Supreme Court allows appeal against dismissal of debt claim based on abstract debt recognition statute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Third Instance Court's dismissal of a debt claim filed by an anonymous bank against another company. The appellant argued that the lower court erred in rejecting the claim for being vague, as the debt was legally established under the statute on abstract debt recognition rather than requiring proof of the underlying work contract. The court agreed that the abstract recognition statute provided sufficient legal basis for the claim's sufficiency, thereby overturning the dismissal and remanding the case for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 35, 36, 39, 44, 47 of the Law on Special Provisions on Anonymous Companies; The statute on abstract debt recognition establishes a legal basis for debt claims independent of the underlying contract, rendering a claim based on such recognition legally sufficient and not subject to dismissal for vagueness.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1081 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1081/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...." (εφεξής "..."), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Εμμανουηλίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-05-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 768/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 5825/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-01-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 455, 460, 461 και 462 ΑΚ συνάγεται ότι, η σύμβαση εκχώρησης έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση της απαίτησης από τον εκχωρητή στον εκδοχέα, που, μετά την αναγγελία, καθίσταται ο μόνος δικαιούχος αυτής, ο οποίος νομιμοποιείται πλέον να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη και όχι ο εκχωρητής, ο οποίος έχει αποξενωθεί από την απαίτηση (ΑΠ 224/2018, ΑΠ 1093/2017, 1725/2014).
Το ίδιο ισχύει και επί της εκχωρήσεως που γίνεται με σκοπό την εξασφάλιση του εκδοχέα (καταπιστευτική εκχώρηση). Και στη μορφή αυτή εκχωρήσεως αποκόπτεται κάθε δεσμός του εκχωρητή με την απαίτηση, την οποία αποκτά πλήρως ο εκδοχέας, που καθίσταται πλέον το μόνο πρόσωπο που νομιμοποιείται να επιδιώξει δικαστικώς την αναγνώριση ή την επιδίκασή της σ' αυτό.
Έτσι, και στην περίπτωση αυτή, ο εκχωρητής απαραδέκτως ασκεί κατά του οφειλέτη αγωγή, με την οποία επιδιώκει να υποχρεωθεί ο τελευταίος να καταβάλει στον εκδοχέα την απαίτηση (ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 114/2008). Με τις διατάξεις δε των άρθρων 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 41 ΕισΝΑΚ, και ακολούθως με το άρθρο 52 παρ. 3 ΕισΝΚΠολΔ, η εφαρμογή του οποίου επεκτάθηκε στις τράπεζες με το άρθρο 26 παρ. 9 του ν. 2076/1992, ορίζονται τα εξής:
Άρθρο 35: "Αι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται οσάκις εταιρεία (πιστώτρια) λαμβάνει ενέχυρον απαίτησιν α) λόγω δανείου, είτε απλού, είτε επ' ανοικτώ λογαριασμώ, β) ...". Άρθρο 36 παρ. 1: "Προς σύστασιν του ενεχύρου απαιτείται σύμβασις ενεχυριάσεως ...". Άρθρο 39: "1. Εάν αντικείμενον της ενεχυριάσεως είναι απαίτησις ονομαστική του οφειλέτου κατά τρίτου, η ενεχυρίασις συνεπάγεται εκχώρησιν της απαιτήσεως υπό του οφειλέτου προς την πιστώτριαν. 2.
Αντίγραφον της συμβάσεως ενεχυριάσεως επιδίδεται τω τρίτω. 3. Από της επιδόσεως θεωρείται η πιστώτρια, ως νεμομένη την απαίτησιν". Άρθρο 44: "Εάν αντικείμενον της ενεχυριάσεως είναι απαίτησις, η πιστώτρια δικαιούται ίνα εισπράξη την απαίτησιν ως εκδοχεύς, το δε μετά την εξόφλησιν υπόλοιπον αποδίδει τω οφειλέτη".
Με τις ανωτέρω διατάξεις εισήχθη, ως προς την ενεχυρίαση ονομαστικών απαιτήσεων προς εξασφάλιση απαιτήσεων ανωνύμων εταιρειών από δάνειο, απλό ή με ανοικτό λογαριασμό, εξαιρετικό δίκαιο και, ως εκ τούτου, οι περί ενεχύρου διατάξεις του Αστικού Κώδικα εφαρμόζονται μόνον συμπληρωματικώς για ζητήματα μη ρυθμιζόμενα από τις ανωτέρω ειδικές διατάξεις.
