Supreme Court allows appeal against labor contract validity due to missing eligibility certificates affecting public order.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a first-instance judgment regarding labor contracts and wage arrears. The court found that the absence of eligibility certificates, which invalidates the contracts, concerns public order and must be examined ex officio by the appellate court. Consequently, the appeal was accepted as substantiated, and the case was remanded for retrial with a new judge to determine the validity of the contracts and the legality of the wage suspension.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560 and 580 of the Code of Civil Procedure; The absence of eligibility certificates invalidating labor contracts concerns public order and must be examined ex officio by the appellate court, allowing the appeal to be accepted as substantiated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1081 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1081/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: νομίμως εκπροσωπούμενης εταιρείας με την επωνυμία "THEROS INTERNATIONAL GAMING INC", που εδρεύει στο Σικάγο της Πολιτείας Ιλινόις των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και διατηρεί υποκατάστημα στο Ρίο Πατρών Αχαΐας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη δικάσιμο της 11ης - 10 - 2022 είχε εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Ταρπινίδη, ο οποίος είχε καταθέσει προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Β. Β. του Χ., κατοίκου ..., 2)Α. Α. του Σ., κατοίκου ..., 3)Δ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., 4)Ε. Μ. του Κ., 5)Σ. Β. του Π., κατοίκου ..., 6)Ν. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 7)Μ. Β. του Θ., συζ. Ν. Μ., κατοίκου ..., 8)Δ. Κ. του Β., κατοίκου ..., 9)Α. Α. του Β., συζ. Δ. Κ., κατοίκου ..., 10)Σ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., 11)Β. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 12)Γ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 13)Κ. Β. του Σ., κατοίκου ..., 14)Χ. Ρ. του Γ., κατοίκου ..., 15)Ο. Α. του Ν., κατοίκου ..., 16)Μ. Σ. του Μ., κατοίκου ..., 17)Μ. - Π. Α. του Δ., κατοίκου ..., 18)Μ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 19)Β. Θ. του Τ., κατοίκου ..., 20)Ν. Τ. του Γ., κατοίκου ..., και 21)Γ. Α. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη δικάσιμο της 11ης 11 - 2022 οι 6ος, 7η, 14η και 20ος δεν είχαν παρασταθεί, ούτε εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί είχαν εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Χρονόπουλο, ο οποίος είχε καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 304/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 16-11-2020 αίτησή της, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 11ης - 10 - 2022, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 179/2024 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 222/2024 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Αριστείδη Βαγγελάτου ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ.
Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη με αριθμό 222/23.10.2024 Πράξη του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος αυτού του Δικαστηρίου νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της από 16.11.2020 με αριθμ. κατάθ. 423/26.11.2020 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 304/28.4.2020 απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, επειδή λόγω της παρέλευσης ιδιαιτέρως μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη συζήτηση κατά την, μετ' αναβολή δικάσιμο, στις 11.10.2022, διαπιστώθηκε, με την υπ' αριθμ. 179/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, αδυναμία έκδοσης απόφασης επ' αυτής εκ μέρους της ήδη συνταξιοδοτηθείσας Αρεοπαγίτη 'Ολγας Σχετάκη-Μπονάτου, που είχε μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου, ως Εισηγήτρια.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του Δικαστηρίου.
Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν μνημονεύεται ρητά, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, διότι οι πιο πάνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή, να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες.
Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 1493/2024, 214/2023, 1380/2023, 701/2023, 936/2018).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται, ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 828/2024, 31/2024, 1195/2022, 80/2022, 536/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδαφ. β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδαφ.
β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που έχει οριστεί. Κλήση του διαδίκου στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι, ότι ο απολιπόμενος, κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί για να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νόμιμα κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωση του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 101/2025, 491/2022, 30/2021, 635/2019).
Η καθιερούμενη από το πιο πάνω άρθρο 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' του ΚΠολΔ πλασματική κλήτευση του διαδίκου ισχύει, όχι μόνο για την πρώτη χορηγούμενη αναβολή, αλλά και για τις τυχόν, έστω παρά την απαγόρευση του νόμου, διαδοχικές αναβολές( ΑΠ 101/2025, 828/2024, 150/2018). Επίσης, από το άρθρο 143 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, με το οποίο ορίζεται ότι ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 του ΚΠολΔ (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του, συνάγεται ότι ο δικηγόρος, που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια (εφόσον ασκηθεί έφεση) δίκη, θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (ΑΠ 828/2024,31/2024, 57/2023, 1578/2021, 1276/2021).
Από, δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παραστάθηκε ο αναφερόμενος σ' αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα αυτής ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω Κώδικα (ΑΠ 31/2024, 57/2023, 1578/2021, 1170/2021, 1305/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των προσκομιζόμενων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία υπ' αριθμ. ....2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών Α.
Τ. προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ 304/28.4.2020 απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, για τη δικάσιμο 26.10.2021, κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε εκ του πινακίου(άρθρο 226 παρ.4 του ΚΠολΔ) με αίτημα των αναιρεσίβλητων για τη δικάσιμο στις 10.5.2022, κατά την οποία αυτή (συζήτηση) αναβλήθηκε εκ νέου, με αίτημα των έκτου(6ου), έβδομης(7ης) και δέκατης τέταρτης(14ης) των ίδιων (αναιρεσίβλητων) για τη δικάσιμο 11.10.2022, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτής νόμιμα και εμπρόθεσμα στο δικηγόρο Πατρών Θεόδωρο Χρονόπουλο ως πληρεξούσιο και αντίκλητο όλων των αναιρεσίβλητων.
Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο (11.10.2022), η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Ταρπινίδη και κατέθεσε προτάσεις, στον οποίο είχε χορηγήσει σχετική προς τούτο ειδική πληρεξουσιότητα, από το σύνολο δε των είκοσι ενός (21) αναιρεσίβλητων, οι έκτος (6ος), έβδομη (7η), δέκατη τέταρτη (14η) και εικοστός (20ος), δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ οι υπόλοιποι αναιρεσίβλητοι και συγκεκριμένα οι πρώτος (1ος), δεύτερη (2η), τρίτος (3ος), τέταρτη (4η), πέμπτος (5ος), όγδοος (8ος), ένατη (9η), δέκατη (10η), ενδέκατη (11η), δωδέκατος (12ος), δέκατος τρίτος (13ος), δέκατη Πέμπτη (15η), δέκατη έκτη (16η), δέκατος έβδομος (17ος), δέκατος όγδοος (18ος), δέκατη ένατη (19η) και εικοστός πρώτος (21ος) εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Χρονόπουλο, στον οποίο είχαν, επίσης, χορηγήσει σχετικές εξουσιοδοτήσεις και κατέθεσαν προτάσεις.
