Legislator Case Law & Legislation
1081/2023 AI generated

Supreme Court partially allows appeal, remands labor dispute to keep case and dismiss appeal on illegality grounds.

Case Number 1081/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of the plaintiffs' claim for social security benefits. The court found the plaintiffs' initial claim was legally invalid, meaning no further trial was necessary. Consequently, the court kept the case to dismiss the appeal on substantive grounds and ordered the plaintiffs to pay the social security fund's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 65 para. 1 of Law 4139/2013; When an appeal is allowed but the lower court's decision is substantively invalid, the Supreme Court must keep the case to dismiss the appeal and the claim, as no further trial stage exists.

Keywords

AI generated
labor dispute procedure invalid claim dismissal appeal remand substantive dismissal legal costs allocation social security benefits Supreme Court jurisdiction

Cited Legislation

AI generated
Art. 580 para. 3 lit. a of the Code of Civil Procedure
Art. 65 para. 1 of Law 4139/2013
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 179 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 30 para. 1 of Law 4038/2012
Art. 19 para. 1 lit. b of Law 2556/1997
Art. 61 para. 3 of Law 4194/2013
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1081 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1081/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 24 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)" και ήδη μετονομασθέν σε "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευαγγελίας-Μαρίας Μασσαλή, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Α. Κ. του Ι., κατοίκου Β. Α., 2) Ό. Β. του Η., κατοίκου Π., 3) Α. Κ. του Ι., κατοίκου Κ. Α., 4) Μ. Μ. του Χ., κατοίκου Γ. Α. και 5) Μ. Μ. του Ν., κατοίκου Η. Α., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αλεξάνδρας Κωστούλα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2984/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 460/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-7-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 7.7.2021 και με αριθμό κατάθεσης 5403/713/2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 460/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 15.11.2016 και με αριθμό κατάθ. 4704/2016 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. 2984/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η από 12.3.2009 (αριθμ.

εκθ. καταθ. 111916/3132/2009) αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και μετά από εξαφάνιση της ως άνω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή εν μέρει κατ' ουσία η αγωγή και Α) υποχρεώθηκε το εναγόμενο -1ο εφεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)", οιονεί καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)", και ήδη μετονομασθέν σε "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ)", να καταβάλλει στους αναιρεσιβλήτους τα αναφερόμενα σε αυτή χρηματικά ποσά, καταψηφιστικά και αναγνωριστικά και Β) υποχρεώθηκαν λοιπά ΝΠΔΔ, τα οποία δεν είναι διάδικοι στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη να καταβάλλουν στους λοιπούς ενάγοντες, οι οποίοι ομοίως δεν είναι διάδικοι, να καταβάλλουν τα αναφερόμενα σε αυτή χρηματικά ποσά.

Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 3/2020, 6/2019, 4/2018). Από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1β του Συντάγματος, η δεύτερη των οποίων αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της θεσπιζόμενης με την πρώτη αρχή της ισότητας και εφαρμόζεται επί μισθωτών απασχολουμένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 3/1997) επιβάλλεται στο νομοθέτη η θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζόμενους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διακρίσεως, εφόσον όμως παρέχουν την ίδια ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα (Ολ.Α.Π. 13/2003, ΑΠ 593/2006), και δεν μπορούν να επιχειρηθούν αυθαιρέτως δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος ορισμένης κατηγορίας εργαζομένων που παρέχουν υπό τις αυτές συνθήκες, όμοια εργασία, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, οπότε οι εργαζόμενοι για τους οποίους συντρέχουν οι λόγοι αυτοί αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία.

Συνεπώς, αν γίνει με νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική αυτή μεταχείριση, η διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοστεί η νομοθετική ρύθμιση και για εκείνους εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατά παράβαση των ως άνω συνταγματικών διατάξεων δημιουργούμενη ανισότητα.

Ο κανόνας όμως αυτός δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, βάσει διατάξεως νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες, όπως είναι αυτοί που έχουν διαφορετικό εργοδότη και διαφορετικούς, ενόψει του είδους της εργασίας τους, όρους απασχολήσεως και απολαβών.

