Supreme Court allows defamation appeal, overturning lower court's finding of truth in newspaper report.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the second-instance judgment in a defamation case involving a newspaper and an individual. The lower court had dismissed the claim by finding the newspaper's report substantially accurate to the criminal indictment. The court ruled that the lower court's reasoning contradicted its own findings regarding the content's accuracy and violated substantive law provisions on defamation. Consequently, the appeal was granted, the lower judgment was overturned, and the case was remanded for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 362, 363 of the Penal Code; Articles 57, 914 of the Civil Code; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: A court decision is void if it contradicts its own reasoning regarding the truth of alleged facts, thereby violating the constitutive elements of defamation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1082 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1082/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Βασίλειο Ρήγα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΘΕΣΣΑΛΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ Α.Ε", ιδιοκτήτριας της καθημερινής εφημερίδας "ΘΕΣΣΑΛΙΑ", που εδρεύει στο Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Νικόλαος Παπαπέτρος με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου : ψ1, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Χρίστος Κουτρούμπας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 72/26.04.2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 15/2006 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 639/2006 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19.04.2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 17.03.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος αυτού και τη απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 56/19-4-2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 639/27-6-2006 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, κατάληξη της ακόλουθης διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με την 72/26-4-2004 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, την οποία, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, υπέστη η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη από την αποδιδόμενη άδικη και υπαίτια πράξη της δια του τύπου συκοφαντικής δυσφημήσεως της με την δημοσίευση του ιστορούμενου περιεχομένου κειμένου στην εκδιδόμενη από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα στον Βόλο εφημερίδα "......".
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η απορριπτική αυτής 15/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 91/28-3-2005 εφέσεως της ενάγουσας, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και μερική παραδοχή της αγωγής, η 639/2006 απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εναγομένη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια.
Ειδικότερα : Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Εξάλλου, το άρθρο 14 του Συντάγματος, ορίζει στην μεν παράγραφο 1 ότι καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του τηρώντας τους νόμους του Κράτους, στη δε παράγραφο 2 ότι ο τύπος είναι ελεύθερος και ότι η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύεται.
Ο τύπος αποτελεί κοινωνικό λειτούργημα, ασκώντας καθήκοντα τα οποία ο ίδιος επιλέγει, βάσει της αποστολής του, που συνίσταται στην πληροφόρηση και τη σύμπραξη για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Η ελευθερία όμως του τύπου δεν αποτελεί αυτοσκοπό και συνακόλουθα δεν πρέπει να συνεπάγεται, χωρίς άλλο, τη θυσία άλλων έννομων αγαθών, γι' αυτό και υπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 14 § 1 του Συντάγματος, στο γενικό περιορισμό της τηρήσεως των νόμων του Κράτους, οι οποίοι και αποτελούν το γενικό νομικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο κινείται και αναπτύσσεται ελεύθερα ο τύπος.
Με νόμο, επομένως, μπορεί να περιοριστεί η ελευθερία διαδόσεως των στοχασμών και η αντίστοιχη ελευθερία πληροφορήσεως, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να είναι γενικής φύσεως, να αποτελούν μόνο κατασταλτικά μέτρα και να μη θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος της ελευθερίας του τύπου. Το άρθρο 10 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης, που κυρώθηκε με το ν.2329/1953 και το ν.
δ. 53/1974, καθιερώνει με την παράγραφο 1 αυτού την ελευθερία της γνώμης και της μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, όμως με την παράγραφο 2 αυτού προβλέπει δυνατότητα περιορισμού της ελευθερίας του τύπου, ορίζοντας ότι η άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης εκφράσεως συνεπάγεται καθήκοντα και ευθύνες και μπορεί να υπαχθεί σε περιορισμούς ή κυρώσεις που προβλέπονται από το νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα σε δημοκρατική κοινωνία για την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια τάξη, την προστασία της υπολήψεως και των δικαιωμάτων τρίτων, για την παρεμπόδιση της κοινολογήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών ή για την εξασφάλιση του κύρους ή της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 § 1 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, αξίωση αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικαιοπραξίες δεν αποκλείεται. Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει σε κάθε περίπτωση μειωτικής επεμβάσεως από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητα του άλλου, που συνιστούν συντελεστές, προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητας του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ή ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητας του βλαπτομένους κατά το χρονικό σημείο της προσβολής.
Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος το οποίο όμως είναι είτε από άποψη έννομης τάξεως, μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της συγκρούσεως των προστατευομένων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα αγαθά και συμφέροντα για τη διακρίβωση της υπάρξεως προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της.
Για την προστασία της προσωπικότητας δεν απαιτείται η ύπαρξη πταίσματος, δόλου ή αμέλειας, αυτού που προσβάλλει. Απαιτείται όμως για την αξίωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 § 3 ΑΚ παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικαιοπραξιών (ΑΚ 914).
Προσβολή της προσωπικότητας με αδικοπραξία πραγματώνεται και με το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, το οποίο, κατά τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον.
Ο ισχυρισμός ή η διάδοση του δυσφημιστικού γεγονότος μπορεί να γίνει και δια του τύπου, οπότε υπάρχει για τους υπευθύνους του εντύπου, έγκλημα συκοφαντικής δυσφημήσεως δια του τύπου, το οποίο, μετά την κατάργηση με το άρθρο μόνο του ν. 2243/1994, όλων των ειδικών περί τύπου ποινικών διατάξεων, συντελείται υπό τις ίδιες ακριβώς προϋποθέσεις, που απαιτούνται και για την κοινή συκοφαντική δυσφήμιση.
Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος συνιστάμενος στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Κατά το άρθρο όμως 367 ΠΚ δεν αποτελούν άδικη πράξη (α) οι δυσμενείς κρίσεις - (γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή (δ) σε ανάλογες περιπτώσεις (§1).
Η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται (α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξεως του άρθρου 363, καθώς και (β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 367 § 1 ΠΚ επί συκοφαντικής δυσφημίσεως και δεν αίρεται ο άδικος αυτής χαρακτήρας και όταν η δι' αυτής προσβολή της προσωπικότητας έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον.
Κατά τις διαφεύγουσες τον αναιρετικό έλεγχο ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως "Η ενάγουσα είναι εκπαιδευτικός (δασκάλα) ειδικής αγωγής και υπηρετούσε κατά τον κρίσιμο χρόνο στο 2ο ειδικό Δημοτικό Σχολείο Βόλου. Ο σύζυγός της Γ με τον οποίο τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 25-6-1988 και απόκτησαν δύο παιδιά, τον Γ1 που γεννήθηκε στο έτος 1990 και τη Γ2 που γεννήθηκε το 1992 ήταν κατά τον ίδιο χρόνο δικηγόρος διορισμένος στο Πρωτοδικείο Βόλου.
Ο γάμος αυτός είχε λυθεί αμετάκλητα με την 31/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου και με την 293/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου ανατέθηκε η άσκηση της επιμέλειας και των δύο παιδιών τους στην ενάγουσα. Αργότερα τα παιδιά αυτά διέμεναν μαζί με την μητέρα τους ενάγουσα η οποία και ασκούσε την επιμέλειά τους.
Η ενάγουσα με την με αριθμ. κατάθ. 511/2-12-2003 αγωγή της ζήτησε την μεταρρύθμιση κατά ένα μέρος της 293/2000 ως άνω απόφασης ώστε ν' ανατεθεί η άσκηση και η επιμέλεια του ανηλίκου υιού τους Γ1 στον πατέρα του Γ, λόγω της αδυναμίας της να εξακολουθήσει η ίδια ν' ασκεί την επιμέλεια επ' αυτού λόγω άρνησης εκ μέρους αυτού (ανηλίκου) αποδοχής του τρόπου άσκησης της επιμέλειας εκ μέρους αυτής και της τήρησης των οδηγιών της κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων της, των βίαιων αντιδράσεων και χειροδικιών του κατά της μικρότερης αδελφής αλλά και των επιθέσεών του και κατά της ίδιας (της ενάγουσας) την οποία στις 28-10-2003 την είχε ρίξει στο πάτωμα και την είχε ακινητοποιήσει πράγμα που ανάγκασε την μικρότερη αδελφή του να καλέσει την αστυνομία.