Πλην όμως, ενόψει του ότι με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 179/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου διαπιστώθηκε αδυναμία έκδοσης απόφασης επ' αυτής(αναίρεσης) εκ μέρους της ήδη συνταξιοδοτηθείσας Αρεοπαγίτη 'Ολγας Σχετάκη-Μπονάτου, που είχε μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου, ως Εισηγήτρια, με την πιο πάνω αναφερόμενη υπ' αριθμ. 222/23.10.2024 Πράξη του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος αυτού του Δικαστηρίου νόμιμα ορίσθηκε νέα δικάσιμος για τη συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας(11.2.2025).
Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά την ως άνω δικάσιμο (11.2.2025), οι διάδικοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτούς, κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 του ΚΠολΔ), δήλωση, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.
Από τα με ημερομηνία ....2024 και ....2024 αποδεικτικά επίδοσης των επιμελητών Δικαστηρίων του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Π. Μ., και του Πρωτοδικείου Αχαϊας Ν. Λ., αντίστοιχα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. 222/2024 Πράξης του Προέδρου του Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου με πράξη ορισμού δικασίμου της ένδικης αίτησης αναίρεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας(11.2.2025) και της από 7.11.2024 κλήσης της Γραμματέα του ως άνω Τμήματος προς συζήτηση αυτής για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, τόσο στο δικηγόρο Αναστάσιο Ταρπινίδη, ως πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, ο οποίος, κατά τα προαναφερθέντα, την είχε εκπροσωπήσει και είχε καταθέσει προτάσεις κατά τη δικάσιμο 11.10.2022, όσο και στο δικηγόρο Θεόδωρο Χρονόπουλο, ως πληρεξούσιο δικηγόρο όλων των αναιρεσίβλητων, ο οποίος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, φέρει την ιδιότητα του αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 304/2020 απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος , Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, ο ως άνω δικηγόρος Θεόδωρος Χρονόπουλος παραστάθηκε ως πληρεξούσιος δικηγόρος όλων των εφεσίβλητων (ήδη αναιρεσίβλητων) στη δευτεροβάθμια δίκη και δεδομένου ότι δεν προκύπτει, ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από τους αναιρεσίβλητους προς την αναιρεσείουσα η τυχόν αντικατάστασή του.
Οι πρώτος (1ος), δεύτερη (2η), τρίτος (3ος), τέταρτη (4η), πέμπτος (5ος), όγδοος (8ος), ένατη (9η), δέκατη (10η), ενδέκατη (11η), δωδέκατος (12ος), δέκατος τρίτος(13ος), δέκατη Πέμπτη (15η), δέκατη έκτη (16η), δέκατος έβδομος (17ος), δέκατος όγδοος (18ος), δέκατη ένατη (19η) και εικοστός πρώτος (21ος) αναιρεσίβλητοι, όπως και πιο πάνω αναφέρεται, είχαν εκπροσωπηθεί κατά την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο στις 11.10.2022, από τον πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, στον οποίο είχαν χορηγήσει ειδική πληρεξουσιότητα, προκειμένου να τους εκπροσωπήσει κατά τη δικάσιμο αυτή και είχαν καταθέσει προτάσεις.
Εφόσον, δε, η επαναλαμβανόμενη, με την ως άνω πράξη, συζήτηση της υπόθεσης αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση, οι πιο πάνω διάδικοι, οι οποίοι παραστάθηκαν προσηκόντως στην αρχική συζήτηση της υπόθεσης στη δικάσιμο στις 11.10.2022 και δεν παρίστανται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση αυτής, θεωρούνται παρόντες και δικάζονται αντιμωλία.
Όσον αφορά τους έκτο (6ο), έβδομη (7η), δέκατη τέταρτη (14η) και εικοστό (20ο) αναιρεσίβλητους, ενόψει του ότι κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο στις 26.10.2021 και δεδομένου ότι, ότι οι προαναφερθείσες, με αίτημά τους, αναβολές της συζήτησης της ένδικης αναίρεσης για τις δικασίμους 10.5.2022 και 11.10.2022 και η εγγραφή αυτών στο οικείο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, κλήθηκαν δε νόμιμα και εμπρόθεσμα για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, θεωρούνται δικονομικά απόντες και πρέπει να δικαστούν ερήμην.
Το Δικαστήριο, ωστόσο, πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους, κατ' εφαρμογή του άρθρου 576 παρ.2 εδ. α'και γ' του ΚΠολΔ.
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας κατά των αναιρεσίβλητων προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών υπ'αριθμ.304/28.4.2020 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης :
α) της από 31.5.2018 με αριθμ. κατάθ. 106/7.6.2018 έφεσης της εναγόμενης ήδη αναιρεσείουσας και β) της από 13.7.2018 με αριθμ. κατάθ. 134/13.7.2018 έφεσης των εναγόντων ήδη αναιρεσίβλητων κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία υπ'αριθμ. 28/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πατρών. Η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 30.1.2017 με αριθμ.
κατάθ. 45/2017 αγωγής των εναγόντων ήδη αναιρεσίβλητων κατά της εναγόμενης ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας. Με την εν λόγω αγωγή τους οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν, ότι προσλήφθηκαν από την εναγόμενη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθούν σε αυτήν με την ειδικότητα του κρουπιέρη( πρώτος έως και δέκατος ένατος) και του φύλακα (εικοστός και εικοστός πρώτος), κατά τα ειδικότερα στο δικόγραφο εκτιθέμενα.
Ότι, ενώ παρείχαν κανονικά τις υπηρεσίες τους, η εναγόμενη καθυστερούσε συστηματικά την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους, και για το λόγο αυτό στις 12.10.2015 της κοινοποίησαν εξώδικη δήλωση, με την οποία δήλωναν ότι, εφόσον δεν καταβληθούν οι δεδουλευμένες αποδοχές τους εντός της οριζόμενης προθεσμίας, θα ασκήσουν το δικαίωμά τους για επίσχεση εργασίας, όπως και έπραξαν στις 17.10.2015.
Ότι μετά ταύτα, τους οφείλονται, λόγω της επίσχεσης , μισθοί υπερημερίας, μετά δε την μερική καταβολή έναντι αυτών, η εναγόμενη εξακολουθεί να τους οφείλει μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 17.10.2015 μέχρι 31.3.2016, δεδουλευμένες αποδοχές για τους μήνες Απρίλιο και Μάιο 2016 καθώς και υπόλοιπο επιδομάτων εορτών.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγόμενη να τους καταβάλει με το νόμιμο τόκο, για τις πιο πάνω αιτίες τα αναλυτικά αναφερόμενα για τον καθένα ποσά. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ'αριθμ. 28/2018 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει τη αγωγή ως και κατ'ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα τα αναλυτικά αναφερόμενα ποσά με το νόμιμο τόκο.