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η ενεχυρίαση απαιτήσεως συνεπάγεται όχι απλή επιβάρυνση αυτής, όπως η συνήθης ενεχυρίαση απαιτήσεως, αλλά την εκ του νόμου εκχώρησή της προς τον ενεχυρούχο πιστωτή, ο οποίος γίνεται πραγματικός και μοναδικός δικαιούχος της απαιτήσεως, δικαιούμενος, ως εκ τούτου, να την εισπράξει.
Η εκχώρηση συντελείται όταν αντίγραφο της συμβάσεως ενεχυριάσεως επιδίδεται στον τρίτο (οφειλέτη), μετά δε την αναγγελία αυτή αποκόπτεται κάθε δεσμός του τρίτου (οφειλέτη) με τον εκχωρητή, ο οποίος αποξενώνεται και δεν μπορεί να αναμιχθεί με οποιονδήποτε τρόπο στην απαίτηση, αποκλειστικός δικαιούχος της οποίας είναι πλέον ο εκδοχέας (ΑΠ 1028/2018, ΑΠ 1447/2018, ΑΠ 1564/2017), συνήθως τράπεζα, η οποία θεωρείται όχι οιονεί νομέας αλλά νομέας αυτής της απαίτησης, η οποία και της μεταβιβάζεται από εκείνον, και συνεπώς η τράπεζα δικαιούται να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, το δε μετά την εξόφλησή της τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο, αυτή οφείλει να το αποδώσει στον ενεχυραστή (ΑΠ 1616/2018, ΑΠ 422/2018, ΑΠ 1168/2015 ).
Επομένως, μετά την, κατά τα εκτεθέντα, αναγγελία ο οφειλέτης δεν δικαιούται, πλέον, να καταβάλει την απαίτηση ούτε στον αρχικό δανειστή (εκχωρητή), ούτε σε άλλα πρόσωπα, τα οποία έλκουν δικαιώματα από έννομη σχέση με τον εν λόγω δανειστή, αλλά οφείλει να καταβάλει το ποσό της απαιτήσεως μόνον στον εκδοχέα. (AΠ 4/2020).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους κατά τρόπο αφηρημένο, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η αναγνώριση γίνει εγγράφως. Όπως προκύπτει από το γράμμα του άνω άρθρου πρόκειται: α) για σύμβαση, επομένως η δήλωση βούλησης του οφειλέτη πρέπει να περιέλθει και να γίνει αποδεκτή από τον δανειστή, β) υποσχετική, με την έννοια ότι ο οφειλέτης αναλαμβάνει απλώς την υποχρέωση να καταβάλει το χρέος, γ) ετεροβαρής, εφόσον γεννιέται υποχρέωση παροχής μόνο σε βάρος του υποσχεθέντος, ακόμη κι' αν το χρέος που αναγνωρίζεται προέρχεται από αμφοτεροβαρή σύμβαση, δ) αφηρημένη υπό την έννοια του αναιτιώδους, ανεξάρτητα δηλαδή από την αιτία γέννησης του χρέους, αφού η ίδια αποτελεί αυτοτελή λόγο γένεσης της ενοχής και ε) βοηθητική αφού αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση της βασικής σχέσης και στη διευκόλυνση της θέσης του δανειστή αναφορικά με την επιδίωξη των δικαιωμάτων του.
Ο έγγραφος τύπος απαιτείται μόνο για τη δήλωση υπόσχεσης ή αναγνώρισης του οφειλέτη , όχι δε και για την αποδοχή της δηλώσεως αυτής κατ' άρθρο 189 ΑΚ από τον δανειστή (ΑΠ40/2006) που μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, εκδηλούμενη με τη συμπεριφορά του λήπτη της δήλωσης, δηλαδή τις υλικές πράξεις αυτού που υποδηλώνουν τη βούλησή του να την αποδεχθεί, ενόψει των περιστατικών της συγκεκριμένης περίπτωσης, της ακολουθούμενης από τα μέρη συναλλακτικής πρακτικής ή την επιχειρησιακή συνήθεια.
Έτσι , πράξη δηλωτική αποδοχής της αφηρημένης αναγνώρισης συνιστά η ανεπιφύλακτη παραλαβή από τον δανειστή του εγγράφου στο οποίο αυτή ενσωματώνεται, η περαιτέρω χρήση του στις συναλλαγές με τυχόν εκχώρηση της ενσωματωμένης στο έγγραφο απαίτησης του δανειστή κατά του υποσχεθέντος οφειλέτη του σε τρίτο, δανειστή του δανειστή του, υπό την προϋπόθεση βέβαια να προκύπτει από τη δήλωση η παροχή τόσο κατά ποιόν όσο και κατά ποσόν (ΑΠ 1455/2005), αλλά και η έγερση αγωγής για την επιδίκαση του ποσού του αναγνωριζόμενου χρέους, Από τα παραπάνω επομένως συνάγεται ότι έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, στην οποία δεν αναφέρεται η αιτία του χρέους, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι έγινε με το σκοπό να γεννηθεί ενοχή, μη εξαρτώμενη από την αιτία του χρέους.
