1082/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 343/2005 μη οριστική, 407/2009 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-7-2010 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1082/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., εις το έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν ποίο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Full text
Απόφαση 1082 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1082/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Π. Παπατσίκη.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Μ. Π. του Κ., κατοίκου ..., 2) Ι. Π. του Κ., κατοίκου ..., 3) Α. Π. του Δ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 4) Δ. Π. του Α., 5) Κ. Π. του Α. και 6) Π. Π. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι οι μεν 1ος, 4ος, 5ος και 6ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σάμπαλη, ο δε 2ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο οποίος δήλωσε ότι ο τρίτος αναιρεσίβλητος (Α. Π. του Δ.) απεβίωσε στις 20-7-2001, και κληρονομήθηκε από τα τέκνα του Δ., Κ. και Π. Π. - ήδη 4ο, 5ο και 6ο αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 343/2005 μη οριστική, 407/2009 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-7-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 24-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τετάρτου και έκτου λόγου και την απόρριψη των υπολοίπων λόγων της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 290, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται και όταν μετά την άσκηση της αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη δε της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει και εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, εμφανίσθηκε ο Ιωάννης Σάμπαλης, ως πληρεξούσιος δικηγόρος του τρίτου αναιρεσιβλήτου Α. Π. και δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος αυτός απεβίωσε στις 20-7-2011 και κληρονομήθηκε από τα τέκνα του τέταρτο, πέμπτο και έκτο των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι και συνεχίζουν τη βίαια διακοπείσα δίκη. Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τους συνεχίζοντες τη δίκη πιο πάνω αναιρεσιβλήτους 571/2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου του Δήμου Ν. Φιλαδελφίας Αττικής, ο τρίτος αναιρεσίβλητος απεβίωσε πράγματι στις 20-7-2011 δηλ. μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, (στις 2.7.2010) και κληρονομήθηκε από αυτούς (ως εξ αδιαθέτω κληρονόμους του), τέκνα του, η ιδιότητά τους δε αυτή (κληρονομική) δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα. Επομένως, νόμιμα συνεχίζεται η δίκη από τους άνω κληρονόμους του τρίτου αναιρεσιβλήτου.-
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., εις το έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν ποίο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (αριθμ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ). πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί τη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς, επίσης, εφ' όσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού ήτοι τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, εάν δε απέρριψε την αγωγή η γενικώς τον ισχυρισμόν ως μη νόμιμο, το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 32/19965).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και, αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια τους, ποιο, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκεια τους λείπει (ΟλΑΠ 27/1998 και 32/1996).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους συναφείς τέταρτο και έκτο λόγους, αναίρεσης προβάλλονται αιτιάσεις από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφερόμενες στις παραδοχές του Εφετείου, ότι η από 15-11-1949 ιδιόγραφη διαθήκη του Κ. Π. είναι ανίσχυρη, αφού απ' αυτήν δεν προκύπτει η ταυτότητα του διαθέτη, ο οποίος φέρεται ότι υπογράφει με το όνομα Κ., οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι, αφού το αναιρετήριο δεν αναφέρεται το αποδιδόμενο στο Δικαστήριο νομικό σφάλμα περί της ερμηνείας και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης δεν γίνεται καμία μνεία για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, που να οδηγεί αυτήν σε έλλειψη νόμιμης βάσης, αλλά απλώς εκτίθενται οι απόψεις του αναιρεσείοντος ως προς την έννοια της διάταξης του άρθρου 1721 ΑΚ και των στοιχείων της ιδιόχειρης υπογραφής του διαθέτη, αντικρούοντα δε επιχειρήματα του Δικαστηρίου ως προς το κρίσιμο ζήτημα ότι από την υπογραφή του διαθέτη δεν καταδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας η ταυτότητά του (διαθέτη).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Όμως δεν γεννάται ο λόγος αυτό, αν και από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ1 είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η από τον αριθ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, ούτε εκτίμησε σωστά το περιεχόμενο των νομίμως προσκομισθέντων κατά τη πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δίκη εγγράφων, ήτοι: 1) Την υπ' αριθμ. .../7-2-1948 δημόσια διαθήκη του Συμβολαιογράφου Δημητσάνας, Αλεξάνδρου Παπασταθόπουλου, η οποία δημοσιεύτηκε με το υπ' αριθμ. 110/18-9-1958 πρακτικό του Πρωτοδικείου Τριπόλεως, και φέρει ημερομηνία προγενέστερη της από 15/11/1949 ιδιόγραφης διαθήκης του θανόντος πατρός του αναιρεσείοντα, 2) Το από Ιουλίου 1996 τοπογραφικό διάγραμμα του πτυχιούχου μηχανικού δομικών έργων, Δ.
