Legislator Case Law & Legislation
1081/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appealable court decision regarding lawyer contract termination and damages.

Case Number 1081/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's decision regarding a dispute over a lawyer's contract termination and unpaid fees. The appellant argued the contract termination was void due to non-compliance with the Bar Association's regulations, while the appellee contended the termination was valid. The court held that the appellant's claim for contract invalidity was properly substantiated in the original complaint without needing to reference the specific services provided, thus the lower court did not err in rejecting the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 566, 576, 577, 70, 216 of the Code of Civil Procedure: An appeal must clearly state the legal error; if a contract termination is void due to the client's refusal of future services, facts establishing that refusal suffice without detailing specific service performance.

Keywords

AI generated
contract termination lawyer fees void contract appeal admissibility legal error

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 70 of the Code of Civil Procedure
Article 216 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1081 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1081/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ορφανίδη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου-καθού η κλήση: ....., δικηγόρου, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Ασπρογέρακα, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Ιουλίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με πρόσθετη υπέρ του ενάγοντος παρέμβαση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 113/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8011/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 30 Νοεμβρίου 2003 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1312/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση το αναιρεσείον με την από 8-12-2004 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος – Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 22-2-2004 έκθεση του Αρεοπαγίτου Λέανδρου Ρακιντζή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από την υπ' αριθμ. ..... έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου στο Πρωτοδικείο Αθηνών δικαστικού επιμελητή ..... προκύπτει ότι κυρωμένο αντίγραφο της από 8-12-2004 κλήσεως του αναιρεσείοντος με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον προσθέτως παρεμβάντα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου υπέρ του αναιρεσιβλήτου Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της, ούτε κατέθεσε δήλωση παραστάσεως κατά το άρθρο 242παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του προσθέτως παρεμβάντος, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2γ ΚΠολΔ.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα, εφόσον, το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, να εκτίθεται η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, ήτοι τα γενόμενα δεκτά πραγματικά γεγονότα, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, εάν δε απέρριψε την αγωγή ή ……….ισχυρισμό ως μη νόμιμη, να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, η πλημμέλεια, ότι η απόφασή του στερείται από νόμιμη βάση (άρθρ. 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να διαλαμβάνει α) τις πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή τη μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, β) τον ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά, που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και την σύνδεσή του με το διατακτικό, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (Ολ.

ΑΠ 32/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον δεν εκθέτει στο αναιρετήριο τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά μόνο τις απόψεις αυτού επί της ουσίας της υποθέσεως και την κρίση του Εφετείου αποσπασματικά σε σχέση με αυτές. Επομένως, 1) ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η σύμβαση προσλήψεως του αναιρεσιβλήτου ως δικηγόρου του αναιρεσείοντος με πάγια αντιμισθία είναι άκυρη, ως γενόμενη κατά παράβαση του άρθρου 11του Ν. 1649/1986, και ότι το Εφετείο, που έκρινε ότι η σύμβαση αυτή ήταν έγκυρη, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 3, 4 και 5του Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954) και 173, 180 Α.Κ., 2) ο δεύτερος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια, ότι η ανωτέρω σύμβαση είναι άκυρη και για τον πρόσθετο λόγο ότι αντίκειται στην απαγορευτική διάταξη του άρθρου 5 του Κανονισμού του αναιρεσείοντος (Π.Δ. 118/1997), εντεύθεν δε ότι το Εφετείο, που έκρινε αντιθέτως, παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεςι των άρθρων 15 του Π.Δ. 118/1997, 63 παρ. 3, 4, 5 του Ν.Δ. 3026/1954 και 174, 180 Α.Κ., 3 ο τρίτος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι έκρινε άκυρη την καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως, γιατί δεν υπήρχε σπουδαίος λόγος, χωρίς να αναφέρει αν ο Κανονισμός του αναιρεσείοντος προβλέπει μονιμότητα του προσωπικού του και παραβίασε έτσι ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 1 Ν. 2273/1994, κατ' εξουσιοδότηση του οποίου εκδόθηκε ο Κανονισμός του αναιρεσείοντος, 4) ο τέταρτος από το άρθρο 59 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η καταγγελία της ανωτέρω συμβάσεως έγινε για τον σπουδαίο λόγο της άρσης της παρανομίας προσλήψεως του αναιρεσιβλήτου δικηγόρου και συμμόρφωσης προς τις κείμενες ως άνω απαγορευτικές διατάξεις (άθρ. 11 Ν. 1649/1986 και 15 Π.Δ. 118/1997) και ότι το Εφετείο με την αντίθετη περί αυτού κρίση του, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 672 Α.Κ.

και 63 πστ. 3, 4, 5 του Ν.Δ. 3026/1954 και ε) οι πέμπτος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και έκτος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 1 ΚΠολΔ λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι με την κρίση του (επάλληλη αιτιολογία), ότι η καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως είναι άκυρη, ως καταχρηστική, χωρίς να περιλάβει στην απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., πρέπει να απορριφθούν ως αόριστοι.

