Legislator Case Law & Legislation
1081/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding inheritance tax declaration and costs allocation.

Case Number 1081/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the City of Fylai's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued that the lower court erred in rejecting the continuation of the lawsuit by the deceased's heir without a tax declaration, citing violations of the ECHR. The court held that the lower court's assessment of legal costs and the necessity of the tax declaration were matters of fact reviewable only at the first instance, not subject to appellate scrutiny.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 290, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Article 183 of the Code of Civil Procedure; Article 561 of the Code of Civil Procedure: The continuation of a lawsuit by an heir without a prior inheritance tax declaration is valid, and appellate courts cannot review the first instance court's allocation of legal costs as it falls within the realm of factual assessment.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal heir inheritance tax legal costs allocation appellate review limits Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 290, 291, 292 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 to 182 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 6 of the European Convention on Human Rights
Article 1 of Protocol No. 1 to the European Convention on Human Rights
Τέτοιες διατάξεις είναι και εκείνες του άρθρου 106 § § 1 και 2 του ν.δ.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1081 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1081/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου Φυλής που νόμιμα εκπροσωπείται από τον Δήμαρχό του και εδρεύει στην Φυλή Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Πισσάνη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Π. Λ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Σιούλη και 2. Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ" και τον διακριτικό τίτλο "ΔΕΣΦΑ ΑΕ", (πρώην ΔΕΠΑ ΑΕ), που εδρεύει στην …, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Μπρέγιαννο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-5-1996 αγωγή του αρχικού διαδίκου Α. Λ., με την από 406/1997 πρόσθετη παρέμβαση του Δήμου Φυλής και με την από 4-10-1996 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή η "ΔΕΠΑ ΑΕ", που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3777/1997 μη οριστική, 3724/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4941/2004 μη οριστική, 2125/2010 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-12-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 23-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδάφ. α', 287 παρ. 1, 290, 291, 292 του ΚΠολΔ, 1198, 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει, ότι τη δίκη, που διακόπηκε βίαια από το θάνατο κάποιου διαδίκου, επαναλαμβάνει εκούσια ο κληρονόμος του, η συμμετοχή του οποίου στη δίκη συνιστά σιωπηρή αποδοχή της κληρονομίας και δεν απαιτείται για το έγκυρο της δήλωσης επανάληψης, προηγούμενη μεταγραφή της δηλώσεως αποδοχής της κληρονομίας του αποβιώσαντος, ούτε υποβολή δηλώσεως φόρου κληρονομίας, αφού, με τη δίκη που επαναλαμβάνεται, το δικαίωμα του αποβιώσαντος ήλθε σε κρίση ενώπιον του δικαστηρίου, ο δε κληρονόμος του απλώς συνεχίζει τη δίκη για το ίδιο αντικείμενο υπεισερχόμενος στα δικαιώματα τούτου.

Με τον ερευνώμενο πέμπτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη δήλωση συνεχίσεως της δίκης ενώπιον του Εισηγητή-Δικαστή κατά τη διεξαγωγή των εμμάρτυρων αποδείξεων στις 28-11-2008, που διατάχθηκαν με την 4941/2004 προδικαστική απόφαση του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, από τον ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, που κληρονόμησε τον αρχικό ενάγοντα Α.

Λ. με διαθήκη, αφού ο ως άνω αναιρεσίβλητος δεν επικαλέστηκε την γενομένη αποδοχή της κληρονομίας του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντα, ούτε επικαλέστηκε τη σχετική συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής και τον αριθμό της, τον χρόνο μεταγραφής της στο οικείο Υποθηκοφυλακείο ή την εγγραφή της στο οικείο Κτηματολογικό Γραφείο.

Σύμφωνα, όμως, με τα όσα αναφέρονται στην ανωτέρω νομική σκέψη, δεν είναι αναγκαίο στη δήλωση επαναλήψεως της βίαια διακοπείσας δίκης λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, να αναφέρονται στη δήλωση αυτή τα ως άνω στοιχεία. Επομένως, το Εφετείο, που, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι, ο άνω αναιρεσίβλητος νόμιμα συνεχίζει τη δίκη στη θέση του θανόντα αρχικού ενάγοντα, ως μόνος εκ διαθήκης κληρονόμος του, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και, συνακόλουθα, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής, η οποία θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση, ο ενάγων αρκεί να προβάλει όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος, δηλαδή, την αναφορά του μεταβιβαστικού τίτλου και της μεταγραφής του, καθώς και τη μνεία ότι ο δικαιοπάροχός του ήταν κύριος και, αν αμφισβητείται ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχός του είχε το δικαίωμα, οφείλει, επίσης, να επικαλεστεί και να αποδείξει τα γεγονότα που στηρίζουν την κτήση κάποτε του δικαιώματος στο πρόσωπό του, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση (χρησικτησία).