Αν στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται και πάλι να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του, διότι η διάταξη του εδ. β' του ως άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο (σε περίπτωση αμφιβολίας).
Κατά κανόνα, όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις πρόκειται για αιτιώδη αναγνώριση χρέους, η οποία δεν προβλέπεται μεν ως επώνυμη συμβατική σχέση, εντάσσεται όμως στη γενική αρχή της συμβατικής ελευθερίας (άρθρο 361 ΑΚ). Αυτή η αιτιώδης αναγνώριση δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο, ούτε όμως παράγεται από αυτήν αυτοτελής αιτία ενοχής, αφού εξαρτάται από την αναφερόμενη αιτία.
Η σημασία μιας τέτοιας επιβεβαιωτικής απλώς δήλωσης είναι κατ' αρχήν αποδεικτική (εξώδικη ομολογία), μπορεί όμως να επάγεται και διακοπή της παραγραφής, ως αναγνώριση (άρθρο 280 ΑΚ) ή να έχει και άλλα νομικά αποτελέσματα (λ.χ. ΑΚ 272 παρ. 2 εδ. β', 437, 156). Αν, όμως, παρά τη μνεία στη δήλωση της αιτίας του χρέους, οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν στην απλή επιβεβαίωση υπάρχουσας ήδη ενοχής, αλλά θέλησαν την ίδρυση νέας ενοχικής σχέσης, που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρεώσεως προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, απαλλαγμένη από τα ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας, απαιτείται όπως προαναφέρθηκε έγγραφος τύπος (ΑΠ 818/2018, ΑΠ 1402/2018, ΑΠ 634/2014).
Γενική κατευθυντήρια γραμμή προς λύση του ζητήματος αν πρόκειται για νέα αυτοτελή ενοχή ή παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους μπορεί να χρησιμεύσει ο κανόνας ότι κύρια σύμβαση αναγνωρίσεως υπάρχει όταν αντικείμενο αυτής είναι κάποια έννομη σχέση, και ειδικότερα όταν, αναφορικά προς υπάρχουσα οφειλή, αναλαμβάνεται κάποια υποχρέωση, ενώ δεν υπάρχει σύμβαση αναγνωρίσεως όταν ομολογούνται απλώς ορισμένα γεγονότα, οπότε υπάρχει μόνο αποδεικτικό μέσο.
Στην πρώτη περίπτωση, αυτός που αναγνωρίζει την από ορισμένη αιτία οφειλή του δεν μπορεί πλέον να προτείνει τις ενστάσεις που είχε από την κύρια αιτία (ΑΠ 1086/12017, ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 1279/2012). Γενικότερα αποτελεί αντικείμενο ερμηνείας της συγκεκριμένης σύμβασης, αν η επερχόμενη με αυτή αιτιώδης αναγνώριση υπάρχοντος χρέους αντικαθιστά ή όχι την αρχική σχέση ή απλώς την αλλοιώνει και αν, στην περίπτωση αυτή, ενέχει πλήρη ή μερική παραίτηση από ενστάσεις που αφορούν την αρχική σχέση, η οποία πρέπει κατ' αρχήν να είναι έγκυρη (αρθρ. 437 ΑΚ) (ΟλΑΠ 5/2016, AΠ913/2020, ΑΠ919/2020, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 598/2017, ΑΠ 1663/2013).
Με άλλα λόγια, ως ένδειξη, παρά τη μνεία της αιτίας, ότι τα μέρη θέλησαν ενοχή αφηρημένη, συνιστά και η γενική και αόριστη αναφορά της αιτίας στη σύμβαση αναγνώρισης και δη όταν από τη συμφωνία δεν προκύπτει για ποιο λόγο οφειλόταν αλλά συνάφθηκε με σκοπό την διευθέτηση (εκκαθάριση) του οικονομικού μέρους της σχέσεως αυτής (ΟλΑΠ 2088/86, ΑΠ 334/2006).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 694 παρ. 1 του ΑΚ συνάγεται ότι στη σύμβαση μίσθωσης έργου, ο εργολάβος οφείλει έναντι του κυρίου του έργου να εκπληρώσει πρώτος τόσο την κύρια υποχρέωσή του, δηλαδή εκείνη της κατασκευής του έργου, όσο και κάθε άλλη υποχρέωσή του, η οποία βάσει συμβατικού όρου ανάγεται σε κύρια υποχρέωση, μόλις δε προβεί στην εκπλήρωση των εν λόγω υποχρεώσεών του δικαιούται να ζητήσει την αμοιβή του ταυτόχρονα με την παράδοση του έργου (ΑΠ 697/2000).