Ούτε επιτρέπεται, η σύγκριση να γίνεται επιλεκτικά με βάση ορισμένη μόνο μισθολογική παροχή, χωρίς συσχετισμό προς το σύνολο των αποδοχών, στο οποίο αυτή περιλαμβάνεται. Τέλος, με το άρθρο 43 του ν. 1193/1981 (Α' 220) ορίσθηκε ότι "Εις τας Επισκέπτριας Αδελφάς, τας Αδελφάς Νοσοκόμους και τας Μαίας των Κλάδων ΑΡ1, ΑΡ2 και ΑΡ3 του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών χορηγείται επίδομα ανθυγιεινής εργασίας εκ ποσοστού 30% επί του βασικού μισθού των".

Με τη διάταξη αυτή το εν λόγω επίδομα ανθυγιεινής εργασίας χορηγήθηκε μόνον στις επισκέπτριες αδελφές, τις αδελφές νοσοκόμες και τις μαίες που υπηρετούν στο Υπουργείο (ήδη) Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ως ιδιαίτερη κατηγορία δημοσίων υπαλλήλων (ΑΠ 1227/2013, ΣτΕ 1797/2011, 2486/2001, 656/2002, 848/2003). Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως μπορεί να επεκτείνεται, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και στους νοσοκόμους και τις αδελφές νοσοκόμες των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, οι οποίοι εργάζονται σ' αυτά ως μέλη του νοσηλευτικού τους προσωπικού.

Σε αντίθεση, όμως, προς τα ανωτέρω, οι ιατροί του Ι.Κ.Α., ως εκ του είδους και της φύσεως της εργασίας που παρέχουν, τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες απασχολήσεως και απολαβών έναντι των νοσοκόμων του Υπουργείου Υγείας και των νοσηλευτικών ιδρυμάτων. Επομένως, ανεξαρτήτως αν η προπαρατεθείσα διάταξη εξακολουθούσε να ισχύει και υπό το καθεστώς του ν. 2470/1997 (Α' 40), πάντως, καθ' ο μέρος αυτή δεν προέβλεψε ως δικαιούχους του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας και τους ιατρούς του Ι.Κ.Α., δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, (ΣτΕ 1797/2011,ΑΠ 362/2019, 463/2016, 357/2016, 318/2017 544/2007, 796/2001, 788/1995).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της αγωγής, της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα εξής: Οι αναιρεσίβλητοι με την ένδικη αγωγή τους και άλλοι ενάγοντες, οι οποίοι δεν είναι πλέον διάδικοι στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη, ισχυρίστηκαν ότι απασχολούνται έκαστος τούτων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως ιατρό του εναγομένου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, και ότι το εναγόμενο δεν τους κατέβαλε το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας ποσοστού 30% επί του βασικού μισθού τους, το οποίο χορηγείται, βάσει του άρθρου 43 του Ν. 1193/1981, (και) στις αδελφές νοσοκόμους που υπηρετούν στην κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών (ήδη Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης), καθώς και σε όλες τις επισκέπτριες αδελφές, αδελφές νοσοκόμοι και μαίες που υπηρετούν σε νοσηλευτικά ιδρύματα δημοσίου δικαίου ή κοινής ωφέλειας ιδιωτικού δικαίου και ζήτησαν, με βάση το ιστορικό αυτό και προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, να υποχρεωθεί το εναγόμενο - αναιρεσείον να καταβάλει στον καθένα το αναφερόμενο στην αγωγή ποσό ως οφειλόμενο επίδομα ανθυγιεινής εργασίας για το χρονικό διάστημα από 1.1.2004 έως 28.2.2009.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 2984/2013 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Μετά από άσκηση εφέσεως εκ μέρους των εναγόντων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, μετά από εξαφάνιση της ως άνω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, έκρινε την αγωγή νόμιμη και δέχθηκε αυτή εν μέρει κατ' ουσία, υποχρεώνοντας το αναιρεσείον ως προς τους: 28ο, 35η, 53η, 55η και 60η, να καταβάλει τα αναφερόμενα σε αυτή χρηματικά ποσά.

Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, δέχθηκε τα εξής: "Ότι οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι και άλλοι οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.1.2004 έως 28.2.2009 (πλην του 28ου Κ. Α. του Ι., ο οποίος αποχώρησε στις 1.1.2009) προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο αρχικώς εναγόμενο vπδδ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΜΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)", με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως ιατροί διαφόρων ειδικοτήτων (ενδοκρινολόγου, μικροβιολόγου, ορθοπεδικού, δερματολόγου, οφθαλμίατρου, παιδίατρου, καρδιολόγου, δερματολόγου, ουρολόγου, γενικού ιατρού ακτιvοδιαγvώστη, οδοντιάτρου, πλαστικού χειρουργού, χειρουργού), παρέχοντας ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές) στους ασφαλισμένους του Ιδρύματος, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση εντός του ωραρίου τους, στη Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας της Α. (1η μέχρι και 5η των εναγόντων) και του Π. (6η έως και 45η) και στις Τοπικές Μονάδες Υγείας Χ. (46η έως 52°) και Η. (53η έως 66°), ενώ το μισθολόγιό τους κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, διεπόταν από το νόμο 3205/2003.

Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους στους χώρους των νομαρχιακών και τοπικών μονάδων υγείας του ιδρύματος συγχρωτίζονταν καθημερινά με ασθενείς, οι οποίοι πολλές φορές έπασχαν από σοβαρές μολυσματικές και λοιμώδεις νόσους (ηπατίτιδα, δερματικές παθήσεις, aids κλπ), οι οποίες έχουν αυξημένο κίνδυνο μεταδοτικότητας και συνεπώς η εκτέλεση των ιατρικών πράξεων στους παραπάνω χώρους ενείχε επικινδυνότητα και ανθυγιεινότητα γι' αυτούς, αφού οι χώροι όπου παρείχαν τις υπηρεσίες τους (πρωτοβάθμιες μονάδες υγείας) αποτελούν χώρους συγκέντρωσες ασθενών.

Ως εκ τούτου οι συνθήκες εργασίας τους ήταν το ίδιο δυσμενείς με τις συνθήκες εργασίας του προσωπικού των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της χώρας, του Εθνικού Κέντρου Άμεσης βοήθειας (ΕΚΑΒ), των Κέντρων Υγείας, των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, των ΝΠΔΔ του Ταμείου Πρόνοιας και Αγροτικών Ιατρείων που αμειβόταν με το ίδιο μισθολόγιο με τους ενάγοντες ιατρούς και στο οποίο προσωπικό χορηγήθηκε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα το χαρακτηριζόμενο πλέον υπό το καθεστώς των νόμων 2470/1997 και 3205/2003 (άρθρο 8 παρ. 5) νοσοκομειακό επίδομα.

Το επίδομα δε αυτό που, όπως εκτέθηκε στη νομική σκέψη της απόφασης, θεσπίστηκε με το ν. 2470/1997 και διατηρήθηκε με το v.3205/2003 σε αντικατάσταση του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας υπέχει στην ουσία θέση τέτοιου επιδόματος και μετά την ισχύ του ν. 3205/2003 καθώς αμφότερα έχουν ως δικαιολογητική βάση την επικινδυνότητα και ανθυγιεινότητα της παρεχόμενης από το παραπάνω προσωπικό εργασίας, με την προϋπόθεση ότι το προσωπικό που το δικαιούται προσφέρει υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους οικείους χώρους και στις αντίστοιχες ειδικότητες, προϋπόθεση, που όπως προαναφέρθηκε συνέτρεχε και στην περίπτωση των εναγόντων, χωρίς να επηρεάζει τούτο το γεγονός ότι οι ενάγοντες δικαιούνταν υπό το καθεστώς του ΝΔ 1204/1972 να λειτουργούν εκτός του ωραρίου τους και ιδιωτικό ιατρείο, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το δεύτερο και το τέταρτο εφεσίβλητο, αφού ο ως άνω νόμος αξιώνει πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους που δικαιολογούν την καταβολή του επιδόματος λόγω της ανθυγιεινότητας και επικινδυνότητά τους, εντός του προβλεπόμενου για τους δικαιούχους του επιδόματος ωραρίου, και όχι να μην έχουν οι δικαιούχοι του επιδόματος τη δυνατότητα, εκτός του νομίμου ή συμβατικού ωραρίου τους, να απασχολούνται σε άλλο εργοδότη ή να αυταπασχολούνται, εφόσον τούτο ήταν επιτρεπτό από τις τότε ισχύουσες κείμενες διατάξεις.

