Supreme Court partially allows appeals against a final judgment, remanding parts for retrial and dismissing others.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed appeals filed by four parties against a final judgment of the Athens Court of Appeal. While dismissing appeals from three appellants regarding issues of res judicata, the Court accepted the fourth appellant's claim concerning the abuse of right. Consequently, the judgment was remanded for retrial by a different panel of judges to address the specific legal errors identified.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580, 583 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal, remanding the case for retrial by a different panel where specific legal errors are found, while dismissing other grounds lacking merit.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1080 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1080/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Λ. του Π., κατοίκου ..., 2) Χ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 3) Α. Μ. του Π., κατοίκου ... και 4) Π. Μ. του Χ., κατοίκου .... Οι 1ος, 2ος και 3ος αναιρεσείοντες παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παναγιώτα Χαλκίδη, ενώ ο 4ος αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο. Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Π., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουκουράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου Κ. Μ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 943/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 5402/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 27-7-2020 και 17-6-2021 αιτήσεις τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης τους, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή των αιτήσεων των αντιδίκων, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρ. 573 παρ.1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών μεταξύ των ιδίων ή διαφορετικών διαδίκων, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. (ΑΠ 205/2020, ΑΠ 147/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με τις κρινόμενες αιτήσεις: α) από 17.6.2021 του ενάγοντος Κ. Μ. και β) από 27.7.2020 των εναγόμενων Π. Λ., Χ. Μ., Α. Μ. και Π. Μ., ζητείται η αναίρεση της 5402/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που δέχτηκε κατ` ουσία την από 25.4.2018 έφεση και από 5.2.2019 πρόσθετους λόγους έφεσης του ενάγοντος, εξαφάνισε την 943/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δέχτηκε εν μέρει την από 7.7.2011 αγωγή του αναιρεσείοντος- αναιρεσιβλήτου Κ. Μ.. Οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει, σύμφωνα με τα ανωτέρω στη νομική σκέψη, να συνεκδικασθούν, γιατί έτσι επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Ι) Επί της από 17.6.2021 αίτησης αναίρεσης του ενάγοντος Κ. Μ.: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295, 297, 299, 522 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι με την άσκηση παραδεκτής έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης αναβιώνει η εκκρεμοδικία που δημιουργήθηκε με την έγερση της αγωγής, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση.
Συνεπώς, ο ενάγων έχει έκτοτε το δικαίωμα να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής του, είτε με δήλωση καταχωριζόμενη στα πρακτικά είτε με δικόγραφο επιδιδόμενο στον εναγόμενο είτε με δήλωση στις προτάσεις. Η παραίτηση αυτή επάγεται την κατάργηση της δίκης και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και την έμμεση άρση της ισχύος της πρωτόδικης απόφασης, εφόσον γίνει χωρίς αντίρρηση του εφεσίβλητου, καθώς και όταν αυτός μεν αντιλέγει, αλλά δεν δικαιολογεί έννομο συμφέρον προς περάτωση της δίκης με έκδοση οριστικής απόφασης.
Η κατά πιθανολόγηση κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη ή μη τέτοιου εννόμου συμφέροντος του αντιλέγοντος είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. (ΑΠ 337/2021, ΑΠ 138/2014, ΑΠ 1198/2012, ΑΠ 1517/2010, ΑΠ 929/2006, ΑΠ 398/1997). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα, από το δικονομικό μόνο και όχι το ουσιαστικό δίκαιο, δικονομικές δηλαδή ενέργειες που ρυθμίζουν την έναρξη και εξέλιξη της έννομης σχέσης της δίκης και κατατείνουν στην έκδοση δικαστικής απόφασης επί της αιτουμένης έννομης προστασίας (Ολ.
ΑΠ 12/2000) (ΑΠ 257/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και όλων των δικογράφων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων - ενάγων άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 7.7.2011 αγωγή του κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων- εναγόμενων, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα των συμβάσεων για τις οποίες συντάχθηκαν τα αναφερόμενα συμβολαιογραφικά έγγραφα, λόγω εικονικότητας, να αναγνωριστεί ότι είναι αποκλειστικός κύριος των αναφερόμενων ακινήτων και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του τα αποδώσουν και, επίσης, να αναγνωριστεί ότι είναι πλαστά τα αναφερόμενα στην αγωγή συμβολαιογραφικά έγγραφα.
Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε με την 943/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, λόγω ερημοδικίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος. Κατά της απόφασης αυτής, ο αναιρεσείων άσκησε την από 25.4.2018 έφεσή του, που κατατέθηκε στις 26.4.2018 και επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους στις 4.5.2018 με κλήση για συζήτηση στη δικάσιμο της 25.10.2018, κατά την οποία αναβλήθηκε για τις 5.12.2019, προκειμένου να συνεκδικαστεί με τους από 5.2.2019 πρόσθετους λόγους έφεσης, που ο αναιρεσείων άσκησε.
Ο τελευταίος, τόσο με το δικόγραφο της από 27.7.2018 νέας αγωγής του, που επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους στις 24.9.2018, δηλαδή μεταγενέστερα της κατάθεσης και επίδοσης της έφεσης, όσο και με σχετική δήλωση κατά τη συζήτηση της έφεσης και των πρόσθετων λόγων, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 7.7.2011 αγωγής του, επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω 943/2018 απόφαση.
Οι αναιρεσίβλητοι, με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, προέβαλαν αντίρρηση, επικαλούμενοι έννομο συμφέρον για περαίωση της δίκης με έκδοση απόφασης. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η ανωτέρω δήλωση παραίτησης δεν επιφέρει την κατάργηση της δίκης, πιθανολογώντας ότι οι αναιρεσίβλητοι έχουν έννομο συμφέρον να περατωθεί η δίκη, καθόσον αυτή (δήλωση παραίτησης) έχει ως σκοπό την παρέλκυση της δίκης και τη συνέχιση του δικαστικού αγώνα μεταξύ του αναιρεσείοντος και των αναιρεσίβλητων επί μακρόν χρονικό διάστημα.
Με όσα δέχθηκε το εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της από 7.7.2011 αγωγής του και ο περί του εναντίον από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11γ` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 297/2009).
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα, από τη γενική κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).
Μεταξύ των ως άνω αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται τα έγγραφα και η ομολογία. Η ομολογία μπορεί να είναι δικαστική ή εξώδικη. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, δικαστική μεν ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνο εκείνη που γίνεται γραπτώς ή προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, εξώδικη δε, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, είναι κάθε άλλη ομολογία που γίνεται ενώπιον άλλου δικαστηρίου στο πλαίσιο άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), ακόμα δε και εκείνη που έγινε ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη στην οποία γίνεται επίκληση της ομολογίας ως αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 447/2015, ΑΠ 128/2014, ΑΠ 264/2009, ΑΠ 860/11, ΑΠ 11/2004), καθώς και εκείνη που περιέχεται σε έγγραφα εκδιδόμενα από το διάδικο (ΑΠ 271/2021, ΑΠ 128/2014, ΑΠ 414/2000).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "......Δυνάμει του από 23-8-1979 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταχωρίστηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό 15558/27-8-1979, όπως αυτό ίσχυσε κατόπιν μεταγενέστερων τροποποιήσεών του, που έγιναν κατά τα έτη 1980, 1999 και 2003, συστάθηκε μεταξύ του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) και των αδελφών του α) Χ.
Μ. του Π. (ήδη δευτέρου αναιρεσίβλητου), β) Α. Μ. του Π. (ήδη τρίτου αναιρεσίβλητου) και γ) Ε. συζ. Π. Λ., το γένος Π. Μ. (της οποίας σύζυγος τυγχάνει ο πρώτος των εναγόμενων και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Π. Λ. του Π.), ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Κ. Ο.Ε.", διάρκειας μέχρι 22-8-2019, με σκοπό την κατασκευή πολυώροφων οικοδομών επί ιδίων ή αλλοτρίων οικοπέδων κατά το σύστημα της αντιπαροχής και την εν γένει ανάληψη πάσης φύσεως τεχνικών και οικοδομικών έργων.
Το ποσοστό συμμετοχής εκάστου εταίρου στα κέρδη και στις ζημίες της εταιρείας ορίστηκε σε 25%, ενώ διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής ορίστηκε ο εκ των εταίρων Κ. Μ. του Π. (ήδη εναγών), ο οποίος είναι πολιτικός μηχανικός και είχε τις απαιτούμενες επιστημονικές γνώσεις για τη διαχείριση της εταιρείας.
Ειδικότερα, ο ενάγων είχε την αρμοδιότητα να διευθύνει και να εκπροσωπεί την εταιρεία σε όλες τις σχέσεις και τις συναλλαγές της με φυσικά ή νομικά πρόσωπα, να διαχειρίζεται κάθε οικονομική της δραστηριότητα και να δεσμεύει αυτήν υπογράφοντας με την ατομική του υπογραφή κάτω από την εταιρική επωνυμία οποιοδήποτε έγγραφο την αφορά.
