Legislator Case Law & Legislation
1081/2017 AI generated

1081/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1081/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1081/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, αν δεν μεσολαβούσαν οι προεκτεθείσες ενέργειες των εναγομένων, θα αποτελούσαν την κληρονομιαία περιουσία του πατέρα της και συνεπώς αυτή (ενάγουσα) θα ελάμβανε το αναλογούν στην μερίδα της, ήτοι τα χρηματικά ποσό των 201.529,57 ευρώ (403.059,14 ευρώ : 2) και των 26.528,03 ευρώ ( 53.056,06 ευρώ : 2) αντιστοίχως, τα οποία απώλεσε, υποστάσα αντίστοιχη περιουσιακή ζημία.

Keywords

AI generated
composition in bankruptcy union representative pension rights equalization occupational pension cooperative unemployment benefits of directors civil servants’ union
AI generated
345/2015
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/1/1997 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης του Σ.
1162/2011
Αδικοπραξία. Αγορά μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου με περισσότερους συνδικαιούχους. Όρος ότι σε περίπτωση θανάτου του ενός συνδικαιούχου τα μερίδια θα περιέρχονται στον άλλον. Αναίρεση. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1, 11 β΄ , 19 και 20 ΚΠολΔ. ( Επικυρώνει 352/2099 απόφαση Εφετείου Κρήτης ).
1096/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
1764/2017
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/11/2008 αγωγή του αρχικά αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
1234/2019
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1081 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1081/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ε. συζύγου Χ. Λ. και 2) Ε. Λ. του Χ., αμφοτέρων κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Αγγελόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. συζύγου Β. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ρηγόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-3-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 362/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 97/2015 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 29-6-2015 αίτησή τους και τους από 28-1-2016 προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 17-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η ήδη αναιρεσίβλητη με την ένδικη αγωγή της εξέθεσε συνοπτικώς τα εξής: Τυγχάνει νόμιμη εξ αδιαθέτου κληρονόμος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του αποβιώσαντος την 26-3-2001 πατέρα της Ε. Α. του Χ., ο οποίος ήδη από το έτος 1995 και ενόψει των σοβαρών προβλημάτων υγείας του, εκδήλωσε την πρόθεση να αναθέσει, δυνάμει πληρεξουσιότητας, στην πρώτη των εναγομένων (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα), αδερφή της και κληρονόμο αυτού κατά το έτερο 1/2 εξ αδιαιρέτου, την διαχείριση των χρημάτων που διατηρούσε σε τραπεζικούς λογαριασμούς καθώς και την επενδυτική του δραστηριότητα.

Ωστόσο η ως άνω εναγομένη, εκμεταλλευoμένη τα προβλήματα υγείας του πατέρα τους προέβη αυτοβούλως και εν αγνοία του, στο άνοιγμα κοινών τραπεζικών λογαριασμών, με συνδικαιούχους την ίδια και τον πατέρα της. Έτσι πέτυχε να αποκτήσει πρόσβαση στους λογαριασμούς αυτούς και να ιδιοποιηθεί παρανόμως το συνολικό ποσό των 403.059,14 ευρώ.

Επιπροσθέτως η δεύτερη εναγομένη, ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα, θυγατέρα της πρώτης, επιδιώκοντας την απόκτηση μέρους των χρημάτων του παππού της, κατέστη εν αγνοία του συνδικαιούχος μετ' αυτού αΰλου τίτλου του Ελληνικού Δημοσίου και ιδιοποιήθηκε παρανόμως το εκ της ρευστοποιήσεώς του εν λόγω τίτλου ποσό των 53.056,06 ευρώ.

Τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, αν δεν μεσολαβούσαν οι προεκτεθείσες ενέργειες των εναγομένων, θα αποτελούσαν την κληρονομιαία περιουσία του πατέρα της και συνεπώς αυτή (ενάγουσα) θα ελάμβανε το αναλογούν στην μερίδα της, ήτοι τα χρηματικά ποσό των 201.529,57 ευρώ (403.059,14 ευρώ : 2) και των 26.528,03 ευρώ ( 53.056,06 ευρώ : 2) αντιστοίχως, τα οποία απώλεσε, υποστάσα αντίστοιχη περιουσιακή ζημία.

Ζήτησε δε, κατόπιν αυτού, με την αγωγή να υποχρεωθούν οι δύο πρώτες εναγόμενες να της καταβάλουν νομιμοτόκως τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά, ήτοι 201.529,57 ευρώ η πρώτη εξ αυτών και 26.528,03 ευρώ η δεύτερη ως αποζημίωση, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις και επικουρικώς κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Περαιτέρω η αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε επικουρικώς και για την περίπτωση απορρίψεως της εξ αδικοπραξίας βάσεως της αγωγής ότι ο αποβιώσας πατέρας της σε συμφωνία με την πρώτη εναγομένη κατέθεσε ως αιτία θανάτου δωρεά στους κοινούς με αυτή τραπεζικούς λογαριασμούς, που περιέχουν τον πρόσθετο όρο του άρθρου 2 παρ.1 και 3 του v. 5638/1932, τα αναφερόμενα ποσά, που ανέρχονται συνολικώς σε 30.998,38 ευρώ, τα οποία αυτή ανέλαβε μετά τον θάνατό του και επί πλέον της είχε δωρήσει εν ζωή χρηματικά ποσά, κατατεθειμένα στους κοινούς λογαριασμούς τους, ανερχόμενα συνολικώς στο ποσό των 263.898,56 ευρώ.

Επί πλέον δε αυτός κατέστησε τη δεύτερη εναγομένη, εγγονή του, συνδικαιούχο με δωρεά αιτία θανάτου, αΰλου τίτλου του Δημοσίου, τον οποίο αυτή προεξόφλησε, μετά τον θάνατο του εισπράττοντας το ποσό των 53,056,06 ευρώ. Με τις ανωτέρω δωρεές αιτία θανάτου θίγεται η νόμιμη μοίρα της, η οποία ανέρχεται, με τον συνυπολογισμό της προίκας, που είχε συστήσει ο αποβιώσας υπέρ αυτής και της πρώτης εναγομένης, και των εν ζωή δωρεών αυτού προς την τελευταία, στο ποσό των 102.426,82 ευρώ.

Ενόψει δε του ότι απώλεσε το δικαίωμα να προσβάλει ως άστοργες τις προαναφερθείσες εν ζωή δωρεές του κληρονομουμένου προς την πρώτη εναγομένη καθώς και του ότι αυτός δεν κατέλειπε άλλη περιουσία, ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της καταβάλουν για την κάλυψη μέρους της νόμιμης μοίρας της, η πρώτη το ποσό των 30.998,38 ευρώ, και η δεύτερη το ποσό των 53.056,06 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Τέλος η αναιρεσίβλητη επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των υπαλλήλων της τρίτης εναγομένης … Τραπέζης … (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), συνεπεία της οποίας απώλεσε την αποσβεστική διετή προθεσμία για την ανατροπή των προαναφερθεισών άστοργων δωρεών του πατέρα της προς την πρώτη εναγομένη, με αποτέλεσμα να μην καταστεί δυνατή η πλήρης ικανοποίηση της νόμιμης μοίρας της, ανερχόμενης στο ποσό των 102.426,82 ευρώ, ζήτησε να υποχρεωθεί η τρίτη εναγομένη να της καταβάλει το ποσό τούτο και επί πλέον το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την εις βάρος της αδικοπραξία των υπαλλήλων της.

Με την πρωτόδικη απόφαση η αγωγή ως προς τις δύο πρώτες εναγόμενες (ήδη αναιρεσείουσες) απορρίφθηκε κατά μεν τις επικουρικές βάσεις της ως μη νόμιμη, κατά δε την εξ αδικοπραξίας κύρια βάση της ως προς την δεύτερη εναγομένη ως μη νόμιμη και ως προς την πρώτη ως κατ ουσίαν αβάσιμη. Επίσης ως κατ' ουσίαν αβάσιμη απορρίφθηκε η αγωγή και ως προς την τρίτη εναγομένη.

Με την προσβαλλομένη απόφαση, η οποία εκδόθηκε επί της ασκηθείσης κατά της ανωτέρω αποφάσεως εφέσεως της ενάγουσας απορρίφθηκε η έφεση ως προς την τρίτη των εναγομένων και ως προς την πρώτη εξ αυτών κατά την κυρία βάση της αγωγής. Περαιτέρω δε η έφεση έγινε δεκτή ως προς τα λοιπά κεφάλαιά της και αφού εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και εκδικάσθηκε ουσίαν η υπόθεση, απορρίφθηκε η αγωγή κατά την κύρια βάση της ως προς την δεύτερη εναγομένη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ενώ ως προς την δεύτερη επικουρική της βάση απορρίφθηκε ως προς την πρώτη εναγομένη και έγινε εν μέρει δεκτή ως προς την δεύτερη εναγομένη, η οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει νομιμοτόκως στην ενάγουσα προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας της το χρηματικό ποσό των 40.005,72 ευρώ.

Η τελευταία ως άνω απόφαση πλήττεται ήδη με την υπό κρίση αίτηση και τους προσθέτους λόγους αναιρέσεως, που αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.