Παράγωγος δε τρόπος κτήσης της κυριότητας ακινήτου, σύμφωνα με το άρθρο 1413 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από το νόμο 1329/1983, είναι και η διατετιμημένη προίκα, αφού αντικείμενο της προίκας δεν είναι αυτό τούτο το ακίνητο, διότι τούτο μεταβιβάζεται στην ελεύθερη κυριότητα και διάθεση του προικολήπτη συζύγου. Στην περίπτωση, επίσης, που η ίδια πιο πάνω αγωγή θεμελιώνεται σε πρωτότυπη κτήση (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία) απαιτείται, υπό την ισχύ μεν του Αστικού Κώδικα, εκτός από τα άλλα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 1041 και 1045 ΑΚ, άσκηση νομής επί 10ετία ή 20ετία, προς συμπλήρωση της οποίας δικαιούται ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος, σύμφωνα με το άρθρο 1051 ΑΚ, να προσμετρήσει στο χρόνο νομής του και το χρόνο της με τα ίδια προσόντα νομής που άσκησε ο δικαιοπάροχός του, υπό την ισχύ δε του Β.Ρ.Δ.

και, ειδικότερα, των διατάξεων των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (4.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 51 και 64 ΕισΝΑΚ, όταν η επικαλούμενη κτήση της κυριότητας του ακινήτου έλαβε χώρα πριν από την έναρξη ισχύος του ΑΚ (23-2-1946), απαιτείται άσκηση νομής επί 30ετία με καλή πίστη, δηλαδή, με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα, ότι με την κτήση της νομής του ακινήτου δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα της κυριότητας τρίτου.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. δ/τος 31/1968, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 62 ν. 1416/1984, ως προς τα ακίνητα των Δήμων και των Κοινοτήτων εφαρμόζεται η νομοθεσία που ισχύει εκάστοτε για την προστασία της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου εκτός από τα άρθρα 8 έως 20 του αναγκαστικού νόμου 1539/1938. Επομένως, εφαρμόζεται το άρθρο 2 του α.ν. 1539/1938, κατά το οποίο τα ακίνητα του Δημοσίου και κατ' επέκταση και των Δήμων και Κοινοτήτων, είναι ανεπίδεκτα νομής τρίτου και γι' αυτό τα ακίνητα αυτά εξαιρούνται και είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας τακτικής ή έκτακτης.

Η διάταξη αυτή προϋποθέτει, ότι οι Δήμοι είναι κύριοι των εξαιρουμένων της χρησικτησίας ακινήτων πραγμάτων. Έτσι, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, προκειμένου περί ακινήτων κτημάτων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, ο χρόνος της κτητικής παραγραφής και μάλιστα της έκτακτης χρησικτησίας μπορούσε να συμπληρωθεί μέχρι τις 2 Δεκεμβρίου 1968, οπότε και άρχισε να ισχύει το ν.δ. 31/1968.

Κατά συνέπεια, επί των ακινήτων αυτών είναι επιτρεπτή η έκτακτη χρησικτησία από εκείνον, που τα διεκδικεί, για την οποία απαιτείται, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, ανεπίληπτη νομή επί τριάντα (30) έτη και υπό τον Αστικό Κώδικα, σύμφωνα με το άρθρο 1045 αυτού, συνεχής νομή επί είκοσι (20) έτη, με την προϋπόθεση ότι αυτή (έκτακτη χρησικτησία) είχε συμπληρωθεί μέχρι 2-12-1968, οπότε άρχισε να ισχύει το ν.δ. 31/1968.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της κρινόμενης αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής, ο αρχικός ενάγων Α. Λ., στη θέση του οποίου, ως εκ του επισυμβάντος κατά τη διάρκεια της δίκης θανάτου του, υπεισήλθε ως κληρονόμος του από διαθήκη ο ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, που συνεχίζει νόμιμα τη δίκη, ισχυρίστηκε, ότι είναι κύριος ενός αγρού, που περιήλθε σ' αυτόν σε μείζονα έκταση 25 στρεμμάτων δυνάμει του νόμιμα μεταγεγραμμένου .../1951 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννου Λιάκου, ως διατετιμημένη προίκα, την οποία συνέστησε η Α.