Από τη σύσταση της ως άνω εταιρείας, όλα τα αδέλφια και ομόρρυθμοι εταίροι αυτής ασχολούνταν αποκλειστικά με την εν λόγω οικογενειακή επιχείρηση, ενώ ο πρώτος εναγόμενος Π. Λ., σύζυγος της εκ των εταίρων Ε. Λ., στην αρχή ασχολούνταν με αυτήν παράλληλα με την εργασία του ως μονίμου υπαλλήλου της ΕΥΔΑΠ, από την οποία όμως παραιτήθηκε περί τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και έκτοτε ασχολούνταν αποκλειστικά με την ως άνω οικογενειακή επιχείρηση.
Ειδικότερα, οι εναγόμενοι Π. Λ., Χ. Μ. και Α. Μ. είχαν αναλάβει τις εργασίες ανεύρεσης και επίβλεψης των συνεργείων, καθώς και την πληρωμή αυτών, ενώ η Ε. Λ. είχε αναλάβει την είσπραξη των μισθωμάτων των εκμισθωμένων ακινήτων ιδιοκτησίας της ανωτέρω εταιρείας και την κατάθεση αυτών σε κοινό λογαριασμό της ίδιας και του συζύγου της, από τον οποίο στη συνέχεια διανέμονταν στους τέσσερις εταίρους, κατά το ποσοστό συμμετοχής εκάστου στην εταιρεία, με την κατάθεση του αναλογούντος ποσού σε τραπεζικούς λογαριασμούς που είχαν ανοιχθεί στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, στους οποίους εμφανίζονταν ως συνδικαιούχοι τα αδέλφια και οι σύζυγοι αυτών ή τα τέκνα τους.
Εξάλλου, τα έσοδα από τις πωλήσεις ακινήτων της εταιρείας εισέπραττε ο ενάγων, ο οποίος τα κατέθετε σε δικό του λογαριασμό, από τον οποίο στη συνέχεια είτε διανέμονταν στους εταίρους, βάσει του ποσοστού συμμετοχής τους στην εταιρεία, με την κατάθεση αυτών στους προαναφερόμενους λογαριασμούς είτε επενδύονταν σε ομόλογα ή άλλα επενδυτικά προϊόντα με συνδικαιούχους τους τελευταίους.
Η ως άνω επιχείρηση ανέπτυξε μεγάλο κύκλο εργασιών και οικοδομική δραστηριότητα σε διάφορες περιοχές της Αττικής, όπως στην Αθήνα, στο Παλαιό Φάληρο και στην Καλλιθέα, με την ανέγερση πολυκατοικιών επί ακινήτων είτε ιδιοκτησίας της είτε ιδιοκτησίας τρίτων προσώπων κατά το σύστημα της αντιπαροχής, με αποτέλεσμα να αποκτήσει μεγάλη ακίνητη περιουσία, η οποία απέφερε στους εταίρους πολύ υψηλά εισοδήματα προερχόμενα από τις πωλήσεις και εκμισθώσεις των ακινήτων της εταιρείας.
Στα πλαίσια της ανωτέρω επιχειρηματικής δραστηριότητας, δυνάμει του υπ' αριθ. 7224/17-6-1983 προσυμφώνου πωλήσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου - εργολαβικού του Συμβολαιογράφου Καλλιθέας Κωνσταντίνου Ροκανά ο ενάγων και οι τρεις πρώτοι των εναγομένων συμφώνησαν με τους Α. Μ. του Μ. και Μ. Μ. του Α., όπως επί ενός οικοπέδου συγκυριότητας των τελευταίων κατά ποσοστό 600/000 ο πρώτος και 400/000 ο δεύτερος, εμβαδού 798,80 τ.μ., άρτιου και οικοδομήσιμου,...
ανεγερθεί με δικές τους δαπάνες, πολυώροφη οικοδομή με σκοπό να περιέλθουν στους οικοπεδούχους οι περιγραφόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες που αντιστοιχούσαν στα 297/000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου και στους συμβληθέντες διαδίκους, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, οι περιγραφόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες που αντιστοιχούσαν 703/000 εξ αδιαιρέτου του εν λόγω οικοπέδου.
Ακολούθως δυνάμει της υπ' αριθ. 2483/1983 άδειας ανοικοδόμησης της Νομαρχίας Αττικής ανεγέρθηκε πολυκατοικία η οποία υπήχθη στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους" και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ δυνάμει της υπ' αριθ. 7244/1983 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του ίδιου ως άνω Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα...