Επειδή, κατά το άρθρο 556 του Κ.Πολ.Δ., "δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι, που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι.

Αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 68 του ιδίου Κώδικος, που ορίζει ότι: "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον", συνάγεται ότι κυρία, θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον.

Το έννομο αυτό συμφέρον προκύπτει, κυρίως, από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον αναιρετικό έλεγχο της αποφάσεως. Η βλάβη αυτή υπάρχει, κατά κανόνα, όταν απορρίπτονται εν όλω ή εν μέρει οι προτάσεις του διαδίκου (αγωγή, ανταγωγή, ενστάσεις) ή γίνονται αντιστοίχως δεκτές οι προτάσεις του αντιδίκου του.

Η βλάβη, δηλαδή, του αναιρεσείοντος πρέπει να υφίσταται σε σχέση με τον αντίδικο του, η δε προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος. Κατ' εξαίρεση, αναίρεση μπορεί να ασκήσει και ο νικήσας διάδικος, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, το οποίο κρίνεται σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως και όταν ο διάδικος βλάπτεται από τις αιτιολογίες αυτής και, ειδικότερα, όταν δημιουργείται δεδικασμένο εις βάρος του για άλλη δίκη, οπότε δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση της αποφάσεως μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της (Α.Π. 226/2014, 1130/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά της δίκης έγγραφα, προκύπτει, όπως εκτέθηκε ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση, η ένδικη αγωγή ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα, Ε. Λ., απορρίφθηκε εξ ολοκλήρου ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επομένως αυτή ως νικήσασα διάδικος δεν έχει ούτε άλλωστε και επικαλείται έννομο συμφέρον για την άσκηση αναιρέσεως κατά της πληττομένης αποφάσεως. Πρέπει συνεπώς η κρινομένη αίτηση, ως προς την ως άνω αναιρεσείουσα, να απορριφθεί, κατ' άρθρο 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ως απαράδεκτη και για τον πρόσθετο, άλλωστε, λόγο ότι ουδεμία από τις προβαλλόμενες αναιρετικές αιτιάσεις αφορά την εν λόγω διάδικο.

Επειδή, με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 5638/1932, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 1 ν.δ. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α' ν.δ. 118/1973, ορίζονται τα εξής: "1. Χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν, επ' ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte Joint, Jointaccount) είναι εν τη έννοια του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις, είτε τινές και πάντες κατ' ιδίαν οι δικαιούχοι (άρθρο 1 παρ.1 ).

Η χρηματική κατάθεσις περί ής η προηγουμένη παράγραφος επιτρέπεται να ενεργείται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν" (άρθρο 1 παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 παρ. 1 ν.δ. 17.7/13.8.1923, 411, 489, 490, 491 και 493 Α.Κ. συνάγονται τα εξής: Σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό στο όνομα δύο ή περισσοτέρων προσώπων ή στο όνομα του καταθέτη και τρίτων, και ανεξαρτήτως αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους τους συνδικαιούχους του λογαριασμού ή σε μερικούς ή έναν από αυτούς, παράγεται μεταξύ ενός εκάστου δικαιούχου του λογαριασμού και της τράπεζας (δέκτη της καταθέσεως) ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη ολόκληρου του ποσού της καταθέσεως ή μέρους αυτής από κάθε δικαιούχο του λογαριασμού να γίνεται στο όνομά του και όχι ως αντιπροσώπου των λοιπών, η δε καταβολή του ποσού των χρημάτων της καταθέσεως σε έναν από τους δικαιούχους επιφέρει απόσβεση της απαιτήσεως έναντι του δέκτη (τράπεζας) και ως προς τους λοιπούς μη αναλαβόντες δικαιούχους, οι οποίοι όμως αποκτούν απαίτηση έναντι του αναλαβόντος για την καταβολή είτε ολοκλήρου του ποσού της καταθέσεως, είτε τμήματος αυτής που προκύπτει από την μεταξύ τους σχέση.

Εξάλλου, εκείνος από τους δικαιούχους, που απέσυρε τα χρήματα μιας τέτοιας καταθέσεως, καθίσταται κύριος αυτών και δεν διαπράττει υπεξαίρεση σε βάρος του άλλου δικαιούχου, διότι τα χρήματα δεν είναι ξένα σε σχέση προς αυτόν που τα απέσυρε. Ο άλλος δικαιούχος ενοχική μόνον έχει αξίωση κατ' αυτού που ανέλαβε τα χρήματα, για την επιστροφή τους, ανάλογα με τη συμφωνία που έχουν συνάψει μεταξύ τους οι καταθέτες, σε περίπτωση δε ελλείψεως τοιαύτης συμφωνίας, του ημίσεος των χρημάτων (Α.Π. 380/2006, 1691/2014).

Τέλος, με τη σύμβαση καταθέσεως χρημάτων σε Τράπεζα, ανεξάρτητα αν γίνεται υπέρ του καταθέτη, τρίτου ή σε κοινό λογαριασμό, συνάπτεται μεταβίβαση της κυριότητος των χρημάτων στην τράπεζα (re) και χορηγείται συγχρόνως πληρεξουσιότητα προς αυτήν να αποδώσει τα κατατεθέντα στον δικαιούχο. Συνέπεια τούτων είναι, ότι μετά την κατάθεση, αποκόπτεται κάθε δεσμός μεταξύ καταθέτου και καταθέσεως, δικαιούχος της οποίας καθίσταται ο υπέρ ου αύτη έγινε, η δε τράπεζα, αφότου, δια της παραδόσεως, κατέστη κυρία των χρημάτων, έχει ευθεία υποχρέωση να τα καταβάλει στον δικαιούχο, όταν της ζητηθεί, ο δε τρίτος καθίσταται κύριος των κατατεθέντων χρημάτων, αμέσως μετά την κατάθεσή τους, και δεν επηρεάζεται από τον μεταγενέστερο θάνατο του καταθέτη (Α.Π. 432/1990, 467/1990, 1691/2014).

Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ν. 5638/1932, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α' του ν.δ. 118/1973, ορίζεται αντιστοίχως ότι "επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθεί προσθέτως ο όρος ότι άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας μέχρι του τελευταίου τούτων.

Εν τη περιπτώσει ταύτη η κατάθεσις περιέρχεται εις αυτούς ελευθέρα παντός φόρου κληρονομιάς ή άλλου τέλους. Αντιθέτως, η απαλλαγή αυτή δεν επεκτείνεται επί των κληρονόμων του τελευταίου απομείναντος δικαιούχου." και ότι "Διάθεσις της καταθέσεως δια πράξεως εν ζωή είτε αιτία θανάτου δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων...ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως".

Από τις διατάξεις αυτές, η πρώτη των οποίων αναφέρεται στις εσωτερικές σχέσεις μεταξύ των περισσοτέρων καταθετών, ενώ η δεύτερη ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ της Τράπεζας, στην οποία έχει γίνει η κατάθεση, και των περισσοτέρων καταθετών, συνδυαζόμενες και προς τις προηγούμενες, προκύπτει ότι σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες δεν χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους τυχόν κληρονόμους του έναντι της τράπεζας, κατά της οποίας δεν μπορούν να στραφούν αυτοί επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα, διότι διαφορετικά θα μεταβαλλόταν το πρόσωπο του καταθέτη χωρίς τη συγκατάθεση της τράπεζας.

Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της τράπεζας μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσό της καταθέσεως οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν από αυτόν το τμήμα εκείνο της καταθέσεως που αναλογεί στο δικαιοπάροχο τους με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών.

Εάν όμως έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, τότε σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως, εξ ιδίου δικαίου, η κατάθεση και ο λογαριασμός εξ αυτής στους επιζώντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της καταθέσεως που αναλογούσε σ' εκείνον, όπως θα μπορούσαν να πράξουν, αν δεν είχε τεθεί ο ως άνω όρος, του οποίου σε αυτό και μόνο εξαντλείται η νομική ενέργεια.

Και αν όμως δεν έχει τεθεί ο άνω όρος, οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν υπεισέρχονται ως προς την κατάθεση στην έναντι της Τράπεζας θέση του κληρονομηθέντος, και επομένως η ανάληψη του ποσού αυτού από τον επιζώντα καταθέτη, και στην περίπτωση που αυτός είναι συγχρόνως και κληρονόμος του αποθανόντος γίνεται έναντι της Τράπεζας ιδίω ονόματι και όχι με την ιδιότητα του κληρονόμου (Α.Π. 1691/2014, 380/2006).

Για να εξισορροπηθούν οι ανωτέρω εξαιρετικά ευνοϊκές διατάξεις υπέρ των καταθετών κοινού λογαριασμού και αντιστοίχως οι αυστηρές ρυθμίσεις του σε βάρος των αναγκαίων κληρονόμων, για τους οποίους οι σχετικές διατάξεις είναι αναγκαστικού δικαίου (αρθρ. 1825 επ. του Α.Κ.), εισήχθη με τον Αστικό Κώδικα η διάταξη του άρθρου 117 του ΕισΝΑΚ, κατά την οποία, εφόσον με την κατάθεση σε κοινό λογαριασμό του ν. 5638/1932 συντελέσθηκε δωρεά, αυτή κρίνεται σε σχέση με το δίκαιο της "νόμιμης μοίρας" ως δωρεά, προκειμένου για καταθέτη που απεβίωσε μετά την εισαγωγή του Α.Κ.

