Legislator Case Law & Legislation
1082/2006 AI generated

Employer's right to organize business dismissed as not abusive when superior has better qualifications.

Case Number 1082/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the telecommunications company's appeal against a lower court ruling regarding an employee's promotion. The employer argued the appointment violated statutory requirements, but the court found the decision not abusive because the promoted employee objectively exceeded the appointee in both formal and substantive qualifications. Consequently, the court rejected the claim that the employer's managerial authority was exercised improperly.

Legislator headnote

AI generated

Art. 281 A. K.; Art. 559 no. 8 K.Pol.D.; The employer's right to organize and direct the business is not considered abusive when the appointed superior possesses superior formal and substantive qualifications compared to the displaced employee, even if the appointment does not strictly follow specific statutory criteria for that position.

Keywords

AI generated
employer managerial authority abuse of right doctrine employee promotion substantive qualifications formal qualifications labor law hierarchy administrative discretion

Cited Legislation

AI generated
Art. 281 A. K.
Art. 559 no. 8 K.Pol.D.
Art. 559 no. 11 K.Pol.D.
Art. 10 G.K.P.O.T.E.
Art. 29 K.V.S.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1082 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1082/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» (ΟΤΕ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου.

Της αναιρεσίβλητης: ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δημαράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1109/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 4212/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Ιουλίου 2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 13 Δεκεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επί της από 20.7.2004 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4212/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Επειδή, ο εργοδότης, ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα, έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρεώσεως του μισθωτού για παροχή εργασίας, καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση.

Έχει, δηλαδή, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης, την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα απ' αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι αυτή κριτήρια. Το δικαίωμα υπό το άνω περιεχόμενο του εργοδότη δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 .Α.Κ., να ασκείται καταχρηστικά.

Δεν είναι όμως καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να τοποθετεί συγκεκριμένο εργαζόμενο ως προϊστάμενο ενός τμήματος ή ενός καταστήματος της επιχειρήσεώς του κατά παράλειψη άλλου μισθωτού, ο οποίος υπερέχει, έστω και καταφανώς, σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος.

Τούτο δε, διότι δεν πρόκειται για απλή βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, που εντάσσεται στα δικαιώματα του μισθωτού από την εργασία, τα οποία ευλόγως συνδέονται με τις αντικειμενικώς εκτιμώμενες ικανότητες αυτού, αλλά για επιλογή του έχοντος την εκμετάλλευση εργοδότη, που αφορά αποφασιστικώς την οργάνωση και διεύθυνση της επιχειρήσεως.

Για να είναι καταχρηστική στην περίπτωση αυτή η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη απαιτείται η συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (Ολ.

