Legislator Case Law & Legislation
1081/2007 AI generated

1081/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1081/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1081/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση το, δικάσαν ως Εφετείο, Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς δέχθηκε, όπως, από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, προκύπτει, τα ακόλουθα: "Ο απώτερος κοινός δικαιοπάροχος όλων των διαδίκων Δ1, κατά το έτος 1944, διένειμε ένα ενιαίο οικόπεδο, κυριότητάς του, σε δύο ισομερή τμήματα, έκαστο εμβαδού 290 τ.μ.

Keywords

AI generated
original appropriation restitution of expropriated property compensatory rest rights and obligations of officials household work capacity retroactive short-time compensation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1081 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1081/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Ιωάννη Ιωαννίδη, Μίμη Γραμματικούδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ...., 2. ..... και 3. ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Τσέγα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ...., 2. .... και 3...... οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κυριάκο Οικονόμου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την προφορικά ασκηθείσα 19-9-2003 ανταγωγή των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αράχωβας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 5/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-9-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 23-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 16-9-2005 αιτήσεως αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 5/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281, 1118, 1119, 1120, 1125 και 1136 ΑΚ, συνάγεται ότι η πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού, αποσβήνεται αν η άσκηση αυτής γίνεται απολύτως και διαρκώς αδύνατη, από λόγους πραγματικούς ή νομικούς. Τέτοια αδυναμία υπάρχει όταν παύει η από το δουλεύον ακίνητο παροχή ωφελείας ή χρησιμότητας υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, όταν εκλείπει η εξυπηρετούμενη ανάγκη του δεσπόζοντος, καταρχήν έτσι όπως η εν λόγω ανάγκη έχει αποτελέσει στοιχείο του περιεχομένου της δουλείας κατά τη σύστασή της και όχι τυχόν νέα ανάγκη, η δε έκλειψη της ως άνω ανάγκης επέρχεται εξαιτίας αυτάρκειας του δεσπόζοντος ή, κατ' άλλη έκφραση, όταν η άσκηση της δουλείας καθίσταται περιττή και μάταιη, πρέπει δε προς τούτο η αυτάρκεια του δεσπόζοντος να περιλαμβάνει ολόκληρο το περιεχόμενο του δικαιώματος της δουλείας, διότι, αν περιλαμβάνει μέρος εκείνου, η δουλεία, κατ' εφαρμογή της αρχής του αδιαιρέτου των δουλειών, διατηρείται ακέραιη.

Όταν, όμως, το δεσπόζον ακίνητο έχει καταστεί αύταρκες σε μεγάλο βαθμό το περιστατικό αυτό, σε συνδυασμό με την ύπαρξη και άλλων προϋποθέσεων, μπορεί να οδηγήσει στη διαπίστωση ότι η παραταύτα συνέχιση ασκήσεως της δουλείας υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και συνεπώς ότι η άσκηση αυτή, ως καταχρηστική, είναι απαγορευμένη..

Στην προκείμενη περίπτωση το, δικάσαν ως Εφετείο, Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς δέχθηκε, όπως, από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, προκύπτει, τα ακόλουθα: "Ο απώτερος κοινός δικαιοπάροχος όλων των διαδίκων Δ1, κατά το έτος 1944, διένειμε ένα ενιαίο οικόπεδο, κυριότητάς του, σε δύο ισομερή τμήματα, έκαστο εμβαδού 290 τ.μ.

περίπου, εκ των οποίων το κείμενο προς την ανατολική πλευρά του ακινήτου μετά του εντός αυτού τμήματος της όλης πεπαλαιωμένης οικίας μεταβίβασε, με το προρρηθέν συμβόλαιο, στο δικαιοπάροχο των εναγόντων, Δ2, ενώ το υπόλοιπο τμήμα του οικοπέδου προς τη δυτική πλευρά του, όπου υφίσταται η επίδικη δίοδος, μετά του εντός αυτού τμήματος της όλης οικίας μεταβίβασε λόγω δωρεάς στον έτερο υιό του Δ3, άμεσο δικαιοπάροχο των εναγομένων-αντεναγουσών, δυνάμει του υπ'αριθ. .....