Κ., στο οποίο η επιφάνεια του ισογείου αναγράφεται ότι είναι 66,67 τ.μ. και η επιφάνεια του εξωτερικού WC 3,76 τ.μ., του δε υπογείου 34,81 τ.μ. αντί του ορθού, ότι η ωφέλιμη επιφάνεια, δηλαδή χωρίς να μετρώνται οι περιμετρικοί τοίχοι πλάτους 70 εκατοστών έκαστος, είναι 50 τ.μ. του ισογείου, 2,5 τ,μ. του εξωτερικού WC και 20 τ.μ.
του υπογείου, 3) Την από 15/11/1949 ιδιόγραφη διαθήκη του αποβιώσαντος την 3/5/1950 πατρός του αναιρεσείοντα, χρονικά μεταγενέστερης της ανωτέρω υπ' αριθμ. .../7-2-1948 δημόσιας διαθήκης του, η οποία δημοσιεύτηκε νόμιμα στον τόμο 2592 και αριθμό 227 με το υπ' αριθμ. 2972/30-5-2003 πρακτικό συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στην οποία αναφέρει ρητώς και κατ' επανάληψη ότι το επίδικο πατρικό σπίτι αφήνει αποκλειστικά στον αναιρεσείοντα, μάλιστα δε καθορίζει και τα όρια του, τα οποία συμπίπτουν με τα όρια του επιδίκου, 4) Την υπ' αριθμ. .../18-2-2004 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Βασιλικής Κέστη-Κοροβέση, νόμιμα μεταγεγραμμένης στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Ψωφίδας, 5) Το υπ' αριθ.
πρωτ. 178/2-6-2004 πιστοποιητικό της Ιεράς Μητροπόλεως Γόρτυνος και Μεγαλαπόλεως, από το οποίο προκύπτει ότι την 27/2/1949 η υπ' αριθμ. 2 άδεια γάμου αφορώσα την κατά την 28/2/1949 τέλεση γάμου στο Ψάρι Γορτυνίας μεταξύ του Σ. Σ. και της αδελφής του αναιρεσείοντα, Δ. Κ. Π., ο οποίος ήταν ο πρώτος γάμος και για τους δύο και δεν έχει λυθεί μέχρι σήμερα.
Από το πιστοποιητικό αυτό αποδεικνύεται ότι η αδελφή του αναιρεσείοντα, Δ., συνήψε γάμο την 28/2/1949 στο Ψάρι Γορτυνίας, για την τέλεση του οποίου έλαβε ασφαλώς και τη σχετική προίκα, ενώ η διαθήκη συνετάγη την 15/11/1949 και ο διαθέτης πατέρας του δεν είχε πλέον κανένα λόγο να κάνει αναφορά για την αδελφή τους, Δ., η οποία είχε ήδη αποκατασταθεί προσωπικά και περιουσιακά, 6) Το υπ' αριθμ. .../6-12-1963 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αχαρνών Βασιλείου Αποστολάκη, στο οποίο φαίνεται η αγορά που έκανε με δικά του χρήματα ο αναιρεσείων στο όνομα της αδελφής του και τρίτης των αντιδίκων στην πρωτοβάθμια δίκη, 7) Την υπ' αριθμ.