Συνεπώς, ο εργολάβος υποχρεούται σε προεκπλήρωση, η υποχρέωσή του δε αυτή, αποτελεί εξαίρεση από τις γενικές αρχές που ισχύουν στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις. Ωστόσο, η ως άνω διάταξη είναι ενδοτικού δικαίου και επομένως μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων όχι μόνο ότι ο εργολάβος δεν υποχρεούται σε προεκπλήρωση, αλλά αντίθετα ότι ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει την αμοιβή ή μέρος αυτής σε χρόνο προγενέστερο της παράδοσης του έργου, δηλαδή ότι αυτός υποχρεούται σε προεκπλήρωση (ΑΠ 161/2000).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 694 παρ. 2 του ΑΚ, εάν η παράδοση του έργου και η καταβολή της αμοιβής συμφωνήθηκε να γίνουν τμηματικά, η αμοιβή καταβάλλεται μόλις γίνει η παράδοση κάθε τμήματος. Από τα ανωτέρω εκτεθέντα συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή του εργολάβου για καταβολή της αμοιβής του, πρέπει να εκτίθενται σ' αυτή κατά τις διατάξεις των άρθρων 118 και 216 του ΚΠολΔ η καταρτισθείσα σύμβαση μίσθωσης έργου, το συμφωνηθέν έργο, η συμφωνηθείσα αμοιβή, ο χρόνος παράδοσής του και ότι το έργο που εκτελέστηκε παραδόθηκε στον εργοδότη, ή ότι συμφωνήθηκε ότι ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει την αμοιβή σε χρόνο προγενέστερο της παράδοσης του έργου, ή ότι συμφωνήθηκε ότι η παράδοση του έργου και η καταβολή της αμοιβής θα γίνεται κατά τμήματα, οπότε, για την καταβολή από τον εργοδότη της αμοιβής, θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί και παραδοθεί το συγκεκριμένο τμήμα του έργου (ΑΠ 183/2011).
Στην τελευταία περίπτωση, δηλαδή της τμηματικής παράδοσης του έργου και τμηματικής καταβολής της αντίστοιχης αμοιβής, μπορεί να συμφωνηθεί ότι οι πληρωμές από τον εργοδότη θα γίνονται, κατά τη διάρκεια κατασκευής του έργου, με βάση πιστοποιήσεις αυτού, οπότε, μετά την υπογραφή εκάστης πιστοποίησης, ανακύπτει υποχρέωσή του προς πληρωμή του εργολάβου.
Στην περίπτωση αυτή, με την έγγραφη πιστοποίηση του εργοδότη, με την οποία βεβαιώνεται η εκτέλεση τμήματος του έργου και αναγνωρίζεται, επίσης, η υποχρέωση καταβολής συγκεκριμένου τμήματος της αμοιβής του εργολάβου, χωρίς να τεθεί οποιαδήποτε αίρεση ή προθεσμία, και την αποδοχή, στη συνέχεια, εκ μέρους του τελευταίου, της εν λόγω δήλωσης αναγνώρισης και υπόσχεσης καταβολής της αμοιβής, μπορεί να καταρτίζεται, παράλληλα, κατά τη βούληση των μερών, νέα σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, με σκοπό να γεννηθεί ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους, έστω και αν αυτή μνημονεύεται, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του.
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είπε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006), ενώ από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτήν αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, εκείνες δηλαδή που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικά με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο ΟλΑΠ2/2001, ΑΠ 1244/2021, ΑΠ1419/2019, ΑΠ 122/2019).
Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής. (Ολ ΑΠ1573/1981, ΑΠ223/2022, ΑΠ218/2020, ΑΠ 571/2004). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1, 335, 337 και 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η φύση της σύμβασης ή της δικαιοπραξίας γενικότερα δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτή οι δικαιοπρακτούντες, αλλά ο χαρακτηρισμός της αποτελεί έργο του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εφαρμόζοντας εξ επαγγέλματος το νόμο, χαρακτηρίζει σύμφωνα με αυτόν το αντικείμενο της αγωγής και από το περιεχόμενό της προσδίδει στην έννομη σχέση που προσβάλλεται με αυτή, τη νομική έννοια που αρμόζει, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων επί του θέματος αυτού (ΑΠ 108/2014, ΑΠ 2091/2013).