Π., με τη θυγατέρα της οποίας τέλεσε γάμο, που λύθηκε, λόγω θανάτου της, το έτος 1976. Ότι, πλην του ως άνω επικαλούμενου τρόπου κτήσης της κυριότητας του ακινήτου, κατέστη κύριος αυτού και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, αφού τόσο ο ίδιος από την ως άνω απόκτησή του, όσο και οι δικαιοπάροχοί του, άμεσοι και απώτεροι, από το έτος 1941 διενεργούσαν όλες τις αναφερόμενες στην αγωγή εμφανείς, προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις νομής, με τα προσόντα κάθε μιας των άνω χρησικτησιών, μέχρι το Μάϊο του έτους 1996, οπότε η εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη αμφισβήτησε και διατάραξε την κυριότητά του σε μέρος του ακινήτου, εμβαδού 4.526 τετρ.

μέτρων, που επαρκώς περιγράφει. Ζήτησε δε να αναγνωριστεί η κυριότητά του επί του άνω τμήματος των 4526 τετρ. μέτρων. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, περιέχοντας όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για την κτήση από τον άνω αρχικό ενάγοντα του επίδικου ακινήτου τόσο κατά παράγωγο τρόπο, όσο και κατά πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), χωρίς να απαιτείται να επικαλεστεί στην αγωγή, ότι είχε συμπληρωθεί ο χρόνος χρησκτησίας στο πρόσωπο του άνω αρχικού ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του μέχρι την 11-9-1915.

Το Εφετείο, επομένως, που, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ορισμένη την αγωγή, θεμελιούμενη στον παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας στο επίδικο ακίνητο του αρχικού ενάγοντος, έλαβε υπόψη τον αποτελούντα λόγο έφεσης ισχυρισμό του ήδη αναιρεσείοντος Δήμου περί αοριστίας της αγωγής και τον απέρριψε ως αβάσιμο και έτσι δεν υπέπεσε στις από τους αριθμούς 8 εδάφιο β' και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, γι' αυτό και ο αντίθετος σχετικός τρίτος λόγος της αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς, και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά, και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και, όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992). Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Επίδικο είναι ένα ακίνητο, εμβαδού 4.526 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Σπηλιές" του αναιρεσείοντος Δήμου Φυλής και συνορεύει βόρεια επί πλευράς 46,50 μ. με ιδιοκτησία της εναγομένης-προσεπικαλούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΑΕΡΙΟΥ (ΔΕΠΑ)", στα δικαιώματα της οποίας υπεισήλθε αυτοδικαίως η ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ (ΔΕΣΦΑ ΑΕ)" και πρώην ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος Δήμου Φυλής, νότια επί πλευράς 74,50 μ.

με ιδιοκτησία του αρχικού ενάγοντος και αγροτικό δρόμο, ανατολικά επί πλευράς 135μ. με αγρό Α. Ψ. και δυτικά επί πλευράς 75,5 μ. με ιδιοκτησία Π. Κ. και Δήμου Φυλής. Με το .../1951 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Λιάκου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα Βιβλία Μεταγραφών του Δήμου Αχαρνών στον τόμο 72 και με αριθμό ..., η Α.

Π. συνέστησε διατετιμημένη προίκα υπέρ του αρχικού ενάγοντος, λόγω τελέσεως γάμου με τη θυγατέρα της Α. Π., που λύθηκε το έτος 1976, όταν απεβίωσε, και μεταβίβασε σ' αυτόν κατά κυριότητα, πέραν άλλων ακινήτων, και ένα ακίνητο, εμβαδού 25 στρεμμάτων περίπου, κείμενο στη θέση "Σπηλιές" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Φυλής και συνορευόμενο ανατολικά με ιδιοκτησία Γ.