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για να εξευρεθεί κατά ποιο τρόπο θα προστατευθούν έναντι της καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό οι νόμιμοι μεριδούχοι του αποβιώσαντος συγκαταθέτου, είναι απαραίτητο να προσδιορισθεί η νομική φύση της πραγματοποιουμένης, με την κοινή χρηματική κατάθεση, επιδόσεως υπέρ του συγκαταθέτου της.

Έτσι, όταν κατατίθεται χρηματικό ποσό από χαριστική αιτία σε κοινό λογαριασμό προκειμένου να επωφεληθεί ο συγκαταθέτης του ενεργητικού υπολοίπου της καταθέσεως ακόμη και όταν προϋπόθεση της περιελεύσεως της ωφελείας είναι ο θάνατος του παρέχοντος και η επιβίωση του λήπτη, θα μπορεί να γίνει λόγος για κληροδοσία (αρθρ. 1714 Α.Κ.), μόνον εφόσον θα έχει συνταχθεί νομοτύπως διαθήκη του παρέχοντος.

Διαφορετικά, όπως συμβαίνει συνήθως, θα πρόκειται περί δωρεάς. Η εν λόγω δωρεά θα είναι αιτία θανάτου, αν η συμφωνία των ενδιαφερομένων συγκαταθετών, δηλαδή η εσωτερική τους σχέση, ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 2032 Α.Κ., άλλως θα είναι δωρεά εν ζωή. Για να ισχύσει όμως η υπέρ του συγκαταθέτου χαριστική επίδοση ως δωρεά (εν ζωή ή αιτία θανάτου) χρειάζεται και η συνδρομή των λοιπών ουσιαστικών προϋποθέσεων του κύρους των εν λόγω δικαιοπραξιών, κατά τις διατάξεις των άρθρων 496 επ.

και 2032 του Α.Κ., και συγκεκριμένα συμφωνία των συγκαταθετών και συμβολαιογραφικό έγγραφο, την έλλειψη του οποίου αναπληρώνει και στις δύο περιπτώσεις η κατάθεση των χρημάτων στον κοινό λογαριασμό, από όπου τα αποσύρει μετά ο δωρεοδόχος-συγκαταθέτης. Η διάταξη του αρθρ. 117 ΕισΝΑΚ, αποσκοπώντας στην προστασία των νομίμων μεριδούχων, χρησιμοποιεί τον όρο δωρεά με την έννοια όχι μόνο της δωρεάς εν ζωή (αρθρ. 495 επ.

Α.Κ.) αλλά και της δωρεάς αιτία θανάτου (αρθρ. 2032 Α.Κ.). Και τούτο διότι ο νομοθέτης με την ανωτέρω διάταξη θέλησε να προασπίσει τα συμφέροντα των νομίμων μεριδούχων του αποβιώσαντος συνδικαιούχου κοινού λογαριασμού έναντι των λαβόντων δυνάμει δωρεάς, είτε εν ζωή είτε αιτία θανάτου, χωρίς καμιά διάκριση μεταξύ τους.

Η διαφορά της δωρεάς εν ζωή από αυτήν αιτία θανάτου έγκειται στο ότι στη μεν πρώτη ο δωρεοδόχος αποκτά αμέσως δικαίωμα στο πράγμα που δωρίζεται, ενώ στη δεύτερη δωρεοδόχος, θα απολαύσει ό,τι του δωρήθηκε, μετά το θάνατο του δωρητού Κριτήριο για τον χαρακτηρισμό της δωρεάς, εκ του οποίου θα κριθεί η έννομη προστασία της νόμιμης μοίρας, αποτελεί η συμπεριφορά του συνδικαιούχου δωρεοδόχου κατά την λειτουργία του κοινού λογαριασμού, εν ζωή του δωρητή.

Δηλαδή, αν, ζώντος του τελευταίου, ο δωρεοδόχος-συνδικαιούχος προέβαινε σε αναλήψεις χρηματικών ποσών, θα πρέπει να θεωρηθεί ως δωρεά εν ζωή και κατά συνέπειαν, ο νόμιμος μεριδούχος, μετά τον θάνατο του δωρητού-συνδικαιούχου θα προστατευθεί με βάση τα άρθρα 1831 και 1835 του Α.Κ.. Αν όμως, όσο ζούσε ο δωρητής- συνδικαιούχος, ο δωρεοδόχος δεν προέβη σε ανάληψη, τότε θα πρέπει να θεωρηθεί ότι υποκρύπτεται ο όρος της προαποβιώσεως του πρώτου και επομένως πρόκειται για δωρεά αιτία θανάτου.

Στην περίπτωση αυτή και πάλι η δωρεά θα συμπεριληφθεί στην κληρονομία του αποθανόντος συνδικαιούχου για τον υπολογισμό της νομίμου μοίρας του μεριδούχου ως κληροδοσία (άρθρο 2035 Α.Κ.) και χωρίς να εξετάζεται αν έγινε κατά την τελευταία προ του θανάτου του κληρονομουμένου συνδικαιούχου δεκαετία ή την επέβαλαν ιδιαίτερο ηθικό καθήκον η λόγοι ευπρεπείας.

Οι ανωτέρω διατάξεις "περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν" εφαρμόζονται αναλόγως και επί τίτλων του Δημοσίου με λογιστική μορφή (αΰλων τίτλων) κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 β' του ν. 2198/1994) καθώς επίσης και επί μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 4 του ανωτέρω ν. 1969/1991 (Α.Π. 35/2006, 1507/2005, 1357/2002).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 2035,1825 παρ. 2 και 1829 του Α.Κ. προκύπτει, ότι η δωρεά αιτία θανάτου ως προς το δικαίωμα της νομίμου μοίρας των αναγκαίων κληρονόμων και κατά τον υπολογισμό αυτής λαμβάνεται ως κληροδοσία, τα δε δωρηθέντα αιτία θανάτου θεωρούνται ως υπάρχοντα στην κληρονομιά, δεν προστίθενται πλασματικώς στην πραγματική ομάδα, αλλά υπολογίζονται στο ενεργητικό αυτής κατά το άρθρο 1831 παρ.1 εδ.α' του Α.Κ..

Επομένως, αν προσβάλλεται το δικαίωμα της νομίμου μοίρας των ως άνω κληρονόμων, η δωρεά είναι αυτοδικαίως άκυρη και δεν χρήζει μέμψεως κατά το ποσοστό που κατ' αξίαν απαιτείται για την κάλυψη της νομίμου μοίρας. Την ακυρότητα όμως αυτή πρέπει να προτείνει ο ενδιαφερόμενος μεριδούχος, ο οποίος μπορεί να εναγάγει τον δωρεοδόχο, είτε με την περί κλήρου, είτε με τη διεκδικητική αγωγή.

Ειδικώς όμως για τις δωρεές αιτία θανάτου, που συντελέστηκαν με κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, η Τράπεζα διατηρεί αυτοτελές δικαίωμα κυριότητας επί των χρημάτων της καταθέσεως και έναντι αυτής οι αναγκαίοι κληρονόμοι του αποβιώσαντος δωρητού αποκλείονται από την άσκηση δικαιωμάτων επί της καταθέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν.5638/1932, που ως ειδικότερο κατισχύει του άρθρου 1825 παρ. 2 Α.Κ..

Ως εκ τούτου οι νόμιμοι μεριδούχοι δεν αποκτούν ευθέως εμπράγματο δικαίωμα επί της καταθέσεως, που θίγει τη νόμιμη μοίρα τους. Άρα, δεν διαθέτουν την περί κλήρου ή τη διεκδικητική αγωγή. Αντ' αυτών έχουν με βάση τη διάταξη του άρθρου 117 ΕισΝΑΚ ενοχική μόνο αξίωση κατά του αιτία θανάτου δωρεοδόχου για το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη της νομίμου μοίρας τους ακόμα και αν ο τελευταίος μετά τον θάνατο του δωρητού δεν έχει προβεί σε ανάληψη του υπολοίπου της καταθέσεως.

Για να κριθεί όμως, αν μια αιτία θανάτου δωρεά προσβάλλει ή όχι τη νόμιμη μοίρα, πρέπει προηγουμένως να γίνει ο υπολογισμός αυτής, δηλαδή ο προσδιορισμός της κληρονομικής ομάδας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1831, 1833 και 1834 του Α.Κ. (Α.Π. 511/1982). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1827, 1831 και 1834 του Α.Κ.

συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της νομίμου μοίρας οποιουδήποτε μεριδούχου, η οποία συνίσταται στο ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδος, λαμβάνεται ως βάση η κατάσταση και η αξία της κληρονομίας κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, δηλαδή όλα τα υπάρχοντα στην κληρονομία, κατά τον χρόνο αυτό, περιουσιακά στοιχεία (πραγματική κληρονομική ομάδα), από την οποία αφαιρούνται τα χρέη της κληρονομίας, οι δαπάνες κηδείας του κληρονομουμένου, ως και οι δαπάνες απογραφής, προστίθενται δε ακολούθως σε αυτά και θεωρούνται ως υπάρχουσες στην κληρονομία (πλασματική κληρονομική ομάδα), κατά την αξία του χρόνου της πραγματοποιήσεώς τους, οι παροχές των άρθρων 1831 παρ. 2 και 1833 του Α.Κ., που έγιναν από τον κληρονομούμενο, όσο ζούσε, προς τους μεριδούχους ή τρίτους, επί της προσδιοριζομένης δε κατά τον τρόπο αυτόν αυξημένης (πλασματικής) κληρονομικής ομάδας, εξευρίσκεται η νόμιμη μοίρα του κληρονόμου (Α.Π. 474/2010, 560/2008, 511/1982).

Κατά τα ανωτέρω, στις προστιθέμενες στην κληρονομία, κατ' άρθρο 1831 παρ. 2 Α.Κ., παροχές του κληρονομουμένου προς τους μεριδούχους, περιλαμβάνονται οι χωρίς αντάλλαγμα γενόμενες προς αυτούς παροχές, έστω και αν έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρεπείας καθώς επίσης και οι δωρεές προς τρίτους, εφόσον αυτές έγιναν κατά την τελευταία προ του θανάτου του κληρονομουμένου δεκαετία και δεν επεβάλλοντο εξ ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντος ή εκ λόγων ευπρεπείας (Α.Π. 171/2003, 23/2015).

Προκειμένου όμως περί εν ζωή χαριστικών παροχών του κληρονομουμένου, γενομένων πριν από τη ισχύ του ν. 1329/1983, για τον καταλογισμό τους στη νόμιμη μοίρα του νόμιμου μεριδούχου, απαιτείται, με εξαίρεση την προίκα, να έχουν γίνει με τον όρο του καταλογισμού τους, στη νόμιμη μοίρα, σύμφωνα με το άρθρο 1833 παρ. 1 του Α.Κ., όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 26 του ν. 1329/1983 (άρθρο 88 του νόμου αυτού - Α.Π. 1996/2006, 217/2005).

Περαιτέρω, σε περίπτωση που μετά την παροχή και μέχρι τον χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου, ο οποίος είναι και ο κρίσιμος, κατά το άρθρο 1831 Α.Κ., για τον υπολογισμό της αξίας της κληρονομίας, μεσολάβησε νομισματική έκπτωση ή ουσιώδης υποτίμηση της δραχμής, πρέπει, κατ' εφαρμογή της καθιερουμένης με το άρθρο 288 Α.Κ.

αρχής της καλής πίστεως, η αξία της παροχής κατά το χρόνο πραγματοποιήσεώς της να αναχθεί στο ισάξιό της κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου, οπότε και αποτιμάται η κληρονομία, αφού ληφθεί υπόψη η τιμή και η αγοραστική αξία της χρυσής λίρας Αγγλίας σε κυκλοφορούσες δραχμές, τόσο κατά το χρόνο της παροχής, όσο και κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου και γίνει η μεταξύ τους σύγκριση, αλλά και η αύξηση του τιμαρίθμου που επήλθε στο μεταξύ .

Για το σκοπό αυτό η αξία της παροχής σε δραχμές, που κυκλοφορούσαν κατά τον χρόνο της συστάσεώς της, πρέπει να αναχθεί σε χρυσές λίρες Αγγλίας, με την τιμή τους στον ίδιο χρόνο, έπειτα δε να καθοριστεί η σχέση της αγοραστικής αξίας της χρυσής λίρας του χρόνου αυτού προς την αγοραστική αξία της χρυσής λίρας του χρόνου του θανάτου του κληρονομούμενου και αφού βρεθεί έτσι το αντίστοιχο ποσό χρυσών λιρών του τελευταίου αυτού χρόνου, να μετατραπεί αυτό σε δραχμές (ήδη σε ευρώ) με την τιμή της χρυσής λίρας κατά τον χρόνο επίσης του θανάτου του κληρονομουμένου (Α.Π. 854/2007, 1233/2009 , 502/2014).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 27/1998). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνας, ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να αντιστοιχεί πλήρως προς τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής : "Στις 26-3-2001 απεβίωσε στο …, σε ηλικία 93 ετών, ο Ε. Α. του Χ., κάτοικος εν ζωή …, χωρίς να αφήσει διαθήκη, με μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς κατά τον χρόνο του θανάτου του την ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) και την πρώτη εναγομένη,(ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) μόνες θυγατέρες του, οι οποίες τον κληρονομούν κατά το ποσοστό της εξ αδιαθέτου κληρονομικής τους μερίδας, ήτοι κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου καθεμία.

Ο αποβιώσας ήταν τεχνίτης ηλεκτρολογικών και υδραυλικών εγκαταστάσεων και εργαζόταν στο εργοστάσιο των … στην Πάτρα...και ως ελεύθερος επαγγελματίας με την ίδια ειδικότητα. Μέρος των χρημάτων , τα οποία αποκέρδαινε...αποταμίευε σε ατομικούς τραπεζικούς λογαριασμούς και τα επένδυε σε αγορά ομολόγων, εντόκων γραμματίων και αμοιβαίων κεφαλαίων.

Το κεφάλάιό του και τις αποδόσεις του χαρτοφυλακίου του επανεπένδυε.,.με την αγορά νέων ομολόγων και εντόκων γραμματίων. Για τον σκοπό αυτόν διατηρούσε α) στην Τράπεζα … τον με αριθμό ... ατομικό λογαριασμό αγοράς ομολόγων και τον ... επίσης ατομικό λογαριασμό αγοράς εντόκων γραμματίων και β) στην …Τράπεζα ΑΕ τον με αριθμό ...

ατομικό λογαριασμό. Στη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του προέβαινε αποκλειστικά...ο ίδιος τουλάχιστον από το έτος 1990. Το έτος 1995,σε ηλικία 87 ετών, προκειμένου να διευκολυνθεί στη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του, ενόψει και του ότι έπασχε από τη νόσο της ωχράς κηλίδας και βαρηκοΐα, αποφάσισε να ανοίξει κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς με συνδικαιούχο την πρώτη εναγομένη θυγατέρα του με την οποία διέμεναν στην ίδια οικοδομή...και είχαν καθημερινή...επικοινωνία.

Τούτο δε αποφάσισε επειδή με τον τρόπο αυτό η πρώτη εναγομένη ως συνδικαιούχος είχε δικαίωμα έναντι των τραπεζικών ιδρυμάτων να προβαίνει σε αναλήψεις και περαιτέρω επενδύσεις των χρημάτων του. Έτσι στις 31-8- 1995 προέβη στο άνοιγμα του με αριθμό ... κοινού τραπεζικού λογαριασμού στο με αριθμό … υποκατάστημα, που διατηρεί η τρίτη εναγομένη (… ΑΕ) επί της πλατείας … της πόλης των … και στον οποίο κατέστησε συνδικαιούχο την πρώτη εναγομένη (θυγατέρα του).

Προκειμένου δε να πραγματοποιηθεί η σχετική διαδικασία για το άνοιγμα του λογαριασμού, ο Ε. Α. μετέβη ...μαζί με την πρώτη εναγομένη στο παραπάνω υποκατάστημα και υπέγραψε την αίτηση ανοίγματος λογαριασμού...καθώς επίσης και τη δήλωση αποδοχής των όρων της σχετικής τραπεζικής σύμβασης. Στους όρους αυτούς περιλαμβανόταν και ο όρος ότι καθένας από τους δικαιούχους της καταθέσεως θα έχει το δικαίωμα να κάνει ολική ή μερική χρήση του λογαριασμού χωρίς τη σύμπραξη, ...ή έγκριση των άλλων συνδικαιούχων καθώς και ο πρόσθετος όρος του άρθρου 2 παρ. 1 ν.5638/1932, σύμφωνα με τον οποίο μετά τον θάνατο οποιουδήποτε από τους δικαιούχους η κατάθεση περιέρχεται αυτοδικαίως στους επιζώντες.

Περαιτέρω, η πρώτη εναγομένη κατ' εντολή του πατέρα της προέβη η ίδια στο άνοιγμα και άλλων κοινών τραπεζικών λογαριασμών με συνδικαιούχους την ίδια και τον πατέρα της και συγκεκριμένα στις 19-1-2000 του με αριθμό ... λογαριασμού στο ίδιο παραπάνω υποκατάστημα της τρίτης εναγομένης, στις 25-5-1999 του με αριθμό ...

στο υποκατάστημα ... της … Τράπεζας ΑΕ, ο οποίος μετά τη συνένωση της ανωτέρω τράπεζας με την ... έλαβε τον αριθμό ... καθώς και δύο επενδυτικών λογαριασμών αμοιβαίων κεφαλαίων στην ίδια τράπεζα (...) με αριθμούς ... και .... Και στους λογαριασμούς αυτούς, περιλαμβανόταν οι παραπάνω όροι και...ο πρόσθετος όρος του άρθρου 2 παρ. 1 Ν. 5638/1932...Επιπρόσθετα δε...καταρτίστηκε μεταξύ της πρώτης εναγομένης και του πατέρα της Ε.

