ...ς της πιο πάνω τραπεζικής επιταγής (των 35.000 δολλαρίων ΗΠΑ) αναφέρει ότι, δεν ήταν δυνατή, η παραπάνω ρευστοποίηση, καθόσον έπρεπε να προηγηθεί η προαναφερόμενη διαδικασία "valeur", που απαιτούσε ορισμένες ημέρες, χωρίς όμως να αναφέρει, ούτε και γενικώς (ούτε και ειδικώς ωσαύτως) ότι, είχαν οι αρμόδιοι υπάλληλοί της και μάλιστα αρχήθεν (εξαρχής) πληροφορήσει τον εκκαλούντα ότι, δεν ήταν δυνατή, ούτε η άμεση εξυπηρέτηση του εκκαλούντος, ουδέ και η ταχεία τοιαύτη, του ιδίου, για την εν λόγω ρευστοποίηση της επιταγής αυτής, ούτε και να εξειδικεύει, για το εάν ενημέρωσε και επληροφόρησε, είτε στις 25-7-2000, είτε έστω, στις 26-7-2000, είτε άλλως στις 29-7-2000, είτε τέλος την 1-8-2000 - ως είχε υποχρέωση προς τούτο σύμφωνα με το άρθρο 718 του ΑΚ - τον ίδιο, τον εκκαλούντα, ναυτικό το επάγγελμα, ότι, θα εφαρμοζόταν και στην περίπτωσή του, για την εν λόγω επιταγή η διαδικασία αυτή "valeur".
Σύμφωνα με όλα τα ως άνω, τα οποία δέχεται το Δικαστήριο τούτο, ως πλήρως αποδεικνυόμενα, και δη, απ' όλα τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του εκκαλούντος, στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο οποίος παρευρίσκετο κατά τις επισκέψεις του εκκαλούντος στο πιο πάνω υποκατάστημα της εφεσίβλητης και εβεβαίωσε, μετά λόγου γνώσεως και με πειστικότητα, περί των ως άνω και που δεν αντικρούεται επιτυχώς, από την αντίθετη κατάθεση της μάρτυρος της εφεσίβλητης, η οποία και για το λόγο αυτό κρίνεται, ως ήκιστα πειστική αυτή, καθόσον άλλωστε η ίδια αυτή (που κατάθεσε, ωσαύτως στο ακροατήριο του πρωτόδικου δικαστηρίου) ανέφερε ότι, από πληροφορίες των συναδέλφων της κρίνεται ότι βασίμως ισχυρίζεται στην ένδικη αγωγή του ο εκκαλών, για το ότι η εφεσίβλητη Τράπεζα - και δη δια των προαναφερόμενων υπαλλήλων της, παρέβη τη αναληφθείσα παρ' αυτής υποχρέωσή της, μολονότι δηλαδή κατά τούτο ενήργησε, πλην άλλων, κυρίως ως εντολοδόχος του εκκαλούντος, πληροφόρησης και ενημέρωσης του αντιδίκου της αυτού και δη κατά την προεντοπιζόμενη ειδικώς, διάρκεια της τοιαύτης υποχρέωσής της, εξ αμελείας αυτής (και της ανωτέρω υπαλλήλου της) κατά την έννοια δηλαδή της ΑΚ 718.
Περαιτέρω, από τα ίδια τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύονται και τα εξής: Την 1-8-2000 από συμφώνου μεταξύ της ανωτέρω υποδιευθύντριας της εφεσίβλητης Τράπεζας (Τ.) και του εκκαλούντος ανέλαβε η τελευταία (Τράπεζα) την υποχρέωση - επί αντιστοίχω προμηθεία της - να μεταφέρει με τέσσερα (4) εμβάσματά της στην ανωτέρω εταιρία "SINTA MARKETING PTE-LTD" ως παραλήπτρια (δικαιούχο) αυτών, του ανωτέρω ποσού (των 35.000 δολλαρίων ΗΠΑ) και δη α) την 1-8-2000 του ποσού των 9.200 δολλαρίων ΗΠΑ, β) στις 2-8-2000, του ποσού των 9.200 δολλαρίων ΗΠΑ, γ) στις 3-8-2000 του ποσού των 9.200 δολλαρίων ΗΠΑ και δ) στις 4-8-2000 του ποσού των 7.200 δολλαρίων ΗΠΑ.
Την αναληφθείσα όμως, ως άνω υποχρέωσή της, που εξήγησε η εφεσίβλητη στον εκκαλούντα ότι, μπορούσε να συντελέσει, καθόσον άλλωστε, ο εν λόγω τρόπος αποστολής εμβάσματος σε συνάλλαγμα στο εξωτερικό, σε συγκεκριμένο παραλήπτη αυτού, ήταν και ο μοναδικός και συμβατός ωσαύτως, τρόπος αποστολής παρ' αυτής εμβασμάτων από τον ίδιο αποστολέα και παραλήπτη αυτών στο εξωτερικό και στη ..., παραβίασε και δη από αμέλεια των αρμοδίων υπαλλήλων η εφεσίβλητη Τράπεζα.