Τ., δυτικά με ιδιοκτησία I. Κ., βόρεια με κοινοτικά κτήματα και νότια με βουνό. Το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει στην Α. Π. κατά κυριότητα με το .../1941 συμβόλαιο του ιδίου παραπάνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών, δυνάμει του οποίου αυτή και η αδελφή της Μ. Κ. διένειμαν μεγαλύτερη έκταση, που ανήκε σ' αυτές κατά κυριότητα και κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στην καθεμιά, σε δύο ίσα τμήματα κατά τη διεύθυνση ανατολή - δύση και αυτή (Α.

Π.) έλαβε το ανατολικό τμήμα, ενώ η Μ. Κ. το δυτικό. Το επίδικο περιλαμβάνεται στους άνω τίτλους και ειδικότερα αποτελεί το βόρειο τμήμα του άνω μεγαλύτερου ακινήτου που περιήλθε στην Α. Π.. Η δικαιοπάροχος του αρχικού ενάγοντος και ο ίδιος νέμονταν και κατείχαν το μεγαλύτερο ακίνητο και συνεπώς και το επίδικο, διαδοχικά ο καθένας με νόμιμο τίτλο, καλή πίστη και διάνοια κυρίου, συνέχεια και χωρίς διακοπή οπωσδήποτε από το έτος 1941 μέχρι και την άσκηση της αγωγής.

Ειδικότερα, η Α. Π. νεμήθηκε το άνω ακίνητο με διάνοια κυρίου, νόμιμο τίτλο το υπ' αριθ. .../1941 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Λιάκου και καλή πίστη από το έτος 1941 μέχρι και το έτος 1951, ήτοι επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, διενεργώντας επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής και συγκεκριμένα το οριοθετούσε και το καλλιεργούσε με σιτάρι, κριθάρι, βίκο και σανό.

Περαιτέρω, και ο αρχικός ενάγων νεμήθηκε το ακίνητο με διάνοια κυρίου, νόμιμο τίτλο το .../1951 συμβόλαιο του ιδίου παραπάνω συμβολαιογράφου και καλή πίστη, αλλά και ανεξάρτητα από τον παραπάνω νόμιμο τίτλο και την καλή πίστη από το έτος 1951 , μέχρι και την άσκηση της αγωγής το έτος 1996, ήτοι επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας άλλως της εικοσαετίας, διενεργώντας επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση του παραπάνω αναφερόμενες πράξεις νομής.

Το ακίνητο αυτό ήταν πάντοτε αγρός καλλιεργήσιμος και δεν αποδείχθηκε, ότι είχε το χαρακτήρα βοσκοτόπου και ότι είχε αποκτήσει επ' αυτού κυριότητα ο αναιρεσείων Δήμος Φυλής, είτε με παραχώρηση από το Δημόσιο, είτε με χρησικτησία είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Κατά συνέπεια, αυτό δεν ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας και ο αρχικός ενάγων, απέκτησε κυριότητα επ' αυτού τόσο με παράγωγο τρόπο με σύσταση διατετιμημένης προίκας, όσο και με πρωτότυπο τρόπο με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, χωρίς να απαιτείται στην τελευταία περίπτωση αυτός να επικαλεστεί και να αποδείξει, ότι είχε συμπληρωθεί ο χρόνος χρησικτησίας στο πρόσωπο αυτού και των δικαιοπαρόχων του μέχρι 11-9-1915.

Μετά από αυτά, η μεταβίβαση της κυριότητας τμήματος του ως άνω ακινήτου του ενάγοντος εμβαδού 4.526 τ.μ., που αποτελεί και το επίδικο, με το .../17-2-1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Ευαγγελίας Πηλιχού, που μεταγράφηκε στα Βιβλία Μεταγραφών του Δήμου Αχαρνών, από τον αναιρεσείοντα Δήμου Φυλής προς την ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη παραπάνω εταιρεία λόγω πωλήσεως, έγινε από μη κύριο και η τελευταία δεν απέκτησε κυριότητα επ' αυτού.

Όλα τα παραπάνω αποδεικνύονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν με την επιμέλεια του αρχικού ενάγοντος, οι οποίες είναι σαφείς και επιβεβαιώνονται από τα άνω έγγραφα, που αποτελούν τους τίτλους κτήσεως αυτού αλλά και από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Κ. Γ., που διορίσθηκε από το δικαστήριο και την τεχνική έκθεση του Α.