Στη συνέχεια, δυνάμει του υπ' αριθ. 7374/1994 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτας Γρηγοροπούλου - Γιαννοπούλου, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 7871/1995 πράξη της ίδιας Συμβολαιογράφου και των δύο νόμιμα μεταγραμμένων στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Καλλιθέας, οι Α. Μ. και Μ. Μ. σε εκτέλεση των όρων και συμφωνιών του ανωτέρω προσυμφώνου- εργολαβικού και πράξεως συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας, πώλησαν στον ενάγοντα ποσοστό 45/000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, που αντιστοιχούσαν στο με στοιχεία Κ-4 κατάστημα του ισογείου, στον δεύτερο εναγόμενο Χ.
Μ. ποσοστό 45/000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, που αντιστοιχούσαν στο με στοιχεία Κ-2 κατάστημα του ισογείου, στον τρίτο εναγόμενο Α. Μ. ποσοστό 45/000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, που αντιστοιχούσαν στο με στοιχεία Κ-5 κατάστημα του ισογείου και σε όλους μαζί ήτοι τον ενάγοντα και τους τρεις πρώτους εναγόμενους κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα τις με στοιχεία Υ-2 και 11-1 οριζόντιες ιδιοκτησίες του υπογείου και ημιώροφου αντίστοιχα , που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 45/000 η Υ-2 και 7/000 η Η-1 οριζόντιες ιδιοκτησίες....
Από τη συνεκτίμηση όλων των επικαλούμενων και προσκομιζόμενων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων δεν προκύπτει ότι η συμμετοχή των εναγομένων στις δικαιοπραξίες που καταρτίστηκαν με α) το υπ' αριθ. 7224/17-6-1983 προσυμφώνου πωλήσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου- εργολαβικού του Συμβολαιογράφου Καλλιθέας Κωνσταντίνου Ροκανά, β) την υπ' αριθ. 7244/1983 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του ίδιου ως άνω Συμβολαιογράφου, και γ) το υπ' αριθ. 7374/1994 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτας Γρηγοροπούλου- Γιαννοπούλου, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 7871/1995 πράξη της ίδιας Συμβολαιογράφου, ήταν εικονική και ότι η αληθής βούληση όλων των συμβαλλομένων ήταν να καταστεί ο ενάγων αποκλειστικός κύριος των πιο πάνω οριζόντιων ιδιοκτησιών που συστάθηκαν επ' αυτού.....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ, μέσα στα όρια της έφεσης και των προσθέτων λόγων, και την εκδίκαση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμα τα αιτήματα της αγωγής του αναιρεσείοντος α) περί αναγνώρισης της ακυρότητας λόγω εικονικότητας, ως προς τους αναιρεσίβλητους, των δικαιοπραξιών που καταρτίστηκαν δυνάμει του 7224/17.6.1983 προσυμφώνου πωλήσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου- εργολαβικού του συμβ/φου Καλλιθέας Κωνσταντίνου Ροκανά, της 7244/1983 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του ίδιου ως άνω συμβ/φου και του 7374/1994 συμβολαίου της συμβ/φου Αθηνών Παναγιώτας Γρηγοροπούλου - Γιαννοπούλου, όπως διορθώθηκε με την 7871/1995 πράξη της ίδιας συμβ/φου και β) περί αναγνώρισης του αναιρεσείοντος ως αποκλειστικού κυρίου των υπό στοιχ.
Η-1, Υ-2 και Κ-2 οριζόντιων ιδιοκτησιών.
Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ.11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα: α) την Γ117/20.11.2011 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και την 12/2012 διάταξη της Εισαγγελέα Εφετών, που εκδόθηκαν επί της από 1.9.2010 μήνυσης του δεύτερου και τρίτων των αναιρεσίβλητων σε βάρος του αναιρεσείοντος για πλαστογραφία σε βαθμό κακουργήματος, με τις οποίες κρίθηκε ότι η συμμετοχή των μηνυτών στην εταιρεία ήταν τυπική και όχι ουσιαστική και έλαβε χώρα για φορολογικούς κυρίως λόγους και λάμβαναν αυτοί μηνιαίο μισθό από τον αναιρεσείοντα, καθώς, επίσης, ο τελευταίος κατέβαλε και τους ετήσιους φόρους εισοδήματος αυτών, β) τους από 4.10.2010 πρόσθετους λόγους των τριών πρώτων αναιρεσίβλητων επί αντίστοιχων προσφυγών τους κατά πράξεων καταλογισμού τελών χαρτοσήμου εργολαβικού που επιβλήθηκε από το ΠΕΚ Πειραιά λόγω της συμμετοχής τους στην εταιρεία, που άσκησαν ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, στους οποίους (πρόσθετους λόγους) εκθέτουν ότι συμμετείχαν τυπικά και όχι πραγματικά ως μέλη της προσωπικής εταιρείας ή ως επί αντιπαροχή εργολάβοι ή ως ιδιοκτήτες οικοπέδων ή ακινήτων, τα οποία αγοράζονταν με χρήματα του αναιρεσείοντος και ότι ο τελευταίος τους παρείχε μηνιαίο μισθό από το έτος 1979 μέχρι και πρόσφατα που υπέβαλαν αιτήσεις για συνταξιοδότηση, γ) την Γ37/2015 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με την οποία αρχειοθετήθηκε, ως κατ' ουσία αβάσιμη, η από 22.2.2017 μήνυση των τριών πρώτων αναιρεσίβλητων σε βάρος του τότε πληρεξούσιου δικηγόρου τους Ανδρέα Τσουρουφλή και σε βάρος του αναιρεσείοντος, για απάτη σε βαθμό κακουργήματος, για το λόγο ότι αυτοί (αναιρεσίβλητοι) ήταν πραγματικοί εργολάβοι και όχι εικονικοί και ότι ο δικηγόρος τους δεν είχε σχετική πληρεξουσιότητα να ενεργήσει όπως ενήργησε και ότι αυτός λειτουργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό του αναιρεσείοντος, και στην οποία διάταξη, που κατέστη αμετάκλητη, επισημαίνεται τόσο ότι ο μηνυόμενος δικηγόρος ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό των μηνυτών- αναιρεσίβλητων όσο ότι αυτοί ήταν εικονικά μέλη στην εταιρεία και στις εν γένει επιχειρηματικές δραστηριότητες, δ) την από 15.1.2004 υπεύθυνη δήλωση του τρίτου αναιρεσίβλητου, από 16.1.2004 υπεύθυνη δήλωση του δεύτερου αναιρεσίβλητου και από 15.1.2004 υπεύθυνη δήλωση του πρώτου αναιρεσίβλητου, τις οποίες απηύθυναν προς το συνταξιοδοτικό ταμείο ΤΕΒΕ και στις οποίες δηλώνουν ότι θα ασκήσουν το επάγγελμα οικοδομικών επιχειρήσεων και ότι δεν έχουν ξαναγραφτεί στο ΤΕΒΕ με οποιονδήποτε επάγγελμα ούτε ατομικά ούτε ως μέλος εταιρείας σε όλη την επικράτεια, στ) την από 10.6.2014 αγωγή των τριών πρώτων αναιρεσίβλητων που άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία εκθέτουν ότι τους όφειλε ο αναιρεσείων το ποσό των 800.000 ευρώ, που τους όφειλε γιατί δεν ήταν πραγματικοί εργολάβοι αλλά εικονικοί, ζ) τα πρακτικά της 127615/14.12.2016 απόφασης του Α' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε επί μήνυσης του αναιρεσείοντος για συκοφαντική δυσφήμηση κατά των τριών πρώτων αναιρεσίβλητων, από τα οποία προκύπτει ότι κατά την απολογία τους οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσίβλητων δήλωσαν ότι υπέβαλαν τη μήνυση τους για δήθεν κακουργηματική πλαστογραφία επειδή ήθελαν να πιέσουν τον αναιρεσείοντα να τους δώσει χρήματα και επειδή δεν είχαν άλλο τρόπο να τον πιέσουν, η) την από 16.10.2003 έκθεση ελέγχου του ΣΔΟΕ, στην οποία αναγνωρίζεται ρητά ότι ο αναιρεσείων και μόνο διενεργούσε οικοδομική δραστηριότητα σε οικοδομές στον Άγιο Ρέντη Πειραιά και ότι τα εργολαβικά συμβόλαια στα οποία εμφαίνονται ως εργολάβοι οι τρεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι ήταν προσχηματικά και δεν ανταποκρίνονταν στις προθέσεις των συμβαλλόμενων, θ) τις 169/2003, 271/2003, 272/2003 και 