Έτσι, το δικαστήριο, με βάση το περιεχόμενο της αγωγής που έγινε ανέλεγκτα δεκτό, αυτεπαγγέλτως χαρακτηρίζει την καταρτισμένη σύμβαση, υπάγοντας το περιεχόμενό της αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης σύμβασης (ΟλΑΠ 18/2006). Σε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας με βάση τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε ανέλεγκτα κατατάσσει τη σύμβαση σε νομική κατηγορία άλλη και όχι εκείνη στην οποία ανήκει κατά νόμο, πρόκειται για εσφαλμένο χαρακτηρισμό, ο οποίος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και επιτρέπεται αναίρεση κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον υπάρχει παραβίαση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που ρυθμίζουν τη σχετική δικαιοπραξία και δεν έχουν εφαρμοστεί (AΠ878/2018).
Εν προκειμένω όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του οικείου δικογράφου η αναιρεσείουσα εξέθετε με την ένδικη αγωγή της τα εξής: Ότι είχε συνάψει το έτος 1996 με τη μη διάδικο ανώνυμη εταιρεία "..." σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο λογαριασμό), δυνάμει της οποίας χορήγησε στην ως άνω εταιρεία πίστωση, το ποσό της οποίας, δυνάμει μεταγενέστερων συμβάσεων αύξησης αυτής, ανήλθε στο συνολικό ποσό των 25.000.000 δρχ.
Ότι οι λογαριασμοί, που τηρήθηκαν για την εξυπηρέτηση της πίστης, κινήθηκαν μέχρι τις 13.3.2017, οπότε κατήγγειλε τη σύμβαση και προέβη στο κλείσιμο όλων των λογαριασμών, οι οποίοι εμφάνιζαν χρεωστικό, σε βάρος της πιστούχου εταιρείας, υπόλοιπο, συνολικού ποσού 10.855.263,50 ευρώ, μετά δε την καταβολή ποσού 49.993 ευρώ το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται σε 10.805.270,50 ευρώ.
Ότι, η άνω πιστούχος - οφειλέτιδά της είχε συνάψει, ως εργολάβος, με την εναγομένη - αναιρεσίβλητη εταιρεία "...", ως εργοδότρια, την από 30-8-2012 σύμβαση έργου, δυνάμει της οποίας ανέλαβε την κατασκευή του ξενοδοχείου "...", αντί συνολικής αμοιβής 7.800.000 ευρώ, που θα καταβαλλόταν τμηματικά, ακολουθώντας την πορεία αποπεράτωσης του έργου, με βάση πιστοποιήσεις υπογεγραμμένες από την αναιρεσίβλητη εργοδότρια εταιρεία.
Ότι στις 2-7-2014 η τελευταία εξέδωσε και υπέγραψε την έγγραφη πιστοποίηση (κείμενο στα αγγλικά με τίτλο: "certificate for payment"), βεβαιώνοντας ότι στο πλαίσιο της εκπλήρωσης της άνω σύμβασης έργου οφείλει ήδη στη "..." και θα της καταβάλει το ποσό των 2.040.000 ευρώ ως τμήμα της συνολικώς οφειλόμενης αμοιβής και ότι αυτή ως εργολάβος έχει το δικαίωμα να εισπράξει το ως άνω ποσό για την μνημονευόμενη αιτία.
Ότι στο εν λόγω έγγραφο απεικονίζεται πλήρως η οφειλή για την εργολαβική αμοιβή της "..." και υπολογίζεται το ως άνω ποσό (των 2.040.000 ευρώ) ως το απομένον υπόλοιπο, αφού στη συνολική αμοιβή των 7.800.000 ευρώ προστεθούν 1.794.000 ευρώ που αφορούν την αποκατάσταση προκαταβολών που έκανε η ... και αφαιρεθούν η παρακράτηση φόρου 234.000 ευρώ και τα ποσά που ήδη είχαν πιστοποιηθεί σε προηγούμενες χρονικές στιγμές συνολικού ύψους 7.320.000 ευρώ.
