1081/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 24η Μαϊου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1081/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται σύμφωνα με τα αρθρ. 87 §§ 1 και 2, 93 §4 και 120 §2 του Συντ., να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1081 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1081/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μίμη Γραμματικούδη), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 24η Μαϊου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤOΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Νομικού Προσώπου με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ -Τ.Ε.Ι ΛΑΡΙΣΑΣ" που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Δημηνίκο.
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ:1) Α. Γ. του Α., 2)Β. Κ. του Ι., 3) Δ. Μ. του Κ., 4)Γ. Π. του Α., 5)Α. Α. του Δ., 6) Γ. Ζ. του Χ., 7) Θ. Μ. του Γ., 8) Β. Ν. του Γ., 9) Δ. Τ. του Ν.,10)Ν. Α. του Δ.,11) Μ. Κ. του Δ.,12) Δ. Μ. του Κ., όλοι κάτοικοι .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Καραμανέ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων , που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 100/2009 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 34/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-2-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας, ανέγνωσε την από 12-05-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως , ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη , καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το αρθρ.560 αρ.1 του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία υπάρχει όταν λάβει χώρα ψευδής ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Ψευδής ερμηνεία είναι η απόδοση στον συγκεκριμένο κανόνα μη αληθινής ή μη αρμόζουσας έννοιας, εσφαλμένη δε ή μη ορθή εφαρμογή είναι η εφαρμογή κάποιου κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του ή η μη εφαρμογή εφαρμοστέου κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις του.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα από 28-4-2006 συνεχώς μέχρι και σήμερα, ως διοικητικό προσωπικό.
Από αυτούς οι υπό στοιχ.1,2,3 και 4 ανήκουν στην κατηγορία Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), οι υπό στοιχ.5,6,7,8 και 9 στην κατηγορία Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ) και οι υπό στοιχ.10, 11 και 12 στην κατηγορία Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ). Οι αναιρεσίβλητοι με την ιδιότητα τους αυτή, δηλαδή ως διοικητικό προσωπικό του αναιρεσείοντος, συμμετείχαν εκτός των άλλων καθηκόντων τους και εκτός του νόμιμου ωραρίου εργασίας τους, στην προετοιμασία και διεξαγωγή των κατ'έτος διεξαγόμενων Γενικών (Εισαγωγικών) Εξετάσεων για τα ΑΕΙ και ΤΕΙ της χώρας, συμμετείχαν δε και κατά το έτος 2008.
Ειδικότερα, κάθε έτος και μετά από σχετική εντολή του ΥΠ.ΕΘ.Π.Θ. αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συντάξουν, όπως και άλλοι συνάδελφοί τους που υπηρετούν στο αναιρεσείον, πρόταση σχετικά με τον αριθμό των εισακτέων φοιτητών στα τμήματα του αναιρεσείοντος. Η πρόταση αυτή συντάσσεται, αφού α)ελεγχθεί πόσοι σπουδαστές-φοιτητές οφείλουν και ποια από τα μαθήματά τους, β)πιθανολογηθεί το ποσοστό αυτών από τους φοιτητές που θα διαγωνισθεί επιτυχώς στις εξετάσεις του Εκπαιδευτικού Ιδρύματος και θα έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν κενές θέσεις που θα αναπληρώσουν οι νεοεισερχόμενοι φοιτητές, γ)πιθανολογηθεί ποια εργαστήρια είναι ελεύθερα και τι αριθμό μπορούν να αναλάβουν και δ)διαπιστωθεί ποια είναι η δυναμικότητα του Εκπαιδευτικού Ιδρύματος σε αίθουσες διδασκαλίας.
Με την ένδικη αγωγή οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να υποχρεωθεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο να του καταβάλει, σύμφωνα με την αρχή της ισότητας του αρθρ.4 παρ.1 του Συντάγματος της προβλεπόμενη από τη 2/41818/0022/5-9-2006 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του αρθρ.17 παρ.4 του Ν.3205/2003) εφάπαξ αμοιβή, που χορηγείται στο διοικητικό προσωπικό της Κεντρικής και των Περιφερειακών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων για τη συμμετοχή τους κατά τα άνω κατά το έτος 2008 στη διεξαγωγή και υποστήριξη των Γενικών (Εισαγωγικών) Εξετάσεων στα Πανεπιστήμια και ΤΕΙ και ανέρχεται στα αναφερόμενα για κάθε υπάλληλο ποσά αναλόγως με την κατηγορία στην οποία ανήκει, αφού και αυτοί (αναιρεσίβλητοι) παρέχουν όμοια εργασία υπό τις αυτές συνθήκες με τους συναδέλφους των της Κεντρικής και των Περιφερειακών Υπηρεσιών του Υπουργείου και η δυσμενής εις βάρος τους διάκριση είναι αυθαίρετη και δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος.