Κατά της πιο πάνω απόφασης και δη, κατά το μέρος που ο καθένας τους ηττήθηκε, οι διάδικοι άσκησαν τις από 31.5.2018 με αριθμ. κατάθ. 106/7.6.2018 (εναγόμενη) και από 13.7.2018 με αριθμ. κατάθ. 134/13.7.2018 (ενάγοντες) εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 304/2020 του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ'ουσίαν οι εν λόγω εφέσεις και επικυρώθηκε έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση.
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι μέσα στην προθεσμία των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (ενόψει του ότι οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης), δεδομένου ότι κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πατρών στις 26.11.2020 και η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 28.4.2020 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Ο ν. 2160/1993 ( Α` 118 ) με το κεφάλαιό του Β` ( άρθρα 8 έως 28 ) επέτρεψε την ίδρυση δέκα καζίνο στη Χώρα, παράλληλα δε θέσπισε ένα πλέγμα διατάξεων που αφορούσαν την παραχώρηση των σχετικών αδειών, την οργάνωση, τη λειτουργία και τον έλεγχο των επιχειρήσεων αυτών. Με το άρθρο του δε 8 παρ. 1 έθεσε τις "βασικές αρχές που διέπουν την ίδρυση, οργάνωση, λειτουργία και τον έλεγχο των καζίνων", οι οποίες, όπως ρητά ορίζεται, "συνίστανται ιδίως :
α. Στην εντιμότητα και ανταγωνιστικότητα των φορέων λειτουργίας των καζίνων. β. Στον αυστηρό έλεγχο όλων των προσώπων, χώρων, φορέων, δραστηριοτήτων και συνθηκών που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τη λειτουργία των καζίνων ώστε η λειτουργία αυτή να είναι απαλλαγμένη από ύποπτα, επικίνδυνα ή εγκληματικά στοιχεία.
γ. Στον αυστηρό έλεγχο των κατασκευαστών, προμηθευτών και διανομέων των διαφόρων μέσων και υλικών διεξαγωγής παιχνιδιού που προμηθεύονται τα καζίνα. δ. Στην ελευθερία πρόσβασης του κοινού στα καζίνα με τη δυνατότητα επιβολής απαγορεύσεων ή περιορισμών για λόγους δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος[...]".
Ακολούθησε ο ν. 2206/1994 ( Α` 62 ) με το αυτό αντικείμενο, ο οποίος εισήγαγε νέες ρυθμίσεις σχετικά με την ίδρυση, οργάνωση, λειτουργία και τον έλεγχο των καζίνο, καταργώντας σχεδόν ολόκληρο το κεφάλαιο Β` του ν. 2160/1993. Από την κατάργηση εξαιρέθηκαν μόνο οι αμέσως ανωτέρω παρατιθέμενες διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 8, με τις οποίες εξαγγέλλονται οι βασικές αρχές που διέπουν τις επιχειρήσεις των καζίνο, καθώς και ορισμένες διατάξεις της παρ. 2 του ίδιου άρθρου 8.
Στο άρθρο 3 του ν. 2206/1994 με τίτλο: "Λειτουργία των Καζίνων", ορίζεται ότι: "1. Η λειτουργία των καζίνων υπόκειται στον έλεγχο του Κράτους. 2. Η Επιτροπή διεξαγωγής του διαγωνισμού [για τη χορήγηση των αδειών λειτουργίας καζίνων] παραμένει και λειτουργεί ως Επιτροπή Εποπτείας της λειτουργίας των καζίνων. 3. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από κοινή πρόταση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και Τουρισμού, δημιουργείται στο Υπουργείο Τουρισμού διεύθυνση Καζίνων που έχει σκοπό την επικουρία της Επιτροπής και του Υπουργού Τουρισμού στην άσκηση των αρμοδιοτήτων τους[...]. 4α.
Ο διοικητικός έλεγχος ασκείται από το Υπουργείο Ανάπτυξης και περιλαμβάνει ενδεικτικά τον έλεγχο κτιρίων και εγκαταστάσεων, τη διεξαγωγή των τυχερών παιγνίων, τα υλικά και τα μηχανήματα διεξαγωγής των παιγνίων και τη διαδικασία προμήθειά τους καθώς και την τήρηση των όρων χορήγησης της άδειας. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης[...]καθορίζεται ο τρόπος, η διαδικασία και τα όρια του διοικητικού ελέγχου[...]. (Η παράγρ. 4 αντικαταστάθηκε ως άνω με την παράγρ. 2 του άρθρου 22 του ν. 2919/2001). 6.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Τουρισμού και Δημόσιας Τάξης και σύμφωνα με εισήγηση της Επιτροπής καθορίζονται τα δικαιολογητικά των προσλαμβανομένων για εργασία στο καζίνο, ως και κάθε άλλος αναγκαίος έλεγχος τήρησης της δημόσιας τάξης[...]".
Περαιτέρω, με το άρθρο 34 παρ. 9β του ν. 4223/2013, η ως άνω παρ. 6 του άρθρου 3 του ν. 2206/1994 αντικαταστάθηκε ως εξής: "6. Με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη ρυθμίζονται τα θέματα σχετικά με κάθε αναγκαίο έλεγχο τήρησης της δημόσιας τάξης". Με την παράγρ. 9γ του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι:
γ. Οι αποφάσεις που έχουν εκδοθεί μέχρι την ημερομηνία ισχύος του νόμου αυτού, κατ` εξουσιοδότηση της παρ. 6 του άρθρου 3 του ν. 2206/1994, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την έκδοση του Κανονισμού Διεξαγωγής και Ελέγχου Παιγνίων της παρ. 3 του άρθρου 29 του ν. 4002/2011 ή της παρ. 5 του άρθρου 54 του ν. 4002/2011. Η υπ` αριθ. 1036/22.6.1995 (Β` 549) απόφαση των Υπουργών Τουρισμού και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη συνεχίζει να ισχύει σχετικά με τη ρύθμιση θεμάτων ελέγχου τήρησης της δημόσιας τάξης, έως ότου τροποποιηθεί η αντικατασταθεί σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 3 του ν. 2206/1994, όπως τροποποιείται με το νόμο αυτόν.
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του ίδιου νόμου(2206/1994), θεσπίσθηκε ειδική διαδικασία πρόσληψης προσωπικού στις επιχειρήσεις καζίνο. Ειδικότερα, στο άρθρο 4 ορίστηκαν τα εξής: "1...2...3. Απαγορεύεται σε οποιονδήποτε κάτοχο άδειας λειτουργίας καζίνου να προσλάβει οποιονδήποτε υπάλληλο παιχνιδιών πριν αυτός λάβει δελτίο καταλληλότητας, σύμφωνα με την υπουργική απόφαση του άρθρου 3 παρ. 6.
Οι υπάλληλοι παιχνιδιών οφείλουν να φέρουν το δελτίο καταλληλότητάς τους καθ` όλη τη διάρκεια της εργασίας τους[...]". Με βάση την ανωτέρω εξουσιοδοτική διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 3 του ν. 2206/1994, εκδόθηκε η υπ` αριθμ. ....1995 απόφαση των Υπουργών Τουρισμού και Δημόσιας Τάξης (Β` 549), στην οποία ορίζονται τα εξής: "ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α`.
