Legislator Case Law & Legislation
1081/2016 AI generated

1081/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1081/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1081/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απαιτείται δηλαδή ο εκδίδων το έγγραφο δημόσιος υπάλληλος να τελεί σε πλάνη περί της αναληθείας του περιεχομένου του εγγράφου, αναφορικώς προς το συγκεκριμένο περιστατικό, η δε πλάνη να είναι προϊόν εξαπατήσεως, γιατί αν ο υπάλληλος τελεί εν γνώσει ότι βεβαιώνει ψευδώς, πρόκειται για το αδίκημα του άρθρου 242 του ΠΚ και ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1081 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1081/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ... (οδός ...), που παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αλεξίου Λουκά, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 7701/2015 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα το Οικονομικό Επιμελητήριο της Ελλάδος, νομίμως εκπροσωπούμενο, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ελευθερία Πατρικίου.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Σεπτεμβρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1029/2015.

Αφού άκουσε

τους πληρεξουσίους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 220 παρ. 1 ΠΚ "όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, απαιτείται, αντικειμενικώς: α) δημόσιο, κατά την έννοια του άρθρου 438 του Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, που έχει εφαρμογή και στο ποινικό δίκαιο γιατί το άρθρο 13γ ΠΚ δεν προσδιορίζει την έννοιά του δηλαδή έγγραφο, που έχει συνταχθεί από τον καθ` ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό κρατικής υπηρεσίας (δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής και κατά τους νομίμους τύπους) και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων του γεγονότος που βεβαιώνεται σ` αυτό, β) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό αναληθούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να επιφέρει τη γένεση, αλλοίωση, μεταβίβαση, κατάργηση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης και γ) η βεβαίωση του αναληθούς περιστατικού να επιτυγχάνεται με εξαπάτηση ή ακριβέστερα με παραπλάνηση του δημοσίου υπαλλήλου, που μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, με έγγραφο ή και προφορικά.

Απαιτείται δηλαδή ο εκδίδων το έγγραφο δημόσιος υπάλληλος να τελεί σε πλάνη περί της αναληθείας του περιεχομένου του εγγράφου, αναφορικώς προς το συγκεκριμένο περιστατικό, η δε πλάνη να είναι προϊόν εξαπατήσεως, γιατί αν ο υπάλληλος τελεί εν γνώσει ότι βεβαιώνει ψευδώς, πρόκειται για το αδίκημα του άρθρου 242 του ΠΚ και ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση.

Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει την γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το βεβαιούμενο γεγονός είναι αναληθές, ότι η βεβαίωση γένεται σε δημόσιο έγγραφο και ότι το βεβαιούμενο γεγονός μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, είτε για τον εαυτό του είτε για άλλον, και περαιτέρω, την θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην εξαπάτηση (παραπλάνηση) του δημοσίου υπαλλήλου με οποιονδήποτε τρόπο.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ’ αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.

Δεν είναι όμως αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα η ύπαρξη του δόλου αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια για την ενοχή αιτιολογία, εκτός εάν ο νόμος απαιτεί ορισμένα πρόσθετα στοιχεία όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσο δόλο) ή την επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχείλη υποκειμενική υπόσταση) οπότε η αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στα στοιχεία αυτά τα οποία όμως δεν απαιτεί στην εδώ ενδιαφέρουσα περίπτωση του άρθρου 220 παρ.1 ΠΚ.

Η κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ.

και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, (καθόσον δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας).

Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί άρσης του καταλογισμού κατά άρθρο 32 ΠΚ, λόγω κατάστασης ανάγκης, καθώς και περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής.

Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, λογικά κενά ή αντιφάσεις με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 7701/2015 αποφάσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης δικάσαν σε δεύτερο βαθμό δέχθηκε, ότι, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ’ είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε ανελέγκτως, ότι: "Ο κατηγορούμενος, το έτος 1997, προκειμένου να εγγραφεί ως μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου υπέβαλλε προς αυτό πλαστό πτυχίο της Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης, το οποίο του παρείχε τη δυνατότητα να ασκεί τα καθήκοντα του λογιστή - φοροτεχνικού α’ τάξεως.