Ως προς το γεγονός μάλιστα αυτό, δηλαδή της αποστολής ειδικότερα, του ως άνω ποσού συναλλάγματος, δι' εμβασμάτων της (τεσσάρων δηλαδή διαδοχικών ως άνω), όχι μόνο δεν αρνείται αλλ' απεναντίας επιβεβαιώνει και παραδέχεται και η ίδια η εφεσίβλητη και κατά την πρωτόκλητη δίκη, και μάλιστα στο κύριο σώμα των πρωτόδικων προτάσεών της, στη σελίδα 12 αυτών (βλ.
ιδίως στους στίχους 1 έως και 4 των προτάσεών της αυτών). Ωστόσο όμως, η εφεσίβλητη Τράπεζα, ούτε την ανωτέρω υποχρέωσή της - μολονότι μάλιστα ρητώς την ανέλαβε και την ανεδέχθη - εξεπλήρωσε καθόλου και ποτέ. Η δικαιολογία, που προέβαλε, η εφεσίβλητη, για την παραβίαση και της ρητής υποχρέωσής της είναι - όπως προς τούτο προβάλλει και ισχυρίζεται στις έγγραφες προτάσεις της - ότι, οι επιληφθέντες προς τούτο αρμόδιοι υπάλληλοι της Κεντρικής της Υπηρεσίας Εμβασμάτων, επληροφόρησαν τους αντίστοιχους υπαλλήλους του προαναφερόμενου Υποκαταστήματος (της πλατείας ...) ότι, δεν ήταν δυνατή, ούτε η αποστολή των ως είρηται τμημάτων εμβασμάτων συναλλάγματος, στο εξωτερικό και στη ..., στις 4-8-2000 (βλ.
και τις πρωτόδικες προτάσεις της εφεσίβλητης, στη σελίδα 12 και δη στους στίχους 5 έως και 10). Έτσι όμως, που ενήργησαν και έπραξαν, στην ανωτέρω συγκεκριμένη περίπτωση οι υπάλληλοι αυτοί (που προαναφέρονται) και δη, ως αρμόδιοι και συναρμόδιοι προς τούτο, εντός του κύκλου των αρμοδιοτήτων και των ειδικών καθηκόντων και υποχρεώσεών τους, που τους είχαν ανατεθεί από την εφεσίβλητη τράπεζα, από υπαιτιότητά τους και δη τουλάχιστον - και αν μη τι άλλο - από ελαφρά αμέλειά τους, παρέβησαν - και κατά τούτο - τις αναληφθείσες, έναντι του εκκαλούντος, συγκεκριμένες υποχρεώσεις τους, ως προς την αποστολή, στις ανωτέρω ημεροχρονολογίες (από 1 έως 4 Αυγούστου 2000) των ως είρηται τεσσάρων (4) εμβασμάτων σε συνάλλαγμα, στην προμνημονευόμενη εταιρία στη ..., ως παραλήπτριά τους, και δη χρήματα (δολλάρια ΗΠΑ, συνολικού ύψους 35.000) που ανήκαν στον ίδιο τον εκκαλούντα, ως αποστολέα τους (και όχι στην εφεσίβλητη).
Έτσι όμως, παραβίασαν, κατά τούτο, τη ρητή και σαφή εντολή του εκκαλούντος, αφού άλλωστε και οι ίδιοι αποδέχτηκαν και ενστερνίστηκαν - ως ήδη προεκτέθηκε - τις ρητές και σαφείς οδηγίες του εκκαλούντος. Κατά συνέπεια και πέραν και της υποκειμενικής, ως άνω, ευθύνης, των εν λόγω υπαλλήλων της συνευθύνεται, κατόπιν των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, που πλήρως, ωσαύτως αποδεικνύονται, και η εφεσίβλητη Τράπεζα και δη εις ολόκληρον (έχοντας αντικειμενική και κατά τούτο ευθύνη, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 714 και 70 ΑΚ) να αποκαταστήσει κάθε θετική και αποθετική ζημιά, που έπαθε ο εκκαλών, από την εν λόγω αντισυμβατική αθέτηση των υποχρεώσεών της, και όπως βασίμως ισχυρίζεται και ως προς το ζήτημα αυτό ο εκκαλών στην ένδικη αγωγή του.