Επομένως, η μη καταβολή στους ενάγοντες - ιατρούς του χαρακτηριζόμενου πλέον ως νοσοκομειακού επιδόματος συνιστά από την 1.1.2004 έως την 18.2.2004 αδικαιολόγητη άνιση δυσμενή μεταχείριση αυτών σε σχέση με τις υπόλοιπες κατηγορίες προσωπικού στις οποίες χορηγείτο το εν λόγω επίδομα, διάκριση η οποία αντίκειται στην συνταγματική αρχή της ισότητας, καθόσον οι ενάγοντες τελούσαν υπό τις ίδιες συνθήκες ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας με τις υπόλοιπες κατηγορίες προσωπικού που χορηγείτο, ενώ από την 18.2.2004 οι ενάγοντες δικαιούνται πλέον το επίδομα αυτό ευθέως εκ του νόμου, αφού κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της απόφασης, από την τελευταία ημερομηνία (18.2.2004) οι Νομαρχιακές και Τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ εξομοιώνονται με τα Κέντρα Υγείας και όσα ισχύουν, ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων στα Κέντρα Υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα έχουν πλέον ευθεία εφαρμογή και στους εργαζομένους των Κέντρων Υγείας του ΙΚΑ.

Ακολούθως, το ύψος του εν λόγω επιδόματος που χορηγήθηκε στο προσωπικό των νοσοκομείων, των μονάδων κοινωνικής φροντίδας της χώρας, του ΕΚΑΒ, των Κέντρων υγείας, των νπδδ του Τομέα Πρόνοιας και των Κέντρων ψυχικής υγείας, ορίστηκε σε 240 ευρώ από 1.1. 2004 έως 31.12.2006 (άρθρο 8 παρ. 5 περ. α Ν. 3205/2003) σε 257,50 ευρώ από 1.1. 2007 έως 30.6.2007, σε 275 ευρώ από 1.7.2007 έως 31.12.2007 (άρθρο 1 παρ. 7 του Ν. 3554/2007), σε 310 ευρώ από 1.1.2008 έως 31.12.2008 και σε 345 ευρώ από 1.1.2009 και εφεξής (άρθρο 1 παρ. 7 του ν. 3554/2007.) Συνεπώς, έκαστος των εναγόντων ιατρών δικαιούται για το χαρακτηριζόμενο πλέον ως νοσοκομειακό επίδομα του άρθρου 8 παρ. 5 του ν. 3205/2003 τα ακόλουθα ποσά: 1) για το χρονικό διάστημα από 1.1.2004 μέχρι 31.12.2006 το ποσό των 8.640 ευρώ (ήτοι 240 x 36 μήνες), 2) για το χρονικό διάστημα από 1.1.2007 μέχρι 30.6.2007 το ποσό των 1.545 ευρώ (ήτοι 257,5 x 6 μήνες), 3) για το χρονικό διάστημα από 1.7.2007 μέχρι 31.12.2007 το ποσό των 1.650 ευρώ (ήτοι 275 x 6 μήνες), 4) για το χρονικό διάστημα από 1.1.2008 μέχρι 31.12.2008 το ποσό των 3.720 ευρώ (ήτοι 310 x 12 μήνες) και 5) για το χρονικό διάστημα από 1.1.2009 έως 28.2.2009 το ποσό των 690 ευρώ (ήτοι 345 x 2 μήνες).