Α. η ειδικότερη συμφωνία ότι σε περίπτωση προαποβίωσης αυτού...το συνολικό υπόλοιπο των κοινών αυτών λογαριασμών μαζί με τους δεδουλευμένους τόκους, θα περιέρχονταν εξ ολοκλήρου στην πρώτη εναγομένη, θυγατέρα του, από χαριστική αιτία. Όλοι οι λογαριασμοί αυτοί τροφοδοτήθηκαν από τα χρήματα, που είχε καταθέσει και επενδύσει ο Ε.

Α. σε έντοκα γραμμάτια και ομόλογα στους προαναφερθέντες ατομικούς λογαριασμούς του στην Τράπεζα … και ήταν αποκλειστικά δικά του χρήματα προερχόμενα από την εργασία του και τις αποδόσεις του χαρτοφυλακίου του. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι μέσω των ανωτέρω κοινών λογαριασμών έγιναν οι ακόλουθες διαχειριστικές του χαρτοφυλακίου του Ε.

Α. ενέργειες ... μέσω κυρίως του με αριθμό ... λογαριασμού στην … ΑΕ: στις 31-8-1995 κατατέθηκε...το ποσό των 3.000.000 δρχ. ....Την ίδια ημέρα η πρώτη εναγομένη από το ποσό αυτό διέθεσε το ποσό των 2.962.964 δρχ. για την αγορά...άυλων τίτλων, με δικαιούχο την ίδια και συνδικαιούχο τον πατέρα της, λήξεως την 31-8-1996...ονομαστικής αξίας 3.400.000 δρχ, ποσό που πιστώθηκε στον λογαριασμό...Στις 30-9-1996 ο Ε.

Α.... διέθεσε το ποσό των 3.016.854 δρχ. και αγόρασε....άυλους τίτλους με δικαιούχο την πρώτη εναγομένη και συνδικαιούχο τον ίδιο, λήξης την 30-9- 1997 και ονομαστικής αξίας 3.400.000 δρχ., ποσό που πιστώθηκε στο λογαριασμό με τη λήξη των τίτλων...Στις 1-10-1996 η πρώτη εναγόμενη προσκόμισε στην τρίτη εναγόμενη μετρητά ποσού 5.000.000 δρχ, που προήλθαν από την εξαργύρωση εντόκων γραμματίων του πατέρα της....και αγόρασε...

άυλους τίτλους με δικαιούχο την ίδια και συνδικαιούχο τον πατέρα της, λήξης την 30-9-1997 και ονομαστικής αξίας 5.600.000 δρχ., ποσό , που πιστώθηκε στον λογαριασμό με την λήξη των τίτλων....Στις 30- 9-1997...ο Ε. Α. προέβη...σε ανάληψη μέρους εκ του ποσού...και συγκεκριμένα του ποσού των 9.013.550 δρχ. ... Με το ποσό αυτό αγόρασε την ίδια ημέρα άυλους τίτλους με δικαιούχο την πρώτη εναγομένη και συνδικαιούχο τον ίδιο , λήξης 30-9-1998 και ονομαστικής αξίας 9.800.000 δρχ., ποσό που πιστώθηκε στον λογαριασμό με τη λήξη των τίτλων...Από το εισπραχθέν ποσό των 9.800.000 δρχ......διατέθηκε το ποσό των 9.791.496 δρχ., για την αγορά επίσης άυλων τίτλων με δικαιούχο την πρώτη εναγομένη και συνδικαιούχο τον πατέρα της, λήξεως την 30-9-1999 και ονομαστικής αξίας 10.800.000 δρχ, ποσό, που πιστώθηκε στον λογαριασμό...

Με τη λήξη των τίτλων, στις 30-9-1999, η πρώτη εναγομένη ανέλαβε... από τον λογαριασμό το ποσό των 10.910.000 δρχ..... Από το παραπάνω ποσό, των 10.800.000 δρχ. εκδόθηκε... τραπεζική επιταγή της τρίτης εναγομένης ... σε διαταγή της πρώτης εναγομένης και του πατέρα της. Την επιταγή αυτή η πρώτη εναγομένη προσκόμισε την 1-10-1999 στο Υποκ/μα της οδού … της Τράπεζας …....

και υπέβαλε ...αίτηση προς την … Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρησης Αμοιβαίων Κεφαλαίων για αγορά μεριδίων με δικαιούχο την ίδια και συνδικαιούχο τον πατέρα της και ειδικότερα μεριδίων αξίας 6.000.000 δρχ. για το αμοιβαίο κεφάλαιο … και 4.800.000 δρχ. για το αμοιβαίο κεφάλαιο …, εκδόθηκε δε και το σχετικό καταθετήριο.

Στις 28-12-1999 ο Ε. Α. υπέβαλε ...αίτηση προς την ανωτέρω εταιρεία ..., για την εξαγορά των μεριδίων ζητώντας το αντίτιμο αυτών να πιστωθεί στον προαναφερθέντα ... ατομικό λογαριασμό του στην … Τράπεζα. Πράγματι εξαγοράστηκαν τα ανωτέρω μερίδια και το σχετικό αντίτιμο, ποσού 5.110.744 δρχ και 3.943.556 δρχ, πιστώθηκε στον λογαριασμό της … ΑΕ στις 12-1-2000.

Με την ίδια αίτηση ο Ε. Α. ζήτησε να εξαγοραστούν και μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων της ...... Στον λογαριασμό αυτό της … πιστώθηκε την ίδια ημέρα και το ποσό των 4.934.550 δρχ. και 4.047.072 δρχ, από εξαγορά των ανωτέρω μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων της .... Έτσι, συνολικά από την εξαγορά των μεριδίων εισπράχθηκε το ποσό των 18.035.922 δρχ. (=5.110.744 + 3.943.556 + 4.934.550 + 4.047.072), που πιστώθηκε στον ατομικό λογαριασμό του Ε.

Α. στην … ΑΕ. Το ποσό αυτό των 18.035.922 δρχ μαζί και με άλλο ποσό, που ήταν κατατεθειμένο στο ίδιο λογαριασμό και συνολικά ποσό 18.631.000 δρχ, ανέλαβε ο Ε. Α., αυτοπροσώπως από την … ΑΕ, στις 13-1-2000, με την ... τραπεζική επιταγή της … ΑΕ, εκδοθείσα εις διαταγήν του ιδίου...Την επιταγή αυτή προσκόμισε αυτοπροσώπως την ίδια ημέρα (13-1-2000) στην τρίτη εναγομένη ...

και εκ του ανωτέρω ποσού διέθεσε το ποσό των 18.536.394 δρχ. και αγόρασε άϋλους τίτλους με δικαιούχο αποκλειστικά τον ίδιο, λήξεως στις 30-6-2000, ονομαστικής αξίας 17.400.000 δρχ... Με τη λήξη των τίτλων...πιστώθηκε ο ανωτέρω κοινός λογαριασμός της … ΑΕ.,.με το ποσό των 19.176.192 δρχ... Την ίδια ημέρα ο Ε. Α. προέβη σε ανάληψη...εκ του ανωτέρω ποσού των 19.176.192 δρχ, ποσού 17.364.984 δρχ, ...

Με το ποσό αυτό αγόρασε την ίδια ημέρα (30-6-2000) άυλους τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου λήξης στις 19-5-2001..., ονομαστικής αξίας 18.200.000 δρχ. Τους τίτλους αυτούς αγόρασε με δικαιούχο τον ίδιο και συνδικαιούχο τη δεύτερη εναγομένη, Ε. Λ. (ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα) εγγονή του, με την ειδικότερη μεταξύ τους συμφωνία ότι σε περίπτωση προαποβιώσεως αυτού, οι ανωτέρω τίτλοι θα περιέρχονται εξ ολοκλήρου μαζί με την απόδοσή τους στη δεύτερη εναγομένη από χαριστική αιτία.

Στους τίτλους αυτούς περιλαμβανόταν ο όρος ότι καθένας από τους συνδικαιούχους δικαιούται να κάνει χρήση ακόμα και μερική ή ολική προεξόφληση χωρίς τη σύμπραξη των άλλων καθώς και ότι σε περίπτωση θανάτου κάποιου από τους συνδικαιούχους, τα δικαιώματα από την αγορά των τίτλων αυτών θα περιέρχονται αυτοδίκαια στους επιζώντες...

Η εγκατάσταση της δεύτερης εναγομένης ως συνδικαιούχου του τίτλου έγινε με την ειδικότερη μεταξύ αυτής και του Ε. Α. συμφωνία ότι σε περίπτωση προαποβιώσεως αυτού, οι ανωτέρω τίτλοι θα περιέρχονται εξ ολοκλήρου μαζί με την απόδοσή τους στη δεύτερη εναγομένη από χαριστική αιτία, όπως προαναφέρθηκε. Ενόψει της συμφωνίας αυτής, η δεύτερη εναγομένη μετά τον θάνατο του παππού της, στις 11-4-2001, κάνοντας χρήση του σχετικού δικαιώματος της (άρθρο 2 Ν. 5638/1932, 12 παρ. 1 β' Ν. 2198/1994) προεξόφλησε τους τίτλους...και εισέπραξε το ενεργητικό κεφάλαιο και μέρος της απόδοσης αυτού συνολικού ποσού 18.078.855 δρχ, χωρίς αντάλλαγμα από χαριστική αιτία .

