Legislator Case Law & Legislation
1081/2010 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on statute of limitations, dismissing constitutional claims as unfounded.

Case Number 1081/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the constitutional challenge regarding the statute of limitations but partially allowed the appeal concerning the 1998 claims. The court found the lower court erred in applying the limitation period rules for the 1998 year, while rejecting the constitutional arguments as unfounded. Consequently, the judgment was annulled in part and remanded for retrial on the specific limitation issue.

Legislator headnote

AI generated

Articles 49 of Law 496/1974; The statute of limitations for claims of a specific year commences from the generation of each claim, not the end of the fiscal year, and an out-of-court protest served after the transfer of the claim does not interrupt the limitation period for that year.

Keywords

AI generated
statute of limitations fiscal year claims limitation interruption out-of-court protest annulment in part remand for retrial constitutional challenge

Cited Legislation

AI generated
Article 49 of Law 496/1974
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 100(5) of the Constitution
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1081 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1081/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 4η Μαΐου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4, 5) Χ5, 6) Χ6, 7) Χ7, 8) Χ8, 9) Χ9 και 10) Χ10, όλων κατοίκων ... . Οι 1ος, 2ος, 3η, 4η, 5η, 6ος, 8ος, 9ος και 10ος των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κλαουδάτο. Η 7η αναιρεσείουσα παραστάθηκε με τον ίδιο δικηγόρο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ" (ΕΟΤ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ" (πρώην ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της προσθέτως παρεμβάσης στον 1ο βαθμό δικαιοδοσίας δεύτερης εταιρείας. Το 1ο των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Βλαχογιάννη. Η 2η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Βαβέτση. Η 3η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την πρόσθετη δια των προτάσεων παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 200/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 3769/2007 και 955/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-3-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 5-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου και την μερική παραδοχή του δευτέρου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Όπως αποδεικνύεται από την .../29-7-2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης με πράξη προσδιορισμού της αρχικά ορισθείσης δικασίμου της 3-11-2009, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο, καθώς και κλήση για συζήτηση κατά την δικάσιμο εκείνη, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην 3η αναιρεσίβλητη (ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ) και επομένως εφόσον αυτή δεν παρέστη καθοιονδήποτε τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την παρούσα μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με την σειρά της από το πινάκιο και για την οποία δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή της, πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στην συζήτηση παρά την απουσία της (άρθ. 226 §4, 573 §1, 576 §2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθ. 74, 80, 81 §3 και 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στην δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, διότι δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός εάν κατά την δίκη εκείνη ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα και κατέστη κατά τον τρόπο αυτόν κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά στην πρόσθετη παρέμβαση, σε κάθε όμως περίπτωση ο προσθέτως παρεμβάς καλείται στην συζήτηση της αναίρεσης.

Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, καθόσον μέρος της στρέφεται κατά (α) της 2ης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας "Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης ΑΕ", η οποία, με την τότε επωνυμία της "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα ΑΕ", είχε παρέμβει προσθέτως κατά την πρωτοβάθμια δίκη υπέρ του 1ου αναιρεσιβλήτου και εναγομένου (ΕΟΤ), ως οιονεί καθολική διάδοχος αυτού ως προς την διοίκηση, εκμετάλλευση κλπ.

της επιχειρηματικής μονάδας του Καζίνου της Πάρνηθας και (β) της 3ης αναιρεσίβλητης (και απούσας) ανώνυμης εταιρείας "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ", η οποία είχε ασκήσει στην κατ' έφεση δίκη πρόσθετη παρέμβαση (απορριφθείσα ως απαράδεκτη) υπέρ του αυτού 1ου αναιρεσιβλήτου ΕΟΤ ως οιονεί καθολική διάδοχος της ως άνω 2ης αναιρεσίβλητης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ίδιας επιχείρησης, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις οι προσθέτως ως άνω παρεμβάσες, σε πρώτο και δεύτερο βαθμό αντίστοιχα, (ως διάδοχοι εργοδότες του αρχικού εργοδότη των αναιρεσειόντων και εναγόντων 1ου αναιρεσιβλήτου εναγομένου ΕΟΤ), δεν ανέλαβαν τον δικαστικό αγώνα, ούτε οι λόγοι αναίρεσης αφορούν τις παρεμβάσεις αυτές, ενώ εξάλλου σε κάθε περίπτωση (και ανεξάρτητα από το παραδεκτό της κατ' αυτών απεύθυνσης της κρινόμενης αίτησης) με την παράσταση της 2ης αναιρεσίβλητης και τη νομότυπη κλήτευση της 3ης εκπληρώθηκε η υποχρέωση κλήσης αυτών στην συζήτηση της ένδικης αίτησης.

