Legislator Case Law & Legislation
1082/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank's pension fund liquidation ruling, upholding favorable employee terms.

Case Number 1082/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by 23 employees against the Athens Court of Appeal's decision regarding the liquidation of Barclays Bank's group insurance fund. The employees argued that the liquidation process violated specific regulations requiring employee representatives' participation, claiming this absence led to an unfair distribution of funds. The court rejected this claim, ruling that the liquidation was legally valid and that the bank had voluntarily agreed to more favorable payout terms for employees than the existing fund balance would have allowed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 81(3), 82, 110(2) of the Code of Civil Procedure; The liquidation of a group insurance fund does not constitute a unilateral detrimental change to employment contracts, and the absence of employee representatives from the liquidation process does not render the liquidation void or give rise to claims for damages.

Keywords

AI generated
group insurance fund liquidation employee representatives participation unilateral contract modification pension fund distribution appeal dismissal collective bargaining rights bank employee benefits

Cited Legislation

AI generated
Articles 81(3), 82, 110(2) of the Code of Civil Procedure
Article 3(3)(c) of Presidential Decree 572/1988
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1082 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1082/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 4η Μαΐου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, κατοίκου ...έως και 23) Χ23, κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Νικόλαο Φιλιππόπουλο και Γεώργιο Παπαμιχαήλ.

Της αναιρεσίβλητης: Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "BARCLAYS BANK PLC", που εδρεύει στο ... του ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Κομματά.

Κοινοποιουμένη και προς τους προσθέτως παρεμβάντες: 1) Τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΓΣΕΕ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Λαγουβάρδου.

2) Δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΡΑΠΕΖΟΫΠΑΛΛΗΛΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΟΤΟΕ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Φιλιππόπουλο.

3) "ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΘΗΝΩΝ" (ΕΚΑ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Φιλιππόπουλο.

4) Συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ BARCLAYS BANK PLC", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Νικόλαο Φιλιππόπουλο και Γεώργιο Παπαμιχαήλ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-8-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την πρόσθετη παρέμβαση των ήδη προς κοινοποίηση διαδίκων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1033/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8815/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-2-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 22-12-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων και των προσθέτως παρεμβάντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και της πρόσθετης παρέμβασης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ.3, 82 και 110 παρ.2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η κλήση για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, που γίνεται είτε κάτω από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, είτε αυτοτελώς κατ` άρθρο 568 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να επιδίδεται και στον έχοντα κατ` αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβάντος υπέρ κάποιου από τους κύριους διαδίκους, από δε τις διατάξεις των άρθρων 80, 81 και 215 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η πρόσθετη παρέμβαση από το άρθρο 669 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, εφαρμοζόμενο και στην κατ' αναίρεση δίκη κατ' άρθρο 675 Α του ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 Ν. 3189/21-10-2003, ασκείται κατά την ενώπιον του Αρείου Πάγου εκκρεμή δίκη με κατάθεση δικογράφου, που κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους και περιέχει τα οριζόμενα στην παρ. 1 του ανωτέρω άρθρου 81 στοιχεία.

Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, καθόσον απευθύνεται κατά της "Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος" (ΓΣΕΕ), της "Ομοσπονδίας Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδας" (Ο.Τ.Ο.Ε.) και του " Εργατικού Κέντρου Αθηνών" (ΕΚΑ), που είχαν παρέμβει κατά την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δίκη υπέρ των αναιρεσειόντων και παρίστανται και κατά την παρούσα δίκη, έχει την έννοια της ανακοίνωσης της δίκης για να ασκήσουν και αυτοί, ενδεχομένως, αναίρεση ή παρέμβαση υπέρ των αναιρεσειόντων στην παρούσα δίκη, στην οποία δεν άσκησαν κάποιο από τα δικαιώματά τους αυτά αλλά μόνο παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις.

ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 και 361 ΑΚ, 3 παρ. 1 και 2 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3198/ 1955 και 1 της 95/1949 διεθνούς σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το ν. 3248/ 1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη σύμβαση καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της εργασίας.

Τέτοια παροχή δεν μπορεί μονομερώς να ανακληθεί από τον εργοδότη. Έτσι, στην περίπτωση ομαδικής ασφάλισης του προσωπικού μιας επιχείρησης από τον εργοδότη, ο οποίος, συνάπτοντας γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, αναλαμβάνει να καλύπτει αυτός, ολικά ή μερικά, το ασφάλιστρο, η ασφάλιση αυτή, αν αποτελέσει όρο της μεταξύ αυτού και των μισθωτών εργασιακής σύμβασης, έχει χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, η οποία συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας που αποκτά ο εργαζόμενος, εωσότου να πληρωθούν οι προϋποθέσεις της συμβάσεως ασφάλισης για την είσπραξη του ασφαλίσματος.