πρωτ. 5659/29-10-1982 δήλωση του αναιρεσείοντα προς το Τμήμα Πολεοδομίας και Πολεοδομικών/ Εφαρμογών Νομού Αρκαδίας, νόμιμα θεωρημένη, του συνοδεύοντος αυτήν σχεδιαγράμματος, καθώς και φωτογραφία της επίδικης οικίας, από την οποία προκύπτει ότι η επίδικη οικία, της οποίας η ηλεκτροδότηση ζητήθηκε, έχει ανεγερθεί το έτος 1900, 8) Την από 15/10/1996 βεβαίωση του Προέδρου της Κοινότητας Ψαριού, από την οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσείων διέμενε εντός της επίδικης οικίας, για το λόγο δε αυτό του επιβλήθηκαν και τα σχετικά τέλη ύδρευσης, 9) Την απόδειξη είσπραξης της ΔΕΗ αναφορικά με την επίδικη οικία, 10) Το υπ' αριθμ. 56262/2003 πιστοποιητικό του Γραμματέα Πρωτοδικών Αθηνών περί δημοσιεύσεως των ως άνω διαθηκών και 11) Απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του πατέρα του αναιρεσείοντα, από την οποία αποδεικνύεται ότι αιτία θανάτου ήταν η φυματίωση η οποία την εποχή εκείνη είχε καλπάζουσα μορφή και μεταδοτικότητα και ήταν ο φόβος και ο τρόμος όλων, για το λόγο δε αυτό ο πατέρας του στην ιδιόγραφη διαθήκη του αναφέρεται σ' αυτόν και του δίνει και οδηγίες για την ανατροφή των αδελφών του, καθόσον πίστευε ότι η ασθένεια του θα είχε μεταδοθεί και στη μητέρα του, η οποία τον φρόντιζε.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγραφα και από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεχόμενο την ένδικη αγωγή, έλαβα υπόψη και συνεκτίμησε τα ως άνω έγγραφα χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει χωριστή αξιολόγηση του καθενός. "Κατά τις διατάξεις των αρθρ. 1846 και 1198 ΑΚ ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομιά, πλην όμως για να αποκτήσει την κυριότητα των κληρονομιαίων ακινήτων, εφόσον υπάρχουν, χρειάζεται και μεταγραφή της αποδοχής της κληρονομιάς που αναφέρεται σ' αυτή ή του κληρονομητηρίου.
Για την έγερση όμως της περί διανομής αγωγής αρκεί (για την πληρότητα και το νόμιμό της) η μνεία των στοιχείων της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος, καθώς και του γεγονότος ότι ο εναγόμενος αρνείται την εκούσια διανομή. Εάν ο τελευταίος κατά την αγωγή κατέστη συγκύριος του επικοίνου λόγω κληρονομιάς, τότε ο ενάγων (πέρα από τον δικό του τρόπο κτήσης της συγκυριότητας) δεν είναι υποχρεωμένος για το ορισμένο της αγωγής του να αναφέρει ότι ο εναγόμενος έχει αποδεχθεί την κληρονομιά και ότι μετέγραφε το σχετικό έγγραφο.
Ειδικότερα αν ο εναγόμενος (φερόμενος ως συγκύριος λόγω κληρονομιάς του επικοίνου ακινήτου) δεν έχει μεταγράψει την αποδοχή της κληρονομιάς του, χωρίς να αρνείται το κληρονομικό του δικαίωμα ή να προβάλλει αποποίηση, τότε η αγωγή δεν είναι αόριστη για τον λόγο ότι ούτε με την αγωγή ούτε με τις προτάσεις γίνεται επίκληση της μεταγραφής.