Συνολικά δε, το νοσοκομειακό επίδομα, που δικαιούται έκαστος των εναγόντων - εκκαλούντων (πλην του 28ου ενάγοντος) ανέρχεται στο συνολικό χρηματικό ποσό 16.245 ευρώ (8.640 + 1.545 + 1.650 + 3.720 + 690), το οποίο δεν καταβλήθηκε σ' αυτούς, γεγονός, το οποίο επί της ουσίας συνομολογείται από τα εφεσίβλητα νπδδ. Ειδικά, για τον 28° των εναγόντων διευκρινίζεται ότι αυτός δικαιούται το ποσό των 15.555 ευρώ, καθόσον όπως προαναφέρθηκε, αποχώρησε από το ΙΚΑ στις 1.1.2009 και συνεπώς η αγωγική του αξίωση για το χρονικό διάστημα από 1.1.2009 έως 28.2.2009 είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Περαιτέρω σημειώνεται ότι το δεύτερο εφεσίβλητο ισχυρίζεται ότι στην 31η των εναγόντων δεν πρέπει να της επιδικαστεί το επίδικο επίδομα για το έτος 2004, καθόσον αυτό το είχε διεκδικήσει με προγενέστερη αγωγή της, χωρίς ωστόσο να προσκομίζει τα αναγκαία προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού έγγραφα (σχετική αγωγή και απόφαση), ενώ τονίζεται ότι το τέταρτο νπδδ που νομιμοποιείται πλέον παθητικά ως προς τις αγωγικές αξιώσεις της ενάγουσας αυτής, αφού αυτή μεταφέρθηκε στην 2η Δ.Υ.ΠΕ, δεν διαλαμβάνει τίποτα σχετικό στις προτάσεις του ως προς αυτή την ενάγουσα.

Ακολούθως, τα εφεσίβλητα νπδδ προβάλουν την ένσταση παραγραφής ισχυριζόμενα ότι η επίδικη αξίωση των εναγόντων για τα έτη 2004-2007 έχει υποπέσει στη διετή παραγραφή, δεδομένου ότι η αγωγή επιδόθηκε στο αρχικώς εναγόμενο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ στις 28.9.2009, ενώ επιπροσθέτως το τέταρτο εφεσίβλητο νπδδ ισχυρίζεται ότι σε κάθε περίπτωση τα επίδικα ποσά έχουν παραγραφεί εν επιδικία μετά την πάροδο πέντε και πλέον ετών από την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης μέχρι την κατά πρώτον την 10.8.2018 επίδοση προς αυτό της έφεσης.

Ως προς την ένσταση παραγραφής με την οποία τα εφεσίβλητα ισχυρίζονται ότι οι ένδικες αξιώσεις έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού οι επίδικες αξιώσεις υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, ενώ απορριπτέα τυγχάνει και ένσταση που υπέβαλε το τέταρτο εφεσίβλητο και αφορά την παραγραφή εν επιδικία, αφού στην παρούσα υπόθεση δεν άρχισε να τρέχει εκ νέου ο χρόνος παραγραφής που διακόπηκε με την άσκηση της ένδικης αγωγής, καθόσον αυτή (παραγραφή) αρχίζει και πάλι από την επίδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα συμπλήρωσης παραγραφής κατά τη διάρκεια της επιδικίας.

Ακολούθως, το τέταρτο εφεσίβλητο νπδδ προβάλλει την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος ισχυριζόμενο, κατ' εκτίμηση αυτής, ότι οι ενάγοντες αδράνησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα να ασκήσουν τις επίδικες αξιώσεις τους, ένσταση όμως που κρίνεται απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη, αφού μόνη η αδράνεια του δικαιούχου, και απολύτως αληθής υποτιθέμενη, δεν δύναται να θεμελιώσει την (ένταση του άρθρου 281 ΑΚ.