Σ., τοπογράφου μηχανικού, που διορίσθηκε με την επιμέλεια του ενάγοντος, οι οποίοι δέχονται ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους άνω τίτλους αυτού, αλλά και από την ερμηνεία των αεροφωτογραφιών των ετών 1945, 1962, 1981 και 1990 της ΓΥΣ, που έγινε από τον παραπάνω πραγματογνώμονα και τον τεχνικό σύμβουλό του. Ειδικότερα, στις αεροφωτογραφίες αυτές αποτυπώνεται ο διαμήκης διαχωρισμός από δυσμάς προς ανατολάς του μείζονος αγρού του αρχικού ενάγοντος από το υπάρχον ρέμα και στις νεότερες από αυτές και ειδικότερα από του έτους 1962 και εντεύθεν παρατηρείται η χάραξη αγροτικής οδού παράπλευρα του ρέματος στη νότια πλευρά του.

Επιπλέον φαίνεται, ότι το μείζον ακίνητο του ενάγοντος ήταν καλλιεργημένο κατά τρόπο ενιαίο, δηλαδή τόσο κατά το νότιο τμήμα του, όσο και κατά το βόρειο τμήμα του, που αποτελεί και το επίδικο και διαχωρίζεται από το νότιο με το άνω ρέμα και την αγροτική οδό, με δημητριακά ή βίκο και εντός αυτού υπήρχε μεγάλος αριθμός λιθοσωρών (γκουραμάδων), που αποτελούν τεκμήρια καλλιέργειας.

Οι παραπάνω παραδοχές δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα, που εξετάσθηκε με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, αφού η γνώση αυτού για το επίδικο και την ευρύτερη περιοχή τοποθετείται μετά το έτος 1996, όταν η δεύτερη αναιρεσίβλητη αγόρασε το άνω ακίνητο, αλλά ούτε και από τα μισθωτήρια συμβόλαια, τα λοιπά συμβόλαια και τις απαλλοτριωτικές πράξεις, που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων Δήμος, δεδομένου ότι αφορούν στην ευρύτερη όμορη έκταση αυτού και από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι αφορούν και το επίδικο.

Τέλος, δεν μπορεί να συναχθεί αντίθετη κρίση ούτε από την τεχνική έκθεση του Γ. Δ., τοπογράφου μηχανικού, που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, καθόσον αυτός καταλήγει στην άποψη ότι κύριος του επιδίκου ήταν ο αναιρεσείων Δήμος Φυλής και συνεπώς και η δεύτερη αναιρεσίβλητη συμπερασματικά, ως εκ του ότι ήταν κύριος όμορης ευρύτερης εκτάσεως, επιπλέον ως και του ότι στους τίτλους του αρχικού ενάγοντος δεν γίνεται σαφής περιγραφή των ορίων της ιδιοκτησίας του και, τέλος, διότι δεν γίνεται αναφορά σ' αυτούς στην ύπαρξη του ρέματος και του αγροτικού δρόμου, η οποία όμως δεν ήταν αναγκαία, αφού αυτά δεν αποτελούσαν όρια ακινήτου του αρχικού ενάγοντος, η διάνοιξη αγροτικής οδού, έγινε τα τελευταία χρόνια από όλους τους ιδιοκτήτες των εκεί ιδιοκτησιών σε βάρος αυτών και προς εξυπηρέτηση της καλλιέργειάς τους και δεν προϋπήρχε ως διαχωριστικό όριο της ιδιοκτησίας του αρχικού ενάγοντος και αυτής του αναιρεσείοντος Δήμου".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε, ότι ο αρχικός ενάγων Α. Λ., στη θέση του οποίου υπεισήλθε λόγω κληρονομικής διαδοχής ο ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Π. Λ. του Α., έγινε κύριος του επίδικου ακινήτου τόσο με παράγωγο τρόπο με σύσταση διατετιμημένης προίκας, όσο και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), καθόσον νεμόταν το επίδικο, αντίστοιχα, με νόμιμο τίτλο, καλή πίστη και διάνοια κυρίου, με την προσμέτρηση και του χρόνου νομής της άμεσης δικαιοπαρόχου του Α.