Εάν ο εναγόμενος ισχυριστεί ότι αυτός είναι αποκλειστικός κύριος του διανεμητέου, προβάλλοντας κατ' αυτού τον τρόπο αμφισβήτηση της ενεργητικής νομιμοποίησης της αγωγής, δεν υποχρεούται ο ενάγων να καθορίσει τον τρόπο με τον οποίο ο εναγόμενος έγινε συγκύριος. Στην περίπτωση αυτή η απόδειξη της συγκυριότητας του ενάγοντος θα έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ομολογουμένου από τον εναγόμενο δικαιώματος κυριότητας του όλου διανεμητέου πράγματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθ. 1, 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο έσφαλε εφόσον δεν εφάρμοσε και δεν ερμήνευσε σωστά τους κανόνες του Αστικού Δικαίου που διέπουν τις υποβληθείσες ενστάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου:
α) έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, αφού οι αναιρεσίβλητοι ουδέν δικαίωμα είχαν επί του διανεμητέου ακινήτου, δεδομένου ότι η διαθήκη που επικαλέστηκε και προσήγαγε ο αναιρεσείων ως μεταγενέστερη της προϋφισταμένης .../1948 δημόσιας διαθήκης, στην, οποία επιστηρίζουν τα δικαιώματά τους οι αναιρεσίβλητοι, υπερισχύει της τελευταίας και β) αοριστίας της ένδικης αγωγής, αφού, για την πληρότητα του δικογράφου της (αγωγής), που επιδιώκει τη διανομή ακινήτου, που περιήλθε στους διαδίκους με κληρονομική διαδοχή, έπρεπε να διαλαμβάνεται σ' αυτή, ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στα κληρονομιαία στοιχεία και ότι ο ενάγων και ο εναγόμενος έχουν αποδεχθεί την κληρονομιά με δημόσιο έγγραφο που μεταγράφηκε και αν ο εναγόμενος αμφισβητήσει την κυριότητα του κληρονομούμενου στο επίδικο ακίνητο, ο ενάγων είναι υποχρεωμένος με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης να συμπληρώσει την αγωγή του ως προς τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του δικαιοπαρόχου του αναφερόμενος σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας.
Τέτοια όμως συμπλήρωση της ένδικης αγωγής δεν έγινε στην προκείμενη περίπτωση. Ο λόγος αυτός, κατά μεν το μέρος του που περιέχει αιτίαση από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού στο αναιρετήριο δεν καθορίζονται οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή τους, ενώ κατά το μέρος που περιέχει αιτίαση από τον αριθ. 8β'του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δεχόμενο ότι η διαθήκη που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων ήταν ανίσχυρη και, επομένως, δεν μπορούσε να υπερισχύσει της προηγούμενης έγκυρης διαθήκης και ότι η ένδικη αγωγή διανομής ήταν πλήρως ορισμένη εφόσον ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε ότι είναι αποκλειστικός κύριος του επιδίκου κοινού ακινήτου και οι ενάγοντες ανέφεραν στην αγωγή τους ότι αποδέχτηκαν και μετέγραψαν την κληρονομιά, έλαβε υπόψη του αμέσως πιο πάνω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντα και τον απέρριψε ...
ως αποκλειστικά αβάσιμο. Τέλος ο λόγος κατά το μέρος του, που περιέχει αιτίαση από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αόριστος, ελλείψει αντίστοιχου πραγματικού λόγου αυτού. Συναφείς με τον προηγούμενο λόγο αναίρεσης είναι ο πέμπτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το τον αριθ. 8β'του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένσταση ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης, την ένσταση αοριστίας αγωγής, την ένσταση ιδίας κυριότητας και την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, ενστάσεις του αποτέλεσαν και λόγους έφεσης.
Ο λόγος αυτός κατά μεν το μέρος του, που αναφέρεται στις ενστάσεις έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης αοριστίας αγωγής και ιδίας κυριότητας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, κατά τα διαλαμβανόμενα στον προηγούμενο λόγο αναίρεσης, ενώ κατά το μέρος που αναφέρεται στην ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, αφού από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης δεν προκύπτει, ότι ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, ως ηττηθείς πρωτοδίκως διάδικος, πρόβαλε στο Εφετείο με λόγο έφεσης ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.
Ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθ. 10, 13 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.; γιατί το Εφετείο έσφαλε, απορρίπτοντας ως αόριστο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι έγινε κύριος του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, γιατί ο αναιρεσείων δεν γνωστοποίησε στους συγκληρονόμους του αναιρεσίβλητους ότι νέμεται αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό το επίκοινο ακίνητο, ενώ ήταν γνωστό σε όλους ότι αυτός (ο αναιρεσείων) ασκούσε από το θάνατο του πατέρα του τις κατονομαζόμενες εμφανείς υλικές πράξεις φυσικής εξουσιάσεως με διάνοια κυρίου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί, για να ιδρυθούν λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 10, 13 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει εισέλθει στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης και να έχει διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα, ενώ στην προκειμένη περίπτωση ο ως άνω ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αόριστος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.7.2010 αίτηση του Π. Π., για αναίρεση της 407/2009 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