συμβολαίου του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου. Στο προρρηθέν υπ' αριθ. .... συμβόλαιο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η δωρούμενη οικία προς το Δ2 δικαιούται εισόδου και εκ της μεσημβρινής τούτης πλευράς, ήτοι εκ της Κρήνης "...." και προς τα άνω και προς τούτο δωρείται και παραχωρεί ο δωρητής (Δ1) προς τον ανωτέρο δωρεοδόχο (Δ2) εκ του μεσημβρινώς των οικιών Δ2 και Δ3 κειμένου οικοπέδου και στο ανατολικό τούτου μέρος ήτοι προς την οικία Φ1 έκταση πλάτους 3,50 μέτρων (επίδικη δίοδος).

Από το περιεχόμενο του ως άνω συμβολαίου συνάγεται ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ότι η βούληση των συμβαλλομένων ήταν η παραπάνω δίοδος να εξυπηρετεί την οικία του δωρεοδόχου, συνισταμένης προς τούτο πραγματικής δουλείας διέλευσης. Αυτή (δίοδος) έχει μήκος 12 μ. περίπου και πλάτος 3,50 μ.

και συνορεύει νότια και βόρεια με ιδιοκτησία των εναγόντων και των εναγομένων, αντίστοιχα, ανατολικά σε πλευρά μήκους 12 μ. με την ιδιοκτησία των εναγομένων, ενώ δυτικά σε τεθλασμένη πλευρά συνορεύει εν μέρει με ιδιοκτησία Φ1 και εν μέρει με κοινόχρηστη δημοτική οδό. Εντούτοις οι ενάγοντες δεν επικαλούνται, ούτε προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα ότι έλαβε χώρα ξεχωριστή μεταγραφή του υπ' αριθμ. .....

συμβολαίου και ως συστατικού της πραγματικής δουλείας, καθόσον από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 369, 1118, 1121, 1033, 1198 και 1205 ΑΚ προκύπτει ότι για την κτήση πραγματικής δουλείας σε ακίνητο, απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή αυτής και ότι η κτήση του δικαιώματος αυτού επέρχεται από και δια της μεταγραφής.

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 1194 ΑΚ συνάγεται ότι όταν με το ίδιο συμβολαιογραφικό έγγραφο καταρτίζονται δύο δικαιοπραξίες, οι οποίες, κατά το νόμο, είναι μεταγραπτέες, πρέπει κάθε μία να μεταγράφεται χωριστά.

Συνεπώς, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, ελλείψει μεταγραφής, δεν συνεστήθη πραγματική δουλεία διέλευσης με δικαιοπραξία υπέρ του ακινήτου, που απέκτησε ο Δ2 δυνάμει του υπ' αριθμ. .... συμβολαίου. Συνακόλουθα όταν η πρώτη ενάγουσα απέκτησε το ως άνω ακίνητο δυνάμει του υπ' αριθ. .... συμβολαίου δεν απέκτησε αυτοδικαίως, ως παρεπόμενο της κυριότητας επί του ακινήτου, το εμπράγματο δικαίωμα της πραγματικής δουλείας διέλευσης από την επίδικη δίοδο, καθόσον αυτή δεν είχε συσταθεί νομότυπα κατ' εφαρμογή των προαναφερόμενων του αστικού κώδικα και ως εκ τούτου οι ενάγοντες ουδέποτε κατέστησαν δικαιούχοι δουλείας οδού κατά τρόπο παράγωγο.

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι μετά τις προαναφερόμενες δωρεές, κατά το έτος 1944, ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Δ2, προκειμένου να επικοινωνεί το υπόγειο του τμήματος της πεπαλαιωμένης οικίας, που περιήλθε σε αυτόν, με τον ευρισκόμενο στο νότιο μέρος του όλου οικοπέδου δρόμο και την κρήνη ...., στην οποία οδηγούσε αυτός (δρόμος) διέρχονταν διανοία δικαιούχου οιονεί νομής δουλείας διέλευσης πεζή, με έμφορτα ή μη ζώα από την ως άνω περιγραφόμενη εδαφική λωρίδα, με σκοπό την ευκολότερη μεταφορά νερού από την κρήνη και τη διέλευση των έμφορτων ζώων, καθόσον ήταν ευκολότερη και ταχύτερη η πρόσβαση στον υπόγειο χώρο της οικίας του, δοθέντος ότι δεν εξυπηρετείτο από την είσοδο που βρίσκονταν στο ισόγειο της ως άνω οικίας και από την πλευρά της πρώην Ε.Ο. ......