Δεν έχουν όμως το χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές που δίνονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόθεση που εκδηλώνεται και από τα δύο μέρη, ρητά ή σιωπηρά, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία, με συνέπεια να ιδρύεται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα για τις παροχές αυτές, αλλά οικειοθελώς από ελευθεριότητα, με τη σαφή βούληση του εργοδότη ότι αυτός μπορεί, οποτεδήποτε θελήσει, να τις ανακαλέσει και να παύσει τη χορήγησή τους.

Μπορεί όμως και μια τέτοια οικειοθελής παροχή, αν επαναλαμβάνεται για πολύ χρόνο και ομοιόμορφα, να καταλήξει σε σιωπηρή συμφωνία να καταβάλλεται ως μισθός, από επιχειρησιακή συνήθεια, οπότε ο εργοδότης δεν μπορεί να διακόψει την καταβολή της, εκτός αν έχει επιφυλάξει τέτοιο δικαίωμα στον εαυτό του προφορικά ή γραπτά ή με νεότερη συμφωνία μεταξύ αυτού και του μισθωτού στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ) του παρασχεθεί τέτοιο δικαίωμα.

Η από επιχειρησιακή συνήθεια παροχή του εργοδότη προς τους εργαζομένους, που έχει καταστεί συμβατική, δεσμεύει και το νέο εργοδότη σε περίπτωση μεταβολής του προσώπου αυτού. Εξάλλου, στο άρθρο 3 παρ. 1, 2 και 3 του π.δ. 572/1988, με τις διατάξεις του οποίου, εφαρμοζόμενες σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση επιχειρήσεων, σε άλλο επιχειρηματία, εναρμονίσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς εκείνη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεως με οποιαδήποτε μορφή (πώληση, συγχώνευση, απορρόφηση κλπ.), ορίζεται: "1.

Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας που υφίσταται κατά την ημερομηνία της για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβασης, βαρύνουν εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής το διάδοχο. Ο μεταβιβάζων, παράλληλα με το διάδοχο, παραμένει και μετά τη μεταβίβαση υπεύθυνος σε ολόκληρο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος. 2.

Με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου, μετά την για οποιοδήποτε λόγο μεταβίβαση, ο διάδοχος τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας. 3. Ειδικότερα, σε ότι αφορά τα δικαιώματα από τυχόν υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης, είτε με μορφή ομαδικού προγράμματος σε ασφαλιστική εταιρία είτε με μορφή λογαριασμού που λειτουργεί στα πλαίσια της επιχείρησης, σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεως, ισχύουν τα εξής:

α) αν ο διάδοχος αποδέχεται τη συνέχιση της σύμβασης ασφάλισης με τους ίδιους όρους που ίσχυαν για τον μεταβιβάζοντα, ανανεώνεται η σύμβαση ασφάλισης. Αν μεσολαβεί ασφαλιστική εταιρία, ο διάδοχος ανανεώνει τη σύμβαση ασφάλισης και με αυτήν. β) Αν ο διάδοχος αποδέχεται τη σύμβαση ασφάλισης, με διαφορετικούς όρους από εκείνους που ίσχυαν για τον μεταβιβάζοντα, στην περίπτωση αυτήν πληροφορεί τους εκπροσώπους των εργαζομένων για τη μεταβολή των όρων, διαβουλεύεται με αυτούς και τον μεταβιβάζοντα και καταρτίζει νέα σύμβαση ασφάλισης.

Αν μεσολαβεί ασφαλιστική εταιρία, στις διαβουλεύσεις μετέχει και εκπρόσωπός της για να υποβάλει νέες προτάσεις προς κατάρτιση νέας ασφαλιστικής σύμβασης, λαμβανομένου υπόψη και του τυχόν πλεονάζοντος μαθηματικού αποθέματος. γ) Αν ο διάδοχος πριν από τη μεταβίβαση αρνηθεί τη συνέχιση της ασφαλιστικής σύμβασης, είτε με τη μορφή ομαδικού προγράμματος σε ασφαλιστική εταιρία είτε με τη μορφή λογαριασμού που λειτουργεί στα πλαίσια της επιχείρησης, τα σχετικά κεφάλαια με μορφή είτε μαθηματικού αποθέματος που συγκεντρώνεται στην ασφαλιστική εταιρία είτε αποθέματος (λογαριασμού) που δημιουργείται στην επιχείρηση, ανήκουν στους εργαζόμενους και εκκαθαρίζονται από τον μεταβιβάζοντα και τους εκπροσώπους των εργαζομένων, ανάλογα με το χρόνο ασφάλισης και τα ποσά που διατέθηκαν για κάθε εργαζόμενο.