Η προαναφερόμενη δωρεά αιτία θανάτου προς την δεύτερη εναγομένη θεωρείται, ως κληροδοσία ανήκουσα στην πραγματική κληρονομική ομάδα. Το ποσό των 10.700.000 δρχ, το οποίο διατέθηκε στις 29-10-1999 για την αγορά των προαναφερθέντων άυλων τίτλων, προέκυψε ως ακολούθως: ....Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι στον παραπάνω λογαριασμό της … έγιναν οι ακόλουθες καταθέσεις....Εξάλλου η πρώτη εναγομένη, όσο ζούσε ο πατέρας της, Α) ανέλαβε από τον ανωτέρω κοινό λογαριασμό με αριθμό ...

της … Τα ακόλουθα ποσά ...Β) μέσω του με αριθμό ... κοινού λογαριασμού της … έγιναν οι ακόλουθες διαχειριστικές πράξεις.... Στις αναλήψεις προέβη η εναγομένη κατόπιν εντολής και για λογαριασμό του πατέρα της. Ο λογαριασμός αυτός εξοφλήθηκε στις 20-3-2001, δηλαδή πριν το θάνατο του πατέρα της, και μέσω αυτού διενεργούνταν χρηματιστηριακές συναλλαγές (αγορά και πώληση μετοχών)...

Όλα τα χρήματα, που διακινήθηκαν μέσω των ανωτέρω λογαριασμών, ανήκαν αποκλειστικά στον Ε. Α. και προέρχονταν από τα εισοδήματά του από την εργασία του και τις αποδόσεις του χαρτοφυλακίου του. Όλες δε οι προαναφερθείσες διαχειριστικές των κοινών λογαριασμών και του χαρτοφυλακίου του πράξεις εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, διενεργήθηκαν από αυτή κατόπιν εντολής και για λογαριασμό του πατέρα της (Ε.

Α.). Ο τελευταίος είχε πλήρη συνείδηση των πράξεών του...Γνώριζε την έννοια και τη λειτουργία τόσο του ατομικού όσο και του κοινού λογαριασμού, που περιέχει τον πρόσθετο όρο του άρθρου 2 παρ. 1 Ν. 5638/1932. Είχε δε επιλέξει αρχικά να διατηρεί ατομικούς λογαριασμούς, τους οποίους διαχειριζόταν μόνος του και αργότερα αποφάσισε να ανοίξει κοινούς με την πρώτη εναγομένη λογαριασμούς (τους επίδικους).

Και αυτούς δε τους διαχειριζόταν ο ίδιος, δίνοντας όμως εντολές και στην πρώτη εναγομένη να διενεργεί διαχειριστικές πράξεις για λογαριασμό του. Γνώριζε επίσης και την έννοια και λειτουργία της απόκτησης άϋλων τίτλων με συνδικαιούχο και άλλο πρόσωπο και με τον ίδιο πρόσθετο (όρο)... Επομένως, δεν αποδείχτηκε η επικαλούμενη παράνομη και υπαίτια πράξη της πρώτης και της δεύτερης των εναγομένων και πρέπει να απορριφθεί η κύρια βάση της αγωγής από αδικοπραξία ως αβάσιμη κατ' ουσίαν...

Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι κατά το χρόνο του θανάτου του Ε. Α. υπήρχε ενεργητικό υπόλοιπο στον παραπάνω ... κοινό λογαριασμό της … ποσού 10.562.701 δρχ, το οποίο ήταν κατατεθειμένο ως αιτία θανάτου δωρεά κατά τα προαναφερθέντα και ανέλαβε σταδιακά η πρώτη εναγομένη μετά τον θάνατο του πατέρα της. Ειδικότερα, ανέλαβε...Δηλαδή ανέλαβε συνολικά το ποσό των 10.562.701 δρχ.

Το ποσό αυτό αποτελεί το καθαρό ενεργητικό του λογαριασμού κατά τον χρόνο θανάτου και το ύψος της αιτία θανάτου δωρεάς του Ε. Α. προς την πρώτη εναγομένη και θεωρείται ότι υπάρχει στην κληρονομιά ως ενεργητικό. Επίσης ως ενεργητικό θεωρείται ότι υπάρχει στην κληρονομιά και το ποσό των 18.078.855 δρχ, στο οποίο ανήλθε το ποσό της εξαργύρωσης των αΰλων τίτλων, στους οποίους είχε καταστεί συνδικαιούχος με δωρεά αιτία θανάτου η δεύτερη εναγόμενη.

Έτσι, συνολικά η πραγματική κληρονομιά ανερχόταν κατά το χρόνο του θανάτου στο ποσό των 28.641.556 δρχ ( = 10.562.701 + 18.078.855 ). Όπως προαναφέρθηκε, ο Ε. Α. απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη και μόνοι πλησιέστεροι συγγενείς του και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του είναι η ενάγουσα και η πρώτη εναγομένη, μόνες κόρες του. Έτσι καθεμία από τα δύο τέκνα του κληρονομούν εξ αδιαθέτου τον πατέρα τους κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου.

Συνακόλουθα το ποσοστό της νόμιμης μοίρας κάθε τέκνου και επομένως της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης, ανέρχεται σε 1/4 εξ αδιαιρέτου δηλαδή στο μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας. Κατά το ποσοστό αυτό η ενάγουσα, ως νόμιμη μεριδούχος, μετέχει ως κληρονόμος του πατέρα της. Πριν από το θάνατο του ο πατέρας τους είχε προβεί στις ακόλουθες παροχές προς την ενάγουσα και την πρώτη εναγομένη:

Α) Με το .../13-5-1967 συμβόλαιο του Συμ/φου Πατρών ...που μεταγράφηκε νόμιμα, παραχώρησε στην ενάγουσα λόγω προικός κατ' άρθρο 1414 ΑΚ, την κυριότητα ενός διαμερίσματος (οριζόντιας ιδιοκτησίας) του ισογείου ορόφου οικοδομής, που βρίσκεται κτισμένη σε οικόπεδο εμβαδού 208,36 τ.μ στη θέση...της πόλης των Πατρών..., το οποίο (διαμέρισμα)έχει εμβαδόν 112 τ.μ , ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 1/2 εξ αδιαιρέτου και αποτελείται από τέσσερα κύρια δωμάτια, κουζίνα, λουτροκαμπινέ, είσοδο και βοηθητικούς χώρους στην αυλή της οικοδομής.

Η πραγματική αξία του ακινήτου αυτού κατά το χρόνο σύστασης της προίκας (13-5-1967), ενόψει της θέσης, της έκτασης και του είδους της χρήσης ανερχόταν στο ποσό των 100.000 δρχ . Όμως από τότε και μέχρι το θάνατο του προικοδότη (26-3-2001) το νόμισμα είχε υποστεί ουσιώδη υποτίμηση ώστε να επιβάλλεται από την αρχή της καλής πίστης ο υπολογισμός της αξίας της παροχής αυτής για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας να γίνει σε δραχμές της ίδιας πραγματικής αξίας με εκείνη που αυτές είχαν κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου.

Για τον υπολογισμό αυτό το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την τιμή της χρυσής λίρας Αγγλίας κατά το χρόνο που έγινε η παροχή και κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου. Ειδικότερα η τιμή της χρυσής λίρας Αγγλίας ανερχόταν τον Μάιο 1967, που είναι ο χρόνος της παροχής, σε 307,50 δρχ. και τον Μάρτιο 2001, που απεβίωσε ο κληρονομούμενος, σε 22.580 δρχ.

Ενόψει αυτού, η αξία της παροχής που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της πλασματικής κληρονομιάς και την εξεύρεση της νόμιμης μοίρας της ενάγουσας, ανέρχεται στο ποσό των 7.343.089 δρχ (= 22580:307,50 Χ100.000 δρχ), ήτοι 21.549,78 ευρώ. Β ) Με το 29078/17-1-1963 συμβόλαιο του ίδιου Συμ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα , παραχώρησε στην πρώτη εναγομένη λόγω προικός κατ' άρθρο 1414 ΑΚ, την κυριότητα ενός διαμερίσματος (οριζόντιας ιδιοκτησίας) του ανωγείου ορόφου της ίδιας οικοδομής, το οποίο έχει εμβαδόν 112 τ.μ , ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 1/2 εξ αδιαιρέτου και αποτελείται από πέντε κύρια δωμάτια, χωλ, κουζίνα, αποχωρητήριο και πλυντήριο.

Η πραγματική αξία του ακινήτου αυτού κατά τον χρόνο σύστασης της προίκας (17-1-1963), ...ανερχόταν στο ποσό των 80.000 δρχ. . Όμως από τότε και μέχρι τον θάνατο του προικοδότη (26-3-2001) το νόμισμα είχε υποστεί ουσιώδη υποτίμηση, ώστε να επιβάλλεται από την αρχή της καλής πίστης και στην περίπτωση αυτή ο υπολογισμός της αξίας της παροχής αυτής για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας να γίνει σε δραχμές της ίδιας πραγματικής αξίας με εκείνη που αυτές είχαν κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου.