Ακολούθως, μετά το Δ2, διέρχονταν από την ανωτέρω δίοδο διανοία δικαιούχων οιονεί συννομής δουλείας διέλευσης πεζή και με τροχοφόρα οχήματα (αυτοκίνητα και μηχανήματα) οι ενάγοντες, προσμετρώντας στο χρόνο της οιονεί συννομής τους και το χρόνο οιονεί νομής του δικαιοπαρόχου τους, που υπερβαίνει την πεντηκονταετία, με αποτέλεσμα να έχουν αποκτήσει κατά τρόπο πρωτότυπο και δη με τα προσόντα έκτακτης χρησικτησίας υπέρ του ακινήτου τους ως δεσπόζοντος το εμπράγματο δικαίωμα της δουλείας οδού σε βάρος του ακινήτου των εναγομένων ως δουλεύοντος...

Πλήν, όμως, αποδεικνύεται ότι το δεσπόζον ακίνητο των εναγόντων και τα υπό στοιχεία Α΄ και Β΄ υπόγεια της οικοδομής τους εξυπηρετούνται κατά τον ίδιο τρόπο και μέτρο από άλλη οδό και ειδικότερα τόσο από τη βορείως διερχόμενη πρώην εθνική οδό ...... και ήδη δημοτική οδό, όσο και από τον ανατολικώς κείμενο δημοτικό χώρο της παιδικής χαράς- πλατείας, με αποτέλεσμα να έχει παύσει πλέον ο λόγος ύπαρξης της επίδικης διόδου, καθόσον δεν παρέχεται πλέον χρησιμότητα και δεν υπάρχει ανάγκη του δεσπόζοντος, το οποίο έχει αποκτήσει αυτάρκεια...

Εξάλλου, η εμμονή των εναγόντων να χρησιμοποιούν την εν λόγω δίοδο είναι αντίθετη στα τιθέμενα, από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αντικειμενικά αξιολογικά κριτήρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών, του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του ένδικου δικαιώματος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω το επίδικο δικαίωμα της πραγματικής δουλείας έχει αποσβεσθεί, καθόσον η άσκησή του έχει καταστεί πλέον περιττή και μάταιη και ως εκ τούτου πρέπει, ενόψει των κατά τα παραπάνω αποδειχθέντων και κατά παραδοχή, ως κατ' ουσία βάσιμης, της σχετικής ενστάσεως των εναγομένων να απορριφθεί η υπό κρίση αγωγή, ως κατ' ουσία αβάσιμη".

Στη συνέχεια δε το ανωτέρω Δικαστήριο, δέχθηκε, ως κατ' ουσία βάσιμη, την, από 1-3-2004, έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την 17/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αράχωβας και απέρριψε κατ' ουσίαν την, από 10-7-2002, αγωγή των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων. Με αυτά, που δέχθηκε και έτσι, που αποφάσισε το πιο πάνω δικαστήριο, ορθώς, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 281, 1118, 1120, 1124, 1125 και 1136 ΑΚ και συνεπώς είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.

ΙΙ. Επειδή, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως, ισχυρίζονται ότι το προαναφερόμενο Δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια της διατάξεως του αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, "διότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1194, 1198, 1134 επ. και 281 ΑΚ, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200, ΑΚ, αφού δέχθηκε ότι, χωρίς μεταγραφή του σχετικού συμβολαίου, δεν χωρεί παραγώγως η κτήση του δικαιώματος της πραγματικής δουλείας διόδου".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως ως αλυσιτελής, δεδομένου ότι, όπως, από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής και της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει οι αναιρεσείοντες είχαν στηρίξει το δικαίωμά τους της πραγματικής δουλείας διόδου σε παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, το δε Εφετείο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς), δέχθηκε αφενός ότι "ουδέποτε οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) κατέστησαν δικαιούχοι δουλείας οδού κατά τρόπο παράγωγο" και αφετέρου ότι "έχουν αποκτήσει κατά τρόπο πρωτότυπο και δη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, υπέρ του ακινήτου τους, ως δεσπόζοντος, το εμπράγματο δικαίωμα της δουλείας οδού σε βάρος του ακινήτου των εναγομένων", το οποίο (δικαίωμα), όμως, απώλεσαν στη συνέχεια "λόγω αποσβέσεως της δουλείας αυτής πριν την άσκηση της αγωγής, διότι το δεσπόζον ακίνητό τους εξυπηρετείται πλήρως από δύο άλλες διαβάσεις".

Μετά ταύτα και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέα στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 16 Σεπτεμβρίου 2005, αίτηση των ...., .... και .... για αναίρεση της 5/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