Προϋποθέσεις πρόσληψης Προσωπικού στα Καζίνο. Άρθρο 1. Πρόσληψη προσωπικού 1. Το προσωπικό που εργάζεται με οποιαδήποτε ιδιότητα σε επιχείρηση Καζίνο προσλαμβάνεται, αμείβεται και απολύεται απ` ευθείας από τον κάτοχο αδείας Καζίνο, με τον όρο τήρησης των διατάξεων της εθνικής και κοινοτικής εργατικής νομοθεσίας.
Οι όροι εργασίας του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε επιχείρηση καζίνο καθορίζονται με την σύμβαση πρόσληψής του. 2. Ειδικά για το προσωπικό των Καζίνο, που απασχολείται αμέσως ή εμμέσως με τη διεξαγωγή των παιχνιδιών ή λόγω της φύσης της εργασίας του εισέρχεται και παραμένει στους χώρους, όπου διεξάγονται παιχνίδια που για τους σκοπούς της παρούσης θ` αποκαλούνται υπάλληλοι παιχνιδιών, πρέπει να συντρέχουν υποχρεωτικά οι όροι και προϋποθέσεις των διατάξεων του Ν. 2206/1994 και της απόφασης αυτής.
Άρθρο 2. Δελτία Καταλληλότητας. 1. Απαγορεύεται στις επιχειρήσεις Καζίνο να προσλαμβάνουν και απασχολούν σε θέσεις υπαλλήλων παιχνιδιών πρόσωπα, που δεν έχουν λάβει Δελτία Καταλληλόλητας, σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης αυτής. 2. Τα Δελτία Καταλληλότητας εκδίδονται από την Επιτροπή Καζίνο, και καθορίζονται κατά τον τύπο και το περιεχόμενο με απόφαση των Υπουργών Τουρισμού και Δημοσίας Τάξεως μετά από εισήγηση της Επιτροπής Καζίνο.
Τα Δελτία Καταλληλότητας υπογράφονται από τον Πρόεδρο της Επιτροπής Καζίνο και φέρουν την σφραγίδα του Υπουργείου Τουρισμού. 3. Κάθε πρόσληψη προσώπου σε θέση υπαλλήλου παιχνιδιών, που δεν είναι εφοδιασμένο με Δελτίο Καταλληλότητας είναι αυτοδικαίως άκυρη και συνεπάγεται τις κυρώσεις του άρθρου 4 της παρούσας απόφασης. 4.
Κάθε Δελτίο Καταλληλότητας είναι αορίστου ισχύος. Οι κάτοχοι Δελτίου Καταλληλότητας είναι υποχρεωμένοι να υποβάλλουν στην Επιτροπή Εποπτείας της Λειτουργίας των Καζίνο τον μήνα Δεκέμβριο κάθε έτους Υπεύθυνη Δήλωση, από την οποία θα προκύπτει, ότι δεν έχουν καταδικαστεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση για τέλεση ή απόπειρα τέλεσης των αδικημάτων που αναφέρονται στο εδάφιο γ` της παραγράφου 1 του άρθρου 5 της κοινής υπουργικής απόφασης 1036/1995, όπως ισχύει[...]. (Η παρ.4 όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο μόνον της παρ.1 της Υ.Α Τ/2945/2003 (Β`391 /2003), αντικαταστάθηκε εκ νέου ως άνω με το άρθρο μόνον της Κ.Υ.Α 8854/2007, Β` 970/2007). 5.
Η Επιτροπή Καζίνο έχει το δικαίωμα ν` ακυρώνει ή να ανακαλεί μονομερώς και οποτεδήποτε οποιοδήποτε Δελτίο Καταλληλότητας χορήγησε, εφόσον διαπιστωθεί από αυτήν, μετά από νεότερη ερευνά της, που διεξήγαγε είτε αυτεπάγγελτα, είτε κατόπιν καταγγελίας ότι εξέλειπε κάποια από τις προϋποθέσεις χορήγησης του.
Άρθρο 3. Υπάλληλοι Παιχνιδιών. Ως υπάλληλοι παιχνιδιών, που πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με Δελτίο Καταλληλότητας, θεωρούνται για τους σκοπούς του νόμου και της παρούσας απόφασης οι εξής: α. Ο Διευθύνων Σύμβουλος. β. Ο Γενικός Διευθυντής, οι Διευθυντές και Υποδιευθυντές όλων των τμημάτων ή υπηρεσιών του Καζίνο.
γ. Ο Οικονομικός Διευθυντής και ο Αρχιλογιστής του Καζίνο. δ. Το προσωπικό Ασφαλείας, ελέγχου και επιτήρησης του Καζίνο. ε. Οι Ταμίες και Λογιστές. στ. Όλο το Διοικητικό, τεχνικό και λοιπό κύριο ή βοηθητικό προσωπικό του Καζίνο, που λόγω της φύσης της εργασίας του, είτε είναι υπεύθυνο των παιχνιδιών, είτε εισέρχεται και παραμένει στους χώρους των παιχνιδιών κατά τη διεξαγωγή τους.
Άρθρο 4. Κυρώσεις. 1. Απαγορεύεται σε οποιονδήποτε κάτοχο αδείας λειτουργίας Καζίνο να προσλάβει οποιονδήποτε από το ανωτέρω προσωπικό πριν αυτός λάβει δελτίο καταλληλότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας. Το προσωπικό αυτό οφείλει να φέρει το δελτίο καταλληλότητας καθ` όλη τη διάρκεια της εργασίας του[...]. 2.[...] 3[...].
Άρθρο 5. Δικαιολογητικά - Διαδικασία. 1. Οι υποψήφιοι για πρόσληψη σε επιχείρηση καζίνο καταθέτουν στη Γραμματεία της Διεύθυνσης Καζίνο, με επιμέλεια της ενδιαφερόμενης επιχείρησης Καζίνο, τα παρακάτω δικαιολογητικά: α. Αίτηση[...] β[...]γ. Αντίγραφο Ποινικού Μητρώου γενικής χρήσης από το οποίο να προκύπτει ότι δεν έχουν καταδικαστεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση για τέλεση ή απόπειρα τέλεσης κακουργήματος[...] (το εδάφιο γ`, στο οποίο απαριθμούνται τα αδικήματα για τα οποία δεν πρέπει να έχει καταδικασθεί τελεσίδικα ο ενδιαφερόμενος που υποβάλλει αίτηση έκδοσης δελτίου καταλληλότητας, αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο μόνο παρ.1 της Κ.Υ.Α.