Λογαριασμός που τυχόν λειτουργεί εντός της επιχείρησης, σε περίπτωση που ο διάδοχος αρνηθεί τη συνέχιση της ασφάλισης εκκαθαρίζεται ως ανωτέρω εντός έτους από της δήλωσης του διαδόχου ότι αρνείται τη συνέχιση της ασφάλισης". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι με αυτές τίθεται ο κανόνας, ότι, σε περίπτωση μεταβίβασης επιχείρησης, διατηρούνται όλα τα δικαιώματα των εργαζομένων και όλες οι προς αυτούς υποχρεώσεις του εργοδότη, είτε αυτές προέρχονται από συλλογικές συμβάσεις εργασίας είτε από κανονισμούς εργασίας ή άλλη νόμιμη αιτία, όπως είναι η επιχειρησιακή συνήθεια.

Εξαίρεση από τον κανόνα αυτόν εισάγει η προεκτεθείσα παρ. 3, κατά την οποία επιτρέπεται στο διάδοχο, είτε να αρνηθεί τη συνέχιση της ασφαλιστικής, με τις ανωτέρω μορφές, σύμβασης είτε να τη συνεχίσει με τους ίδιους όρους, οπότε ανανεώνεται η σύμβαση ασφάλισης, ή με διαφορετικούς. Στην τελευταία περίπτωση γίνεται νέα διαπραγμάτευση των όρων μεταξύ του διαδόχου, των εκπροσώπων των εργαζομένων στη μεταβιβαζόμενη επιχείρηση και του αρχικού εργοδότη και, αν στο σύστημα ασφάλισης μεσολαβεί ασφαλιστική εταιρεία, και του εκπροσώπου αυτής.

Η μη συμμετοχή εκπροσώπου των εργαζομένων στην εκκαθάριση των σχετικών κεφαλαίων με μορφή, είτε μαθηματικού αποθέματος που συγκεντρώνεται στην ασφαλιστική εταιρία είτε αποθέματος (λογαριασμού) που δημιουργείται στην επιχείρηση, τα οποία ανήκουν στους εργαζόμενους, δεν τίθεται με ποινή ακυρότητας της εκκαθάρισης.

Τούτο συνάγεται και από τις διατάξεις των άρθρων 6 και 7 του π.δ. 572/1988, εκ των οποίων η τελευταία ορίζει στην παρ. 1 ότι "Ο μεταβιβάζων, ο διάδοχος ή οι εκπρόσωποί τους, που παραβαίνουν τις διατάξεις του άρθρου 6 του παρόντος, τιμωρούνται με πρόστιμο από 50.000 έως 500.000 δρχ. Το πρόστιμο επιβάλλεται με αιτιολογημένη πράξη του αρμόδιου Επιθεωρητή Εργασίας και εισπράττεται υπέρ του ΟΑΕΔ σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΕΔΕ".

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής κρίσιμα περιστατικά: "Οι ενάγοντες είχαν προσληφθεί από την εναγόμενη Τράπεζα, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, ως υπάλληλοι αυτής. Την 1-11-1986 η εναγομένη κατάρτισε με την ασφαλιστική εταιρεία "Alico" την υπ' αριθμ. ...

σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, με βάση την οποία παρεχόταν στους υπαλλήλους της ( μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες) κατά τη λύση της σύμβασης εργασίας χρηματική παροχή συνιστάμενη σε ετήσια ισόβια σύνταξη καταβλητέα σε 14 ισόποσες δόσεις ή εφάπαξ παροχή κατ' επιλογή των εργαζομένων. Τα ασφάλιστρα καταβάλλονταν αποκλειστικά από την εναγόμενη Τράπεζα.

Η εναγομένη είχε ρητά επιφυλαχθεί σύμφωνα με όρο της άνω σύμβασης για το ελευθέρως ανακλητό της παροχής αυτής, η οποία (παροχή) ήταν οικειοθελής και δεν επιβαλλόταν από κάποιο νόμο ή κάποια σύμβαση. Στο τέλος του έτους 2000 η εναγομένη αποφάσισε να διακόψει τις εργασίες της στην Ελλάδα και στις 28-2-2001 μεταβίβασε το σύνολο της περιουσίας της στην Ελλάδα στην τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "HSCC Bank P.L.C.", η οποία την διαδέχθηκε και την υποκατέστησε στις υπάρχουσες εργασιακές σχέσεις.