Ακόμη, συνεχίζει το Δικαστήριο της ουσίας, επί προηγούμενης αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσαν την επιδίκαση της αυτής ως άνω εφάπαξ αμοιβής για τη συμμετοχή τους στη διεξαγωγή και υποστήριξη των Γενικών (Εισαγωγικών) Εξετάσεων κατά τα έτη 2006 και 2007, εκδόθηκε η 341/2008 τελεσίδικη απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας), η οποία δέχθηκε τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά για το κρίσιμο με την αγωγή εκείνη χρονικό διάστημα και έκρινε ότι η μη χορήγηση της παραπάνω αναφερόμενης αμοιβής συνιστά δυσμενή διάκριση του νομοθέτη εις βάρος τους σε σχέση με το διοικητικό προσωπικό των υπηρεσιών του Υπουργείου και ότι έτσι παραβιάζεται η αρχή της ισότητας, η οποία επιβάλει τη χορήγηση της ένδικης αμοιβής και στους αναιρεσιβλήτους.
Από την ως άνω δε 341/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο ως προς το δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων από την επίδικη εργασιακή σχέση και τη νομική αιτία του δικαιώματός τους. Επομένως, κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, εφόσον δεν υπάρχει μεταβολή του νομικού καθεστώτος ή των πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίζεται το επίδικο δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων, όπως αυτά κρίθηκαν με την 341/2008 ως άνω απόφαση και εφόσον υπάρχει ταυτότητα τόσο των διαδίκων όσο και της ιστορικής και νομικής αιτίας, η εν λόγω απόφαση παράγει δεδικασμένο ως προς την κριθείσα έννομη σχέση και το δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων έναντι του αναιρεσείοντος, που δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο.
Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση (αντικαθιστώντας μόνο τις αιτιολογίες της, κατ'αρθρ.534 του ΚΠολΔ), η οποία είχε δεχθεί με άλλη αιτιολογία την αγωγή και είχε επιδικάσει τα αιτούμενα με αυτή ποσά ως εφάπαξ αμοιβή για τη συμμετοχή των αναιρεσιβλήτων στη διεξαγωγή και υποστήριξη των εισαγωγικών εξετάσεων του έτους 2008.
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, εκτιμώμενους από το αρθρ.560 αρ.1 του ΚΠολΔ, αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις διατάξεις του αρθρ.17 παρ.4 του Ν.3205/2003 αυτοτελώς και σε συνδυασμό με το αρθρ.4 παρ.1 του Συντ., διότι οι αναιρεσίβλητοι δεν περιλαμβάνονται στην κατηγορία των δικαιουμένων την επίδικη αποζημίωση υπαλλήλων ούτε μπορεί να εφαρμοσθεί στην περίπτωσή τους η διάταξη του αρθρ.4 παρ.1 του Συντ., αφού η εργασία τους δεν παρέχεται υπό τις ίδιες συνθήκες και κάτω από το ίδιο νομικό καθεστώς με εκείνο των διοικητικών υπαλλήλων του Υπουργείου Παιδείας, καθώς οι τελευταίοι συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου, ενώ οι αναιρεσίβλητοι με το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, ως στηριζόμενοι επί αναληθούς προϋποθέσεως, αφού το Πολυμελές Πρωτοδικείο στήριξε την ως άνω κρίση του στο παραχθέν από την 341/2008 τελεσίδικη απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου δεδικασμένο, με την οποία διαγνώσθηκαν η έννομη σχέση και το δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων ότι δικαιούνται την επίδικη αποζημίωση κατ'εφαρμογή της διατάξεως του αρθρ.4 παρ.1 του Συντ.
σε συνδυασμό με την εκδοθείσα κατ'εξουσιοδότηση του αρθρ.17 παρ.4 του Ν.3205/2003 απόφαση 2/41818/0022/5-9-2006 των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.
Επειδή η διάταξη του αρθρ.4 παρ.1 του Συντ., η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που θεσπίζεται από τα αρθρ. 1, 26, 73 επ.
και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται σύμφωνα με τα αρθρ. 87 §§ 1 και 2, 93 §4 και 120 §2 του Συντ., να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση.
Εάν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα έχει ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία.
Αυτό δε δεν αντίκειται στο αρθρ. 80 §1 του Συντ., κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη (ΑΠ (ολ) 28/1992, 13/91). Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του αρθρ.4 παρ.2 του Συντ. "οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις", κατά δε τη διάταξη του αρθρ.22 παρ.1β, που αποτελεί ειδικότερη έκφανση της γενικής αρχής της ισότητας, "όλοι οι εργαζόμενοι ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας".
Με την τελευταία αυτή διάταξη καθιερώνεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, η οποία υποχρεώνει τον εργοδότη που απασχολεί έναντι αμοιβής, χωρίς διάκριση φύλου, περισσότερα πρόσωπα που έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες για την εξυπηρέτηση ίδιας κατηγορίας αναγκών, ανεξάρτητα από τον χρόνο και τον τρόπο με τον οποίο προσλήφθηκε καθένα από τα πρόσωπα αυτά, να τα μεταχειρίζεται ομοιόμορφα και να μην εξαιρεί ορισμένα από αυτά από παροχές, είτε μονομερώς είτε συμβατικώς χορηγούνται αυτές, εκτός αν η εξαίρεση δικαιολογείται από ειδικό και σοβαρό κατ'αντικειμενική κρίση λόγο, η συνδρομή του οποίου διαφοροποιεί τις συνθήκες υπό τις οποίες παρέχεται η εργασία του ευνοηθέντος προσώπου.