Τ/2945/2003, Β`391 /2003). δ. Πιστοποιητικό Εισαγγελικής Αρχής, από το οποίο να προκύπτει ότι δεν έχουν παραπεμφθεί σε δίκη για τα αδικήματα του προηγουμένου εδαφίου. ε. Υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/86 ότι δεν έχουν καταδικασθεί για αθέτηση υποχρεώσεων προς το Δημόσιο ή δεν έχουν απολυθεί για λόγους πειθαρχίας από αυτό ή από Ν.Π.Δ.Δ.
ή Ν.Π.Ι.Δ. του άρθρου 14 παρ.1 του Ν. 2190/94. στ[...]ζ. Πιστοποιητικό υγείας, Νοσοκομείου ή Κέντρου Υγείας, από το οποίο να προκύπτει ότι ο προσλαμβανόμενος δεν πάσχει από μολυσματική ή μεταδοτική ασθένεια. η.[ ...] 2 [...] 3. Η Επιτροπή Καζίνο ελέγχει την αίτηση και την πληρότητα των υποβληθέντων δικαιολογητικών και αποφασίζει για τη χορήγηση ή μη του Δελτίου καταλληλότητας μέσα σε προθεσμία 30 ημερών από της υποβολής της αιτήσεως.
Πριν τη λήψη της αποφάσεως η Επιτροπή Καζίνο μπορεί να καλεί σε συνέντευξη τον ενδιαφερόμενο και να ζητά κατά την κρίση της από Δημόσιες Υπηρεσίες, Οργανισμούς ή τρίτα πρόσωπα σχετικές πληροφορίες ή στοιχεία που αφορούν τον υποψήφιο. 4. Η απόφαση της Επιτροπής Καζίνο δεν απαιτείται να έχει ειδική αιτιολογία, αρκεί να προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και εκτιμήθηκαν όλα τα στοιχεία και δικαιολογητικά της αίτησης".
Περαιτέρω, με την υπ` αριθμ. 98/5/21-3-2014 απόφαση της ΕΕΕΠ (ΦΕΚ 767B/2014) τροποποιήθηκε εν μέρει η ως άνω ΥΑ, προστέθηκε 33ο άρθρο στην ΥΑ T /6736/2003 σύμφωνα με το οποίο "Άρθρο 33: Πιστοποίηση εργαζομένων και συνεργαζόμενων προσώπων με επιχειρήσεις καζίνο. 1. Ορισμοί. Πρόσωπα προς Πιστοποίηση θεωρούνται, για τους σκοπούς του νόμου και της απόφασης αυτής, και ανεξάρτητα από την έννομη σχέση με την οποία συνδέονται με την επιχείρηση καζίνο, οι εξής: 1.1[...] 1.2[...] 1.3[...] 1.4[...]1.5[ ...] 1.6 Το διοικητικό, τεχνικό και λοιπό κύριο ή βοηθητικό προσωπικό του Καζίνο, που λόγω της φύσης της εργασίας του, είτε είναι υπεύθυνο των παιγνίων, είτε εισέρχεται και παραμένει στους χώρους των παιγνίων κατά τη διεξαγωγή τους.
Φορέας Πιστοποίησης ενός Καζίνο είναι ο κάτοχος της άδειας ίδρυσης λειτουργίας και εκμετάλλευσης του Καζίνο αυτού. Υπεύθυνος Πιστοποίησης είναι ο υπάλληλος (οι υπάλληλοι) του Φορέα Πιστοποίησης, που γνωστοποιούνται από αυτόν στην Ε.Ε.Ε.Π. Πιστοποίηση είναι ο έλεγχος, από τον Υπεύθυνο Πιστοποίησης, της συνδρομής των προϋποθέσεων της παραγράφου 3 της απόφασης αυτής και η χορήγηση σχετικού κωδικού αριθμού Πιστοποίησης σε κάθε πιστοποιούμενο πρόσωπο.
Πιστοποιημένο Πρόσωπο είναι κάθε πρόσωπο που έχει λάβει Πιστοποίηση. Δελτίο Καταλληλότητας είναι η κάρτα που εκδίδει ο Φορέας Πιστοποίησης για κάθε Πιστοποιημένο Πρόσωπο, από το οποίο αποδεικνύεται η Πιστοποίηση. Χώρος παιγνίων είναι ο χώρος των παιχνιδιών του Καζίνο. 2. Γενικές αρχές. 2.1. Πρόσωπο που ανήκει στα Πρόσωπα προς Πιστοποίηση, απαγορεύεται, κατά τη διάρκεια της εργασίας του, να εισέρχεται, στους χώρους των παιγνίων, χωρίς να φέρει Δελτίο Καταλληλότητας. 2.2.
Η Πιστοποίηση ενός προσώπου πραγματοποιείται και ισχύει ανά επιχείρηση Καζίνο. Ένα πρόσωπο μπορεί να λάβει συγχρόνως Πιστοποίηση σε περισσότερες επιχειρήσεις καζίνο[...]. 3. Προϋποθέσεις και διαδικασία χορήγησης της Πιστοποίησης. 3.1 Ένα πρόσωπο για να λάβει Πιστοποίηση πρέπει να: 3.1.1 Έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του. 3.1.2 Μην έχει καταδικαστεί τελεσίδικα για κακούργημα ή σε οποιαδήποτε ποινή για κλοπή,[...]. 3.1.3 Η απασχόλησή του στο Καζίνο να μην αντίκειται στις διατάξεις της παραγράφου α του άρθρου 4 του ν. 2206/1994 (Α` 62), της παραγράφου 3 του άρθρου 16 του Ν. 3229/2004 (Α` 38) και της παραγράφου 5 του άρθρου 28 του ν. 4002/2011 (Α` 180). 3.1.4 Ο Υπεύθυνος Πιστοποίησης, έχει την ευθύνη για κάθε Πιστοποιούμενο Πρόσωπο, να ζητά και να διατηρεί, διαρκώς σε ισχύ, τα παρακάτω έγγραφα:
α. Επικυρωμένο αντίγραφο της αστυνομικής του ταυτότητας ή του διαβατηρίου του. β[... ] γ. Απόσπασμα ποινικού μητρώου, από το οποίο να προκύπτει η συνδρομή των όρων της παραγράφου 3.1.2. Κάθε μεταβολή στο ποινικό μητρώο Πιστοποιημένου Προσώπου σε σχέση με τα αδικήματα της παραγράφου 3.1.2 γνωστοποιείται άμεσα στο Φορέα Πιστοποίησης, με ευθύνη του προσώπου αυτού.