273/2003 πράξεις επιβολής προστίμου ΚΒΣ χρήσεων 1988- 2002 από την ΔΟΥ ΙΗ' Αθηνών, από τα οποία συνάγεται ότι ο αναιρεσείων ήταν πραγματικός κατασκευαστής των πολυκατοικιών και του επιβλήθηκαν τα πρόστιμα, που επιβάλλονται στον επιτηδευματία εργολάβο, ι) τα 137/2005 έως 143/20095 φύλλα ελέγχου παρακρατούμενου φόρου εισοδήματος επί αμοιβών μισθωτών υπηρεσιών με τα οποία το ΠΕΚ Πειραιά επέβαλε, αποκλειστικά σε βάρος του αναιρεσείοντος, το φόρο μισθωτών υπηρεσιών για τις αμοιβές του εργατικού προσωπικού, ια) τα 65, 66 και 67/2005 φύλλα ελέγχου φόρου υπεργολάβων οικονομικών ετών 1994 - 1996, με τα οποία το ΠΕΚ Πειραιά επέβαλε σε βάρος του αναιρεσείοντος φόρο για αμοιβές που κατέβαλε σε υπεργολάβους κατά τη διάρκεια ανέγερσης των πολυκατοικιών στον Άγιο Ρέντη, σε συνδυασμό με την από 27.12.2005 έκθεση ελέγχου Φ.Μ.Υ του ΠΕΚ Πειραιά, από τα οποία συνάγεται ότι η επιβολή των σχετικών φόρων για τις αμοιβές που καταβλήθηκαν στους υπεργολάβους επιβλήθηκαν σε βάρος του αναιρεσείοντος, ως πραγματικού κατασκευαστή των εν λόγω πολυκατοικιών και ιβ) την από 23.3.2005 έκθεση ελέγχου της ΔΟΥ ΙΗ' Αθηνών στην οποία αναγνωρίζεται ότι ο αναιρεσείων ήταν πραγματικός κατασκευαστής των πολυκατοικιών στον Άγιο Ρέντη, καταλήγοντας στο Πόρισμα Ελέγχου για διαπιστωθείσες παραβάσεις για τις οποίες εκδόθηκαν οι 110, 111 και 112/2005 πράξεις επιβολής προστίμου της ΔΟΥ ΙΗ Αθηνών.
Τα ανωτέρω έγγραφα ο αναιρεσείων, νόμιμα, είχε προσκομίσει και επικαλεστεί, με τις έγγραφες προτάσεις του στη δευτεροβάθμια δίκη, προς υποστήριξη της ένδικης έφεσής του και συγκεκριμένα, προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών περί ακυρότητας, λόγω εικονικότητας ως προς τα πρόσωπα των συμβληθέντων, των αναφερόμενων στην αγωγή συμβολαιογραφικών εγγράφων.
Το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η συμμετοχή των αναιρεσίβλητων στην ομόρρυθμη εταιρεία ήταν πραγματική και όχι εικονική και, επίσης, ότι η συμμετοχή αυτών στις δικαιοπραξίες που καταρτίστηκαν με τα επίδικα συμβολαιογραφικά έγγραφα, δεν ήταν εικονική, και να απορρίψει την αγωγή του αναιρεσείοντος, βεβαιώνει στην αρχή της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι έλαβε υπόψη και όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα.
Όμως, παρά τη γενική αυτή διαβεβαίωση, ενόψει του ότι τα ως άνω έγγραφα δεν μνημονεύονται, ειδικά, στην απόφαση ούτε και αντικρούονται, αλλά ούτε και γίνεται άλλη, άμεση ή έμμεση, αναφορά στο περιεχόμενό τους, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και τα παραπάνω κρίσιμα αποδεικτικά έγγραφα, παρά την αποδεικτική τους σπουδαιότητα, αφού τα προκύπτοντα εξ αυτών περιστατικά δεν συμπορεύονται με τις αμέσως πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά αντίθετα τις αντιστρατεύονται.
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο προβαλλόμενος δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 11 περ.γ` του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Επομένως, κατά παραδοχή του λόγου αυτού αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του τρίτου και τελευταίου λόγου αυτής, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, αφού χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παράβολου που κατέθεσε (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που δεν έχει υποβάλει προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΙΙ) Επί της από 27.7.2020 αίτησης αναίρεσης των 1) Π. Λ., 2) Χ. Μ., 3) Α. Μ. και 4) Π. Μ. Κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 44 παρ. 2 του ν. 3994/2011, "Αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως". Με το ανωτέρω περιεχόμενο, επαναφέρθηκε η διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το ν. 2915/2001, προσαρμοσμένη στο καθεστώς της μιας και μοναδικής συζήτησης και έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσας ανακοπής ερημοδικίας.