Ότι δυνάμει της από 3-7-2014 συμβάσεως ενεχύρασης απαιτήσεως, το κείμενο της οποίας ενσωματώνεται αυτούσιο στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής, η άνω πιστούχος εταιρεία (...), για την εξασφάλιση κάθε απαιτήσεως της αναιρεσείουσας τράπεζας, από την προπεριγραφείσα μεταξύ τους σύμβαση πιστώσεως με αλληλόχρεο λογαριασμό, συνέστησε ενέχυρο υπέρ της αποδεχομένης τράπεζας επί της απαίτησής της κατά της αναιρεσίβλητης ποσού 2.040.000 ευρώ, όπως αυτή αναγνωρίσθηκε, βεβαιώθηκε και πιστοποιήθηκε από την οφειλέτιδά της με την από 2-7-2014 πιστοποίηση (certificate for payment) Νο 4, που απορρέει από τη μεταξύ τους από 30-8-2012 σύμβαση έργου ανέγερσης του ξενοδοχείου ..., ύψους 8.000.000 ευρώ.
Ότι μαζί με την άνω απαίτηση μεταβίβασε στην αναιρεσείουσα όλα τα σχετικά δικαιώματά της και τις σχετικές αγωγές, υποσχόμενη ότι η εν λόγω απαίτηση είναι ελεύθερη από άλλη ενεχύραση, εκχώρηση, συμψηφισμό κλπ, εξουσιοδοτώντας ανέκκλητα την τράπεζα να εισπράξει από την οφειλέτιδά της αναιρεσίβλητη την επίδικη απαίτηση και άμα τη εισπράξει να τη φέρει, μετ' αφαίρεση των εξόδων, σε πίστωση των λογαριασμών της αναιρεσείουσας που αφορούν την απαίτησή της κατά της ..., να της αποδοθεί δε τυχόν απομένον υπόλοιπο μετά την πλήρη ικανοποίηση της τράπεζας.
Ότι αντίγραφο της άνω συμβάσεως ενεχυράσεως επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη, οφειλέτιδα της ..., στις 4-7-2014, καθώς και ότι πριν την επίμαχη εκχώρηση-ενεχύραση η ... είχε προηγουμένως εκχωρήσει στην αναιρεσείουσα και η αναιρεσίβλητη εξόφλησε σ' αυτή, στο πλαίσιο εκπληρώσεως του ως άνω έργου συναφή απαίτηση βεβαιωμένη με αντίστοιχη πιστοποίηση από την αναιρεσίβλητη συνολικού ύψους 3.962.036,40 ευρώ.
Ότι, με την από 1.11.2016 εξώδικη δήλωσή της, η αναιρεσείουσα κάλεσε την αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 2.040.000 ευρώ, πλην, όμως, η τελευταία, με την από 18.11.2016 εξώδικη δήλωσή της, αμφισβήτησε αναιτιολόγητα την οφειλή της. Με βάση το παραπάνω ιστορικό, η αναιρεσείουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 2.040.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, από την επίδοση (3-11-2016) της πρώτης εξώδικης δηλώσεώς της προς αυτήν.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 768/2018 απόφασή του δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή. Το Εφετείο με την εδώ προσβαλλομένη 5825/2019 απόφασή του, κατά παραδοχή της εφέσεως της αναιρεσίβλητης και συναφούς λόγου αυτής, με τον οποίον επανέφερε τον πρωτοδίκως υποβληθέντα περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό της, "διότι δεν εκτίθενται τα ειδικότερα στοιχεία της επίδικης απαίτησης, δηλαδή το συμφωνηθέν έργο, το είδος, το ύψος της συμφωνηθείσας αμοιβής κατ' είδος, ποσότητα και τιμή μονάδος ή κατ' αποκοπή, εάν το έργο εκτελέσθηκε και παραδόθηκε προσηκόντως ή εάν πραγματικώς προσφέρθηκε στην εναγομένη), απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη.
Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον ως άνω τον αναιρετικό έλεγχο μέρος ότι "...από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι δεν διαλαμβάνονται όλα τα απαραίτητα για το ορισμένο της ενεχυρασθείσας απαίτησης στοιχεία. Συγκεκριμένα: α) δεν εκτίθεται το συμφωνημένο έργο, δηλαδή ποιες συγκεκριμένα εργασίες συμφωνήθηκε να εκτελέσει η εναγομένη - εκκαλούσα (Λάθος:
εννοεί η μη διάδικος "..."), αλλά απλώς γίνεται παραπομπή στους ειδικότερους όρους του από 30-8-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού που είχε καταρτισθεί μεταξύ της τελευταίας και της εκχωρήτριας εργοδότριας, χωρίς να παρατίθενται οι απορρέουσες από τη σύμβαση αυτή υποχρεώσεις των διαδίκων ούτε οι όροι και ειδικότερες συμφωνίες, η αοριστία δε αυτή δεν είναι δυνατόν να συμπληρωθεί με την παραπομπή σε άλλα έγγραφα που δεν ενσωματώνονται στην αγωγή, β) ενώ εκτίθεται ότι η εργολαβική αμοιβή είχε συμφωνηθεί να καταβάλλεται τμηματικώς, δηλαδή με την πορεία των εκάστοτε αποπερατωθεισών εργασιών, δεν εκτίθενται οι επί μέρους εργασίες που εκτελέσθηκαν, και σε ποιες ακριβώς επί μέρους εργασίες αντιστοιχούσε η εκχωρηθείσα πιστοποίηση και γ) ποιες επί μέρους συμφωνηθείσες εργασίες εκτελέσθηκαν.
Με δεδομένο δε ότι... ο εκδοχέας απαιτήσεως γίνεται από και δια της αναγγελίας της εκχωρήσεως κύριος της εκχωρηθείσας απαίτησης με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που συνδέονται αναπόσπαστα με τη φύση της απαιτήσεως χωρίς βελτίωση ή χειροτέρευση της προηγούμενης νομικής θέσεως του οφειλέτη, η εφεσίβλητη εκδοχέας έπρεπε να εκθέτει στο δικόγραφο της αγωγής όλα τα ανωτέρω απαιτούμενα για το ορισμένο της...
στοιχεία, η έλλειψη των οποίων στερεί την εκκαλούσα- εναγομένη τη δυνατότητα άμυνας κατά της αγωγής, αφού παρέχεται από το νόμο στην τελευταία το δικαίωμα να αντιτάξει κατά της εφεσίβλητης-ενάγουσας- εκδοχέως, όλες τις ουσιαστικές ενστάσεις που της ανήκουν από την απαίτηση κατά της εκχωρήτριας, εφόσον δεν συναρτώνται στενά με το πρόσωπο της τελευταίας.
Σημειώνεται ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν πρόκειται για απαίτηση που έχει ως αιτία την αιτιώδη αναγνώριση χρέους όπως αβασίμως ισχυρίζεται με τις κατατεθείσες ενώπιον του του Δικαστηρίου τούτου έγγραφες προτάσεις της, η εφεσίβλητη-ενάγουσα, καθώς με την αγωγή δεν γίνεται επίκληση καταρτίσεως συμβάσεως μεταξύ εργολάβου και εργοδότριας εταιρείας και δη τέτοιας που να έγινε με σκοπό να γεννηθεί ενοχή και να δημιουργηθεί υποχρέωση καταβολής του αιτούμενου ποσού, μη εξαρτώμενη από την αιτία του χρέους ούτε ιστορείται αποδοχή με οποιονδήποτε τρόπο της γενόμενης με την αναγνώριση και την υπόσχεση πληρωμής του χρέους προτάσεως προς κατάρτιση σχετικής συμβάσεως (σημειωτέον ότι με την αγωγή ουδόλως αποδίδεται στην υπογραφή της ιστορούμενης πιστοποιήσεως ο χαρακτήρας της "προτάσεως" προς κατάρτιση συμβάσεως), ώστε να μην είναι αναγκαία η παράθεση των πραγματικών στοιχείων της συμβάσεως έργου και ότι παρά τη μνεία της αιτίας οι συμβαλλόμενοι θέλησαν ενοχή αφηρημένη, ανεξάρτητη από την αιτία αλλά γίνεται μόνο μνεία δηλώσεως επιβεβαιωτικής της εκτελέσεως τμήματος της συμβάσεως έργου και αναγνωρίσεως υπάρχουσας εκ της αιτίας αυτής οφειλής, καθώς και υποσχέσεως καταβολής του ποσού αυτού λόγω οφειλής του εκ συγκεκριμένης αιτίας, η οποία (δήλωση) έγινε μονομερώς από την εκκαλούσα- εναγόμενη...".
