Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination due to refusal of part-time work offer.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision rejecting the plaintiffs' claim for invalid termination of employment contracts. The plaintiffs argued that their dismissal was invalid because they refused the employer's offer for part-time work, citing the protection of full-time employees under Law 3846/2010. The court found the employer's reasons for restructuring and cost reduction legitimate and rejected the claim that the dismissal was abusive or disproportionate.
Legislator headnote
AI generatedArt. 2 para. 8 of Law 3846/2010; Art. 25 para. 3 of the Constitution: Termination of a full-time employment contract due to refusal of a part-time work offer is not considered abusive or disproportionate if based on legitimate economic restructuring reasons.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1081 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1081/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1)Α. Π. του Π., κατοίκου ..., 2)Ε. Μ. του Μ., κατοίκου …, 3)Β. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 4)Μ. Σ. του Γ., κατοίκου …., 5)Ε. Ρ. του Ν., κατοίκου ..., 6)Ν. Π. του Δ., κατοίκου …., 7)Σ. Φ. του Δ., κατοίκου …, και 8) Α. Κ. του Δ., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Περπατάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: εμπορικής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "PRAKTIKER HELLAS A.E.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τουτζιαράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/8/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με την προφορικά ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του σωματείου με την επωνυμία "Σωματείο Εργαζομένων στην PRAKTIKER HELLAS A.E.". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1236/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 843/2017 μη οριστική και 1555/2019 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 17/5/2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 17-5-2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 441/2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1555/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατόπιν άσκησης της από 17-7-2013 εφέσεως κατά της 1236/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή των εναγόντων αναιρεσειόντων. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η έφεση και δικάζοντας επί της από 31-8-2011 αγωγής το πιο πάνω δικαστήριο απέρριψε αυτή. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ.).
Στο άρθρο 2 παρ. 8 του Ν. 3846/2010 "εγγυήσεις για την εργασιακή ασφάλεια και άλλες διατάξεις ορίζονται εκτός των άλλων και τα εξής: καταγγελία της σύμβασης εργασίας λόγω μη αποδοχής από το μισθωτό εργοδοτικής πρότασης για μερική απασχόληση είναι άκυρη". Η τελευταία αυτή διάταξη έχει σκοπό να προστατεύσει τον ήδη απασχολούμενο με πλήρες ωράριο, όταν η καταγγελία είναι συνέπεια της άρνησης του μισθωτού να δεχθεί την πρόταση του εργοδότη για μερική απασχόληση.
Έχει δηλαδή η διάταξη σκοπό να προστατεύσει τον εργαζόμενο από τις προσπάθειες του εργοδότη να τροποποιήσει το χρόνο εργασίας και τη μορφή της συμβάσεως από πλήρους σε μερικής απασχόλησης, χωρίς να συντρέχει αντικειμενικός λόγος που να δικαιολογεί μια τέτοια τροποποίηση δεν έχει όμως ως σκοπό να αποτρέψει την προσφυγή σε μερική απασχόληση, όταν με τον τρόπο αυτό πρόκειται να αποτραπούν απολύσεις και να περισωθούν ήδη υφιστάμενες θέσεις εργασίας.
Η καταγγελία δηλαδή είναι άκυρη στην περίπτωση που λόγο της αποτελεί αυτή καθεαυτή η άρνηση του εργαζομένου να συναινέσει σε μετατροπή της σχέσης του από πλήρους σε μερικής απασχόλησης, χωρίς να απαγορεύει η εν λόγω διάταξη την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, όταν αιτία της πρότασης του εργοδότη για μεταβολή του χρόνου εργασίας αποτελούν λόγοι που προϋπάρχουν της άρνησης του εργαζομένου, όπως π.χ.
οικονομοτεχνικοί λόγοι ή η εφαρμογή ενός γενικοτέρου επιχειρηματικού σχεδίου με την υλοποίηση του οποίου αποτρέπονται οι απολύσεις. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ. 7/2006 και 4/2005). Στη περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται έτσι ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Κατά δε την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ.
ΑΠ 1/1999, ΑΠ 242/2015 και ΑΠ 361/2014). Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (Ολ.
ΑΠ 15/2006, ΑΠ 242/2015 και ΑΠ 361/2014). Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα, ως προς την αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984, ΑΠ 200/2014 και ΑΠ 211/2014). Στη προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχεται κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του τα εξής:
Η εναγομένη είναι ανώνυμη εμπορική εταιρία και δραστηριοποιείται στο χώρο του λιανικού εμπορίου. Σήμερα αυτή διατηρεί 340 καταστήματα σε οκτώ Ευρωπαϊκές Χώρες, τα οποία απασχολούν περίπου 22.000 εργαζομένους. Στην Ελλάδα αυτή ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα από το έτος 1991, διατηρεί δε έξι καταστήματα στην περιοχή της Αττικής και παραρτήματα στις πόλεις Θεσσαλονίκη, Λάρισα, Βόλο, Ηράκλειο, Καβάλα, Καλαμάτα, Ξάνθη, Ιωάννινα και Πάτρα με προσωπικό περί τους 1600 εργαζομένους.