Συνεπώς, η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση έφεσης του δικασθέντος ερήμην πρωτοδίκως επιφέρει την εξαφάνιση της ερήμην απόφασης, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους τυχόν πρόσθετους λόγους έφεσης (ΑΠ 579/2018, ΑΠ 495/2017), χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει κάποιος λόγος έφεσης, αλλά αρκεί η "τυπική" παραδοχή της, κατά το άρθρο 532 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα η υπόθεση να αναδικάζεται από το εφετείο που μετατρέπεται, στην περίπτωση αυτή, ουσιαστικά, σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 229/2020, ΑΠ 579/2018).
Ειδικότερα δε, αν ασκηθεί έφεση από τον ενάγοντα που δικάστηκε ερήμην, με συνέπεια να απορριφθεί η αγωγή του λόγω του τεκμηρίου παραίτησής του από αυτή, η εκκαλουμένη απόφαση με μόνη την, κατ` άρθρο 532 ΚΠολΔ, τυπικά παραδεκτή άσκηση της έφεσης εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους τυχόν πρόσθετους αυτής λόγους, προκειμένου να ανατραπεί το σε βάρος του ενάγοντος τεκμήριο παραίτησης.
Επομένως, η απόφαση εξαφανίζεται στο σύνολό της, χωρίς να απαιτείται να γίνει προηγουμένως δεκτός κάποιος λόγος έφεσης και η υπόθεση συζητείται εκ νέου στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στο οποίο ο εκκαλών - ενάγων μπορεί να προβάλει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που είχε προβάλλει με την αγωγή του και θα μπορούσε να είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αν είχε παραστεί (ΑΠ 368/3021, ΑΠ 229/2020, ΑΠ 579/2018, ΑΠ 1906/2008, ΑΠ 1140/2008).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αυτοί, δηλαδή, οι οποίοι, με την προϋπόθεση, ότι έχουν προταθεί νόμιμα, θεμελιώνουν ιστορικά το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος. "Πράγματα", επίσης, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, εφόσον περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, τα οποία αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 29/2012, ΑΠ 2024/2009, ΑΠ 1640/2009).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα, από το δικονομικό μόνο και όχι το ουσιαστικό δίκαιο, δικονομικές δηλαδή ενέργειες που ρυθμίζουν την έναρξη και εξέλιξη της έννομης σχέσης της δίκης και κατατείνουν στην έκδοση δικαστικής απόφασης επί της αιτουμένης έννομης προστασίας (Ολ.
ΑΠ 12/2000) ΑΠ 386/2020 (ΑΠ 257/2021). Μέσω του παραπάνω από το αρθρ. 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγου ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό άσκησης ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008) και των προσθέτων λόγων έφεσης (ΑΠ 765/2021, ΑΠ 1090/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), ο ήδη αναιρεσίβλητος ζήτησε με την από 25.4.2018 έφεσή του και τους από 5.2.2019 προσθέτους λόγους κατά της 943/2018 πρωτοβάθμιας απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε, λόγω της ερημοδικίας του, η από 7.7.2011 αγωγή του, να εξαφανιστεί η ως άνω εκκαλούμενη απόφαση, να αναδικαστεί η υπόθεση και να γίνει δεκτή η αγωγή του ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη.
Το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι, εφόσον ασκήθηκε έφεση από διάδικο (τον αναιρεσίβλητο), ο οποίος, κατά τα προεκτεθέντα, δικάσθηκε ερήμην, "πρέπει η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι να γίνουν τυπικά και ουσιαστικά δεκτοί, συνεκδικαζόμενοι λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, να ερευνηθεί εκ νέου η νομική και ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής (άρθρα 528 και 535 ΚΠολΔ".
Αφού, συνεπώς, ο αναιρεσίβλητος εξέθετε ρητά με το προεκτεθέν περιεχόμενο της έφεσής του και των πρόσθετων λόγων, που ασκήθηκαν παραδεκτά, την ανωτέρω ιστορική βάση της προαναφερθείσας αγωγής του, ζητώντας την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης και να γίνει δεκτή ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή του, ορθά, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, το Εφετείο εξαφάνισε, άνευ ετέρου, στο σύνολό της την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε απορρίψει, λόγω ερημοδικίας του, την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και, ακολούθως, ερεύνησε τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα αυτής.