Ανεξάρτητα από αυτό, κάθε έτος από την ημερομηνία ισχύος του Δελτίου Καταλληλότητας τα Πιστοποιημένα Πρόσωπα υποβάλλουν στο Φορέα Πιστοποίησης υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/86, με επικύρωση του γνησίου της υπογραφής, με την οποία δηλώνουν την ύπαρξη ή μη μεταβολών στο ποινικό τους μητρώο σε σχέση με τα αδικήματα της παραγράφου 3.1.2. 3.1.5 Υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/86 του Προσώπου προς Πιστοποίηση, με επικύρωση του γνησίου της υπογραφής, ότι δεν εμπίπτει στις διατάξεις της παραγράφου 4.α του άρθρου 4 του ν. 2206/1994 (Α` 62), της παραγράφου 3 του άρθρου 16 του Ν. 3229/2004 (Α` 38) και της παραγράφου 5 του άρθρου 28 του Ν. 4002/2011 (Α` 180). 3.2 Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 3.1, ο Υπεύθυνος Πιστοποίησης προβαίνει στην Πιστοποίηση και εκδίδει το Δελτίο Καταλληλότητας. 3.3 Η Πιστοποίηση έχει αόριστη διάρκεια, εφόσον το Πιστοποιημένο Πρόσωπο εργάζεται στον Φορέα Πιστοποίησης και πληροί την προϋπόθεση της παραγράφου 3.1.2. 3.4 Η Πιστοποίηση ανακαλείται αμέσως μόλις ένα πρόσωπο πάψει να ανήκει, για οποιονδήποτε λόγο, στο προσωπικό του καζίνο ή πάψει να πληροί την προϋπόθεση της παραγράφου 3.1.2. 3.5 Ανάκληση της Πιστοποίησης ενός προσώπου συνεπάγεται την άμεση επιστροφή στον Υπεύθυνο Πιστοποίησης του Δελτίου Καταλληλότητας του προσώπου αυτού.
Μετά την επιστροφή, το Δελτίο Καταλληλόλητας καταστρέφεται. 3.6 Το Δελτίο Καταλληλότητας έχει διάρκεια ισχύος πέντε (5) έτη, μετά τη λήξη της οποίας επανεκδίδεται με νέα πρόσφατη φωτογραφία του Πιστοποιημένου Προσώπου[...]. 4. Υποχρεώσεις του Φορέα Πιστοποίησης. 4.1 Μέσα στις πρώτες πέντε (5) εργάσιμες ημέρες κάθε μήνα, ο Υπεύθυνος Πιστοποίησης αποστέλλει στην Ε.Ε.Ε.Π.
κατάσταση Πιστοποιημένων Προσώπων. Η κατάσταση αναφέρει το ονοματεπώνυμο και το πατρώνυμο, τον αριθμό της αστυνομικής ταυτότητας ή του διαβατηρίου, τον κωδικό της κατηγορίας του Πιστοποιημένου Προσώπου και τον κωδικό αριθμό Πιστοποίησης. Η ίδια κατάσταση με τα ίδια στοιχεία, αναφέρει τα πρόσωπα που απώλεσαν την Πιστοποίηση[...]. 4.3 Το Πιστοποιημένο Πρόσωπο φέρει το Δελτίο Καταλληλότητας σε εμφανές σημείο, έτσι ώστε να είναι ευχερής ο άμεσος οπτικός έλεγχος, σε όλη τη διάρκεια παραμονής του στους χώρους παιγνίων. 4.4[...]. 5.1.
Ο Υπεύθυνος Πιστοποίησης χορηγεί στο Πιστοποιημένο Πρόσωπο Δελτίο Καταλληλότητας, το οποίο φέρει στην κύρια όψη του τα εξής στοιχεία: 5.1.1. Το όνομα ή/και το λογότυπο του Καζίνο. 5.1.2. Το ονοματεπώνυμο ή το όνομα του Πιστοποιημένου Προσώπου. 5.1.3. Πρόσφατη, ευκρινή, έγχρωμη φωτογραφία του, διαστάσεων, τουλάχιστον, 2.00. x 2,50cm. 5.1.4.
Τον κωδικό αριθμό Πιστοποίησης. 5.1.5. Τον μήνα και το έτος λήξης της ισχύος του. 5.2 Το Δελτίο Καταλληλότητας φέρει στην πίσω όψη του θέση για την υπογραφή του κατόχου και το εξής κείμενο: (Το Δελτίο αυτό ανήκει στο Καζίνο[...] Η χρήση του είναι αυστηρώς προσωπική[...] 7. Ισχύς Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου τίθενται σε ισχύ την 1η Ιουνίου 2014.
Από την ημερομηνία αυτή, τα Δελτία Καταλληλότητας αρχίζουν να εκδίδονται με βάση τις διατάξεις της απόφασης αυτής. Τα Δελτία Καταλληλότητας που εκδόθηκαν με βάση τις προγενέστερες διατάξεις, αντικαθίστανται σταδιακά με νέα και η διαδικασία αντικατάστασης ολοκληρώνεται έως την 31.12.2014, ημερομηνία μετά από την οποία Δελτία Καταλληλότητας, που έχουν εκδοθεί με τις προγενέστερες διατάξεις, παύουν να ισχύουν".
Από τις ως άνω διατάξεις του ν. 2206/1994 και των κανονιστικών πράξεων, που έχουν εκδοθεί κατ` εξουσιοδότηση του νόμου αυτού, προκύπτει ότι η ίδρυση, οργάνωση και λειτουργία των καζίνο, διέπεται από αυστηρό νομικό καθεστώς, που επιβάλλει στενό και αδιάλειπτο κρατικό έλεγχο με πρόδηλο σκοπό την προστασία των παικτών αλλά και γενικά του κοινωνικού συνόλου από τους κινδύνους που συνεπάγεται η, κατά κρατική παραχώρηση, επιχειρηματική αυτή δραστηριότητα (ΑΠ 2014/2022, ΟλΣτΕ 4025/1998).
Ο έλεγχος αυτός, ο οποίος ασκείται, σύμφωνα με τις διατάξεις που εκτέθηκαν ανωτέρω, από την Επιτροπή Εποπτείας Λειτουργίας των Καζίνο, και τα διοικητικά όργανα της Διεύθυνσης Εποπτείας Καζίνο του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, αφορά τα πρόσωπα, τους χώρους, τη διεξαγωγή των παιχνιδιών, τα υλικά και τα μηχανήματα διεξαγωγής των παιχνιδιών και την προμήθειά τους, ώστε να διασφαλίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η λειτουργία των καζίνο είναι απαλλαγμένη από ύποπτα, επικίνδυνα ή εγκληματικά στοιχεία, όπως άλλωστε επιβάλλει μια εκ των βασικών αρχών ίδρυσης, οργάνωσης και λειτουργίας τους (άρθρο 8 παρ. 1 περ.
β` Ν. 2160/1993). Προς επίτευξη αυτού του δημοσίου συμφέροντος σκοπού, όσον αφορά ειδικότερα τους εργαζόμενους σε επιχειρήσεις καζίνο, θεσπίζεται με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του ν. 2206/1994, ως προϋπόθεση πρόσληψης ή απασχόλησης σε αυτές, η προηγούμενη χορήγηση από την Επιτροπή Εποπτείας της Λειτουργίας των Καζίνο διοικητικής άδειας, ήτοι Δελτίου Καταλληλότητας, ύστερα από την υποβολή και τον έλεγχο συγκεκριμένων δικαιολογητικών των ενδιαφερόμενων να απασχοληθούν στις εν λόγω επιχειρήσεις, σύμφωνα με τη διοικητική διαδικασία που ορίζεται στην Κ.Υ.Α. 1036/1995 (ΑΠ 2014/2022, ΣΤΕ 215/2012).