Αυτή προσέλαβε με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου και αορίστου χρόνου τις παρακάτω ενάγουσες-αναιρεσείουσες για να προσφέρουν την εργασία τους, ως ταμίες - πωλήτριες. Ειδικότερα: 1) την Α. Π., η οποία προσλήφθηκε 7-10-2002 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μερικής απασχόλησης και ορισμένου χρόνου και εργάσθηκε έως και την 6-12-2002 και από τότε έως και την 6-6-2011 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. 2) Την Ε.
Μ., η οποία εργάσθηκε από την 11-8-2005 έως και την 24-9-2005 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και από την 26-9-2005 έως και την 1-6-2011 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. 3) την Β. Σ., η οποία εργάσθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την 10-4-2006 έως και την 1-6-2011. 4) Την Μ. Σ., η οποία εργάσθηκε από την 26-8-2003 έως και την 8-11-2003 και από την 10-11-2003 έως και 16-1-2011 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ενώ από την 13-1-2004 έως και την 13-6-2011 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. 5) Την Ε.
Ρ., η οποία εργάσθηκε από την 26-1-2004 έως και την 31-3-2004 και από την 1-4-2004 μέχρι και την 31-8-2004 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ενώ από την 24-8-2004 έως και την 31-5-2011 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. 6) Την Ν. Π., η οποία εργάσθηκε από την 27-5-2002 έως και την 1-6-2011 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, 7) Την Σ.
Φ., η οποία εργάσθηκε από την 19-7-2004 έως και την 1-6-2011 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και 8) Την Α. Κ., η οποία εργάσθηκε από την 28-6-2002 έως και την 31-8-2002 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και από την 24-8-2004 έως και την 1-6-2011 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Οι ενάγουσες-αναιρεσείουσες, από το χρόνο πρόσληψής τους από την εναγομένη-αναιρεσίβλητη εταιρία και σε εκτέλεση των συμβάσεων εργασίας τους παρείχαν προσηκόντως τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες τους.
Περί τα μέσα του 2011 η εναγομένη εταιρία λόγω μείωσης του κύκλου εργασιών και των επισκέψεων του αγοραστικού κοινού καθώς και αύξησης των "νεκρών" χρονικών διαστημάτων κατά το ωράριο λειτουργίας των υποκαταστημάτων της, αποφάσισε να προβεί σε αναδιάρθρωση του τρόπου και χρόνου εργασίας των ταμιών των υποκαταστημάτων της εφαρμόζοντας το σύστημα μερικής απασχόλησης.
Ειδικότερα ενώ στο υποκατάστημα του Ελληνικού κατά το έτος 2007 τα έσοδα ανήλθαν σε 43.034 ευρώ κατά το έτος 2011 ανήλθαν σε 29.373 ευρώ, δηλαδή υπήρξε μείωση κατά ποσοστό 32%, στο υποκατάστημα του Ταύρου τα έσοδα ανήλθαν σε 48.208 ευρώ, ενώ κατά το έτος 2011 ανήλθαν σε 30.616 ευρώ, δηλαδή υπήρξε μείωση σε ποσοστό 36%, στο υποκατάστημα του Αιγάλεω τα έσοδα κατά το έτος 2007 ανήλθαν σε 36.650 ευρώ, ενώ κατά το έτος 2011 ανήλθαν σε 21.613 ευρώ, δηλαδή υπήρξε μείωση σε ποσοστό 41%, στο υποκατάστημα Λάρισας τα έσοδα κατά το έτος 2007 ανήλθαν στο ποσό των 17.247 ευρώ, ενώ κατά το έτος 2011 τα έσοδα ανήλθαν στο ποσό των 10.058 ευρώ, ήτοι υπήρξε μείωση εσόδων κατά ποσοστό 42%.