Π., από το έτος 1941 μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής το έτος 1996 και συνακόλουθα είχε καταστεί κύριος τούτου μέχρι τις 2-12-1968, ότι το επίδικο ήταν πάντοτε αγρός καλλιεργήσιμος, ότι δεν αποδείχτηκε, ότι είχε ποτέ χαρακτήρα βοσκότοπου και ότι είχε αποκτήσει επ' αυτού κυριότητα ο προσθέτως παρεμβαίνων και ήδη αναιρεσείων Δήμος, είτε με παραχώρηση από το Ελληνικό Δημόσιο, είτε με χρησικτησία, είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, και ότι η μεταβίβαση της κυριότητας του επιδίκου το έτος 1996 από τον αναιρεσείοντα Δήμο στην εναγόμενη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία, λόγω πωλήσεως, έγινε από μη κύριο και ότι έτσι η τελευταία δεν απέκτησε κυριότητα επ' αυτού.

Ακολούθως, το Εφετείο δέχτηκε την αγωγή και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει παρόμοια κρίση. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με τρόπο παράγωγο και με έκτακτη χρησικτησία από τον ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο.

Επομένως, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου του με αριθμό .../1951 προικοσυμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Λιάκου, στο οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα "δεν αναφέρεται πουθενά η ύπαρξη αγροτικού δρόμου ή ρέματος που να τέμνει το μεταβιβαζόμενο ακίνητο σε δύο τμήματα ή τουλάχιστον να είναι σύνορό του και ότι το βόρειο τεμάχιο, που είναι το επίδικο, έχει επιφάνεια 4.526 τ.μ.". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, η παραδοχή του Εφετείου ως προς τη θέση και την επιφάνεια του επίδικου ακινήτου δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου του ανωτέρω εγγράφου, η οποία, όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως.

Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό του, ότι η επίδικη έκταση αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης επιφάνειας 930.000 τ.μ., η οποία ανήκει σ' αυτόν (αναιρεσείοντα Δήμο) δυνάμει του Β.Δ/τος της 30-8-1840 από το έτος 1912 και ότι έκτοτε νέμεται και κατέχει την έκταση αυτή, ασκώντας επ' αυτής τις αναφερόμενες και προσιδιάζουσες προς τη φύση της πράξεις νομής, και ότι ο αρχικός ενάγων δεν επικαλέστηκε και δεν απέδειξε συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας στο πρόσωπο αυτού και των δικαιοπαρόχων του μέχρι την 11-9-1915. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, όπως το περιεχόμενό της αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Επειδή, ο λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο, αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο αρχικός ενάγων κατέστη κύριος του επιδίκου με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο και, ακολούθως, να δεχτεί την ένδικη αγωγή, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα κατωτέρω έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε, ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού του, ότι αυτός είχε καταστεί κύριος του επιδίκου, ήτοι τα μισθωτήρια μεταξύ του αναιρεσείοντος Δήμου και ιδιωτών, τις αεροφωτογραφίες των ετών 1945, 1962, 1981 και 1990 της ΓΥΣ και τα συμβόλαια.

Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι", δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα, από τα οποία τις αεροφωτογραφίες ρητά μνημόνευσε, χωρίς να είναι απαραίτητο να μνημονεύσει ή να αξιολογήσει χωριστά το καθένα από τα υπόλοιπα.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ υπάρχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και μόνο. Έτσι, σε περίπτωση παράλειψης κήρυξης προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζήτησης, ο πιο πάνω λόγος ιδρύεται, όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξης, που προηγήθηκε ή (και) προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος (Ολ.Α.Π. 12/2000).

Απαράδεκτο, η μη κήρυξη του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας δημιουργεί τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, δεν καθιερώνεται, όταν οι επιταγές για αναβολή της συζήτησης ή αναστολής της προόδου της δίκης περιέχονται όχι στις διατάξεις του ΚΠολΔ, που ρυθμίζουν την πορεία της διαδικασίας, αλλά σε διατάξεις νόμων που επιδιώκουν φορολογικούς σκοπούς, γιατί οι τελευταίοι μπορεί να επιτευχθούν και με άλλα μέσα, δηλαδή με την ενέργεια των φορολογικών οργάνων, χωρίς να απαιτείται η αναίρεση της απόφασης για την επίτευξη των επιδιωκόμενων φορολογικών σκοπών, οι οποίοι δεν έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συνακόλουθα, στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης.