Δεν υπέβαλλε ποτέ ξανά το πτυχίο, αλλά το κατέθεσε μόνο μία φορά, κατά την εγγραφή του. Με βάση το πλαστό αυτό πτυχίο έλαβε δελτίο επαγγελματικής ταυτότητας στο οποίο αναγραφόταν η ιδιότητά του αυτή, δηλ. του λογιστή α’ τάξεως, η οποία όμως ήταν υφαρπαγείσα και αναληθής ως προς την βεβαιούμενη τάξη, αφού ο κατηγορούμενος δεν διέθετε στην πραγματικότητα το πτυχίο ΑΕΙ που αποτελούσε προϋπόθεση για να ασκεί τα καθήκοντα της τάξης αυτής και δη το να υπογράφει ισολογισμούς χωρίς τον περιορισμό ποσού που ισχύει για άλλες τάξεις.

Έκτοτε, σε κάθε ετήσια ανανέωση της επαγγελματικής του αδείας και του αντιστοίχου δελτίου επαγγελματικής ταυτότητας, ο κατηγορούμενος απλώς προσκόμιζε το παλαιό δελτίο και με την καταβολή παραβόλου ελάμβανε το νέο. Από το Επιμελητήριο ουδέποτε ζητήθηκε εκ νέου το πτυχίο του, ούτε προσκομίστηκε από αυτόν και συνεπώς καμία πράξη χρήσης πλαστού δεν έλαβε χώρα κατά τις ετήσιες αυτές ανανεώσεις και δη στις 19.1.2009, οπότε και του αποδίδεται ότι έχοντας σχετικό δόλο παραπλάνησης προκάλεσε την "υπηρεσιακή" (δηλ.

χωρίς δική του μυϊκή ενέργεια, αλλά προκληθείσα ως συνέπεια δικού του αιτήματος) ανάσυρση από το αρχείο και επανεξέταση του εν λόγω πτυχίου από το Επιμελητήριο, κατά τη διαδικασία ετήσιας ανανεώσεως της αδείας του. Αυτό που συνέβη ήταν ότι εμφάνισε το παλαιό δελτίο επαγγελματικής ταυτότητας - προϊόν ήδη διαδοχικών υφαρπαγών - και καταβάλλοντος το σχετικό παράβολο έλαβε το νέο, το οποίο όμως ήταν, όπως και όλα τα προηγούμενα, υφαρπαγέν και αναληθές ως προς την βεβαιούμενη σε αυτό "τάξη" του κατηγορουμένου.

Συνεπώς, πρέπει ο εκκαλών κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος ως προς την 1η από τις πράξεις που του αποδίδονται, της χρήσης πλαστού εγγράφου, και ένοχος ως προς την 2η, με την επιτρεπτή ως προς τα στοιχεία της πράξης του βελτίωση ότι η παραπλάνηση του αρμοδίου υπαλλήλου του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (ΟΕΕ) και δη του Περιφερειακού Τμήματος Κεντρικής Μακεδονίας δεν επετεύχθη δια της χρήσεως του πλαστού πτυχίου, αλλά δια της χρήσεως του ήδη κατεχομένου από αυτόν δελτίου επαγγελματικής ταυτότητας λογιστή - φοροτεχνικού Α’ τάξης του προηγουμένου έτους, όπως η πράξη του αυτή ειδικότερα περιγράφεται στο διατακτικό, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του εκκαλούντος και δη αυτού της καταστάσεως ανάγκης, διότι επ’ ουδενί μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοια η έλλειψη των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος για την άσκηση ορισμένης επαγγελματικής δραστηριότητας.

Δεν προέκυψαν εξάλλου περιστατικά που να θεμελιώνουν το αιτηθέν ελαφρυντικό του αρθρ. 84 παρ. 2α Π.Κ., καθώς η συμπεριφορά αυτή του κατηγορουμένου εξακολούθησε επί πολλά έτη προτέρως του εισαχθέντος προς κρίση περιστατικού και συνόδευσε ουσιαστικά τον επαγγελματικό του βίο.". Στη συνέχεια, το παραπάνω δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείοντα αθώο για την πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου και ένοχο για την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, για την οποία του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον εκκαλούντα κατηγορούμενο ένοχο για την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και ειδικότερα του ότι:

Στη Θεσσαλονίκη, την 19.1.2009, πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, αφού προσήλθε στον αρμόδιο υπάλληλο του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (ΟΕΕ) και δη του Περιφερειακού Τμήματος Κεντρικής Μακεδονίας του Οικονομικού Επιμελητηρίου, αιτήθηκε την ανανέωση της επαγγελματικής του ταυτότητας ως λογιστή - φοροτεχνικού Α’ τάξης, ως κάτοχος του ανωτέρω από 15.12.1972 εξ υπαρχής πλαστού πτυχίου της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης έτους 1972, ενώ στην πραγματικότητα αυτός ουδέποτε είχε λάβει πτυχίο από την ανωτέρω Σχολή.

Με τη χρήση δε του πτυχίου αυτού είχε ήδη από το 2000 πετύχει την έκδοση επαγγελματικής του ταυτότητας ως λογιστή - φοροτεχνικού Α’ τάξης, η οποία όμως ήταν αναληθής ως προς το βεβαιούμενο γεγονός, αφού αυτός στην πραγματικότητα δεν είχε το επικληθέν προσόν της τάξης αυτής, δηλ. το πτυχίο της Ανωτάτης Βιομηχανικής, με τη διαδοχική δε χρήση των αναληθών ταυτοτήτων επετύγχανε κάθε έτος να ανανεώνει την άδειά του και να λαμβάνει εκ νέου αναληθές δελτίο επαγγελματικής ταυτότητας, αφού μόνη προϋπόθεση που ήλεγχε το ΟΕΕ για την χορήγησή του κάθε χρόνο ήταν η κατοχή ήδη τέτοιου κατά το προηγούμενο έτος.

Στις δε 19.1.2009 κατείχε και προσκόμισε το αναληθές δελτίο του προηγουμένου έτους και με την ενέργεια του αυτή πέτυχε την αιτούμενη ανανέωση της επαγγελματικής του ταυτότητας ως λογιστή- φοροτεχνικού Α’ τάξης και την ηλεκτρονική εγγραφή του στο μητρώο ανανέωσης αδείας, γεγονός το οποίο μπορούσε να έχει ως έννομη συνέπεια, μεταξύ άλλων και την άσκηση του ανωτέρω επαγγέλματος, ενώ δεν πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις προς τούτο.

Απορρίπτει τους υποβληθέντες, δια του συνηγόρου υπεράσπισης, αυτοτελείς ισχυρισμούς του εκκαλούντος κατηγορουμένου." Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ.

ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω αδικήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ.

α’ , 27 παρ. 1 και 220 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται όλα τα στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προαναφερθέντος εγκλήματος, κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα προεκτεθέντα περιστατικά και κατέληξε στην καταδικαστική κρίση του.

Πλέον συγκεκριμένα εκτίθεται: 1) το δημόσιο έγγραφο, στο οποίο βεβαιώθηκε υπό του καθ’ ύλην και κατά τόπου αρμοδίου διοικητικού οργάνου του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (ΟΕΕ) η ανανέωση της επαγγελματικής ταυτότητας ως λογιστού - φοροτεχνικού Α’ τάξης του αναιρεσείοντος μέχρι την 31.12.2009 και η ηλεκτρονική εγγραφή του στα οικεία μητρώα ανανέωσης αδείας που τηρούνται στο εν λόγω Επιμελητήριο, 2) το ψευδές γεγονός που βεβαιώνεται στο δημόσιο αυτό έγγραφο, ότι δηλαδή ο αναιρεσείων πληρούσε όλες τις υπό του νόμου τασσόμενες προϋποθέσεις για την ανανέωση της επαγγελματικής του ταυτότητας, 3) η έννομη συνέπεια που είχε το βεβαιωθέν αυτό ψευδές γεγονός για την διοικητική πράξη της ανανεώσεως της ως άνω επαγγελματικής ταυτότητας και την εξ’ αυτής δυνατότητα του αναιρεσείοντος να συνεχίσει την άσκηση του επαγγέλματος του λογιστού - φοροτεχνικού Α’ τάξης μέχρι την 31.12.2009 και 4) η απατηλή συμπεριφορά, την οποία μετήλθε ο αναιρεσείων, προς το αρμόδιο δια την ανανέωση της ως άνω επαγγελματικής του ταυτότητας όργανο, συνισταμένη στην εν γνώσει παράσταση ψευδούς γεγονότος ως αληθινού, ότι δηλαδή το κατεχόμενο και προσκομισθέν δελτίο επαγγελματικής του ταυτότητας ως λογιστή - φοροτεχνικού Α’ τάξης του προηγούμενου έτους, ήταν αληθές ως προς την βεβαιούμενη σ’ αυτό "τάξη", ενώ ήταν προϊόν διαδοχικών υφαρπαγών, όπως και όλα τα προηγούμενα, και αναληθές ως προς την βεβαιούμενη σ’ αυτό "τάξη", αφού αυτός στην πραγματικότητα δεν είχε το επικληθέν προσόν της τάξης αυτής, δηλ.

το πτυχίο της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Εξάλλου, ουδεμία ασάφεια ή αντίφαση δημιουργείται, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων, εκ του ότι στο σκεπτικό, αναφέρεται το έτος 1997, ως χρόνος που ο κατηγορούμενος υπέβαλε, για την εγγραφή του ως μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου, πλαστό πτυχίο της Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης και με βάση αυτό εφοδιάστηκε με δελτίο επαγγελματικής ταυτότητας λογιστή α’ τάξεως.

Η ημερομηνία υποβολής του πλαστού πτυχίου ουδεμία ασκεί επιρροή στην εξάλειψη του αξιοποίνου, λόγω παραγραφής, καθότι η παραπλάνηση του αρμοδίου υπαλλήλου δεν επετεύχθη δια της χρήσεως του πλαστού πτυχίου, όπως ρητώς αναφέρεται τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της αποφάσεως, αλλά δια της χρήσεως του ήδη κατεχομένου από τον κατηγορούμενο δελτίου επαγγελματικής ταυτότητας λογιστή - φοροτεχνικού Α’ τάξης του προηγούμενου έτους - προϊόν ήδη διαδοχικών υφαρπαγών.

Ο χρόνος τελέσεως επομένως του αδικήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως που αποδίδεται στον κατηγορούμενο είναι η 19η Ιανουαρίου 2009, κατά την οποία ημεροχρονολογία ο κατηγορούμενος προσκόμισε το ήδη στην κατοχή του ευρισκόμενο αναληθές ως προς την βεβαιούμενη σ’ αυτό "τάξη" δελτίο επαγγελματικής ταυτότητας του προηγούμενου έτους - προϊόν ήδη διαδοχικών υφαρπαγών - στον αρμόδιο υπάλληλο του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (ΟΕΕ) και δη του Περιφερειακού Τμήματος Κεντρικής Μακεδονίας του Οικονομικού Επιμελητηρίου, και αιτήθηκε και πέτυχε την ανανέωση της επαγγελματικής του ταυτότητας ως λογιστή - φοροτεχνικού Α’ τάξης και την ηλεκτρονική εγγραφή του στο μητρώο ανανέωσης αδείας.

Επομένως οι περί των αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες και οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ και Ε’ Κ.Ποιν.Δ. πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και αντιφάσεις ως προς τη στοιχειοθέτηση αντικειμενικής και υποκειμενικής της αξιοποίνου πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της αναφερομένης ουσιαστικής διατάξεως είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης (7701/2015) αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος πρόβαλε στο ακροατήριο και ανέπτυξε προφορικά δια του συνηγόρου του τους παρακάτω ισχυρισμούς, που καταχωρήθηκαν στα πρακτικά , και έχουν ως εξής: "...Μέχρι την έναρξη της ισχύος του ν.2515/1997 εγώ απασχολούμουν ως λογιστής από την 06.02.1974 όταν έκανα έναρξη επαγγέλματος στη Δ.Ο.Υ.

Όταν τέθηκε σε ισχύ το π.δ. 99/1977 ορίστηκε ότι εκτός των πτυχιούχων και αυτών που είχαν προϋπηρεσία σε λογιστικό οικονομικό κλάδο, ισολογισμό και λογαριασμό αποτελεσμάτων επιχειρήσεων μπορούσε να υπογράψει και ο προϊστάμενος λογιστηρίου που δεν είχε αυτά τα προσόντα εάν από το έτος 1965 έως την 30.04.1977 είχε υπογράψει ισολογισμό τουλάχιστον τριών χρήσεων συνεχών ή μη της ίδιας ή διαφορετικής επιχείρησης που λειτουργούσαν στην Ελλάδα και τήρησαν λογιστικά βιβλία υποχρεωτικά ή προαιρετικά με την διπλογραφική μέθοδο.

Ορίζονταν επίσης ότι το βάρος απόδειξης το φέρει ο λογιστής. Εγώ μέχρι το 1997 όπως αποδεικνύεται και από τα βιβλία εσόδων μου εξόδων που προσκόμισα στο Δικαστήριο υπέγραψα τέτοιους ισολογισμούς της εταιρίας Μ., Γ., Ξ., όμως, όπως δήλωσα εγώ και οι μάρτυρές μου, στη πρώτη δίκη είχα μόνο δύο ισολογισμούς για την επίμαχη περίοδο βρει και ο Ξ., όπως ανέφερε η κόρη του, όταν ανέτρεξα σε αυτόν το 1997 δεν μου έδωσε το βιβλίο και έτσι δεν είχα βρει τον τρίτο ισολογισμό.

Ο νόμος αφού δεν είχα υπογράψει ισολογισμό ΑΕ. ή ΕΠΕ που μπορούσα να ανατρέξω σε δημοσιευμένα ΦΕΚ εταιριών και να τα λάβω, δεν όριζε πως θα αποδείξω εάν υπέγραφα ισολογισμούς εταιριών Ο.Ε ή Ε.Ε. Οι Δ.Ο.Υ, κρατούσαν αρχείο δέκα ετών, εγώ δεν είχα τέτοια αρμοδιότητα και από το 1974 έως το 1997 εργαζόμουν ως λογιστής στην ουσία α’ τάξης και ο νόμος παρότι υπέγραφα ισολογισμούς δεν έλεγε νωρίτερα δηλαδή ότι είχα κάποια υποχρέωση κάπου να προσκομίσω τους τρεις ισολογισμούς.

Αφού λοιπόν δεν βρήκα το 1997 τον τρίτο ισολογισμό, ευρέθηκα σε κατάσταση ανάγκης κατ’ άρθρον 32 του Π.Κ. και πρέπει να αρθεί ο καταλογισμός της πράξης που μου αποδίδεται. Υπήρχε κίνδυνος παρών, αναπότρεπτος με άλλα μέσα χωρίς δική μου υπαιτιότητα προκληθείς, απειλούσε προσωπικά έννομα αγαθά, ήτοι την τιμή μου, την υπόληψη μου, την φήμη μου, την περιουσία μου, ο κίνδυνος προέρχονταν από τυχαία αίτια ήτοι την έκδοση του νόμου που οι νομοθέτης δεν πρόβλεψε εξαιτίας του κενού που είχε για την περίπτωσή μου πως θα εύρισκα τα βιβλία και αναγκάστηκα να προσβάλλω ξένο αγαθό κατά το είδος και τη σπουδαιότητα ανάλογο με αυτό που απειλήθηκε... ...

Και να μου αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις μείωσης της ποινής μου, αναγνωριζομένου του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου μου όπως ανέφερα πρωτοδίκως και να ληφθούν υπόψη τα έγγραφα που προσκόμισα για το λόγο αυτό και υπάρχουν καταχωρημένα στο προσαχθέντα και αναφερόμενα ως σχετικά στην προσβαλλόμενη απόφαση." Οι ισχυρισμοί αυτοί ήσαν ο μεν πρώτος μη νόμιμος και ως τοιούτος απερρίφθη με την ειδική αιτιολογία ως άνω, ήτοι ότι: "...

δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοια (κατάσταση ανάγκης) η έλλειψη των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος για την άσκηση ορισμένης επαγγελματικής δραστηριότητας.", ο δε έτερος αόριστος, χωρίς την έκθεση περιστατικών αναγκαίων για την θεμελίωσή του και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, ως εκ περισσού δε απήντησε και απέρριψε την αιτηθείσα ελαφρυντική περίσταση του αρθρ. 84 παρ. 2α Π.Κ., με την άνω αιτιολογία ήτοι ότι: "...

η συμπεριφορά αυτή (προπεριγραφείσα αξιόποινη) του κατηγορουμένου εξακολούθησε επί πολλά έτη προτέρως του εισαχθέντος προς κρίση περιστατικού και συνόδευσε ουσιαστικά τον επαγγελματικό του βίο...".

Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ. δεύτερος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω της αναιτιολόγητης απορρίψεως των αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρ. 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.) και να καταδικασθεί στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του παραστάντος στο ακροατήριο πολιτικώς ενάγοντος (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ), Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21.9.2015 αίτηση του Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της 7701/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2015.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