Από τότε και κατόπιν σχετικής συνεννόησης της ενάγουσας με τον πατέρα του ανηλίκου ο τελευταίος αναγνωρίζοντας και ο ίδιος την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί ανέλαβε ο ίδιος την άσκηση της επιμέλειας για κάποιο χρονικό διάστημα. Σχετική ρύθμιση ζήτησε η ενάγουσα και με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων η οποία απορρίφθηκε με την 201/30-1-2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων) αφού έγινε δεκτό ότι δεν υπήρχε κατεπείγον ενόψει και του ότι ο πατέρας του ανηλίκου από τα τέλη Οκτωβρίου του έτους 2003 "εν τοις πράγμασι" ασκούσε την επιμέλεια του ανηλίκου τούτου το οποίο και διέμενε μαζί του.
Ο προαναφερθείς σύζυγος της ενάγουσας στη συνεχεία κατέθεσε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Βόλου την από 18-3-2004 μήνυσή του εναντίον αυτής (εναγούσης). Το περιεχόμενο της μηνύσεως αυτής έχει ως εξής: "Με την έναντι μηνυόμενη τέλεσα νόμιμο γάμο στις 25-6-1988 στο Βόλο από τον οποίο αποκτήσαμε δύο τέκνα τον Γ1, ηλικίας σήμερα 13 ετών και την Γ2, ηλικίας σήμερα 11 ετών.
Ο γάμος μου με την μηνυόμενη έχει λυθεί αμετάκλητα και με την υπ' αριθμ. 293/2000 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου (Ειδική Διαδικασία) έχει ανατεθεί η άσκηση της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων μας στην έναντι μηνυόμενη. Η προαναφερθείσα απόφαση επεδόθη στην έναντι μηνυόμενη την 2 Μαρτίου 2004.
Η έναντι μηνυόμενη παρά το γεγονός ότι αρχικά είχε συμμορφωθεί με την άνω απόφαση και ασκούσε την επιμέλεια στα ανήλικα τέκνα μας, όπως άλλωστε είχε υποχρέωση, εντούτοις το τελευταίο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα από τον Νοέμβριο 2003 δεν συμμορφώνεται με την άνω απόφαση και αρνείται να ασκήσει την επιμέλεια στο ανήλικο τέκνο μας τον Γ1 με αποτέλεσμα να έχουν δημιουργηθεί σοβαρά προβλήματα στην ομαλή ψυχοσωματική ανάπτυξη του τέκνου μας παρά το γεγονός ότι το τέκνο μας μένει μαζί μου.
Κατέβαλα επίμονες προσπάθειες να πεισθεί η έναντι μηνυόμενη ότι η μη άσκηση της επιμέλειας εκ μέρους της στο ανήλικο τέκνο μας και η άρνηση της να δεχθεί να μείνει μαζί της το τέκνο μας έχει ολέθριες συνέπειες για την ανάπτυξη του, στερούμενο σε μία πάρα πολύ ευαίσθητη ηλικία την μητρική στοργή και την συντροφιά της αδελφής του Γ2, πλην όμως η έναντι μηνυόμενη είναι αμετάπειστη και εντελώς παράνομα και αδικαιολόγητα αρνείται να συμμορφωθεί με την άνω απόφαση και να πάρει το τέκνο μας Γ1 μαζί της, ασκώντας την επιμέλεια σε αυτό όπως έχει υποχρέωση.
Προ αυτής της κατάστασης εκάλεσα την έναντι μηνυόμενη και εγγράφως με το από 9-2-2004 εξώδικό μου να προσέλθει την 12-2-2004, ημέρα Πέμπτη και ώρα 20.00 στο σπίτι μου στο .... (....) για να παραλάβει το ανήλικο τέκνο μας Γ1, πλην όμως και πάλι αρνήθηκε να το πράξει, όπως επίσης αρνείται μέχρι σήμερα να συμμορφωθεί με την άνω απόφαση και να αναλάβει την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου μας. Επειδή η έναντι μηνυόμενη εκ προθέσεως δεν συμμορφώνεται με την άνω δικαστική απόφαση με αριθμό 293/2000 του Μονομ. Πρωτ. Βόλου (Ειδική Διαδικασία) και ευθέως παραβιάζει το άρθρο 232 Α του Π.Κ.
Επειδή για το χρονικό διάστημα μέχρι χθες 17-3-2004 κατέθεσα σχετική μήνυση προς τον κ. Εισαγγελέα Πλημ/κών Βόλου.
Επειδή οι άνω πράξεις της έναντι μηνυόμενης προβλέπονται και τιμωρούνται από τον Π.Ν.
Επειδή επιθυμών την ποινική δίωξη της έναντι μηνυόμενης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Και με την ρητή επιφύλαξη κάθε δικαιώματός μου.
Μηνύω αυτήν ενώπιον σας και ζητώ την κατά Νόμον τιμωρία της. Μάρτυρα προτείνω: ......".
Στις ...... στο ..... φύλλο της τοπικής εφημερίδας με τον διακριτικό τίτλο "...." ιδιοκτησίας της εναγομένης δημοσιεύθηκε στην σελίδα ... άρθρο, με υπογραφή της δημοσιογράφου του δικαστικού ρεπορτάζ της ως άνω εφημερίδας ...... το οποίο έχει ως εξής: ".... δικηγόρος μήνυσε την πρώην σύζυγο για εγκατάλειψη των παιδιών τους (τίτλος).
Μήνυση σε βάρος της πρώην συζύγου του, δασκάλας ειδικής αγωγής, κατέθεσε στην Αντιεισαγγελέα υπηρεσίας με το αίτημα να κινηθεί αυτόφωρη διαδικασία για τη διάπραξη του αδικήματος παραβίασης δικαστικής απόφασης. Ο μηνυτής, δικηγόρος στο επάγγελμα κατηγορεί την πρώην σύζυγό του για εγκατάλειψη του ηλικίας 13 ετών παιδιού τους εδώ και πέντε μήνες, παρά το γεγονός ότι με δικαστική απόφαση έχει λάβει την επιμέλεια του ανηλίκου.
Όπως αναφέρεται και στη μηνυτήρια αναφορά το 13χρονο αγόρι ζει αυτό το διάστημα με τον πατέρα του, καθώς η μητέρα του αρνείται ακόμα και να το δει, ενώ εκείνο τη ζητά απεγνωσμένα. Σύμφωνα με τη μήνυση του δικηγόρου και πατέρα του ανηλίκου, όλο αυτό το διάστημα το παιδί του αντιμετωπίζει έντονο ψυχολογικό στρες καθώς επιθυμεί να ζήσει με τη μητέρα του, η οποία όμως αρνείται επίμονα να τον δεχθεί.
Παράλληλα, σημειώνεται ότι και το ηλικίας 11 ετών σήμερα κορίτσι, δεύτερο παιδί του πρώην ζευγαριού, που διαμένει με τη μητέρα του, βρίσκεται μακριά από τον αδελφό της που επίσης ζητά συνεχώς και επιθυμεί να ζήσουν μαζί. Ο μηνυτής υποστηρίζει ότι με τη στάση της αυτή η πρώην σύζυγός του έχει καταφέρει να χωρίσει τα δύο αδέλφια δημιουργώντας ψυχολογικό πρόβλημα τελικά και στα δύο παιδιά.
Με την μήνυση του ζητά τη σύλληψη της πρώην συζύγου του και την παραπομπή της με τη διαδικασία του Αυτοφώρου για την παραβίαση της δικαστικής απόφασης με ζητούμενο ν' αναγκαστεί να δεχθεί τον 13χρονο γιο της και πάλι στο σπίτι, όπως ανέφερε η δικαστική απόφαση ανάθεσης επιμέλειας, αλλά κυρίως επειδή αυτή είναι η επιθυμία του ανηλίκου.
Το περιστατικό οικογενειακής κατ' εξοχήν διαμάχης δεν είναι ιδιαίτερα συνηθισμένο και έχει προκαλέσει ιδιαίτερη αίσθηση, ενώ τώρα τη λύση καλείται, να δώσει και πάλι η Δικαιοσύνη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορεί να ευαισθητοποιήσει και άλλους κοινωνικούς φορείς ή μεμονωμένα άτομα ....".
Βεβαίως στο ανωτέρω δημοσίευμα δεν αναφέρει το ονοματεπώνυμο της εναγούσης όμως τα δημοσιευθέντα περιγραφικά στοιχεία "..... δικηγόρος" "μήνυσε την πρώην σύζυγό του, μήνυση σε βάρος της πρώην συζύγου του δασκάλας ειδικής αγωγής" προσδιορίζουν κατά τρόπο σαφή την ενάγουσα λαμβανομένου υπόψη ότι στη σχετικά μικρή κοινωνία του .... ο αριθμός των δασκάλων ειδικής αγωγής είναι μικρός (15) και η δασκάλα ειδικής αγωγής που είχε τελέσει γάμο με δικηγόρο .... ήταν μόνο η ενάγουσα.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το ανωτέρω δημοσίευμα κατά το μέρος που αναφέρεται στην υποβολή της μηνύσεως από τον προαναφερθέντα σύζυγο της εναγούσης κατά αυτής για παραβίαση εκ μέρους αυτής της ως άνω απόφασης σχετικά με την ανατεθείσα επιμέλεια του ηλικίας 13 ετών υιού τους είναι αληθές. Το πραγματικό αυτό γεγονός το οποίο περιήλθε σε γνώση της προαναφερθείσης δημοσιογράφου από τη μήνυση αποτελεί είδηση την οποία η τελευταία στα πλαίσια της ελευθερίας του τύπου είχε δεδικαιολογημένο ενδιαφέρον να το δημοσιεύσει καθόσον πρόκειται για γεγονός σχετικό με την συμπεριφορά προσώπου (δασκάλας ειδικής αγωγής) που ενδιαφέρει το κοινωνικό σύνολο.
Συνεπώς κατά το μέρος τούτο κατ' αποδοχή και ως ουσιαστικά βάσιμης της σχετικής ένστασης της εναγομένης δεν υφίσταται άδικη προσβολή της προσωπικότητας της εναγούσης. Περαιτέρω όμως αποδείχθηκε ότι η προαναφερθείσα δημοσιογράφος δεν περιορίστηκε στην δημοσίευση της ανωτέρω είδησης όπως περιήλθε σ' αυτή αλλά παραποίησε προς το δυσμενέστερο το περιεχόμενο της μήνυσης που είχε περιέλθει στα χέρια της και προσέθεσε στο δημοσίευμα γεγονότα που δεν περιλαμβάνονται σ' αυτή. Πιο συγκεκριμένα αναφέρει στο ως άνω δημοσίευμα τα εξής επιπρόσθετα στοιχεία "μήνυσε τον πρώην σύζυγο για εγκατάλειψη των παιδιών τους" " κατηγορεί την πρώην σύζυγο του για εγκατάλειψη του ηλικίας 13 ετών παιδιού τους" "η μητέρα αρνείται ακόμα να το δει ενώ εκείνο τη ζητά απεγνωσμένα", "όλο αυτό το διάστημα το παιδί αντιμετωπίζει έντονο ψυχολογικό στρες". Το ίδιο δε δημοσίευμα καταλήγει με επισήμανση της ιδιαίτερης αίσθησης που προκαλεί το ιδιαίτερα ασυνήθιστο αυτό περιστατικό για την επίλυση του οποίου θα πρέπει να ευαισθητοποιηθούν και άλλοι κοινωνικοί φορείς ή μεμονωμένα άτομα.
Όλα τα ως άνω γεγονότα με βάση τα οποία φέρεται η ενάγουσα να έχει καταμηνυθεί από τον πρώην σύζυγο της για εγκατάλειψη των παιδιών της, να αρνείται ακόμη και να δει τον ηλικίας 13 ετών υιό τους παρά το ότι αυτός τη ζητεί απεγνωσμένα και αντιμετωπίζει έντονο ψυχολογικό στρες με την κρίση μάλιστα και επισήμανση ότι για την επίλυση του ιδιαίτερα ασυνήθιστου αυτού ζητήματος απαιτείται η ευαισθητοποίηση κοινωνικών φορέων ή, μεμονομένων ατόμων, είναι ψευδή και τα διέδωσε η ως άνω δημοσιογράφος τελούσα σε γνώση τη αναλήθειάς τους αφού ούτε στη μήνυση όπως προεκτέθηκε αναφέρονταν αλλά ούτε και αποδείχθηκε ότι είχε πληροφορηθεί αυτά από κάποια άλλη συγκεκριμένη πηγή και το όλο δε ζήτημα αφορούσε την καταμήνυση της εναγούσης από τον πρώην σύζυγο της για τη παραβίαση εκ μέρους αυτής της άνω απόφασης (293/2000) της οποίας μάλιστα την μεταρρύθμιση ζητούσε ήδη αυτή (ενάγουσα) για τους προεκτεθέντες λόγους με την ως άνω αγωγή της η οποία και ήταν εκκρεμής.
Επιπρόσθετα δε δεν αποδείχθηκε ότι είχε προηγηθεί από την ως άνω δημοσιογράφο οποιαδήποτε διερεύνηση για τη βασιμότητα των ανωτέρω. Τα διαδοθέντα δια του δημοσιεύματος ως άνω ψευδή γεγονότα σε βάρος της ενάγουσας τα οποία περιήλθαν σε γνώση μεγάλου αριθμού αναγνωστών της προαναφερθείσας εφημερίδας, μπορούσαν να βλάψουν και έβλαψαν την τιμή, την υπόληψη ως και γενικότερα την προσωπικότητα της ενάγουσας.
Με βάση τα ως άνω αποδεχθέντα η συμπεριφορά της δημοσιογράφου συνιστά συκοφαντική δυσφήμηση που τελέστηκε με τον προαναφερθέντα τρόπο (δια του τύπου) και έτσι είναι παράνομη και υπαίτια και συνεπώς η ένσταση περί άρσεως του άδικου χαρακτήρα λόγω δεδικαιολογημένου ενδιαφέροντος είναι σύμφωνα και προς τα εις τη μείζονα σκέψη εκτεθέντα απορριπτέα κατ' αποδοχή της σχετικής αντένστανσης της ενάγουσας".
Η προσβαλλόμενη απόφαση την αποδοχή του αγωγικού ισχυρισμού ότι το δημοσίευμα περιέχει ψευδή γεγονότα για την αναιρεσίβλητη, τα οποία διέδωσε η συντάκτρια αυτού δημοσιογράφος, τελούσα σε γνώση της αναληθείας τους θεμελίωσε στην διαφοροποίηση (α) του περιεχομένου της εγκλήσεως σε σχέση (β) με το κείμενο του δημοσιεύματος στα αμέσως παρακάτω αναφερόμενα κατά τη με στοιχ (α) και (β) χαρακτηριζόμενη αντιστοιχία σημεία.
Και ειδικότερα κατά τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, (α) ".....επειδή η έναντι μηνυόμενη εκ προθέσεως δεν συμμορφώνεται με την άνω δικαστική απόφαση με αριθμό 239/2000 του Μονομ. Πρωτ. Βόλου (ειδική διαδικασία και ευθέως παραβιάζει το άρθρο 232 Α του ΠΚ" και (β) "μήνυσε την πρώην σύζυγο για εγκατάλειψη των παιδιών τους", "κατηγορεί την πρώην σύζυγό του για εγκατάλειψή του ηλικίας 13 ετών παιδιού τους". (α) "Η έναντι μηνυόμενη παρά το γεγονός ότι είχε αρχικά συμμορφωθεί με την άνω απόφαση και ασκούσε την επιμέλεια στα ανήλικα τέκνα μας, όπως άλλωστε είχε υποχρέωση , εντούτοις το τελευταίο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα από τον Νοέμβριο 2003 δεν συμμορφώνεται με την άνω απόφαση και αρνείται να ασκήσει την επιμέλεια στο ανήλικο τέκνο μας Γ1 με αποτέλεσμα να έχουν δημιουργηθεί σοβαρά προβλήματα στην ομαλή ψυχοσωματική ανάπτυξη του τέκνου μας παρά το γεγονός ότι το τέκνο μας μένει μαζί μου" και (β) "η μητέρα αρνείται ακόμα και να το δει ενώ εκείνο τη ζητά απεγνωσμένα", "όλο αυτό το διάστημα το παιδί αντιμετωπίζει έντονο ψυχολογικό στρες", καταλήγοντας η απόφαση "το ίδιο δε δημοσίευμα καταλήγει με επισήμανση της ιδιαίτερης αίσθησης που προκαλεί το ιδιαίτερο ασυνήθιστο αυτό περιστατικό για την επίλυση του οποίου θα πρέπει να ευαισθητοποιηθούν και άλλοι κοινωνικοί φορείς ή μεμονωμένα άτομα".
Από την αντιπαραβολή των τμημάτων αυτών των κειμένων της εγκλήσεως και του δημοσιεύματος, στην διαφοροποίηση των οποίων θεμελίωσε η προσβαλλόμενη απόφαση την κρίση της για προσβολή της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης με την αποδιδόμενη αδικοπραξία της συκοφαντικής δυσφημήσεως, αξιολογουμένων με βάση και το λοιπό περιεχόμενο του κειμένου αυτών, προκύπτει το δημοσίευμα αποτύπωσε σχεδόν επακριβώς το περιεχόμενο της εγκλήσεως, αποδίδοντας, χωρίς σχολιασμό, την πραγματική κατάσταση που διατυπώνεται με την έγκληση, χωρίς η διαφοροποίηση του λεξιλογίου και η εκλαϊκευμένη δημοσιογραφική γραφή να αλλοιώνουν το περιστατικό, που ιστορείται στην έγκληση.
Το αποδεικτικό αυτό πόρισμα της αποφάσεως αντιφάσκει με τις αιτιολογίες της που παραθέτουν ακριβή αντιγραφή του κειμένου του δημοσιεύματος, ως τμήμα και του ελάσσονος συλλογισμού της, χωρίς επιπρόσθετα τα ανελέγκτως γενόμενα από εκείνη πραγματικά περιστατικά να πληρούν την υποκειμενική και αντικειμενική υποκατάσταση της αποδιδόμενης αδικοπραξίας της συκοφαντικής δυσφημήσεως και ιδίως ελλείπει το συστατικό αυτής στοιχείο του ψευδούς γεγονότος και με την έννοια αυτή ευθέως και εκ πλαγίου παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 362, 363 ΠΚ, 57, 914 ΑΚ, κατά τις βάσιμες περί τούτων αιτιάσεις που προβάλλονται, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τον υπό την αυτή αρίθμηση, πρώτο, λόγο αναιρέσεως κατά τον δεύτερο και τρίτο σκέλος αυτού.
Η παραδοχή των λόγων αυτών αναιρέσεως, με αναιρετική εμβέλεια στο σύνολο της προσβαλλόμενης δι' αυτής αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή τη εξέταση των διατυπουμένων δι' αυτής λοιπών λόγων αναιρέσεως. Σε συνέπεια με τις παραδοχές αυτές, πρέπει, κατ' αποδοχή των λόγων αυτών αναιρέσεως να αναιρεθεί η πληττόμενη δι' αυτής 639/2006 απόφαση του Εφετείου Λάρισας και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του αυτού Εφετείου, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (ΚΠολΔ 580 § 3).
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 639/27-6-2006 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, για περαιτέρω εκδίκασή της. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