ΙΙΙ. (Α) Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του α.ν. 1565/1950, όπως αυτός, μετά την συμπλήρωση και τροποποίηση του, κυρώθηκε με το ν. 1624/1951, ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού (ΕΟΤ) αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) που λειτουργεί υπό την εποπτεία του Κράτους με σκοπό την οργάνωση και προαγωγή του τουρισμού στην Ελλάδα. (Β) Με το άρθρο 44 παρ. 1 νδ 496/1974 "Περί Λογιστικού των ΝΠΔΔ" ορίζεται ότι "παν χρέος προς το νομικόν πρόσωπον παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος , μετά από πέντε έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθη", ενώ με το άρθ. 48 του ιδίου νδ.

ορίζεται, στην παρ. 1 ότι "ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Ν.Π.Δ.Δ. είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό του παρόντος ..." και στην παρ. 3 αυτού ότι "ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου μετ' αυτού συνδεομένων, εκ καθυστερουμένων αποδοχών ή άλλων πάσης φύσεως απολαύων ή αποζημιώσεων εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι δύο ετών", κατά δε το άρθ. 49 του ιδίου νδ.

η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους (που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου ημερολογιακού έτους, άρθ. 2παρ. 2 του αυτού νομοθετήματος), κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Σύμφωνα, τέλος, με το άρθρο 51 του ως άνω ν.δ. "Φυλαττομένης της ισχύος των ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του νομικού προσώπου διακόπτεται μόνον:

α) Διά της υποβολής της υποθέσεως εις το αρμόδιον δικαστήριον ή εις διαιτητάς, οπότε άρχεται εκ νέου η παραγραφή από της τελευταίας διαδικαστικής πράξεως των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών, β) Διά της υποβολής προς το νομικόν πρόσωπον αιτήσεως περί πληρωμής της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή άρχεται εκ νέου από της χρονολογίας την οποίαν φέρει η έγγραφος απάντησις της αρμοδίας διά την αναγνώρισιν ή την πληρωμήν της απαιτήσεως Αρχής.

Εν περιπτώσει μη απαντήσεως η παραγραφή άρχεται μετά πάροδον εξαμήνου από της χρονολογίας υποβολής της αιτήσεως ...". Οι διατάξεις αυτές για τον χρόνο της παραγραφής, την έναρξη αυτής και την διακοπή της (και όχι του άρθ. 90§3 ν. 2362/1995 ειδικότερα ως προς την έναρξη της παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ' αυτού για αποδοχές κλπ.

από την γένεση τους) εφαρμόζονται και για τις αξιώσεις υπαλλήλων του ΕΟΤ κατ' αυτού από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές, καθόσον με το άρθρο μόνο του ΠΔ 1143/1977 ορίσθηκε κατά τρόπο περιοριστικό, ότι ο ΕΟΤ εξαιρείται από την εφαρμογή μόνο των διατάξεων των άρθ. 4, 5 §3, 6, 12, 13, 15-20, 24, 30-38, 40, 41, 42 και 43 του νδ 496/1974, στις οποίες δεν περιλαμβάνονται οι ως άνω περί παραγραφής διατάξεις που κατά συνέπεια εφαρμόζονται και για την παραγραφή των κατ' αυτού αξιώσεων των υπαλλήλων του.

Όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθ. 48 του νδ. 496/1974, με την παρ. 3 αυτού θεσπίζεται βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή (λαμβανομένη υπόψη αυτεπαγγέλτως, άρθ. 52 εδ. γ') ειδικά για τις αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. κατ' αυτών που αφορούν καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες οφείλονται απευθείας από το νόμο, ενώ, όταν για την θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος για τις αποδοχές αυτές απαιτείται η έκδοση διοικητικής πράξης, την οποία παρανόμως παραλείπουν να εκδώσουν τα όργανα του ν.π.δ.δ., στις περιπτώσεις δηλ.

που πρόκειται για την αποκαλούμενη αποζημιωτική αγωγή (λόγω της παράλειψης οφειλομένης νόμιμης ενέργειας των οργάνων του νομικού προσώπου σύμφωνα με τα άρθ. 105 και 106 του ΕισΝΑΚ), τότε για τις αξιώσεις αυτές των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. ισχύει η οριζόμενη από την παρ. 1 του ιδίου άρθ. 48 νδ. 496/1974 πενταετής παραγραφή.