Ο μεγάλος αριθμός των θέσεων απασχόλησης στα υποκαταστήματα της εναγομένης εταιρίας οδηγούσε σε επικαλύψεις βαρδιών των υπαλλήλων της κατά τις ώρες από 13.00 έως 16.00 όταν εργάζονταν οι υπάλληλοι και των δύο βαρδιών με συνέπεια την υπερσυγκέντρωση των εργαζομένων στα ταμεία των υποκαταστημάτων της. Έτσι η εναγομένη αποφάσισε την κατάργηση των θέσεων εργασίας οκτάωρης και εξάωρης ημερήσιας απασχόλησης με την αύξηση των θέσεων εργασίας εξάωρης και τετράωρης ημερήσιας απασχόλησης, ώστε να βελτιωθεί η ποιότητα εξυπηρέτησης των πελατών των υποκαταστημάτων της εναγομένης και να επέλθει μείωση του συνολικού κόστους λειτουργίας των ταμείων της επιχείρησης.
Μετά την αποτυχία της διαβούλευσης μεταξύ εκπροσώπων του σωματείου των εργαζομένων καθώς και εκπροσώπων της εναγομένης οι αρμόδιοι υπάλληλοι των υποκαταστημάτων κάλεσαν τις ενάγουσες και ζήτησαν από αυτές να αποδεχθούν τη διατήρηση της θέσης εργασίας τους υπό καθεστώς όμως μερικής απασχόλησης είτε εξάωρης είτε τετράωρης ημερήσιας απασχόλησης.
Οι ενάγουσες αρνήθηκαν την τροποποίηση των όρων των συμβάσεων εργασίας τους και ορισμένες από αυτές προσέφυγαν στις αρμόδιες Επιθεωρήσεις Εργασίας. Ακολούθως η εναγομένη επικαλούμενη οικονομοτεχνικούς λόγους προέβη δια των νομίμων εκπροσώπων της στη καταγγελία των προαναφερθεισών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Εξάλλου συνεχίζει η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν αποδείχθηκε ότι η καταγγελία είναι άκυρη ως αντικείμενη στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του Ν.3846/2010, διότι αποδείχθηκε ότι η πρόταση της εναγομένης εταιρίας για μεταβολή του χρόνου εργασίας των εργαζομένων σ' αυτή έγινε αποκλειστικά και μόνο για οικονομοτεχνικούς λόγους που προϋπήρχαν της άρνησης των εναγουσών να αποδεχθούν το σύστημα μερικής απασχόλησης και οι οποίοι λόγοι ήταν αληθινοί και όχι προσχηματικοί, λαμβανομένου επίσης υπόψη ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη εκδικητικών κινήτρων της εναγομένης εταιρείας για την απόλυση των εναγουσών, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι τελευταίες.
Περαιτέρω η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση απέρριψε ως αόριστο τον αγωγικό ισχυρισμό των εναγουσών ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους είναι άκυρη διότι παραβιάσθηκε η αρχή της αναλογικότητας. Ειδικότερα επειδή οι ενάγουσες δεν εξέθεταν στο δικόγραφο της αγωγής τους συγκεκριμένα άτομα που διατηρήθηκαν στην υπηρεσία της εναγομένης ενώ έπρεπε να απολυθούν αντί των ιδίων, όπως και την αρχαιότητα, τις οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες την ειδικότητα και την αποδοτικότητα των ιδίων και των διατηρηθέντων συναδέλφων τους, ενώ ως προς την εφαρμογή του μέτρου εκ περιτροπής εργασίας που επικαλούνται δεν αναφέρουν ότι η εναγομένη εταιρία θα μπορούσε στην προκειμένη περίπτωση να το εφαρμόσει από ουσιαστικής και νομικής άποψης.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειουσών ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και δη κατά τη βάση της περί ακυρότητας λόγω παράβασης της απόλυσης, ως εσχάτου μέσου. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο ως προς την παραδοχή του ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας των αναιρεσειουσών δεν ήταν καταχρηστική, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις παρακάτω ουσιαστικές διατάξεις (άρθρα 648, 656, 669 και 281 του ΑΚ) αλλ' ούτε παραβίασε την προβλεπόμενη από το άρθρο 25 παρ. 3 συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, αφού με τις προαναφερόμενες παραδοχές του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις, επιπλέον δε διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που δικαιολογούν την εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι η ένδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας των αναιρεσειουσών, που έγινε στα πλαίσια οικονομοτεχνικής αναδιάρθρωσης της επιχείρησης της αναιρεσίβλητης και για λόγους μείωσης του εργατικού κόστους προκειμένου αυτή να καταστεί ανταγωνιστική, δεν είναι καταχρηστική καθόσον έγινε για τους προαναφερθέντες λόγους και μετά την απόρριψη από τις αναιρεσείουσες της προταθείσας από την αναιρεσίβλητη εταιρία εναλλακτικής λύσης, ως προς την απασχόληση των αναιρεσειουσών.
Συνεπώς οι περί του αντιθέτου λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ –
Απορρίπτει την από 17-5-2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 441/2019 αίτηση αναίρεσης της 1555/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. –
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