Για τον υπολογισμό αυτόν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την τιμή της χρυσής λίρας Αγγλίας κατά τον χρόνο που έγινε η παροχή και κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου. Ειδικότερα, η τιμή της χρυσής λίρας Αγγλίας ανερχόταν τον Ιανουάριο 1963, που είναι ο χρόνος της παροχής, σε 294,10 δρχ και τον Μάρτιο 2001, που απεβίωσε ο κληρονομούμενος, σε 22.580 δρχ.

Ενόψει αυτού, η αξία της παροχής που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της πλασματικής κληρονομιάς και την εξεύρεση της νόμιμης μοίρας της ενάγουσας, ανέρχεται στο ποσό των 6.215.520 δρχ (=22.580:294,10 Χ 80.000 δρχ ), ήτοι 18.240,70 ευρώ. Γ) Δώρισε στην πρώτη εναγομένη τα παρακάτω χρηματικά ποσά : α) στις 20-10-1999 το ποσό των 14.000.000 δρχ ... , β) στις 10-8-1999 το ποσό των 3.000.000 δρχ, γ) στις 17-8-1999 το ποσό των 3.000.000 δρχ, δ) στις 17-1-2001 το ποσό των 200.000 δρχ , ε) στις 6-2-2001 το ποσό των 1.000.000 δρχ , στ) στις 9-2-2001 το ποσό των 200.000 δρχ , ζ) στις 16-2-2001 το ποσό των 300.000 δρχ και η) στις 20-3- 2001 το ποσό των 20.000.000 δρχ .

Ήτοι συνολικά της δώρισε το ποσό των 41.700.000 δρχ . Άλλες δωρεές εν ζωή εκτός των ανωτέρω δεν αποδείχτηκαν. Ο ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης ότι οι δωρεές αυτές έγιναν σε εκπλήρωση ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος και εκ λόγων ευπρεπείας σε αναγνώριση της στοργής, αγάπης και φροντίδας , με την οποία περιέβαλε τον πατέρα της, προβάλλεται αλυσιτελώς.

Και τούτο διότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1831 παρ. 2 ΑΚ στην κληρονομιά προστίθεται οτιδήποτε παραχώρησε ο κληρονομούμενος όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο έστω και αν έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας (Α.Π.23/2015). Έτσι, η αξία της πλασματικής κληρονομιάς, επί της οποίας υπολογίζεται η νόμιμη μοίρα της ενάγουσας, ανέρχεται στο ποσό των 83.900.165 δρχ. (=28.641.556 + 41.700.000 + 7.343.089 + 6.215.520).

Επομένως η νόμιμη μοίρα της ενάγουσας ανέρχεται σε 20.975.041,25 δρχ. ( = 83.900.165 : 2= 41.950.082,5 : 2= 20.975.041,25 ). Έναντι αυτής η ενάγουσα έλαβε την προίκα, της οποίας η αξία ανέρχεται στο ποσό των 7.343.089 δρχ Το ποσό όμως αυτό υπολείπεται κατά 13.631.952,25 δρχ, ήτοι 40.005,72 ευρώ της νόμιμης μοίρας της συνεπώς έχει γι' αυτό αξίωση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2035, 1827 και 1829 ΑΚ , 117 ΕισΝΑΚ κατά της δεύτερης εναγομένης, δοθέντος ότι η προαναφερθείσα αιτία θανάτου δωρεά του αποβιώσαντος παππού της προς αυτήν, ποσού 18.078.855 δρχ, θεωρείται ως κληροδοσία και συνεπώς είναι αυτοδικαίως άκυρη κατά το μέτρο, που θίγει το δικαίωμά της ως νομίμου μεριδούχου του κληρονομουμένου, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε προσβολή της.

Η συμπλήρωση αυτή της νόμιμης μοίρας θα γίνει από το ποσό των 18.078.855 δρχ , ήτοι 53.056,06 ευρώ, του οποίου η δωρεά προς την δεύτερη εναγομένη είναι κατά το ποσό αυτό αυτοδικαίως άκυρη. Είναι δε αυτή η τελευταία δωρεά αιτία θανάτου , στην οποία προέβη ο κληρονομούμενος (στις 30-6-2000). Η προηγούμενη, που ενδιαφέρει στην κρινόμενη περίπτωση, επειδή ο κοινός λογαριασμός παρουσίαζε ενεργητικό υπόλοιπο κατά το χρόνο θανάτου, είχε καταρτιστεί με το άνοιγμα του ...

κοινού λογαριασμού στην … με την πρώτη εναγομένη (στις 31-8-1995). Κατ' ανάλογη δε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1835 παρ. 2 ΑΚ, κατά την οποία, αν έγιναν διαδοχικές δωρεές, η προηγούμενη, είναι δυνατόν να προσβληθεί εφόσον δεν επαρκεί η ανατροπή της μεταγενέστερης, η προγενέστερη αιτία θανάτου δωρεά (προς την πρώτη εναγομένη), θεωρούμενη ως κληροδοσία, είναι άκυρη μόνο στο μέτρο που δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της μεριδούχου ενάγουσας η ακυρότητα της μεταγενέστερης (προς την δεύτερη εναγομένη), η οποία όμως επαρκεί....

Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι τα παραπάνω ποσά των αιτία θανάτου δωρεών, τους δόθηκαν από τον θανόντα πατέρα και παππού τους σε εκπλήρωση ηθικού καθήκοντος και εκ λόγων ευπρεπείας, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι αυτός προβάλλεται μόνο προκειμένου περί δωρεάς εν ζωή με τις προϋποθέσεις του άρθρου 1831 ΑΚ και όχι όταν πρόκειται για δωρεά αιτία θανάτου, όπως συμβαίνει στην κρινόμενη υπόθεση...

Περαιτέρω ο ισχυρισμός τους ότι καταχρηστικά ασκείται το επίδικο αγωγικό δικαίωμα επειδή...πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος επειδή τα περιστατικά αυτά και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος με την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Επίσης, ο ισχυρισμός τους ότι η ένδικη αξίωση έχει υποκύψει στην παραγραφή του άρθρου 1836 παρ.2 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος επειδή η κρινόμενη αγωγή δεν έχει το χαρακτήρα αγωγής μέμψης άστοργης δωρεάς αλλά με αυτή ασκείται η ενοχική αξίωση εκ των άρθρων 117 ΕισΝΑΚ, 2035, 1827 και 1829 ΑΚ όπως προαναφέρθηκε.

Τέλος, ο ισχυρισμός τους περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης λόγω παρόδου της ενιαύσιας αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 510 ΑΚ , που ρυθμίζει το δικαίωμα του δωρητή για ανάκληση της δωρεάς, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, επειδή δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του στην κρινόμενη περίπτωση...Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω , πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ως προς την πρώτη εναγομένη Ε.

Λ., να γίνει εν μέρει δεκτή ως προς την εναγομένη Ε. Λ. και να υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 40.005,72 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής...".

Έτσι, κρίνοντας το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του ν. 5638/1932, 12 παρ. 1 β' του ν. 2198/1994), 117 του ΕισΝΑΚ, 1825, 1827, 1829, 1831, 1833, έως 1836, 2032,2033, 2035 και 288 του Α.Κ., αφού τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, ως άνω, πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων τούτων, που θεμελιώνουν την αντίστοιχη επικουρική βάση της αγωγής.

Επίσης, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν εστέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Επομένως οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων περί ευθείας και εκ παγίου παραβιάσεως των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και στοιχειοθετήσεως εντεύθεν των αναιρετικών πλημμελειών του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., που προβάλλονται με τους δεύτερο τρίτο τέταρτο κυρίους και πρώτο, δεύτερο τρίτο και τέταρτο προσθέτους λόγους αναιρέσεως τυγχάνουν αβάσιμοι.

Ειδικότερα, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως προσάπτονται στην προσβαλομένη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, υπό την έννοια ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προειρημένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων εχώρησε στην απόρριψη των εκ των άρθρων 1836 παρ. 2 και 510 του Α.Κ.

ενστάσεων της δεύτερης αναιρεσείουσας περί παραγραφής της αγωγής, λόγω παρελεύσεως διετίας από του θανάτου του κληρονομουμένου και έτους από της γνώσεως του λόγου ανακλήσεως της προς αυτήν δωρεάς εκ μέρους της αναιρεσιβλήτου. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, ερειδόμενοι επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού η ένδικη αγωγή, όπως ορθώς έκρινε και το Εφετείο απορρίπτοντας τις σχετικές ενστάσεις, αφορά ενοχική αξίωση εκ του άρθρου 117 ΕισΝΑΚ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2035, 1827 και 1829 Α.Κ.