Οι επιχειρήσεις καζίνο απαγορεύεται να απασχολούν προσωπικό που δεν έχει λάβει Δελτία Καταλληλότητας, κάθε δε πρόσληψη προσωπικού στο οποίο δεν έχουν χορηγηθεί προηγουμένως τα εν λόγω δελτία είναι αυτοδικαίως άκυρη και συνεπάγεται την επιβολή διοικητικών κυρώσεων για τον επιχειρηματικό φορέα που κατέχει την άδεια καζίνο (ΑΠ 2014/2022).
Τα Δελτία Καταλληλότητας, που είχαν εκδοθεί μέχρι 31.5.2014, δηλαδή πριν την αλλαγή του νομικού καθεστώτος, ως προς την πρόσληψη του προσωπικού των καζίνο με την υπ` αριθμό 98/5/21-3-2014 απόφαση της ΕΕΕΠ (ΦΕΚ 767B/2014), που τροποποίησε εν μέρει την ως άνω ΥΑ ....1995, με την προσθήκη 33ου άρθρο στην ΥΑ T /6736/2003, ήταν αόριστης διάρκειας.
Μόνο δε η Επιτροπή Εποπτείας της Λειτουργίας των Καζίνο είχε το δικαίωμα να ακυρώνει ή να ανακαλεί μονομερώς και οποτεδήποτε οποιοδήποτε Δελτίο Καταλληλότητας χορήγησε, εφόσον διαπιστωθεί από αυτήν, μετά από νεότερη έρευνά της, που διεξήγαγε είτε αυτεπάγγελτα, είτε κατόπιν καταγγελίας ότι εξέλειπε κάποια από τας προϋποθέσεις χορήγησης του(άρθρο 5 ΥΑ ....1995, όπως ισχύει).
Η μη τήρηση από τους κατόχους Δελτίου Καταλληλότητας της υποχρέωσης να υποβάλλουν στην Επιτροπή Εποπτείας της Λειτουργίας των Καζίνο τον μήνα Δεκέμβριο κάθε έτους Υπεύθυνη Δήλωση, από την οποία θα προκύπτει, ότι δεν έχουν καταδικαστεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση για τέλεση ή απόπειρα τέλεσης των αδικημάτων που αναφέρονται στο εδάφιο γ` της παραγράφου 1 του άρθρου 5 της κοινής υπουργικής απόφασης 1036/1995, δεν έχει ως συνέπεια την αυτοδίκαιη ακύρωση ή ανάκληση του αορίστου ισχύος Δελτίου Καταλληλότητας, που έχει εκδοθεί από Επιτροπή Εποπτείας της Λειτουργίας των Καζίνο και κατέχει ο υπάλληλος του καζίνο και εν προκειμένω ο υπάλληλος των παιχνιδιών.
Και τούτο διότι, αν ο νόμος ήθελε την αυτοδίκαιη ακύρωση ή ανάκληση του αορίστου ισχύος δελτίου καταλληλότητας, θα το όριζε ρητά, όπως έχει ορίσει σε άλλες διατάξεις. Ειδικότερα, όπως έχει ορίσει, στην περίπτωση των εργαζόμενων σε καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος, όπου η έλλειψη του βιβλιαρίου υγείας ή μη θεώρηση αυτού από τον εργαζόμενο μετά τη λήξη του επιφέρει ακυρότητα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 §§ 1 εδ.
α` & 10 εδ. β` της με αριθ. Α1β/8557/1983 κανονιστικής απόφασης του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (ΦΕΚ Β` 526) "Υγειονομικός έλεγχος, γενικοί όροι ιδρύσεως και λειτουργίας των καταστημάτων και εργαστηρίων τροφίμων ή/και ποτών και ειδικοί όροι ιδρύσεως και λειτουργίας των καταστημάτων και εργαστηρίων τροφίμων ή/και ποτών", η οποία εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του ΑΝ 2520/1940, όπως η διάταξη του άρθρου 14 αντικαταστάθηκε με την με αριθ. 8405/29.10.1992 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 665 Β`/11.11.1992, ΑΠ 451/2020).
Περαιτέρω, μετά την προαναφερόμενη αλλαγή του νομικού καθεστώτος τα Δελτία Καταλληλότητας που εκδόθηκαν με βάση τις προγενέστερες διατάξεις, αντικαθίστανται σταδιακά με νέα και η διαδικασία αντικατάστασης ολοκληρώνεται έως την 31.12.2014, ημερομηνία μετά από την οποία Δελτία Καταλληλότητας, που είχαν εκδοθεί με τις προγενέστερες διατάξεις, παύουν να ισχύουν. Έτσι, σε περίπτωση έλλειψης του Δελτίου Καταλληλότητας, η καταρτιζόμενη με τον εργοδότη - καζίνο σύμβαση εργασίας, είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε, διότι αντίκειται στις απαγορευτικές διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 180 Α.Κ., (ΑΠ 2014/2022, πρβλ ΑΠ 911/2015, ΑΠ 1320/2008). Η ακυρότητα αυτή αφορά στη δημόσια τάξη και γι' αυτό εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο που καλείται να κρίνει το κύρος της οικείας σύμβασης εργασίας (ΑΠ 2014/2022, πρβλ ΑΠ 350/1995), η δε αρχικά έγκυρη σύμβαση εργασίας μετατρέπεται σε άκυρη από το χρόνο λήξης του ισχύος του Δελτίου Καταλληλόλητας, εφόσον δεν εκδοθεί νέο δελτίο (ΑΠ 1129/2018),χωρίς να έχει σημασία ποιος είναι υπαίτιος για την έλλειψη αυτού (πρβλ ΑΠ 350/1995).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 325 του ΑΚ, που εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζόμενου στα πλαίσια της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη, σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ' εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.
Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση , όσο διαρκεί η υπερημερία του, για όσο, δηλαδή, δεν καταβάλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά (ΑΠ 1108/2020, 289/2019, 1665/2018).