Επειδή, πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 55 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει, σύμφωνα με αυτή, λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο έχει ασκηθεί με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, ως και οι λόγοι εφέσεως, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, όχι δε και οι αρνητικοί της βάσεως της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης ισχυρισμοί, ούτε τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλον οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους 9Ολ. Α.Π. 11/1996, 3/1997). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα νομίμως ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η πρόσληψη από το αναιρεσείον του αντιδίκου του δικηγόρου ήταν άκυρη, διότι έγινε χωρίς να τηρηθούν οι κείμενες διατάξεις για την πρόσληψη στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, στον οποίο ανήκει το αναιρεσείον. Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και όχι πράγμα υπό την προαναφερόμενη έννοια του όρου αυτού. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή, τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ για να είναι ορισμένη η αγωγή, που έχει ως αίτημα, επί συμβάσεως έμμισθης εντολής δικηγόρου, την καταβολή των παγίων αντιμισθιών υπερημερίας, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα νομίμως ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι είναι η ύπαρξη έγκυρης συμβάσεως έμμισθης εντολής, η συμβατική ή νόμιμη πάγια περιοδική αντιμισθία και η άρνηση του εντολέα να αποδεχθεί τις νομικές υπηρεσίες, που του προσέφερε ο εντολοδόχος πραγματικά και με τον προσήκοντα τρόπο.

Αν ο εντολέας προτείνει κατ' ένσταση ότι έχει καταγγελθεί η σύμβαση αυτή, ο ισχυρισμός του εντολοδόχου ότι είναι άκυρη η καταγγελία επέχει θέση αντενστάσεως, η οποία μπορεί να προταθεί με τις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως ή και μετά τη συζήτηση αυτή στις περιπτώσεις των άρθρων 269 παρ. 2 και 527 ΚΠολΔ ή και καθ' υποφορά με την αγωγή.

Στην περίπτωση όμως που ο ενάγων εντολοδόχος δεν προτείνει απλώς καθ' υποφορά την ως άνω αντένσταση, αλλ' εκθέτει στην αγωγή ότι η υπερημερία του εναγομένου εντολέα προήλθε από άκυρη καταγγελία της συμβάσεώς του και επιδιώκει με ιδιαίτερο αίτημα να αναγνωρισθεί, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, η ακυρότητα της καταγγελίας αυτής, τότε στοιχείο της αγωγής αποτελούν και τα γεγονότα, που επέφεραν την ακυρότητα της καταγγελίας.

Στην περίπτωση αυτή δεν είναι απαραίτητη η αναφορά στην αγωγή του στοιχείου της πραγματικής και προσήκουσας προσφοράς των νομικών υπηρεσιών από τον εντολοδόχο, διότι η καταγγελία της συμβάσεως περιέχει και δήλωση της βουλήσεως του εντολέα για τη μη αποδοχή στο μέλλον των εν λόγω υπηρεσιών του εντολοδόχου.

Στην προκείμενη υπόθεση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, ισχυρίσθηκε με την ένδικη από 4-7-2002 αγωγή του ότι την 28-9-1995 συνήψε με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον σύμβαση έμμισθης εντολής, προκειμένου να παράσχει σ' αυτό τις νομικές του υπηρεσίες με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, αντί συμφωνηθείσης πάγιας αντιμισθίας, που ανέρχεται στο ποσό των 324.000 δρχ.

μηνιαίως. Ότι το εναγόμενο την 1-7-2002 κατήγγειλε εγγράφως την ανωτέρω σύμβαση για το λόγο ότι δεν προβλέπεται από τον Κανονισμό αυτού θέση δικηγόρου, που να αμείβεται με πάγια αντιμισθία. Ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη για τους αναφερόμενους στην αγωγή με κάθε λεπτομέρεια λόγους. Ζήτησε δε, κατόπιν του προεκτιθέμενου ιστορικού, αφ' ενός μεν να αναγνωρισθεί ως άκυρη η καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως, αφ' ετέρου δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει τις πάγιες αντιμισθίες υπερημερίας και την αναλογία του δώρου Χριστουγέννων για το χρονικό διάστημα από 1-7-2002 μέχρι 30-10-2002, καθώς και τις διαφορές των παγίων αντιμισθιών του για το χρονικό διάστημα από 1-1-1996 μέχρι 30-6-2002, διαφορετικά, σε περίπτωση που η καταγγελία αυτή είναι έγκυρη, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, που αντιστοιχούν στη διαφορά της αποζημιώσεως και των οφειλομένων παγίων αντιμισθιών του.

Υπό το ανωτέρω περιεχόμενο η αγωγή διαλαμβάνει τα, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναγκαία για την πληρότητα του δικογράφου της στοιχεία, δηλαδή τα γεγονότα που απαιτούνται για τη θεμελίωση των διωκομένων ως άνω αξιώσεων, οι δε επικαλούμενες από το αναιρεσείον ελλείψεις του δικογράφου αυτής, όπως εκείνες περί α) των κινήτρων της απολύσεως του αναιρεσιβλήτου, β) του ύψους της πάγιας αντιμισθίας του, γ) της καταβολής του οικογενειακού επιδόματος και της γνωστοποιήσεως της οικογενειακής καταστάσεώς του και δ) του ύψους της νόμιμης πάγιας αντιμισθίας του, ανάγονται στην ουσία της υποθέσεως και όχι στο ορισμένο ή μη της αγωγής.

Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ και ο σχετικός έβδομος λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-11-2003 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8011/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαΐου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