Η προβλεπομένη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθ. 48 παρ. 3 του νδ. 496/1974 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., άρα και του ΕΟΤ, όπως προαναφέρθηκε, βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με το άρθ. 250 αριθ. 6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά και από τον οριζόμενο στο άρθ. 44 του ιδίου νδ.

χρόνο παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του νομικού προσώπου κατά τρίτων (πενταετία), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ν.π.δ.δ., η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.

Συνεπώς η διάταξη αυτή του άρθ. 48 παρ. 3 νδ. 496/1974 που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ως άνω αξιώσεις των υπαλλήλων των Ν.Π.Δ.Δ. δεν αντίκειται: (1) Στην αρχή της ισότητας που καθιερώνεται από την διάταξη του άρθ. 4 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΕΔ 9/2009). Ειδικότερα, από την διάταξη αυτή που ορίζει, ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, με την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου, συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 31/2007, 3/2006).

Με την θέσπιση, όμως, της ως άνω διετούς παραγραφής δεν δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. έναντι αυτού, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, δηλ. από την προαναφερθείσα ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ν.π.δ.δ., η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών (ΟλΑΠ 31/2007).

Για τον ίδιο λόγο η ρύθμιση αυτή δεν θίγει ούτε την συναγόμενη από το άρθρο 20 του Συντάγματος αρχή της ισότητας των διαδίκων που συνιστά ειδική εκδήλωση και μορφή της ως άνω γενικής αρχής της ισότητας. Πρέπει να σημειωθεί, ότι η ρύθμιση αυτή δεν δημιουργεί άνιση δυσμενή μεταχείριση των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ.

ούτε σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά ούτε και των ιδιωτών εργοδοτών σε σχέση με τα ν.π.δ.δ., αφού δικαιολογείται όχι μόνον από την ως άνω ανάγκη προστασίας της περιουσίας των ν.π.δ.δ. αλλά και από τις διαφορετικές συνθήκες, υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι των ν.π.δ.δ. σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς που διέπει αντίστοιχα τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους (ΟλΑΠ 31/2007). (2) Στις διατάξεις: (α) του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης "διά την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το νδ. 5311974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθ. 28 παρ. 1 Συντάγματος), το οποίο ορίζει ότι "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει...επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως ..." και (β) του άρθ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το νδ. 53/1974 και έχει την αυτή αυξημένη ισχύ, το οποίο ορίζει "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή διά λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους (παρ. 1). Αι προαναφερόμενοι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέσει εν ισχύι Νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων (παρ. 2)".

Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθ. 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλά γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.

Οι προπαρατεθείσες, όμως, υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις του άρθ. 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. (που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα) και του άρθ. 1 του Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής (που επιβάλλει τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου) παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα (ενδεχομένως και με την, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου, απόσβεση ή κατάργηση αυτών) και δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου, και δη να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη ισχύος τους, όταν συντρέχουν, όπως στην περίπτωση αξιώσεων κατά ν.π.δ.δ., λόγοι γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου, συμφέροντος που δικαιολογούν την σχετική ρύθμιση, όπως άλλωστε το δικαίωμα αυτό του Κράτους αναγνωρίζεται ευθέως και από την προεκτεθείσα διάταξη της παρ. 2 του άρθ. 1 του ως άνω Προσθέτου Πρωτοκόλλου (ΟλΑΠ 31/2007) (γ) του άρθ. 14 της ως άνω Σύμβασης (ΕΣΔΑ) που ορίζει ότι "η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη παρούση Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθεί ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως", αφού η θέσπιση της ως άνω βραχείας παραγραφής έγινε για τους προαναφερθέντες λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος που ουδεμία σχέση έχουν με τα ως άνω κριτήρια δυσμενούς διακριτικής μεταχείρισης. (3) Στις διατάξεις (α) του άρθ. 2 παρ. 3 α και β του κυρωθέντος με το ν. 2462/1997 Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, αφού αυτές επιβάλλουν απλώς στα συμβαλλόμενα κράτη να εξασφαλίζουν (εγγυώνται) σε κάθε άτομο, του οποίου παραβιάζονται οι ελευθερίες και τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται με το Σύμφωνο αυτό, μία πρόσφορη προσφυγή και ότι η αρμόδια και δη δικαστική αρχή θ' αποφαίνεται πραγματικά σχετικά με τα δικαιώματα του προσφεύγοντος, δεν απαγορεύουν, όμως, στα κράτη να θέτουν διατάξεις για παραγραφή και δη βραχυπρόθεσμη με γνώμονα το γενικότερο συμφέρον, οι οποίες δεν αναιρούν την ύπαρξη σχετικής πρόσφορης προσφυγής και δεν αποκλείουν ούτε παρεμποδίζουν την άσκησή της (β) του άρθ. 14 παρ. 1 εδ.