Ακόμη, κατά το αρθρ.116 παρ.1, "διατάξεις υφιστάμενες που είναι αντίθετες προς το άρθρο 4 παράγραφος 2 εξακολουθούν να ισχύουν ώσπου να καταργηθούν με νόμο, το αργότερο έως την 31 Δεκεμβρίου 1982" και κατά την παρ.3 του ίδιου άρθρου "κανονιστικές υπουργικές αποφάσεις, καθώς και διατάξεις συλλογικών συμβάσεων ή διαιτητικών αποφάσεων για τη ρύθμιση αμοιβής της εργασίας που είναι αντίθετες προς τις διατάξεις του αρθρ.22 παράγραφος 1 εξακολουθούν να ισχύουν έως την αντικατάστασή τους, που συντελείται το αργότερο μέσα σε τρία έτη από την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος".
Αντίστοιχες διατάξεις σχετικά με την αρχή της ίσης μεταχείρισης αδιακρίτως φύλου περιέχονται και στον Ν.1414/1984 "εφαρμογή της ισότητας των φύλων στις εργασιακές σχέσεις", που εκδόθηκε για την εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου και κατά το άρθρ.15 του οποίου "οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων, ΣΣΕ, διαιτητικών ή υπουργικών αποφάσεων, εσωτερικών κανονισμών ή οργανισμών επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων, όροι ατομικών συμβάσεων, καθώς και διατάξεις που ρυθμίζουν την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος, εφόσον είναι αντίθετες με τις διατάξεις του νόμου αυτού καταργούνται".
Κατά την έννοια των παραπάνω συνταγματικών διατάξεων (αρθρ.4 παρ.2, 22 παρ.1β, 116 παρ.1 και 3) απαγορεύεται κάθε διάκριση στην αμοιβή των εργαζομένων στον ίδιο εργοδότη, όταν παρέχουν την ίδια εργασία ή εργασία ίσης αξίας, διατάξεις δε που όφειλαν, ως αντίθετες προς το αρθρ.22 παρ.1β'του Συντ., να αντικατασταθούν μέσα σε τρία έτη από την έναρξη ισχύος του Συντάγματος και δεν αντικαταστάθηκαν, θεωρούνται πλέον καταργημένες, ενώ κατά την έννοια των διατάξεων του Ν.1414/1984, απαγορεύονται οι υπέρ και κατά του ενός φύλου αυθαιρεσίες, ευμενείς ή δυσμενείς, νομοθετικές ή διοικητικές διακρίσεις, τυχόν δε υφιστάμενες με βάση το φύλο, ως αντίθετες με όσα προαναφέρθηκαν, θεωρούνται καταργημένες.
Οι ρυθμίσεις αυτές όμως δεν έχουν σχέση με την υποχρέωση που επιβάλλεται από το αρθρ.4 παρ.1 του Συντ. στον κοινό νομοθέτη να μην εισάγει αδικαιολόγητα δυσμενή μεταχείριση σε ορισμένη κατηγορία προσώπων, οπότε, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην αρχή του σκεπτικού, εάν η δυσμενής αυτή ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή παροχή, τα δικαστήρια επιδικάζουν αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρέθηκαν.
Εν προκειμένω, με τον υπό στοιχ.3 λόγο αναιρέσεως, εκτιμώμενο από το αρθρ.560 αρ.1 του ΚΠολΔ, αποδίδεται η πλημμέλεια α)κατά το πρώτο του μέρος ότι το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις διατάξεις των αρθρ.22 παρ.1β και 116 παρ.3 του Συντ., διότι η διάταξη του νόμου (αρθρ.17 παρ.4 του Ν.3205/2003) και η κατ'εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσα ΚΥΑ, που καθόρισε το ύψος της εφάπαξ αμοιβής των δικαιουμένων αυτή προσώπων, έπαυσαν να ισχύουν, αφού ήταν αντίθετες προς την πιο πάνω συνταγματική διάταξη και δεν τροποποιήθηκαν μέσα στην οριζόμενη από το αρθρ.116 παρ.3 προθεσμία και β)κατά το δεύτερο μέρος του ότι το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις διατάξεις του αρθρ.116 παρ.1 του Συντ. και εκείνες του αρθρ.15 του Ν.1414/1984, από τις οποίες συνάγεται γενικότερη αρχή του δικαίου, ότι διατάξεις που είναι αντίθετες προς το Σύνταγμα καταργούνται άλλως είναι ανίσχυρες και δεν μπορούν να αποτελέσουν νόμιμο έρεισμα για ικανοποίηση ατομικών αξιώσεων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατ'αμφότερα τα μέρη του, είναι αβάσιμος, διότι σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό, οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν δεν ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη περίπτωση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-2-2010 αίτηση του "Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος - ΤΕΙ Λάρισας" για αναίρεση της 34/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκατακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2011.Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