Η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης προϋποθέτει σχέση εργασίας, με βάση έγκυρη σύμβαση χωρίς την οποία δεν νοείται υπερημερία του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας. Εάν η σύμβαση εργασίας είναι άκυρη, με την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης από τον εργαζόμενο μισθωτό ο εργοδότης, που δεν αποδέχεται την εργασία του μισθωτού, δεν περιέρχεται σε κατάσταση υπερημερίας, σκοπός και συνέπεια της οποίας είναι η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης του εργαζόμενου (ΑΠ 1927/2024, 523/2022).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 35 του ν.4842/2021, αναίρεση κατ' αποφάσεων Ειρηνοδικείων, καθώς και κατά αποφάσεων Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 5/2021, ΑΠ 828/2024, 31/2024, 1473/2022).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, 3/2022, 4/2021, 1/2021, ΑΠ 828/2024).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 2/2022, 2/2019, 9/2016, 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα ( ΟλΑΠ 9/2016, 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 499/2023, 53/2022, 269/2020, 109/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, επιλαμβανόμενο της από 31.5.2018 με αριθμ. κατάθ. 106/7.6.2018 έφεσης της εναγόμενης - εκκαλούσας ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας κατά της υπ' αριθμ. 28/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πατρών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή των εναγόντων-εφεσίβλητων ήδη αναιρεσίβλητων και ειδικότερα(επιλαμβανόμενο) του πρώτου λόγου αυτής, με τον οποίο αυτή παραπονείτο για το, ότι η πρωτόδικη απόφαση κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερόμενων διατάξεων του άρθρου 4 παρ.
του ν .2206/1994, της εκδοθείσας, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 3 παρ. 6 του ως νόμου, υπ' αριθμ. ....1995 απόφασης των Υπουργών Τουρισμού και Δημόσιας Τάξης καθώς και της υπ' αριθμ. ....2014 απόφασης της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων, δεν απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον οι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που συνέδεαν τους διαδίκους ήταν άκυρες, αφού οι ενάγοντες ήδη αναιρεσίβλητοι δεν διέθεταν το απαιτούμενο από τις πιο πάνω διατάξεις Δελτίο Καταλληλότητας προς εργασία σε επιχείρηση καζίνο και επομένως, λόγω της ακυρότητας αυτής, δεν δικαιούνταν τους αιτούμενους μισθούς υπερημερίας, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του( άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα:"[...]Ο λόγος αυτός εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, καθόσον[...], αρμόδια, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 ν. 2206/1994 σε συνδυασμό υπ'αριθμ. 98/5/2014(ΦΕΚ Β 767/2014) απόφαση της ΕΕΕΠ, με την οποία τροποποιήθηκε η ΤΑ Τ/ 6736/2003( Κανονισμός Διοικητικού Ελέγχου και Εποπτείας της Λειτουργίας των Καζίνο), για την έκδοση των Δελτίων Καταλληλότητας ήταν η εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα, ως κάτοχος της άδειας ίδρυσης λειτουργίας και εκμετάλλευσης καζίνο, δια του Υπευθύνου Πιστοποίησης υπαλλήλου της, που έχει γνωστοποιήσει στην Ε.Ε.Ε.Π., ο οποίος προβαίνει, αφού ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων της παραγράφου 3 της ως άνω απόφασης, χορηγεί σχετικό κωδικό αριθμό πιστοποίησης σε κάθε πιστοποιούμενο πρόσωπο[...]".
Μετά ταύτα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο και το δεύτερο λόγο της έφεσης, απέρριψε αυτήν στο σύνολό της, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση. Με την κρίση του αυτή, όσον αφορά την απόρριψη του πρώτου λόγου της έφεσης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 3 και 4 παρ. 3 του ν. 2206/1994, καθώς και των παραγρ. 1,3,5 και 7 του άρθρου 33 της υπ' αριθμ. ....2014(ΦΕΚ Β' 767) απόφασης της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων (ΕΕΕΠ) σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 3,174,180 και 648 επ.
ΑΚ, όσον αφορά το κύρος ή μη των ένδικων συμβάσεων εργασίας των εναγόντων ήδη αναιρεσίβλητων, που συνέχεται άμεσα με το νόμιμο ή μη της εκ μέρους τους άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας και συνακόλουθα με την περιέλευση ή μη της εναγόμενης ήδη αναιρεσείουσας σε υπερημερία και την εντεύθεν υποχρέωσή της ή όχι για καταβολή σε αυτούς των αιτούμενων, λόγω της ασκηθείσας επίσχεσης εργασίας, μισθών υπερημερίας, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα, ενόψει του ότι, μετά την προαναφερθείσα αλλαγή του νομοθετικού καθεστώτος, τα υπάρχοντα Δελτία Καταλληλότητας των εργαζόμενων στην εναγόμενη ήδη αναιρεσείουσα έπαυσαν να ισχύουν από 31.12.2014 και έκτοτε έπρεπε να αντικατασταθούν με νέα, δεν αναφέρει, για την περίπτωση που οι ενάγοντες ήδη αναιρεσίβλητοι ήταν εφοδιασμένοι με Δελτία Καταλληλότητας μέχρι 31.12.2014, αν τα εν λόγω Δελτία αντικαταστάθηκαν με νέα, στοιχείο που μπορούσε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως, αφού η έλλειψή τους, που καθιστά άκυρες τις ένδικες συμβάσεις εργασίας, αφορά στη δημόσια τάξη, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, ενώ μπορεί να προταθεί για πρώτη φορά στο Εφετείο.
Η έρευνα αυτή ήταν απαραίτητη, προκειμένου να κριθεί, αν οι ένδικες συμβάσεις εργασίας ήταν έγκυρες ή μη και περαιτέρω, αν ήταν νόμιμη ή μη η εκ μέρους των εναγόντων ήδη αναιρεσίβλητων ασκηθείσα επίσχεση εργασίας και συνακόλουθα η υποχρέωση ή μη της εναγόμενης ήδη αναιρεσείουσας να τους καταβάλει μισθούς υπερημερίας για το επίδικο χρονικό διάστημα από 17.10.2015 μέχρι 30.3.2016.
Η έλλειψη αυτή ουδόλως καλύπτεται από την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η εναγόμενη ήδη αναιρεσείουσα ήταν αρμόδια για την έκδοση των Δελτίων Καταλληλότητας, αφού δεν διαλαμβάνεται περαιτέρω παραδοχή για την ύπαρξη ή μη των απαιτούμενων Δελτίων Καταλληλότητας και συνακόλουθη κρίση για το κύρος ή μη των ένδικων συμβάσεων εργασίας, κατά τα παραπάνω.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν ο πρώτος, και κατά τα δύο σκέλη του, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των πιο πάνω αναφερόμενων διατάξεων, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου οδηγεί στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και καθιστά πλέον αλυσιτελή την εξέταση του δεύτερου και τελευταίου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη πραγμάτων(ισχυρισμών που θεμελιώνουν την εκ μέρους της προβληθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός των εναγόντων ήδη αναιρεσίβλητων για επίσχεση εργασίας), που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1474/2022, πρβλ.
ΑΠ 301/2018). Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του πρώτου, κατά τα δύο σκέλη του, λόγου αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλο Δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ) στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά την αρχική δικάσιμο, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής, σύμφωνα με τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 304/28.4.2020 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και των αρχαιότερων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων, η αμέσως αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης