1081/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 329/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία ύστερα από την υπ' αριθ. 11/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθ. 213/2007 απόφαση του ίδιου Εφετείου. Με την απόφαση αυτή το Εφετείο δέχθηκε τόσο την από 3.5.2006 έφεση του αναιρεσείοντος όσο και τη συνεκδικασθείσα μ' αυτή από 4.5.2006 έφεση των εταιρειών ELEANORA MARITIME INC και MYSTRAS MARITIME CORP και αφού εξαφάνισε την οριστική υπ' αριθ. 1369/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε δεχθεί ερήμην των ως άνω εταιρειών την από 8.10.2004 αγωγή της αναιρεσίβλητης εναντίον των εταιρειών αυτών και του αναιρεσείοντος, απέρριψε ακολούθως την ένδικη αγωγή, με την οποία η αναιρεσίβλητη, όπως παραδεκτά περιόρισε την αγωγή της, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι οι ως άνω εταιρείες της οφείλουν, από την πώληση καυσίμων σ' αυτές, το συμφωνημένο τίμημα, για το οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο και ο αναιρεσείων, που είναι ο βασικός μέτοχος των εταιρειών αυτών, επικαλούμενη (η αναιρεσίβλητη) για τη θεμελίωση της ευθύνης του την ανάγκη άρσης της περιουσιακής αυτοτέλειας του νομικού προσώπου των παραπάνω εταιρειών λόγω της καταχρηστικής από μέρους του χρησιμοποίησης της νομικής προσωπικότητάς τους κατά τη σχετική συναλλαγή.
Legislator headnote
AI generated1081/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ).
Full text
Απόφαση 1081 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1081/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Π. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Κωνσταντίνο Καλαβρό και Γρηγόριο Τιμαγένη.
Της αναιρεσιβλήτου: Της εταιρείας με την επωνυμία "PRAXIS ENERGY AGENTS S.A", που εδρεύει στις ... και είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα (δυνάμει του Α.Ν 89/67) όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πάρι Καραμήτσιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Οκτωβρίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1369/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 213/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Κατά της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 11/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 213/2007 απόφαση του Εφετείου και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό δικαστήριο. Το Εφετείο Πειραιώς εξέδωσε την 329/2010 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 25 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 329/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία ύστερα από την υπ' αριθ. 11/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθ. 213/2007 απόφαση του ίδιου Εφετείου. Με την απόφαση αυτή το Εφετείο δέχθηκε τόσο την από 3.5.2006 έφεση του αναιρεσείοντος όσο και τη συνεκδικασθείσα μ' αυτή από 4.5.2006 έφεση των εταιρειών ELEANORA MARITIME INC και MYSTRAS MARITIME CORP και αφού εξαφάνισε την οριστική υπ' αριθ. 1369/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε δεχθεί ερήμην των ως άνω εταιρειών την από 8.10.2004 αγωγή της αναιρεσίβλητης εναντίον των εταιρειών αυτών και του αναιρεσείοντος, απέρριψε ακολούθως την ένδικη αγωγή, με την οποία η αναιρεσίβλητη, όπως παραδεκτά περιόρισε την αγωγή της, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι οι ως άνω εταιρείες της οφείλουν, από την πώληση καυσίμων σ' αυτές, το συμφωνημένο τίμημα, για το οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο και ο αναιρεσείων, που είναι ο βασικός μέτοχος των εταιρειών αυτών, επικαλούμενη (η αναιρεσίβλητη) για τη θεμελίωση της ευθύνης του την ανάγκη άρσης της περιουσιακής αυτοτέλειας του νομικού προσώπου των παραπάνω εταιρειών λόγω της καταχρηστικής από μέρους του χρησιμοποίησης της νομικής προσωπικότητάς τους κατά τη σχετική συναλλαγή.
Ήδη με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκαν οι εφέσεις κατά της πρωτόδικης απόφασης και μάλιστα η έφεση των ως άνω εταιρειών ερήμην αυτών και επικυρώθηκε έτσι η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία, αφού ήρθη τελικώς η περιουσιακή αυτοτέλεια και των δυο εταιρειών, αναγνωρίστηκε ότι ο αναιρεσείων υποχρεούται να καταβάλει νομιμοτόκως στην αναιρεσίβλητη το ποσό μεν των 228.196,57 ευρώ εις ολόκληρο με την πρώτη των εταιρειών, το δε ποσό των 153.235,12 ευρώ εις ολόκληρο με τη δεύτερη εταιρεία.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ).
2. Από τη διάταξη του άρθρ. 215§1(α) ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η αγωγή ασκείται με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο, προκύπτει ότι η άσκηση της αγωγής είναι σύνθετη διαδικαστική πράξη, η οποία ολοκληρώνεται αν μετά την κατάθεση του αγωγικού δικογράφου ακολουθήσει και η επίδοσή του στον εναγόμενο προκειμένου αυτός να ενημερωθεί για την εναντίον του αγωγή, διαφορετικά αυτή είναι ανυπόστατη και η συζήτησή της απαράδεκτη.
Έτσι η επίδοση του αγωγικού δικογράφου ανάγεται σε όρο του υποστατού της αγωγής, που διασφαλίζει το κατοχυρωμένο από το άρθρ. 20§1 του Συντάγματος δικαίωμα ακρόασης του εναγομένου, εφόσον η επίδοση της αγωγής συνδυασθεί και με την επιβαλλόμενη από το άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ κλήση προς τον εναγόμενο να παραστεί κατά τη συζήτησή της σε συγκεκριμένη δικάσιμο.
Το ανυπόστατο της αγωγής, που προκαλείται από την έλλειψη επίδοσής της στον εναγόμενο, μπορεί ασφαλώς να καλυφθεί με τη μεταγενέστερη επίδοσή της, με την έννοια ότι έκτοτε και πάντως όχι αναδρομικά θα θεωρηθεί ολοκληρωμένη η άσκηση της αγωγής και θα επέλθουν κατά το άρθρ. 221§1(γ) ΚΠολΔ οι συνέπειες που συνδέει με την άσκησή της το ουσιαστικό δίκαιο.
Με δεδομένο ωστόσο ότι η επίδοση της αγωγής αποσκοπεί πρωτίστως να διασφαλίσει το δικαίωμα ακρόασης του εναγομένου, ναι μεν η διάταξη του άρθρ. 215§1(α) ΚΠολΔ δεν μπορεί να παραμεριστεί με συμφωνία των μερών, που θα προβλέπει διαφορετικό τρόπο άσκησης της αγωγής, όμως, εφόσον ο εναγόμενος παρίσταται κατά τη συζήτηση της αγωγής και δεν αντιλέγει παρά την έλλειψη επίδοσής της σ' αυτόν ή επέσπευσε ο ίδιος τη συζήτησή της, θεωρείται ότι αναπληρώνεται κατ' αυτό τον τρόπο η ελλείπουσα επίδοση της αγωγής και κατ' επέκταση θεραπεύεται το ανυπόστατο της αγωγής ως διαδικαστικής πράξης.
Επιχείρημα προς αυτή την κατεύθυνση μπορεί να συναχθεί τόσο από τη διάταξη του άρθρ. 271§1 ΚΠολΔ, που επιβάλλει στο δικαστήριο να εξετάσει την ύπαρξη νόμιμης επίδοσης της αγωγής και της κλήσης προς συζήτησή της (μόνο) σε περίπτωση απουσίας ή μη νόμιμης παράστασης του εναγομένου κατά τη συζήτησή της, οπότε εξ αντιδιαστολής μπορεί να συναχθεί ότι η έλλειψη επίδοσης της αγωγής ως όρος του υποστατού αυτής καλύπτεται στην περίπτωση που ο εναγόμενος παρίσταται χωρίς αντίρρηση στη συζήτησή της ή την επέσπευσε ο ίδιος, όσο και από τη διάταξη του άρθρ. 310§2 ΚΠολΔ, που εξομοιώνει την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξούσιων δικηγόρων τους κατά τη δημοσίευση μη οριστικών αποφάσεων με επίδοση των αποφάσεων σ' αυτούς.
Διαφορετική εξ άλλου από την παντελή έλλειψη επίδοσης της αγωγής είναι η ελαττωματική επίδοσή της, η οποία δεν έχει κατ' αρχήν ως συνέπεια το ανυπόστατο της αγωγής, αλλά το απαράδεκτο της συζήτησής της σε περίπτωση ερημοδικίας του εναγομένου. Όμως με παντελή έλλειψη επίδοσης της αγωγής ισοδυναμεί η επίδοσή της σε διεύθυνση άσχετη με τον εναγόμενο, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται πράγματι για επίδοση προς τον εναγόμενο (πρβλ.
ΟλΑΠ 3/2007, ΑΠ 8/2011). Ωστόσο ενδέχεται και στην περίπτωση αυτή να παραστεί χωρίς αντίρρηση ο εναγόμενος στη συζήτηση της αγωγής, οπότε θα πρέπει και πάλι να θεωρηθεί ότι η παρουσία του αναπληρώνει την ελλείπουσα επίδοση. Αντίστοιχα στο χρόνο συζήτησης της αγωγής ή ανάλογα της επίσπευσης της συζήτησής της από τον εναγόμενο τοποθετείται η έναρξη των ουσιαστικών συνεπειών της (ΑΠ 1629/1973).
Εφόσον πάντως ο εναγόμενος παρέστη στη συζήτηση της αγωγής προβάλλοντας κατ' ένσταση την έλλειψη νόμιμης επίδοσής της σ' αυτόν, η έλλειψη αυτή είναι κρίσιμη, αν παράλληλα επικαλεστεί και αποδείξει βλάβη του από την έλλειψη επίδοσης της αγωγής που δεν μπορεί να αποκατασταθεί παρά μόνο με την κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησής της.
Πρόκειται για δικονομική βλάβη, που δεν συνέχεται με την ίδια την υπόσταση της αγωγής ως διαδικαστικής πράξης, αλλά με το παραδεκτό μόνο της συζήτησής της και κατ' αυτή μόνο την έννοια είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρ. 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ, προκειμένου να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της ανεπίδοτης αγωγής και όχι βέβαια για να κριθεί ανυπόστατη η ίδια η αγωγή.
Συνεπώς παραδεκτά συζητείται η ανεπίδοτη αγωγή, εφόσον ο εναγόμενος συμμετέχει νόμιμα στην πρώτη συζήτησή της και δεν προβάλει κατ' ένσταση την έλλειψη επίδοσής της, επικαλούμενος κατά το άρθρ. 160§1 ΚΠολΔ αντίστοιχη δικονομική βλάβη του (ΑΠ 204/1978, 621/1980, 408/2004, 1974/2008). Εξ άλλου ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και σε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση ανεπίδοτης αγωγής, μολονότι αυτό επιβαλλόταν για τη διασφάλιση του θεμελιώδους δικονομικού δικαιώματος ακρόασης του εναγομένου προς υπεράσπισή του κατά της αγωγής (ΟλΑΠ 12/2000, 2/2001, ΑΠ 1383/2000).
Αντίθετα ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν παρά την έλλειψη επίδοσης της αγωγής δεν θίγεται το ως άνω δικαίωμα ακρόασης του εναγομένου, αφού ο λόγος αυτός δεν καλύπτει κάθε δικονομική παράβαση, οπότε και δεν συντρέχει αντίστοιχα περίπτωση απαραδέκτου κατά το άρθρ. 159 αριθ. 2 ΚΠολΔ. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης αγωγής ως προς τον αναιρεσείοντα, παρόλο που η αγωγή ήταν ανυπόστατη ως προς αυτόν, αφού αντίγραφό της δεν του επιδόθηκε στη διεύθυνσή του στο εξωτερικό, όπου ο τόπος της αστικής και επαγγελματικής κατοικίας του, αλλά σε ανύπαρκτη διεύθυνσή του στο εσωτερικό, επί της οδού ..., αριθμός 1, στον ... .
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό με την ως άνω ένσταση του αναιρεσείοντος λόγο της από 3.5.2006 έφεσής του, κρίνοντας, όπως και το Πρωτοδικείο, αλλά με διαφορετική αιτιολογία, ότι επρόκειτο για αβάσιμη ένσταση, όχι διότι η κατοικία του αναιρεσείοντος ήταν τότε στην Ελλάδα, όπως δέχθηκε το Πρωτοδικείο, αλλά διότι ο αναιρεσείων "παρέστη προσηκόντως στη συζήτηση της αγωγής και ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του με τις προτάσεις του, χωρίς να ισχυριστεί ότι υπέστη βλάβη από την επικαλούμενη μη νόμιμη επίδοση της αγωγής σ' αυτόν".
Σύμφωνα με όσα προηγουμένως αναπτύχθηκαν, το Εφετείο που έκρινε με την παραπάνω αιτιολογία αβάσιμη την ένσταση του αναιρεσείοντος, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτη ως προς αυτόν τη συζήτηση της ένδικης αγωγής και συνεπώς είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο αντίθετος πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ο επικουρικός δεύτερος λόγος της ίδιας αίτησης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο ναι μεν έλαβε υπόψη την προταθείσα απ' αυτόν ήδη πρωτοδίκως ένσταση έλλειψης ως προς τον ίδιο διεθνούς δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, την οποία, όπως και η πρωτόδικη απόφαση, έκρινε απορριπτέα, όμως εσφαλμένα δεν εκτίμησε ότι με την ένσταση αυτή γινόταν παράλληλα επίκληση δικονομικής βλάβης του από την έλλειψη επίδοσης σ' αυτόν της ένδικης αγωγής, που συνίσταται στο ότι η ένσταση αυτή απορρίφθηκε και έτσι αυτός δεν δικάστηκε από το φυσικό του δικαστή, επειδή ακριβώς δεν κρίθηκε προηγουμένως ως ανυπόστατη ως προς τον ίδιο η ένδικη αγωγή, αφού, αντίθετα με όσα ο αναιρεσείων υποστηρίζει, η βλάβη αυτή δεν συνδέεται μ' αυτή καθ' εαυτή την έλλειψη νόμιμης επίδοσης της ένδικης αγωγής σ' αυτόν, αλλά με τις περαιτέρω συνέπειες από την παραδοχή της αγωγής ως υποστατής ως προς τον ίδιο, δηλαδή ο επικουρικός δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης στηρίζεται τελικά σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που νικήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5.1.2011 αίτηση του Ν. Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 329/2010 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Μαρτίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 22η Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