Συνακόλουθα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη και αφού έκρινε την αγωγή νόμιμη, δέχθηκε αυτή εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη και μετά τον παραδεκτό πρωτοδίκως περιορισμό του αιτήματος αυτής από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, έκρινε ότι πρέπει:

Α) το νπδδ με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α)" ως οιονεί καθολικός διάδοχος του πρώτου εφεσίβλητου και αρχικώς εναγομένου νπδδ με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)": α) να υποχρεωθεί να καταβάλει σε έκαστο από τους 28°, 35η, 53η, 55η και 60η ενάγοντες - εκκαλούντες το χρηματικό ποσό των 12.000 ευρώ και β) να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να καταβάλει σε έκαστο των 35η, 53η, 55η και 60η εναγόντων - εκκαλούντων το χρηματικό ποσό των 4.245 ευρώ, και στον 28° το ποσό των 3.555 ευρώ, όλα δε, τα ανωτέρω ποσά (καταψηφιστικά και αναγνωριστικά) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, Β) το δεύτερο εφεσίβλητο νπδδ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ)" α) να υποχρεωθεί να καταβάλει σε έκαστο από τους 4η, 10η, 18ο, 19ο, 21ο, 24ο, 26ο, 30ο, 36ο, 38ο, 39ο, 42η, 43ο, 45η, 46η, 47ο, 48η, 50ο, 51ο, 52ο, 59ο, και 61ο ενάγοντες - εκκαλούντες το συνολικό χρηματικό ποσό των 12.000 ευρώ και β) να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να καταβάλει σε έκαστο των ιδίων ως άνω εναγόντων - εκκαλούντων το χρηματικό ποσό των 4.245 ευρώ, όλα δε, τα ανωτέρω ποσά (καταψηφιστικά και αναγνωριστικά) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, Γ) το τρίτο εφεσίβλητο νπδδ με την επωνυμία "Διοίκηση 1ης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής (1η Δ.Υ.Π.Ε):

α) να υποχρεωθεί να καταβάλει σε έκαστο από τους 1η, 2η, 3η, 5η, 49ο, 54ο, 56η, 57η, 58ο, 62ο, 63ο, 64η, 65ο, και 66ο εκκαλούντες το χρηματικό ποσό των 12.000 ευρώ και β) να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να καταβάλει σε έκαστο των ιδίων ως άνω εναγόντων - εκκαλούντων το χρηματικό ποσό των 4.245 ευρώ, όλα δε, τα ανωτέρω ποσά (καταψηφιστικά και αναγνωριστικά) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και Δ) το τέταρτο εφεσίβλητο νπδδ με την επωνυμία Διοίκηση 2ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου (2η Δ.Υ.Π.Ε Πειραιώς και Αιγαίου):

α) vα υποχρεωθεί να καταβάλει σε έκαστο από τους 6°, 7η, 8°, 9°,11η, 12η, 13ο, 15ο, 16η, 17η, 20η, 22η, 23ο, 25η, 27ο, 29ο, 31η, 32η, 33ο, 34ο, 37ο, 40η, 41η και 44η ενάγοντες - εκκαλούντες το χρηματικό ποσό των 12.000 ευρώ και β) να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να καταβάλει σε έκαστο των ιδίων ως άνω εναγόντων - εκκαλούντων το χρηματικό ποσό των 4.245 ευρώ, όλα δε, τα ανωτέρω ποσά (καταψηφιστικά και αναγνωριστικά) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε τον ως άνω ουσιαστικού δικαίου κανόνα, και συγκεκριμένα τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. Α5 ν. 3205/2003, η οποία, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, δεν ήταν εφαρμοστέα, καθ' όσον η εν λόγω διάταξη αφορά νοσοκομειακό επίδομα και τροφής, το οποίο είναι ανεξάρτητο και διάφορο του επιδόματος ανθυγιεινής, επικίνδυνης και ειδικών συνθηκών εργασίας του άρθρου 43του Ν.1193/1981, ο οποίος, εξ άλλου, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί στην ένδικη περίπτωση, διότι πρόκειται για διαφορετικές κατηγορίες μισθωτών, που είχαν διαφορετικό εργοδότη (ήτοι οι ενάγοντες ιατροί το ΙΚΑ και οι αδελφές νοσοκόμοι - υπάλληλοι του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών το Ελληνικό Δημόσιο) και παρέχουν τις υπηρεσίες τους, ενόψει του διαφορετικού είδους της εργασίας τους, υπό διαφορετικούς όρους απασχολήσεως και απολαβών.