Ως προς τον ειδικότερο όμως αγωγικό ισχυρισμό του εκκαλούντος, περί του ότι - πέραν και της ως άνω ευθύνης της εφεσίβλητης, για την πταισματική αυτή (από αμέλεια ως άνω) συμπεριφορά των ανωτέρω υπαλλήλων της - η εφεσίβλητη Τράπεζα ευθύνεται ωσαύτως, έναντι αυτού, και διότι, ωσαύτως παραβίασε και την υποχρέωση (η ίδια δηλαδή και οι ανωτέρω υπάλληλοί της), της πληροφόρησης και ενημέρωσης του εκκαλούντος, κατά τη διάρκεια (και τη συγκεκριμένη δηλαδή χρονική διαδρομή) της αναληφθείσας υποχρέωσής της αυτής, λεκτέα τα ακόλουθα:
Ο μεν εκκαλών ισχυρίζεται ότι, περί της ματαιώσεως της αποστολής των ως είρηται χρηματικών εμβασμάτων, στην εν θέματι εταιρία, στο εξωτερικό, εβράδυναν, υπαιτίως, να τον πληροφορήσουν, οι ανωτέρω αναφερόμενοι υπάλληλοι της εναγομένης τράπεζας, και ότι για πρώτη φορά τον επληροφόρησαν (και τον ενημέρωσαν), γι' αυτό, στις 12-8-2000.
Η εφεσίβλητη Τράπεζα στις προτάσεις της αναφέρει, ως προς το εν λόγω ζήτημα, ότι, η τοιαύτη πληροφόρηση (και ενημέρωση) του ενάγοντος έγινε από την αρμόδια υπάλληλό της (στο Υποκ/μα δηλαδή "..."), στις 4-8-2000, διότι τότε άλλωστε, για πρώτη φορά οι υπάλληλοι της "Κεντρικής Υπηρεσίας Εμβασμάτων" επληροφόρησαν τους υπαλλήλους, του ως είρηται Υποκαταστήματος της Τράπεζας αυτής, στον ..., για το ότι δεν ήταν δυνατή, η εκτέλεση, ούτε των τμηματικών ως άνω αποστολών, των εν λόγω εμβασμάτων στη ....
Ανεξάρτητα όμως από όλα τα πιο πάνω, ως προς το ζήτημα αυτό, πλήρως αποδεικνύεται ότι, επεβάλλετο στην εναγομένη Τράπεζα, διά των ως είρηται αρμοδίων υπαλλήλων της, να πληροφορούσε και να ενημέρωνε, περί του αδυνάτου (και ατελεσφορήτου) της εκπλήρωσης της αναληφθείσας αυτής ως άνω υποχρέωσής της, εξαρχής και δη, είτε την 1-8-2000 ή στις 2-8-2000, είτε στις 3-8-2000 και όχι μετά τη συμπλήρωση τεσσάρων (4) ημερών για πρώτη μόνο φορά (δηλαδή), στις 4-8-2000.
Και τούτο γιατί άλλωστε, και οι εν λόγω αρμόδιοι υπάλληλοί της, που ανέλαβαν τη σαφή ως άνω υποχρέωση και δέσμευσή τους, για το ζήτημα αυτό, και συνακολούθως και η ίδια η εφεσίβλητη Τράπεζα, ήσαν εγκρατείς γνώστες, όχι μόνο περί του επείγοντος της εκπλήρωσης της αναληφθείσας, ειδικής, αυτής υποχρεώσεώς τους, στη συγκεκριμένη αυτήν περίπτωση αλλά και περί των ρητών και σαφών ωσαύτως, οδηγιών του ενάγοντος, περί του ότι αυτός είχε - την επίσης εξ αρχής άλλωστε εξηγηθείσα - άμεση ανάγκη για να μεταφέρονταν τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά (σε δολλάρια ΗΠΑ), στη ...
και συγκεκριμένα στην παραλήπτριά τους "Sinta Marketing PTE Ltd", βάσει του ως άνω χρονοδιαγράμματος, από την 1-8-2000, έως και τις 4-8-2000, που μάλιστα πλήρως τις αποδέχθηκαν όλοι αυτοί (και δη έναντι του ενάγοντος, ως εντολέως τους). Κατά πάντα ταύτα, που ωσαύτως, πλήρως αποδεικνύονται μάλιστα δε και δι' ομολογίας εισέτι, της εναγομένης τράπεζας, ως προς το ζήτημα αυτό, σύμφωνα και με το άρθρο 353 ΚΠολΔ, άλλως δε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 του ΚΠολΔ (βλ.
ειδικώς, ως προς τούτο τις πρωτόδικες προτάσεις της εναγομένης και δη στη σελίδα 12 αυτών, και υπό τα ειδικότερα στοιχεία, σε αυτές, 2.5 και 2.5.1 σε συνδυασμό και με 2.5.2) είναι βάσιμος και ο σχετικός αγωγικός ισχυρισμός του ενάγοντος, περί της παραλείψεως του καθήκοντος (υποχρέωσης) ενημέρωσης και πληροφόρησής του, αναφορικά με την αδυναμία δηλαδή, της εφεσίβλητης, της αποστολής των εν λόγω τραπεζικών εμβασμάτων, στην ανωτέρω εταιρία, στη ..., σύμφωνα με το άρθρο 218 σε συνδυασμό και με το άρθρο 70 του Α.Κ.