Κατά τις διαπραγματεύσεις που έγιναν η τελευταία τράπεζα αρνήθηκε να συνεχίσει την ομαδική σύμβαση ασφάλισης των εργαζομένων στην εναγομένη που είχε καταρτίσει ως ανωτέρω και, συνεπώς, σύμφωνα με το Π.Δ. 572/1988 άρθρο 3 περίπτωση γ', έπρεπε να λυθεί η σύμβαση ομαδικής ασφάλισης και να πραγματοποιηθεί εκκαθάριση του αποθέματος που είχε δημιουργηθεί στην ασφαλιστική εταιρεία.

Στις 28-2-2001 η εναγομένη κατ' ανάγκη κατάγγειλε την προαναφερόμενη ομαδική σύμβαση ασφάλισης , η καταγγελία δε αυτή δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, ούτε υπαίτια ματαίωση της πλήρωσης αίρεσης υπό την οποία τελούσε το δικαίωμα προσδοκίας των εναγόντων, διότι ενήργησε κατ' επιταγή του νόμου, δεδομένου ότι η διάδοχός της αρνήθηκε τη συνέχιση της σύμβασης ασφάλισης, όπως είχε δικαίωμα και από το νόμο.

Περαιτέρω, το απόθεμα του ασφαλιστικού προγράμματος κατά το χρόνο της καταγγελίας , δηλαδή το κεφάλαιο πλέον των τόκων, ανήλθε στο ποσό των 1.456.311.855 δραχμών. Η εναγομένη σε συμφωνία με την παραπάνω ασφαλιστική εταιρεία τροποποίησε τον τρόπο υπολογισμού των παροχών των ασφαλισμένων σε περίπτωση λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης επί το ευνοϊκότερο αυτών (εργαζομένων) λαμβάνοντας υπόψη όχι το μισθό των ασφαλισμένων κατά το χρόνο της καταγγελίας της ασφαλιστικής σύμβασης, όπως είχε αρχικά συμφωνηθεί, αλλά αυτόν που θα ελάμβαναν οι ασφαλισμένοι κατά το χρόνο της προβλεπόμενης συνταξιοδότησης με τη συμπλήρωση της ηλικίας των 60 ετών.

Με τον τρόπο αυτό επήλθε ευνοϊκή υπέρ των εργαζομένων (μεταξύ αυτών και οι ενάγοντες) τροποποίηση της ασφαλιστικής σύμβασης, με αποτέλεσμα οι υπολογιζόμενες βάσει της μεθόδου αυτής συνολικές αποδοχές προς τους ασφαλισμένους να φθάνουν στο ποσό των 2.040.543.972 δραχμών, ήτοι σε χρηματικό ποσό μεγαλύτερο του αποθέματος.

Επιπλέον, για την ευνοϊκή μεταχείριση των εργαζομένων της η εναγομένη, χωρίς να έχει καμιά νομική υποχρέωση, κατέβαλε το ποσό των 366.916.892 δραχμών, εις τρόπον ώστε το υπό διανομή ποσό να είναι κατά το ως άνω χρηματικό ποσό μεγαλύτερο του αποθέματος και να λάβουν οι ενάγοντες και οι λοιποί εργαζόμενοι, τελικά, χρηματικά ποσά μεγαλύτερα από αυτό που θα ελάμβαναν αν γινόταν απλή εκκαθάριση του υπάρχοντος αποθέματος.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι τους καταβλήθηκαν χρηματικά ποσά μικρότερα από τα δικαιούμενα από την εκκαθάριση του αποθέματος απορριπτέος κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμος". Οι αναιρεσείοντες με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 3 εδάφ. γ' του π.δ. 572/1988, με τη μη εφαρμογή αυτής κατά το μέρος της που επιτάσσει τη συμμετοχή των εκπροσώπων των εργαζομένων κατά την εκκαθάριση του αποθέματος του ομαδικού ασφαλιστηρίου, με συνέπεια από τη μη συμμετοχή αυτών να προκύψουν οι ένδικες αξιώσεις τους. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με τα παραπάνω αναφερόμενα, η μη συμμετοχή των εκπροσώπων των εργαζομένων στη άνω εκκαθάριση δεν τίθεται με ποινή ακυρότητας της εκκαθάρισης. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-2-2008 αίτηση (με αρ. καταθ. 261/2008) για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8815/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