Ακολούθως το Εφετείο κρίνοντας ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που θεώρησε ότι η αγωγή ήταν ορισμένη ως απαίτηση εξ αμοιβής από τη σύμβαση έργου που εκχωρήθηκε στην αναιρεσείουσα τράπεζα έσφαλε ως προς την ορθή εφαρμογή του νόμου, ενώ εάν εφάρμοζε το νόμο ορθά (δηλαδή τις διατάξεις των άρθρων 681, 694 επ.ΑΚ), έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη, κατά παραδοχή της εφέσεως και του συναφούς αυτής λόγου, απέρριψε την ένδικη αγωγή λόγω αοριστίας ως απαράδεκτη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αξιολογώντας το περιεχόμενο της αγωγής και απορρίπτοντας αυτήν ως αόριστη, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681 και 694 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, μολονότι δεν ήσαν εφαρμοστέες, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, την οποία δεν εφάρμοσε, ενώ ήταν εφαρμοστέα, καθόσον, η αγωγική αξίωση δεν θεμελιώνεται στη συνδέουσα αρχικώς την εκχωρήτρια εταιρεία "..." (ως εργολάβο) και την αναιρεσίβλητη (ως εργοδότρια) σύμβαση μισθώσεως έργου, ώστε να είναι αναγκαία η παράθεση των πραγματικών στοιχείων της συμβάσεως έργου, αλλά τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, ήτοι η αναγνώριση από την αναιρεσίβλητη, με την από 2-7-2014 έγγραφη πιστοποίηση, ότι, στο πλαίσιο της σύμβασης έργου, οφείλει στην εταιρεία "...", ως τμήμα και απομένον υπόλοιπο εργολαβικής αμοιβής, το ποσό των 2.040.000 ευρώ και η σιωπηρή δήλωση αποδοχής της ανωτέρω δήλωσης, εκδηλωθείσα με τη συμπεριφορά της ανωτέρω λήπτριας της δήλωσης, η οποία εκχώρησε την εν λόγω απαίτησή της στην αναιρεσείουσα όπως ακριβώς προέκυπτε και περιγραφόταν στην προαναφερόμενη πιστοποίηση, πληρούν, παρά τη μνεία της αιτίας, το πραγματικό της νομικής έννοιας της αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, καταρτισθείσας της συμβάσεως αυτής μεταγενεστέρως και ανεξάρτητα από την αρχική σύμβαση έργου μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων, και δεν συνιστούν επιτρεπτή κατ' άρθρο 361 Α.Κ.
κατάρτιση σύμβασης επιβεβαίωσης υφιστάμενης ενοχής. Επικαλέστηκε δε, επί πλέον, η αναιρεσείουσα και τα παρακάτω περιστατικά, δηλωτικά της αποσύνδεσης της ένδικης οφειλής από την αιτία της, ήτοι α) ότι η ένδικη αναγνωρισθείσα υποχρέωση ακολούθησε άλλες επί μέρους οφειλές, τις οποίες η αναιρεσίβλητη αναγνώρισε σε προγενέστερους χρόνους, με τον ίδιο τρόπο, ως αυτοτελείς ενοχές (ανερχόμενες συνολικά, μαζί με την επίδικη, στο ποσό των 7.320.000 ευρώ), και τις οποίες η αναιρεσίβλητη, αφού η δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας αποδέχθηκε και εκχώρησε στην τελευταία, εξόφλησε όλες, πλην της επίδικης, και β) ότι η τελευταία αυτή αναγνώριση οφειλής έλαβε χώρα προς διευθέτηση του οικονομικού μέρους της σχέσης ...Σ και αναιρεσίβλητης, εφόσον η επίμαχη οφειλή αναγνωρίσθηκε στο πλαίσιο τακτοποίησης οικονομικών εκκρεμοτήτων με πρόσθεση και αφαίρεση επί μέρους ποσών, μεταξύ των οποίων και οι προγενεστέρως αναγνωρισθείσες, εκχωρηθείσες και εξοφληθείσες στην αναιρεσείουσα εκ μέρους της αναιρεσίβλητης επί μέρους αυτοτελείς οφειλές.
Επομένως, υπό το εκτεθέν περιεχόμενο, η αγωγή είναι νομικά πλήρης και επαρκής ως προς την αναφορά των περιστατικών, που αποτελούν τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 873 ΑΚ, στο οποίο και θεμελιωνόταν το αίτημά της. Εν όψει αυτών, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια των αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κρίνοντας ότι η εκχωρηθείσα ένδικη απαίτηση πηγάζει από σύμβαση έργου, τα στοιχεία της οποίας η αναιρεσείουσα δεν επικαλέσθηκε, εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, αφού αξίωσε έτσι για τη νομική επάρκεια αυτής περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση του ενδίκου δικαιώματος, ενώ έπρεπε να κρίνει ότι η ένδικη αγωγή έχει έρεισμα στις διατάξεις περί αφηρημένης αναγνώρισης χρέους και είναι πλήρως ορισμένη, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 5825/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από Δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