Α.Π. 25/2003). Στην περίπτωση όμως που προσδιορίζονται στο νόμο ή τον κανονισμό του εργοδότη οι προϋποθέσεις επιλογής και τοποθετήσεως προϊσταμένων, η καταχρηστική άσκηση του σχετικού διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη θα ελεγχθεί με βάση τις προϋποθέσεις αυτές. Εξάλλου, κατά το άρθρο 10 παρ. 1β και 17 του έχοντος ισχύ νόμου (άρθρ. 54 παρ. 1 του Ν.Δ. 166/1973) Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του Ο.Τ.Ε. (ΓΚΠ-ΟΤΕ), όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα και έχει εφαρμογή λόγω του κρισίμου στην παρούσα περίπτωση χρόνου, η επιλογή προϊσταμένων θέσεων ευθύνης γίνεται με βάση τα κατωτέρω ενδεικτικά σημειούμενα κριτήρια αξιολόγησης, ήτοι α) γραμματικές γνώσεις, β) ξένες γλώσσες, γ) προϋπηρεσία στον ΟΤΕ, δ) άσκηση καθηκόντων προϊσταμένου, ε) ετήσια αξιολόγηση, στ) επαγγελματική εμπειρία, στο αντικείμενο της προκηρυσσόμενης θέσης, ζ) ικανότητες διοίκησης και ανάπτυξης ανθρώπινου δυναμικού, η) ικανότητες σχεδιασμού, οργάνωσης, προγραμματισμού και ελέγχου, θ) προσωπικότητα – κύρος, ι) προσαρμοστικότητα – ευελιξία, η δε πλήρωση των θέσεων προϊσταμένων των λοιπών επιπέδων διοίκησης γίνεται, προκειμένου για θέσεις προϊσταμένων Υπηρεσιακών Λειτουργιών, που υπάγονται σε Τηλεπικοινωνιακές Περιφέρειες, με απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου, ύστερα από πρόταση του οικείου διαμερισματάρχη ή συγκροτηματάρχη και, προκειμένου για θέσεις προϊσταμένων των λοιπών Υπηρεσιακών Λειτουργιών, με απόφαση του Γενικού Διευθυντή Διοίκησης και Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού, ύστερα από πρόταση του οικείου Γενικού Διευθυντή.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 29 παρ. 3 του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Π.Δ. 186 της 16/26-5-1992), ο ισολογισμός και ο λογαριασμός αποτελεσμάτων χρήσης της επιχείρησης υπογράφονται στην αναφερόμενη στο εδάφιο αυτό περίπτωση και από τον προϊστάμενο του λογιστηρίου αυτής ή τον υπεύθυνο κατάρτισης του ισολογισμού και του λογαριασμού αποτελεσμάτων χρήσης, ο οποίος πρέπει να έχει α) άδεια άσκησης οικονομολογικού επαγγέλματος από το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του Π.Δ> 475/1991, ή πτυχίο του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης του Πάντειου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών και εγγραφή στο Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδας, σύμφωνα με τις εκάστοτε διατάξεις για την άσκηση του οικονομολογικού επαγγέλματος ή πτυχίο του Τμήματος Λογιστικής της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας Τ.Ε.Ι.

και άδεια για υπογραφή ισολογισμού λογαριασμού αποτελεσμάτων χρήσης από το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδας και β) πενταετή τουλάχιστον συναφή προϋπηρεσία από τη λήψη του πτυχίου σε λογιστικό – οικονομικό κλάδο του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα. Ακολούθως, με την υπ' αριθ. 2425/7-4-1995 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΤΕ εγκρίθηκε το Πρόγραμμα Εκσυγχρονισμού και Αναδιάρθρωσης του Λογιστικού Έργου του ΟΤΕ, προκειμένου ο Οργανισμός να εναρμονισθεί πλήρως από 1-1-1996 με τις ισχύουσες φορολογικές διατάξεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων.

Με τις διατάξεις του Προγράμματος αυτού προβλέπεται ότι οι προϊστάμενοι και δυο τουλάχιστο στελέχη υπηρεσίας εσωτερικής διάρθρωσης Τομέα πρέπει να διαθέτουν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του άρθρου 29 του Κ.Β.Σ., που είναι του λογιστή φοροτέχνη, ήτοι άδεια άσκησης οικονομολογικού επαγγέλματος και πενταετή τουλάχιστον σχετική προϋπηρεσία, ενώ μέχρι την τοποθέτηση προϊσταμένων, που έχουν τα ως άνω προσόντα, αρμόδια για την υποβολή των δηλώσεων παρακρατουμένων φόρων στις κατά τόπο Δ.Ο.Υ.

είναι η Υποδιεύθυνση Φορολογίας. Από τα ανωτέρω σαφώς συνάγεται ότι οι τοποθετήσεις των προϊσταμένων τμημάτων του ΟΤΕ γίνεται κατ' απόλυτη εκλογή από το αρμόδιο προς τούτο όργανο μετά συνεκτίμηση και σύγκριση όλων των προαναφερομένων τυπικών και ουσιαστικών προσόντων των υπαλλήλων, το δε ως άνω Πρόγραμμα δεν τροποποίησε το άρθρο 10 του ΓΚΠ – ΟΤΕ με την έννοια ότι προσέθεσε υποχρεωτικά τυπικά προσόντα, πλην όμως, κατά την τοποθέτηση προϊσταμένου υπηρεσίας εσωτερικής διάρθρωσης τομέα, τα εν λόγω προσόντα του άρθρου 29 του Κ.Β.Σ., συνεκτιμώμενα κατά την σύγκριση με τα λοιπά ως άνω αναφερόμενα, έχουν βαρύνουσα σε σχέση με τα τελευταία αξία.