Τέτοιες διατάξεις είναι και εκείνες του άρθρου 106 § § 1 και 2 του ν.δ. 118/1973 "περί κώδικος φορολογίας κληρονομιών, δωρεών, προικών και κερδών εκ λαχείου" (και ήδη οι αντίστοιχες διατάξεις των §§ 1 και 2 του άρθρου 606 του Ν. 2892/2001), με τις οποίες, μεταξύ άλλων, ορίζεται, ότι: "Απαγορεύεται οποιαδήποτε ενέργεια επί αγωγής ή αίτησης και κάθε ένδικου μέσου που ασκήθηκε ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου σε σχέση με αντικείμενο της κτήσεως (με εξαίρεση την αίτηση προς έκδοση κληρονομητηρίου κατά την παρ. 4 του ίδιου όρθρου), εφόσον δεν προσάγεται πιστοποιητικό του Οικονομικού Εφόρου περί υποβολής σ' αυτόν της κατά νόμο δήλωσης ή έκδοσης απ' αυτόν πράξης επιβολής φόρου.

Η ένσταση περί μη προσαγωγής του αμέσως ανωτέρω πιστοποιητικού προτείνεται από τους ενδιαφερόμενους σε κάθε στάση της δίκης, εξετάζεται δε και αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια, με την ένσταση δε αυτή αναστέλλεται η πρόοδος της δίκης, όπως και κάθε άλλη ενέργεια, ώσπου να προσαχθεί το πιστοποιητικό αυτό.

Σε περίπτωση αναστολής της προόδου της δίκης, λόγω μη προσαγωγής από τον υπόχρεο του κατά τα άνω πιστοποιητικού, καθένας που μετέχει νόμιμα στη δίκη μπορεί να υποβάλει στον αρμόδιο Οικονομικό Έφορο αντίγραφο του εισαγωγικού δικογράφου και στη συνέχεια, προσκομίζοντας τη χορηγούμενη από τον Οικονομικό Έφορο βεβαίωση για την ενέργεια αυτή, να επισπεύσει τη συζήτηση της υπόθεσης" (Ολ.ΑΠ 1331/1985.

Μετά από αυτά, ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, λόγω του ότι ο κληρονόμος του αποβιώσαντος στις 2-7-2007 αρχικού ενάγοντα Α. Λ., και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Π. Λ., που συνέχισε τη δίκη, δεν προσκόμισε πιστοποιητικό του αρμοδίου Οικονομικού Εφόρου περί υποβολής δήλωσης φόρου κληρονομίας για το επίδικο ακίνητο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Επειδή, κατά το άρθρο 183 ΚΠολΔ, τα έξοδα που προκάλεσε η άσκηση και η εκδίκαση ενδίκου μέσου, επιβάλλονται, σε περίπτωση που απορριφθεί, εις βάρος του διαδίκου που το άσκησε, ενώ σε περίπτωση που γίνει δεκτό, εις βάρος του διαδίκου που νικήθηκε. Οι διατάξεις των άρθρων 176 έως 182 εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή.

Με τη διάταξη αυτή αλλά και αυτές των άρθρων 176 επόμ. ΚΠολΔ, ως προς την τελική κατανομή των δικαστικών εξόδων των διαδίκων καθιερώνεται η αρχή της ήττας, η οποία ισχύει και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Επομένως, η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας, αφού η ρύθμιση του θέματος των δικαστικών εξόδων ανατέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, η καταδίκη του ηττηθέντος διαδίκου στα δικαστικά έξοδα δεν συνιστά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, και που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, και των διατάξεων του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, "με το να δεχτεί, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που τον καταδίκασε αναιτιολογήτως στα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος ποσού 1.000 ευρώ, δεν έσφαλε" και κατόπιν τούτου, να απορρίψει το σχετικό λόγο έφεσης, και, ακολούθως, με το να τον καταδικάσει στην καταβολή 500 ευρώ για δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, "διότι η καταδίκη του αυτή δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη". Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά τις ανωτέρω αιτιάσεις, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τα δικαστικά έξοδα είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ενώ, εξάλλου, δεν ενέχει περιορισμό του δικαιώματος του αναιρεσείοντος για δίκαιη δίκη και για το σεβασμό της περιουσίας του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-12-2010 αίτηση του Δήμου Φυλής για αναίρεση της 2125/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ για καθένα από αυτούς.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