Ούτε μπορούσε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να γίνει σύγκριση μεταξύ των δύο ως άνω κατηγοριών μισθωτών ως προς μόνη την συγκεκριμένη παροχή (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας), απομονούμενη από τα εκατέρωθεν σύνολα των αποδοχών τους. Επομένως, υπό το εκτεθέν περιεχόμενο η αγωγή δεν είναι νόμιμη. Εν όψει αυτών, ο σχετικός τρίτος λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον ΝΠΔΔ προβάλλει την αιτίαση ότι εσφαλμένα το Εφετείο εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.

Α5 ν. 3205/2003, αφορώσα νοσοκομειακό επίδομα και τροφής, και η οποία (αιτίαση) εκ μέρους του αναιρεσείοντος αφορά εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τη συνδρομή ή μη των οποίων ερευνά αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο της ουσίας, ανεξαρτήτως της ενώπιον του προβολής σχετικών ισχυρισμών εκ μέρους των διαδίκων κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

Περαιτέρω, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του γενομένου δεκτού λόγου αναιρέσεως, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως που αναφέρονται στην παράβαση του άρθρου 559 ΚΠολΔ εκ του αριθμού 8, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι και του αριθμού 1, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως. Αφού δε η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω έρευνας, πρέπει λοιπόν κατά παραδοχή του λόγου αυτού, να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη.

Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ. 1 ν. 4139/2013: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση, για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και 2 μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".

Στην προκειμένη περίπτωση, εφ' όσον κατά τα προεκτεθέντα η ένδικη αξίωση των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων είναι μη νόμιμη, όπως ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και συνεπώς απορριπτέα, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης και γι' αυτό επιβάλλεται μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και να απορριφθεί κατ' ουσία η έφεση των εναγόντων- εκκαλούντων 28ου, 35ης, 53ης, 55ης και 60ης και ήδη αναιρεσιβλήτων όσον αφορά το εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείον νπδδ με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α)" και ήδη μετονομασθέν σε "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ)", ως οιονεί καθολικός διάδοχος του πρώτου εφεσιβλήτου και αρχικώς εναγομένου νπδδ με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)".

Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 179 και 183 του ΚΠολΔ), του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκείμενης δίκης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Δεν ορίζεται δε, η δικαστική δαπάνη μειωμένη διότι στην υπόθεση αυτή το αναιρεσείον ΝΠΔΔ εκπροσωπήθηκε από ιδιώτη δικηγόρο, που υπηρετεί στο αναιρεσείον με πάγια αντιμισθία (βλ.

το υπ' αριθμ. ... πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγή Αλεξ. Αλεξανδρόπουλου, προς τη δικηγόρο Ευαγγελία - Μαρία Μασσαλή) και όχι από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους {άρθρα 30 παράγρ. 1 και 2 ν.4038/2012 (ΦΕΚ Α.14/2.2.2012), 19 παρ. 1 περ. (β) ν. 2556/1997 (ΦΕΚΑ.270/24/12/1997), σε συνδυασμό προς το άρθρο 61 παρ. 3 ν.4194/2013 (ΦΕΚΑ.208/27.9.2013)}.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 460/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος.

Απορρίπτει την από 15.11.2016 και με αριθμό εκθ. καταθ. 4704/2016 έφεση, όσον αφορά τους: 28°, 35η, 53η, 55η και 60η ενάγοντες - εκκαλούντες ( αναιρεσιβλήτους) και το εφεσίβλητο (αναιρεσείον) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)", και ήδη μετονομασθέν σε "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ)", ως οιονεί καθολικό διάδοχο του πρώτου εφεσιβλήτου και αρχικώς εναγομένου νπδδ με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)", κατ' ουσία. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, με την επωνυμία " Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ)", για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας και την παρούσα δίκη, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