Συνεπώς, όταν ο υπάλληλος του ΟΤΕ διαθέτει μεν άδεια κλπ άσκησης οικονομολογικού επαγγέλματος και πενταετή τουλάχιστον σχετική προϋπηρεσία, και δεν υστερεί ουσιωδώς με τους συγκρινόμενους με αυτόν στα λοιπά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, δικαιούται να τοποθετηθεί σε θέση προϊσταμένου. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής:

Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα την 20-7-1986 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος. Εντάχθηκε στον οικονομικό κλάδο και μονιμοποιήθηκε από 22-7-1988. Με διαδοχική και απρόσκοπτη εξέλιξή της στην υπαλληλική ιεραρχία έφθασε μέχρι το βαθμό Α΄, τον οποίο κατέχει από 1.1.2000.

Είναι πτυχιούχος του Οικονομικού Τμήματος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και κατέχει άδειας ασκήσεως οικονομολογικού επαγγέλματος, καθώς και πτυχίο λογιστή – φοροτέχνη Α΄ τάξεως από το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδας, του οποίου είναι μέλος. Την 26-7-1987 είχε μετατεθεί από την Αθήνα, όπου υπηρέτησε μέχρι την 25-7-1987 στην Υποδιεύθυνση Προϋπολογισμού και Κινήσεως Κεφαλαίων, στο .....

Αμέσως μετά την ανάληψη εκεί των καθηκόντων υπηρέτησε στο Τμήμα Διαχειρίσεως Χρηματικού του Τεχνικού Τμήματος ..... Επίσης, κατά την περίοδο 1989-1992 διετέλεσε διαχειρίστρια υλικού της ....αποθήκης του ανωτέρω Τμήματος, δυνάμει αποφάσεως του τότε Συγκροτήματος Περιοχής ...... Με το ..... υπηρεσιακό σημείωμα του Προϊσταμένου του Τεχνικού Τμήματος ανέλαβε τη διαχείριση χρηματικού και τον έλεγχο όλης της Οικονομικής Υπηρεσίας του Τεχνικού Τμήματος.

Την 13-11-1992 ανέλαβε επισήμως ως διαχειρίστρια χρηματικού με απόφαση του Συγκροτήματος ....., όπου υπηρέτησε μέχρι και το έτος 1996. Στη συνέχεια, κατά το διάστημα 1997-1998 τοποθετήθηκε στο Γραφείο Υποστήριξης Χρηματικών Θεμάτων του Τ.Δ. ...., και την 11-6-1998, δυνάμει της .... αποφάσεως του Τ.Δ. ..... αποσπάσθηκε στο Τεχνικό Τμήμα ....

όπου ανέλαβε την τακτοποίηση και τον έλεγχο των υλικών της ....Διαχειρίσεως (Αποθήκης) του Τ.Δ. ..... Με την ..... απόφαση του ιδίου Τ.Δ. οριστικοποιήθηκε στη θέση της διαχειρίστριας υλικού και εξακολουθεί να υπηρετεί. Σύμφωνα δε με την ..... ερμηνευτική εγκύκλιο της ως άνω με αριθμό ..... αποφάσεως του Δ.Σ. της αναιρεσείουσας οι προϊστάμενοι και δυο τουλάχιστο στελέχη υπηρεσίας εσωτερικής διαρθρώσεως στάθμης Τομέα πρέπει να διαθέτουν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του άρθρου 29 του Κ.Β.Σ. (του λογιστή – φοροτέχνη, δηλαδή άδεια ασκήσεως οικονομολογικού επαγγέλματος και πενταετή τουλάχιστο θήτευση σε σχετική υπηρεσία).

Εν τούτοις με την ..... απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου της Τ.Π. Δυτ. Ελλάδος της αναιρεσίβλητης τοποθετήθηκε ως προϊστάμενος του ως άνω Τμήματος ο ....., ο οποίος είναι υπάλληλος του διοικητικού κλάδου, είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής και δεν είναι λογιστής – φοροτέχνης (δεν έχει άδεια ασκήσεως οικονομολογικού επαγγέλματος και ούτε είναι μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος).

Η τοποθέτηση του ..... ως Προϊσταμένου του εν λόγω Τμήματος, παρά τη μη συνδρομή στο πρόσωπό του των προεκτιθεμένων τυπικών και ουσιαστικών προσόντων, που προβλέπει το άρθρο 29 του Κ.Β.Σ., ενώ, αντιθέτως, η παραλειφθείσα αναιρεσίβλητη τα διαθέτει (κάτοχος οικονομικού πτυχίου, λογιστής – φοροτέχνης και ευδόκιμη θήτευση σε υπηρεσίες του οικονομικού κλάδου), δεν εξυπηρετεί το καλώς εννοούμενο (αντικειμενικό) συμφέρον της υπηρεσίας της αναιρεσείουσας.

Κατόπιν αυτών το Εφετείο δέχθηκε ότι η άσκηση από την τελευταία του διευθυντικού της δικαιώματος υπερβαίνει στην προκείμενη περίπτωση προφανώς τα όρια της διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ. και τούτο, διότι παραβιάζει κατάφωρα και χωρίς αποχρώντα λόγο το άρθρο 29 Κ.Β.Σ. Κατόπιν αυτών το Εφετείο, μετά παραδοχή της εφέσεως της αναιρεσίβλητης και εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δέχθηκε την αγωγή αυτής ως ουσιαστικά βάσιμη.

Με την κρίση του όμως αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 1β και 17 του έχοντος ισχύ νόμου ΓΚΠ-ΟΤΕ και 29 παρ. 3 του Κ.Β.Σ. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Επίσης, το Δικαστήριο της ουσίας, κρίνοντας κατά τον ανωτέρω τρόπο, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των διατάξεων, που εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., αφού δεν προσδιορίζει στην εν λόγω απόφασή του ότι η κατά παράλειψη της αναιρεσίβλητης τοποθέτηση του .....

ως προϊσταμένου συγκροτεί το πραγματικό της αδικοπραξίας, διότι αφ' ενός μεν αντίκειται στον απαγορευτικό κανόνα του άρθρου 281 Α.Κ., αφ' ετέρου δε έγινε από υπαιτιότητα των συγκροτούντων τα αρμόδια όργανα της αναιρεσείουσας φυσικών προσώπων, τα οποία δεν έλαβαν υπόψη τους τα στοιχεία του υπηρεσιακού φακέλλου της αναιρεσίβλητης και του άνω τοποθετηθέντος ....., ώστε να διαπιστώσουν ότι η πρώτη ήταν περισσότερο κατάλληλη από τον δεύτερο.

Επομένως, ο τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή, ως πράγματα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, αν και προτάθηκαν ή η λήψη υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ενστάσεως, ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.

Α.Π. 469/1984). Επίσης, δεν είναι πράγματα, υπό την ανωτέρω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου (Ολ. Α.Π. 11/1996, 469/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη των ασκούντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και προταθέντων παραδεκτώς στο Εφετείο ισχυρισμών της, κατά τους οποίους α) η βαθμολογία του .....

στα φύλλα ποιότητας είναι κατά πολύ καλύτερη από εκείνη της αναιρεσίβλητης, αφού ο πρώτος έχει κριθεί με τη διαβάθμιση Ε, που είναι η ανώτερη σε όλους τους τομείς, ενώ η δεύτερη με τις διαβαθμίσεις Γ και Δ ως επί το πλείστον, β) η αναιρεσίβλητη κατά το παρελθόν έχει υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα, γ) με την τοποθέτηση του .....

ως προϊσταμένου του ανωτέρω Τμήματος έχει εξασφαλισθεί η εύρρυθμη λειτουργία αυτού και η εφαρμογή της κείμενης φορολογικής νομοθεσίας με τη συνεργασία της Υπηρεσίας αυτής με την Υποδιεύθυνση Φορολογίας και Μετοχολογίου, δ) η τοποθέτηση αυτού ως προϊσταμένου του εν λόγω Τμήματος δεν αντίκειται ούτε στις διατάξεις του ΚΒΣ, ούτε στον ΓΚΠ-ΟΤΕ για τους αναφερόμενους λόγους, και ε) η αναιρεσίβλητη δεν υπερέχει έναντι του τοποθετηθέντος.

Από τους ανωτέρω ισχυρισμούς α) ο υπό στοιχείο β΄ είναι αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποιο είναι το πειθαρχικό παράπτωμα της αναιρεσίβλητης και ποια η επιβληθείσα σ' αυτή πειθαρχική ποινή, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν δικαιολογούσαν την μη επιλογή της, β) ο υπό στοιχείο γ΄ αποτελεί συμπέρασμα της αναιρεσείουσας, που συνάγεται από την εκτίμηση των αποδείξεων, γ) ο υπό στοιχείο δ΄ αποτελεί επιχείρημα, δ) ο υπό στοιχείο ε΄ ανάγεται σε αρνητικό της αγωγής γεγονός και ε) ο υπό στοιχείο α, ανεξαρτήτως της βασιμότητάς του, δεν μπορεί από μόνος του να στηρίξει καταφανή υπεροχή του τοποθετηθέντος ....

έναντι της αναιρεσίβλητης, ώστε εξ αυτού και μόνο του γεγονότος να συνάγεται η μη καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας. Κατά τα λοιπά, η αναιρεσείουσα με τον ίδιο λόγο προβάλλει τα παρατιθέμενα σ' αυτόν νομικά επιχειρήματα, που κατατείνουν στο να γίνει δεκτή η εκδοχή ότι για την τοποθέτηση προϊσταμένων των Τμημάτων Χρηματοοικονομικής Υποστήριξης Περιφερειακών Υπηρεσιακών Λειτουργιών αυτής δεν προκύπτει από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 10 του ΓΚΠ/ΟΤΕ, ότι εκείνοι που επιλέγονται πρέπει να διαθέτουν τα αναφερόμενα στο άρθρο 29 του ΚΒΣ προσόντα, ούτε απαιτείται τίτλος σπουδών ανώτατης εκπαίδευσης και κατά μείζονα λόγο τίτλος ορισμένου αντικειμένου, αλλ' απαιτείται η λήψη υπόψη όχι μόνο των τυπικών, αλλά και των ουσιαστικών προσόντων αυτών, ώστε να εξασφαλιστεί η σύννομη και ομαλή λειτουργία της εν λόγω Υπηρεσίας.

Επομένως, ο ανωτέρω, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος. Επίσης, ο τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια για μη λήψη υπόψη από το Εφετείο του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί αοριστίας της αγωγής, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι, όπως προκύπτει απ' αυτή, απέρριψε τούτο τον εν λόγω ισχυρισμό αυτής εκ του πράγματος, αφού δέχθηκε ότι η αγωγή είναι ορισμένη.

Επειδή, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ πλημμέλεια, στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη του το υπ' αριθμ. .... έγγραφο της Υποδιεύθυνσης Εργατικών Θεμάτων της αναιρεσείουσας, που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει η τελευταία, το περιεχόμενο του οποίου εκτίθεται λεπτομερώς στο αναιρετήριο. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του «όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα», σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες της αποφάσεως – στις οποίες γίνεται σαφής μνεία ότι οι προϊστάμενοι και δυο τουλάχιστον στελέχη υπηρεσίας εσωτερικής διάρθρωσης στάθμης τομέα πρέπει να διαθέτουν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του άρθρου 29 του Κ.Β.Σ., τα οποία διέθετε η αναιρεσίβλητη, ενώ εστερείτο ο τοποθετηθείς απ' αυτής .... – συνάγεται αναμφίβολα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το ανωτέρω έγγραφο, το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις. Άρα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-7-2004 αίτηση του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος Α.Ε. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4212/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαΐου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