Και κατά συνέπεια, οι αντίθετοι προς όλα τα ως άνω, πλήρως αποδεικνυόμενα, πραγματικά περιστατικά ισχυρισμοί και αιτιάσεις της εναγομένης Τράπεζας, που περιέχονται και στις προτάσεις αυτής, ενώπιον του δευτεροβαθμίου, τούτου, Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθούν ως αναπόδεικτοι και εντεύθεν, ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι.
Περαιτέρω, από τα ίδια, τα ανωτέρω, αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται και τα ακόλουθα: Α) Ο ενάγων ζήτησε, από την εταιρία "Sinta Marketing PTE Ltd" προθεσμία από αυτήν, για την αποστολή από τον ίδιο των 35.000 δολλαρίων ΗΠΑ, στην ίδια, ως έξοδά της κλπ, προκειμένου να του εχορηγούσε, την προαναφερόμενη εγγυητική επιστολή, προθεσμία, στην αρχή 8 ημερών και ακολούθως και άλλων 8 ημερών και συνολικώς (δηλαδή) 16 ημερών, συναπτώς από τις 28-7-2000 (οπότε συμφώνησε, με την ίδια τη χορήγηση της ως είρηται εγγυητικής επιστολής) και επομένως, εν πρώτοις, η υποχρέωση - σύμφωνα με την ως άνω παράταση - του ενάγοντος αποστολής του εν λόγω ποσού στην ανωτέρω αλλοδαπή εταιρία, έληξε τελικώς στις 14-8-2000.
Ωστόσο όμως, πριν την εκπνοή της ανωτέρω προθεσμίας (των 16 ημερών, από τις 28-7-2000) και δη στις 8-8-2000 - δηλαδή 8 ημέρες πριν την εκπνοή αυτής - η εταιρία αυτή "Sinta Marketing PTE Ltd" κατάγγειλε, την από 28-7-2000 έγγραφη σύμβαση (και προσκομιζόμενη και με επίκληση) περί της χορήγησης, από την ίδια της εν θέματι εγγυητικής επιστολής, χρησιμοποιώντας τον προπαρατιθέμενο (στην αρχή της παρούσας) 4.3 όρο, στον οποίο διαλαμβανόταν ότι, επί ακυρώσεως της συμβάσεως αυτής (και δη και διά καταγγελίας) στο θιγόμενο μέρος των αντισυμβαλλομένων θα καταβαλλόταν, από το άλλο μέρος το ποσό των 200.000 δολλαρίων ΗΠΑ, ως ποινική ρήτρα και ζήτησε την άμεση καταβολή αυτού (του ποσού) από τον ενάγοντα.
Αποδεικνύεται δε ότι, ο ενάγων πορισθείς περαιτέρω, με δανεισμό το ανωτέρω ποσό, το κατέβαλε και δη αμέσως σχεδόν μετά, την ως άνω καταγγελία, της σύμβασης αυτής, το ποσό αυτό, ως καταπεσούσα σε βάρος αυτού και του συνεταίρου του Ζ. Ι., ποινική ρήτρα, άλλως δε σε κάθε περίπτωση κα σε βάρος της συσταθείσας, παρά των ιδίων αυτών εταιρίας, και για την χορήγηση σ' αυτήν της εν λόγω εγγυητικής επιστολής και για τη χρησιμοποίηση αυτής περαιτέρω (ως εγγυήσεως), για το δανεισμό του προαναφερομένου ποσού, το οποίο θα χρησιμοποιείτο εντεύθεν, για την αγορά ενός συγκεκριμένου (καθ' όλα τα ατομικά κλπ χαρακτηριστικά και τον εξοπλισμό του) εμπορικού πλοίου, και η οποία τελικώς, ματαιώθηκε.
Β) Όπως και ο μάρτυρας του ενάγοντος, εξ ιδίας του αντιλήψεως και μετά λόγου γνώσεως κατέθεσε και ως προς το ζήτημα αυτό, αφενός μεν διακινδύνευαν οι ανωτέρω συνεταίροι (και δη και ο εκκαλών και ο Ζ. Ι.) και δη, άμεσα, μέχρι και της στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας, στη ..., εάν μετά την ως είρηται καταγγελία της ένδικης αυτής συμβάσεως, δεν κατέβαλαν αμέσως, την εν λόγω ποινική ρήτρα (το ανωτέρω δηλαδή ποσό) στην προαναφερόμενη, αντισυμβαλλόμενή τους.
Ο ίδιος δε, ως άνω μάρτυρας, επιβεβαίωσε στην ανάλογη ένορκη κατάθεσή του και τον αγωγικό ισχυρισμό, περί του ότι, για όμοιες ακριβώς, όπως η περίπτωση αυτή, της κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας, υπέρ της ανωτέρω εταιρίας και σε βάρος τούτου (ενάγοντος), που εκπροσώπησε τη συσταθείσα εταιρία μεταξύ του ίδιου και του Ζ.
Ι., τα επιλαμβανόμενα δικαστήρια, στη ... εκδίδουν τις αποφάσεις τους, σε χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των δέκα (10) ημερών από την εκδίκασή τους, και τέλος και για τούτο φοβήθηκε ο ενάγων, ενόψει και όλων των άλλων δυσμενών συνεπειών σε βάρος του (αλλ' ωσαύτως και σε βάρος του Ζ. Ι., ως συνεταίρου του), λόγω και των προαναφερόμενων αυστηρών ρυθμίσεων στη ...
γι' αυτό, αφού εξεύρε από γνωστό του (φίλο του) το ανωτέρω ποσό, το οποίο απέστειλε στην ανωτέρω εταιρία, προς αποφυγήν περαιτέρω δυσμενών εξελίξεων και κυρώσεων. Ενόψει των ως άνω, επίσης πλήρως αποδεικνυομένων, πραγματικών περιστατικών προκύπτει και αποδεικνύεται ότι, μην έχοντας, ούτε άλλη ευχέρεια, ούτε επιλογή και δη της προσφυγής αυτού, στις δικαστικές αρχές (Δικαστήρια) της ...ς, για την κατάλυση ή αναίρεση της τοιαύτης υποχρεώσεώς του, ήταν αναγκασμένος να καταβάλει και δη αμέσως, στην ανωτέρω εταιρία, ο ενάγων, το πιο πάνω ποσό, λόγω της ως είρηται καταγγελίας, της πιο πάνω σύμβασης (μεταξύ τους), πράγμα που έπραξε αμέσως (μετά τις 8-8-2000), προς αποφυγή μάλιστα των περί ων ανωτέρω αναφέρεται δυσμενέστερων, για τον ίδιο και για την προσωπική του εισέτι ελευθερία του, εξελίξεων.
Το ποσό δε αυτό, της εν λόγω ποινικής ρήτρας (των 200.000 δολλαρίων ΗΠΑ) αποδεικνύεται ότι, δεν θα υποχρεούτο να καταβάλει ο ενάγων, εάν τηρούσε τις προαναφερόμενες - ως άνω ειδικώς και αναλυτικώς προσδιορίζονται - υποχρεώσεις της, που ανέλαβε, έναντι αυτού και δη επ' αμοιβή (με ανάλογες προμήθειες και τα καθέκαστα έξοδα αυτής) η εναγομένη Τράπεζα.
Κατά πάντα ταύτα, επίσης αποδεικνύεται ότι, η ζημία, που υπέστη ο ενάγων από την ως είρηται αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης και πιο συγκεκριμένα ακόμη, από την αθέτηση των υποχρεώσεων αυτής, που ανέλαβε κατά τη σύμβαση παροχής των ως άνω (ειδικών) τραπεζικών υπηρεσιών της, προς τον ίδιο (τον εκκαλούντα) και την παραβίαση ωσαύτως αυτών (των υποχρεώσεών της), λόγω της πιο πάνω πταισματικής (από αμέλεια) συμπεριφοράς των υπαλλήλων της για την οποία συνευθύνεται εις ολόκληρον, και αυτή (η ίδια), συνδέεται (και συνάπτεται) αιτιωδώς, κατά τη συνήθη πορεία και δη, κατά την προεκτεθείσα συγκεκριμένη διαδρομή των γεγονότων, με την ως είρηται, πολλαπλώς αντισυμβατική - και μάλιστα και εξακολουθητικώς - συμπεριφοράς της ίδιας της εναγομένης και των ως άνω υπαλλήλων της.
Επομένως και οι αντίθετοι ισχυρισμοί και αιτιάσεις της εναγομένης, που διατείνεται, περί της ανυπαρξίας αιτιώδους συνδέσμου, μεταξύ της ως είρηται αντισυμβατικής συμπεριφοράς της (της αθέτησης δηλαδή των προαναφερόμενων υποχρεώσεών της, που τις ανέλαβε και τις αποδέχθηκε πλήρως, βάσει των ένδικων αυτών συμβάσεων, της παροχής των υπηρεσιών της (και της εντολής) και της πιο πάνω ζημίας (θετικής) του εκκαλούντος, πρέπει να απορριφθούν, ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι.
Από τα ίδια δε, τα ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται πλήρως ότι υπέστη, κατά την αυτήν ως άνω έννοια, και τις ακόλουθες θετικές του ζημίες ο ενάγων. Ειδικότερα, αναγκάστηκε αυτός, να μεταβεί αεροπορικώς στη ... από την Αθήνα (μέσω ...) επειδή ήταν απαραίτητο, όπως ήδη προεκτέθηκε, για να ρυθμίσει τα ζητήματα, της καταβολής των εξόδων, που χρειάζονταν (προς την εταιρία δηλαδή "Sinta Marketing PTE Ltd") και δαπάνησε προς τούτο, για αεροπορικά του εισιτήρια και διαμονή του, σε ξενοδοχεία, καθώς επίσης και για τη διαμονή σε τέτοια, του Ι.
Ζ., μετά την ως άνω καταγγελία, της σύμβασης, στην οποία οποία προέβη η εταιρία "Sinta Marketing PTE Ltd", ως εξής ειδικότερα σε δραχμές: Α) Για τον ίδιο: για τις αναγκαίες προς τούτο, αεροπορικές μεταβάσεις τον: α) 1) το ποσό των 267.000, βάσει του από 26-7-2000 εισιτηρίου της Ολυμπιακής Αεροπορίας (Ο.Α.) για την αεροπορική διαδρομή Αθήνα-..., μέσω Μπαχρέιν, 2) το ποσό των 310.410, για τη διαδρομή του ..., ...
μέσω Μπαχρέιν βάσει του από 26-7-2000 αεροπορικού εισιτηρίου (ωσαύτως της Ο.Α.), 3) το ποσό των 311.500, για τη διαδρομή του ... Αθήνα, μέσω ... και Μπαχρέιν, βάσει του από 1-8-2000 εισιτηρίου της Ο.Α. και 4) το ποσό των 125.700, για τη διαδρομή του, Αθήνα ..., βάσει του από 4-8-2000 εισιτηρίου της Ο.Α. Και συνολικώς (267.000 συν 310.000 συν 311.500 συν 125.700 = 1.014.600) 1.014.600 δραχμές και σε ευρώ 2.977,50 ευρώ.....β) Για διαμονή του, επίσης απολύτως αναγκαιούσα, σε ξενοδοχεία της ...
και δη στο ξενοδοχείο "ORCHARD PARADE HOTEL" και δη για διαμονή του εκεί, επί τέσσερις (4) ημέρες (ήτοι από 27-7-2000 μέχρι και 30-7-2000) κατέβαλε το ποσό των 277,02 δολλαρίων ΗΠΑ και Β) Για την αναγκαιούσα ωσαύτως, διαμονή του ανωτέρω συνεταίρου του, Ζ. Ι. στο ..., επί τρεις ημέρες (από τις 19-8-2000- έως τις 8-9-2000), λόγω της άνω ανωμάλου εξελίξεως της συμβάσεως (και δη και της τελευταίας φάσεως αυτής, ως άνω) και προς διευθέτηση αυτής, κατέβαλε ως εξής εξ ιδίων χρημάτων: 1) Για τη διαμονή του στο ξενοδοχείο "Lord Hotel Apartments", στις 19-8-2000, το ποσό των 1.982 δολλαρίων ΗΠΑ, 2) Για τη διαμονή του ίδιου (ως άνω) στο ίδιο ξενοδοχείο, στις 29-8-2000, κατέβαλε το ποσό των 1816 δολλαρίων ΗΠΑ και 3) για τη διαμονή αυτού, στο ανωτέρω ξενοδοχείο (του ...) κατέβαλε, στις 8-9-2000, το ποσό των 1.816 δολλαρίων ΗΠΑ.
Ήτοι συνολικώς κατέβαλε το ποσό των 5.632 δολλαρίων ΗΠΑ. Τα ως άνω ποσά, για την αναφερόμενη μάλιστα, στην παρούσα απόφαση αιτία (ως άνω ειδικώς) όχλησε ο ενάγων να του καταβάλει η εναγομένη Τράπεζα, πριν την επίδοση, της ένδικης αγωγής και δη με την από 23-10-2000 εξώδικη πρόσκλησή του, όπως τούτο αποδεικνύεται από την (ωσαύτως επικαλούμενη και προσκομιζόμενη) υπ' αριθ. 4643/31-10-2000 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... (βλ.
και αυτήν και το ανωτέρω εξώδικο). Κατά συνέπεια πρέπει, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα, ως αποζημίωσή του, για τις θετικές ζημίες αυτού, από την ανωτέρω αναφερόμενη αιτία, και ειδικότερα εισέτι, το συνολικό ποσό των: α) 2.977,50 ευρώ (ήτοι το ισότιμον των 1.014.600 δραχμών), καθώς και το ποσό ακόμη των β) 205.902,20 δολλαρίων ΗΠΑ και δη το ισάξιο (ισόποσο) αυτού, κατά το χρόνο της καταβολής του, νομιμοτόκως (όλα αυτά) από την επομένη ημέρα, της 31-10-2000, ήτοι από 1-11-2000, μέχρι την εξόφληση ...".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει στο σύνολό της την ένδικη αγωγή, ακολούθως δε έκανε εν μέρει δεκτή την τελευταία και επεδίκασε στον ενάγοντα νομιμοτόκως τα προαναφερόμενα ποσά. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 713, 714, 718 και 719 του ΑΚ, τις οποίες και παραβίασε, παράλληλα δε στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών που δέχθηκε στις παραπάνω διατάξεις.
Ειδικότερα, δέχθηκε το Εφετείο, ότι ο ενάγων κατά την 25-7-2000 απευθύνθηκε στο ειρρημένο υποκατάστημα της εναγομένης στον ..., στο οποίο διατηρούσε λογαριασμό αμοιβαίων κεφαλαίων, και αφού έθεσε υπόψη των αρμοδίων οργάνων της ότι είχε άμεση ανάγκη να μεταφέρει σε λογαριασμό του στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στη ...
συνάλλαγμα σε δολλάρια ΗΠΑ, ποσού 35.000, προκειμένου να καταβάλει αυτό στην εκεί εταιρία "Sinta Marketing PTE Ltd", ως έξοδα, για να καταρτισθεί η ήδη διαπραγματευθείσα μεταξύ τους σύμβαση, βάσει της οποίας θα του χορηγούσε εγγυητική επιστολή 300.000 δολλαρίων ΗΠΑ (το ορθό είναι 3.000.000 δολλαρίων ΗΠΑ), την οποία θα κατέθετε στη συνέχεια, στην εδρεύουσα στο ...
Τράπεζα, με την επωνυμία "UNION NATIONAL BANK OF DUBAI", η οποία - βάσει αυτής της εγγυητικής επιστολής εις χείρας της - θα παρείχε δάνειο στην εταιρία που συνέστησαν αυτός και ο συνεταίρος του, μέχρι του ποσού των 24.000.000 δολλαρίων ΗΠΑ, προς διάθεση εφεξής αυτής (και κατάθεσής της) για την αγορά ενός συγκεκριμένου εμπορικού πλοίου, ζήτησε την εξαγορά των αμοιβαίων κεφαλαίων και την κατάθεση του τιμήματος αυτών σε λογαριασμό συναλλάγματος, ακολούθως δε την έκδοση τραπεζικής επιταγής 35.000 δολλαρίων ΗΠΑ, προκειμένου να την καταθέσει σε λογαριασμό του στην ..., υπογράψας σχετική υπεύθυνη δήλωση για το τελευταίο, προς τούτο δε εκδόθηκε από την εναγομένη η υπ' αριθ. .../25-7-2000 τραπεζική επιταγή σε διαταγή του, ποσού 35.000 δολλαρίων ΗΠΑ, το σώμα της οποίας του παραδόθηκε, ταξιδεύοντας όμως εν συνεχεία στις 26-7-2000 στη ...
και απευθυνόμενος σε διάφορες τράπεζες προς ρευστοποίηση της εν λόγω επιταγής, τον πληροφόρησαν ότι αυτό μπορεί να γίνει, μόνο μετά από παρέλευση ικανού χρονικού διαστήματος, που μπορούσε να είναι και ένας μήνας. Ότι στις 28-7-2000, καταρτίσθηκε η προαναφερόμενη σύμβαση μεταξύ αφενός του ενάγοντος και του συνεταίρου του Ζ.
Ι. και αφετέρου της χρηματοδοτικής εταιρίας "Sinta Marketing PTE Ltd", με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, ενώ την 1-8-2000 που ο ενάγων επέστρεψε στην Ελλάδα, επισκέφθηκε το ίδιο υποκατάστημα της εναγομένης, η οποία μετά από εντολή του ανέλαβε την υποχρέωση να αποστείλει, επ' αμοιβή, διά τεσσάρων (4) εμβασμάτων, με ποσόν μικρότερο έκαστο των 10.000 δολλαρίων ΗΠΑ, εντός του χρονικού διαστήματος από 1-8 έως 4-8-2000, το συνολικό ποσό των 35.000 δολλαρίων ΗΠΑ στην εταιρία "Sinta Marketing PTE Ltd" στη ..., παρά την αδυναμία εκπλήρωσης της υποχρέωσής της αυτής εξ αρχής, δηλαδή από του χρόνου κατάρτισης της συμβάσεως, γεγονός για το οποίο παρέλειψαν τα όργανα της εναγομένης, τα οποία την αντιπροσώπευσαν κατά την κατάρτιση της σύμβασης αυτής να τον ενημερώσουν από την αρχή, αλλά τούτο έγινε στις 4-8-2000.
Και ότι, η εταιρία "Sinta Marketing PTE Ltd", στην οποία θα κατατίθετο το εν λόγω ποσόν, για να καταρτισθεί η σχετική σύμβαση προς χορήγηση στον ενάγοντα της προρρηθείσης εγγυητικής επιστολής, είχε θέσει αρχικώς προθεσμία προς τούτο οκτώ ημερών, την οποία παρέτεινε κατά οκτώ ακόμη ημέρες, και η οποία τελικώς έληγε στις 14-8-2000, λόγω όμως μη καταβολής σ' αυτήν του άνω ποσού, κάνοντας χρήση του όρου 4.3 της σχετικής συμβάσεως, κατά τον οποίο "...
σε περίπτωση που η παρούσα σύμβαση τερματισθεί ή ακυρωθεί με οποιοδήποτε τρόπο στο θιγόμενο μέλος θα καταβληθεί το ποσό των 200.000 δολλαρίων", κατήγγειλε την συμφωνία τους στις 8-8-2000, με συνέπεια να καταπέσει η συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα των 200.000 δολλαρίων ΗΠΑ, την οποία κατέβαλε αμέσως σ' αυτήν ο ενάγων, πορρησθείς το ποσόν αυτό από δανεισμό, προς αποφυγή των περαιτέρω συνεπειών εις βάρος του, από τις εκδιδόμενες, στην περίπτωση αυτή, εντός δεκαημέρου, δικαστικές αποφάσεις, από τα δικαστήρια της ...ς, ζημιωθείς έτσι από την υπαίτια αυτή παράλειψη των οργάνων της εναγομένης κατά το αντίστοιχο ποσόν, αλλά και των δαπανών που υποβλήθηκε ο ίδιος και ο συνεταίρος του, για αεροπορικά εισιτήρια και την παραμονή τους σε ξενοδοχεία της ...
και στο .... Από τις παραδοχές αυτές της αναιρεσιβαλλομένης, αναφορικά με τη δεύτερη φάση της μεταξύ των αρχικών διαδίκων συναλλαγής (κατάρτιση σύμβασης εντολής με την οποία η αναιρεσείουσα αναλάμβανε την υποχρέωση εξαγωγής 35.000 δολλαρίων ΗΠΑ στην άνω αλλοδαπή εταιρία δια τεσσάρων εμβασμάτων ποσού μικρότερου των 10.000 δολλαρίων ΗΠΑ καθένα), καθίσταται φανερό, ότι η οποιαδήποτε ζημία του ενάγοντος δεν συνδέεται αιτιωδώς με την παράλειψη των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης να τον πληροφορήσουν από την αρχή περί της αδυναμίας εξαγωγής του παραπάνω ποσού συναλλάγματος στο εξωτερικό, αφού κι αν ακόμη υπήρχε η αρχική αυτή πληροφόρηση, εφόσον κατά την αναιρεσιβαλλόμενη υπήρχε αδυναμία εξαγωγής του ανωτέρω ποσού συναλλάγματος στη ..., η επιδιωκόμενη από τον ενάγοντα ζημία του θα επήρχετο ανεξάρτητα από το χρόνο πληροφόρησής του περί τούτου.
Εξάλλου, ως προς την πρώτη φάση της μεταξύ των άνω διαδίκων συναλλαγής (έκδοση και παράδοση στον ενάγοντα από την εναγομένη τραπεζικής επιταγής σε δολλάρια ΗΠΑ),σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά από την αναιρεσιβαλλομένη, εφόσον ο ενάγων πριν από την κατάρτιση με την αλλοδαπή εταιρία της επίδικης σύμβασης έλαβε γνώση ότι η ανω επιταγή δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί άμεσα σε τράπεζες της ... (26 ή 27-7-2000) και παρά ταύτα προέβη στις 28-7-2000 στην κατάρτισή της, η παράλειψη πληροφόρησής του περί τούτου από την εναγομένη, που φέρεται να συνιστά το πταίσμα της, δεν συνδέεται αιτιωδώς με τις επικαλούμενες ζημίες του από την καταγγελία της σύμβασης αυτής, αφού η τελευταία καταρτίσθηκε αφότου διαπίστωσε την αδυναμία άμεσης ρευστοποίησης της εν λόγω επιταγής, και επομένως, αυτό που συνιστούσε την παράλειψη της εναγομένης, το γνώριζε.
Ανεξάρτητα πάντως απ' αυτό, δεν προκύπτει με σαφήνεια και πληρότητα, από τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αν μεταξύ των αρχικώς διαδίκων καταρτίσθηκε σύμβαση εντολής, ή άλλη συμβατική σχέση, βάσει της οποίας ανέλαβε η εναγομένη την υποχρέωση της άμεσης ρευστοποίησης της άνω επιταγής στη ..., ή αν ο μεταξύ τους συμβατικός δεσμός ολοκληρώθηκε με την έκδοση και παράδοση στον ενάγοντα της επιταγής αυτής, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης πταίσματος των υπαλλήλων της εναγομένης για την μη πληροφόρηση του ενάγοντος, κατ' άρθρο 718 ΑΚ, περί δυνατότητος ή όχι άμεσης ρευστοποίησης της εν λόγω επιταγής και συνακόλουθα αντίστοιχη υποχρέωση αυτής προς αποζημίωση, από την καταρτισθείσα (εν γνώσει του ενάγοντος περί μη δυνατότητας άμεσης ρευστοποίησης της άνω επιταγής) και εν συνεχεία καταγγελθείσα από την αλλοδαπή εταιρία, λόγω μη καταβολής σ' αυτήν του ποσού των 35.000 δολλαρίων ΗΠΑ, επίδικη σύμβαση, για τις όποιες ζημίες υπέστη ο ενάγων συνεπεία της καταγγελίας αυτής.
Επομένως οι, πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του και τρίτος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι βάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μετά την παραδοχή των παραπάνω λόγων αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καλύπτει στο σύνολό τους τα προσβαλλόμενα κεφάλαια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ώστε να καθίσταται αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου και των προσθέτων λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του αυτού Εφετείου Αθηνών, που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραγος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 473/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