α' του ως άνω Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, το οποίο επαναλαμβάνει ουσιαστικά τις ρυθμίσεις του προαναφερθέντος άρθ. 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (και αφορά κυρίως, όπως και εκείνο, την εξασφάλιση δίκαιης δίκης από δικαστήριο ανεξάρτητο και αμερόληπτο κλπ.) και για τους πιο πάνω αναφερόμενους λόγους και (γ) του άρθ. 26 του ίδιου Διεθνούς Συμφώνου που ορίζει ότι "Όλα τα πρόσωπα είναι ίσα ενώπιον του νόμου και έχουν δικαίωμα, χωρίς καμία διάκριση, σε ίση προστασία του νόμου.

Ως προς το ζήτημα αυτό, ο νόμος πρέπει να απαγορεύει κάθε διάκριση και να εγγυάται σε όλα τα πρόσωπα ίση και αποτελεσματική προστασία έναντι κάθε διάκρισης, ιδίως λόγω φυλής, χρώματος, γένους, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης, περιουσίας, γέννησης ή άλλης κατάστασης", καθόσον η θέσπιση της ως άνω βραχυχρόνιας παραγραφής δικαιολογείται και υπαγορεύεται από τους προαναφερθέντες λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και επομένως δεν παραβιάζεται η καθιερουμένη ως άνω αρχή.

Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερ' από έφεση των ήδη αναιρεσειόντων και αντέφεση του τώρα πρώτου αναιρεσιβλήτου , επί της από 20-6-2001 (και με αριθ. έκθ. κατ. 12827/27-6-2001) αγωγής αυτών για την καταβολή οφειλομένων διαφορών αποδοχών που αφορούσαν το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 μέχρι 31-12-1998, δέχθηκε με την προσβαλλομένη 955/2009 απόφασή του, ότι οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) προσελήφθησαν από το εναγόμενο (1° αναιρεσίβλητο) νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού" (ΕΟΤ) την 19-5-1983, 23-9-1982, 26-3-1982, 3-5-1984, 13-9-1980, 3-5-1984, 16-9-1982, 16-9-1982, 26-3-1982 και 16-9-1982 αντίστοιχα με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου για να εργασθούν ως τεχνικοί υπάλληλοι τυχερών παιγνίων Καζίνου (γκρουπιέ), ότι με την ειδικότητα αυτή εργάσθηκαν στην Υπηρεσία Αυτεπιστασίας του εναγομένου "Καζίνο της Πάρνηθας" από την πρόσληψή τους μέχρι την κατάργηση της ως άνω υπηρεσίας αυτεπιστασίας (με το άρθ. 5α ν. 2837/2000), οπότε μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως με την ίδια σχέση εργασίας στην "Ανώνυμη Εταιρεία Αξιοποίησης Περιουσίας ΕΟΤ", συσταθείσα με το ν. 2636/1998,που μετονομάσθηκε στην συνέχεια σε "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα ΑΕ" και τελικά σε "Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης ΑΕ" (2η αρχικά αναιρεσίβλητη, και παρενέβη προσθέτως στον 1° βαθμό υπέρ του εναγομένου ΕΟΤ, ως καθολική διάδοχος της οποίας, άρθ. 5 ν. 3139/2003, παρενέβη προσθέτως υπέρ του ΕΟΤ στον 2° βαθμό η εταιρεία "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ", 3η αναιρεσίβλητη), με σκοπό την διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του ΕΟΤ ως διάδοχος εταιρεία σύμφωνα με το ν. 2636/1998, ότι το εναγόμενο ΝΠΔΔ (ΕΟΤ) ως παλαιός εργοδότης ευθύνεται, εις ολόκληρο με τη νέα εργοδότρια ΕΤΑ ΑΕ (σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ.6 παρ. 1 ν. 2112/1920, 9 παρ. 1 του β.δ. 16/18-7-1920 και 3 παρ. 2 του π.δ. 572/1988), για τις επίδικες αξιώσεις των εναγόντων (που αφορούσαν οφειλόμενες διαφορές των αποδοχών τους λόγω του εσφαλμένου υπολογισμού τους από τον εναγόμενο ΕΟΤ), οι οποίες γεννήθηκαν κατά τα έτη 1997 και 1998 και ήταν απαιτητές κατά την μεταβίβαση της επιχείρησης (Μονάδας Αυτεπιστασίας Πάρνηθας) που έλαβε χώρα την 3-8-2000, ότι οι αξιώσεις αυτές των εναγόντων (αναιρεσειόντων) υπόκεινται στην διετή παραγραφή που θεσπίζει η διάταξη του άρθ. 48 παρ. 3 ν.δ. 496/1974, η οποία δεν αντίκειται στην διάταξη του άρθ. 4 παρ. 1 του Συντάγματος και στην καθιερουμένη μ' αυτήν αρχή της ισότητας, ούτε στις διατάξεις των άρθ. 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και του άρθ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 496/1974 ως χρονικό σημείο έναρξης της διετούς αυτής παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων του ΕΟΤ κατ' αυτού ορίζεται η γένεση κάθε αντίστοιχης αξίωσης και όχι το τέλος του οικονομικού έτους και ότι κατά συνέπεια δεν επήλθε διακοπή της παραγραφής αυτής με την επίδοση στον εναγόμενο ΕΟΤ την 29-12-2000 σχετικής εξώδικης διαμαρτυρίας-πρόσκλησης των εναγόντων, αφού οι σχετικές αξιώσεις τους που αφορούσαν αποδοχές του χρονικού διαστήματος 1997 και 1998 είχαν υποπέσει στην διετή ως άνω παραγραφή ήδη από 16-12-2000, δεδομένου ότι ο μισθός των δημοσίων υπαλλήλων και των υπαλλήλων των Ν.Π.Δ.Δ.

προκαταβάλλεται στην αρχή κάθε δεκαπενθημέρου, με βάση δε τις παραδοχές αυτές δέχθηκε την προβληθείσα (αλλά και αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενη) ένσταση παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων και απέρριψε την αντένσταση των εναγόντων (αναιρεσειόντων) περί διακοπής της παραγραφής με την επίδοση της ως άνω εξώδικης διαμαρτυρίας.

Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο: (Α) Δεχθέν ότι οι επίδικες αξιώσεις των αναιρεσειόντων-εναγόντων υπόκεινται στην διετή και όχι πενταετή παραγραφή ορθά ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 48 ν.δ. 496/1974 και δη της παρ. 3 αυτού και ουδόλως παραβίασεν ευθέως αυτές αλλά ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 και 14 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, 2 παρ. 3 α και β, 14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το άρθ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, καθώς και το υποβληθέν με τις προτάσεις αίτημα των αναιρεσειόντων περί παραπομπής του στην ολομέλεια του Αρείου Πάγου, αφού το Τμήμα τούτο δεν κρίνει την ως άνω διάταξη αντισυνταγματική (άρθ. 100 §5 του Συντάγματος και 563 §2 ΚΠολΔ). (Β) Καθόσον, όμως, μέρος δέχθηκε ότι η ως άνω διετής παραγραφή των αξιώσεων των εναγόντων-αναιρεσειόντων για οφειλόμενες αποδοχές των ετών 1997 και 1998 άρχισε από την γένεση κάθε αξίωσης και όχι από το τέλος του οικονομικού έτους, εντός του οποίου αυτές έγιναν απαιτητές, και απέρριψε με την αιτιολογία αυτή την αντένσταση των αναιρεσειόντων περί διακοπής της παραγραφής με την επίδοση στον ΕΟΤ την 29-12-2000 σχετικής εξώδικης διαμαρτυρίας-πρόσκλησης (αίτησης), περιστατικό (επίδοση της εξώδικης αυτής διαμαρτυρίας) το οποίο περιλαμβάνεται στις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, παραβίασεν ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ. 49 ν.δ. 496/1974 ως προς την παραγραφή των αξιώσεων του έτους 1998 που υπήρχαν κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, η οποία δεν είχε συμπληρωθεί κατά τον χρόνο της επίδοσης της εξώδικης διαμαρτυρίας (η παραγραφή των αξιώσεων του έτους 1997 είχε κατά πάσα περίπτωση συμπληρωθεί κατά τον ως άνω χρόνο) και επομένως ο δεύτερος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, επίσης από το άρθ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός (ως προς τις ως άνω αξιώσεις του έτους 1998).

Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το προδιαληφθέν μέρος της, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 §3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθούν (1) οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της 2ης αναιρερσίβλητης και (2) το 1° αναιρεσίβλητο (ΕΟΤ) σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-3-2009 αίτηση των Χ1, κλπ για αναίρεση της 955/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τις αναιρεσίβλητες δεύτερη (ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης ΑΕ") και τρίτη (ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ").

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Αναιρεί την ως άνω απόφαση κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει το πρώτο αναιρεσίβλητο (Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού", ΕΟΤ) σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε χίλια τετρακόσια (1.400) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