και δεν έχει το χαρακτήρα αγωγής μέμψεως άστοργου δωρεάς ή τοιαύτης ανακλήσεως δωρεάς, ώστε να τύχουν εφαρμογής οι ρηθείσες διατάξεις. Επίσης, η ως άνω κρίση του Εφετείου ως προς την νομική θεμελίωση της ένδικης αγωγής πλήττεται με τους συναφείς δεύτερο, τρίτο και τέταρτο προσθέτους λόγους αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις επίσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ Πολ.Δ., υπό την έννοια της εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1825,1827, 1829,1831, 2032 και 2035 Α.Κ.,117 του ΕισΝΑΚ και 2 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 5638/1932, 12 παρ. 1 β' του ν. 2198/1994, αφού δεν υφίσταται διαθήκη, δεν προκύπτει η σύναψη δωρεάς αιτία θανάτου και δεν θεμελιώνεται η δεκτή γενομένη σχετική επικουρική βάση της αγωγής.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, ως αποδειχθέντα, ανταποκρίνονται, όπως ήδη εκτέθηκε, στο πραγματικό των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων, και συγκροτούν την επ' αυτών ερειδομένη επικουρική βάση της αγωγής. Εξάλλου, τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά εκτίθενται στην προσβαλλομένη απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, εις τρόπον ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής εφαρμογής των προδιαληφθεισών διατάξεων και επομένως ο περί του αντιθέτου τέταρτος κύριος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ.

τυγχάνει αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη (Ολ.Α.Π. 2/2008). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα. Εξάλλου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Στην προκειμένη περίπτωση , με τον πρώτο κύριο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα έγγραφα και ειδικότερα: 1) Την υπ' αριθμ. ...

τραπεζική επιταγή της …., 2) το υπ' αριθμ. ... καταθετήριο της ..., 3) το από 1.10.1999 καταθετήριο μετρητών ποσού 6.000.000 δραχμών της Τράπεζας …, 4) το από 1.10.1999 καταθετήριο μετρητών ποσού δραχμών 4.800.000 της Τραπέζης …, 5) την υπ' αριθμ. .../1.10.1999 αίτηση συμμετοχής προς την ..., 6) το από 5.1.1999 ένταλμα πληρωμής της …, ποσού δραχμών 2.000.000,00 7) το από 27.10.2000 ένταλμα πληρωμής της ….

ποσού δραχμών 2.000.000,00 8) αντίγραφο της κινήσεως του λογαριασμού. 9) το από 4.6.1999 γραμμάτιο εισπράξεως της … Τράπεζας ποσού δραχμών 10.000.000 10) την από 4.6.1999 αίτηση συμμετοχής- εντολή καταθέσεως προς την … Τράπεζα, 11) το από 4.6.1999 ένταλμα πληρωμής ποσού 10.000.000 δρχ στην ως άνω Τράπεζα 12) την από 9.8.1999 βεβαίωση υπό έκδοση τίτλου της … Τραπέζης 12) το υπ' αριθμ. ...

έγγραφο εκδόσεως τραπεζικής επιταγής της …., 13)το υπ' αριθμ. ... καταθετήριο της ...,14) το από 29.10.1999 γραμμάτιο εισπράξεως της Τραπέζης …, 15) την από 29.10.1999 αίτηση συμμετοχής στην ..., 16) αντίγραφο της κινήσεως του λογαριασμού),17) την από 28.12.1999 αίτηση εξαγοράς προς την ..., 18)το υπ' αριθμ. ... αποδεικτικό πραγματοποιήσεως εγγραφής σε λογαριασμό της ....,19) το από 30:6.2000 ένταλμα πληρωμής της ...., ποσού δρχ. 17.364.984,00, 20) το από 28.2.2000 αντίγραφο κινήσεως λογαριασμού της ... 21) την από 21.7.2000 αίτηση εξαγοράς της ...

Τραπέζης, 22) τοαπό 28.7.2000 γραμμάτιο εισπράξεως της ..., 23) την από 28.7.2000 αίτηση εξαγοράς της ...., 24) την από 30.3.1999 αίτηση συμμετοχής της ... Τραπέζης, 25) την από 1.7.1999 αίτηση εξαγοράς μεριδίων της ως άνω τραπέζης, 26) την από 4.6.1999 αίτηση συμμετοχής της ως άνω τραπέζης, 27) την από 14.10.1999 αίτηση εξαγοράς της ως άνω τραπέζης, 28) την από 20.10.1999 αίτηση συμμετοχής της ως άνω τραπέζης, 29) το από 20.10.1999 γραμμάτιο εισπράξεως της ...

Τραπέζης 30) το από 18.3.1999 γραμμάτιο εισπράξεως 11.000.000 δρχ της .... και 31) αντίγραφο κινήσεως λογαριασμού από 30.3.1999 έως 9.2.2001, καθόσον δεν μνημονεύει ειδικώς στην απόφαση τα έγγραφα αυτά και δεν συναρτά τις παραδοχές του με το περιεχόμενο των εγγράφων τούτων. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν νομίμως οι διάδικοι, αλλά και από τις σκέψεις και παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία αποδεικνύονται με τα εν λόγω έγγραφα δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και τα έγγραφα αυτά.

Αβάσιμος ωσαύτως τυγχάνει και ο συναφής πέμπτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ιδία, ως άνω, από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 αναιρετική πλημμέλεια που αφορά το υπ' αριθμ. .../13-5-1967 συμβόλαιο συστάσεως προικός του συμβολαιογράφου Πατρών Α. Γ., καθόσον το Εφετείο με βάση το συμβόλαιο τούτο, που μνημονεύεται ειδικώς στην προσβαλλομένη απόφασή του, προσδιόρισε το ύψος της αξιώσεως της αναιρεσίβλητης καταλογίζοντας στην νόμιμη μοίρα της την αξία της συσταθείσης υπέρ αυτής προίκας. Τούτο άλλωστε προκύπτει ευθέως και από το περιεχόμενο του σχετικού λόγου αναιρέσεως, κατά την ορθή εκτίμηση του οποίου προβάλλεται εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου του φερομένου ως αγνοηθέντος ως άνω συμβολαίου, υπό την έννοια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ότι επί των βοηθητικών χώρων του ισογείου, που περιήλθαν, κατά την απόφαση στην αναιρεσίβλητη, ο προικοδότης πατέρας της είχε παρακρατήσει υπέρ αυτού και της συζύγου του την επικαρπία εφ' όρου ζωής των. Η αιτίαση όμως αυτή δεν στοιχειοθετεί την αποδιδομένη στην απόφαση ούτε άλλη αναιρετική πλημμέλεια, αφού η εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Τέλος με τον πρώτο πρόσθετο λόγο και τελευταίο των υπό έρευνα λόγων αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά παράβαση του άρθρου 288 Α.Κ., κατά τον υπολογισμό της, καταλογισθείσης στην νόμιμη μοίρα της αναιρεσίβλητης, αξίας του προικώου ακινήτου αυτής δεν έλαβε υπόψη πλέον της αυξήσεως της αξίας της χρυσής λίρας σε σχέση με την δραχμή και την επελθούσα, κατά το, από της συστάσεως της προικός έως του θανάτου του κληρονομουμένου, χρονικό διάστημα, αύξηση του τιμαρίθμου, με τον συνυπολογισμό της οποίας καλύπτεται εξολοκλήρου η νόμιμη μοίρα της αναιρεσίβλητης και δεν υπάρχει αξίωση αυτής για καταβολή οποιουδήποτε επί πλέον ποσού.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, κατά τον υπολογισμό της αξίας της καταλογιστέας στη νόμιμη μοίρα της αναιρεσίβλητης προικός έλαβε υπόψη την επελθούσα, κατά το, από της συστάσεως αυτής έως του θανάτου του κληρονομουμένου, χρονικό διάστημα υποτίμηση του νομίσματος και, κατ' εφαρμογή της καθιερουμένης με το άρθρο 288 Α.Κ.

αρχής της καλής πίστεως, ανήγαγε την εκ δραχμών εκατό χιλιάδων (100.000) αξία του προικώου ακινήτου κατά το χρόνο συστάσεως της προίκας, στο κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου, ισάξιο της, εκ δραχμών επτά εκατομμυρίων τριακοσίων σαράντα τριών χιλιάδων και ογδόντα εννέα (7.343.089), λαμβάνοντας υπόψη την τιμή και την αγοραστική αξία της χρυσής λίρας Αγγλίας σε κυκλοφορούσες δραχμές, τόσο κατά το χρόνο της συστάσεως της προίκας όσο και κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου που ήταν αντιστοίχως 307,50 και 22.580 δραχμές;

στην επελθούσα δε αύξηση που ανέρχεται σε ποσοστό 7343,0894%, εμπεριέχεται και η μεσολαβήσασα αύξηση του τιμαρίθμου.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση, όπως διαμορφώθηκε με τους παραδεκτώς ασκηθέντες προσθέτους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ,2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29 Ιουνίου 2015 αίτηση και τους από 28 Ιανουαρίου 2016 προσθέτους λόγους αναιρέσεως των 1)Ε. συζ. Χ. Λ. και 2)Ε. Χ. Λ. κατά της υπ' αριθμ. 97/2015 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στις αναιρεσείουσες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