Συνεπώς, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση των αρ. 8 και 14 (κατά τη νοηματική του εκτίμηση και όχι 11γ) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, ήτοι ότι εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση στο σύνολό της, χωρίς αντίστοιχους λόγους έφεσης, καθώς και ότι δεν κήρυξε απαράδεκτους και τους πρόσθετους λόγους, λόγω του παρακολουθηματικού τους χαρακτήρα, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση των προτάσεων των εφεσίβλητων - εναγόμενων και ήδη αναιρεσειόντων προκύπτει ότι οι τελευταίοι επανέφεραν ενώπιον του εφετείου την ασκηθείσα πρωτοδίκως ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, ισχυριζόμενοι ότι στην περίπτωση που διαγνωστεί ότι υφίσταται δικαίωμα του αντιδίκου επί των επίμαχων ιδιοκτησιών, καθίσταται έκδηλη η καταχρηστική άσκηση αυτού, καθώς επί είκοσι έξι συναπτά έτη, ήτοι από την κατάρτιση του 7224/17.6.1983 προσυμφώνου πώλησης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου- εργολαβικού και της 7244/1983 σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας μέχρι και την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, ουδέποτε και με κανένα τρόπο ο αναιρεσίβλητος αμφισβήτησε την κυριότητά τους επί των επίμαχων οριζόντιων ιδιοκτησιών, αντίθετα από την κατάρτιση των ανωτέρω συμβολαίων γνώριζε ότι αυτοί κατείχαν τα επίμαχα ακίνητα, τα εκμίσθωναν, τα δήλωναν στη φορολογική αρχή, κατέβαλαν φόρους και τα συντηρούσαν, χωρίς ποτέ να προβληθεί καμία αντίρρηση από τον αντίδικό τους, αναγνωρίζοντάς τους ως αποκλειστικούς κυρίους αυτών.
Ότι το έτος 2001 ο τρίτος εκ των αναιρεσειόντων με το 1945/2001 συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Ευσταθίας Μπολτσή, προέβη σε γονική παροχή μεταξύ άλλων και του με στοιχεία Κ-5 ένδικου καταστήματος στο ισόγειο της πολυκατοικίας της ..., προς τη θυγατέρα του Ν. Μ., χωρίς ποτέ ο αναιρεσίβλητος να προβάλει την παραμικρή αντίρρηση, καθώς αναγνώριζε ότι ο τρίτος εξ αυτών είναι αληθής κύριος της οριζόντιας αυτής ιδιοκτησίας.
Ότι μετά από 25 τουλάχιστον χρόνια, κατά τα οποία ουδέποτε εναντιώθηκε ή αμφισβήτησε την κυριότητά τους επί των ακινήτων, το ενθυμήθηκε μόνο μετά την οριστική διάρρηξη των μεταξύ τους σχέσεων και για λόγους προσωπικής αντεκδίκησης και ότι η ανατροπή αυτής της πραγματικής κατάστασης θα σήμαινε αφόρητο κόστος οικονομικό και ψυχικό για αυτούς, σε αντίθεση με τον αντίδικό τους που ουδεμία ζημία του προκαλεί η παρούσα κατάσταση.
Την ανωτέρω ένσταση απέρριψε το Εφετείο με την ακόλουθη αιτιολογία: "....Πρέπει να σημειωθεί δε, ότι οι εναγόμενοι (ήδη αναιρεσείοντες) με τις ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου προτάσεις τους, επαναφέρουν την προβληθείσα και πρωτοδίκως ένστασή τους περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, η οποία, όμως, αφορά μόνο τα αιτήματα της αγωγής για αναγνώριση της ακυρότητας, λόγω εικονικότητας, των δικαιοπραξιών που καταρτίστηκαν με το υπ' αριθ. 7224/17.6.1983 προσύμφωνο πωλήσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου - εργολαβικού του συμβολαιογράφου Καλλιθέας Κωνσταντίνου Ροκανά και με την 7233/8.7.1983 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου...".
Ωστόσο, τα επικληθέντα ως άνω για τη θεμελίωση της ένστασης καταχρηστικής άσκησης περιστατικά, δηλαδή ότι επί 26 έτη από την κατάρτιση του 7224/83 προσυμφώνου πώλησης- εργολαβικού, ουδέποτε ο αναιρεσίβλητος αμφισβήτησε την κυριότητά τους επί των επίμαχων ακινήτων, στα οποία περιλαμβάνεται και αυτό που αναφέρεται στο 8470/2008 συμβόλαιο, του οποίου την ακυρότητα ζητεί με την αγωγή του, ούτε δε και το έτος 2001, που ο τρίτος εκ των αναιρεσειόντων με το 1945/2001 συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Ευσταθίας Μπολτσή, προέβη σε γονική παροχή, μεταξύ άλλων, και του με στοιχεία Κ-5 ένδικου καταστήματος στο ισόγειο της πολυκατοικίας της ..., προς τη θυγατέρα του Ν.
Μ., πρόβαλε αντιρρήσεις ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς είχε δωρίσει την εν λόγω Κ-5 ιδιοκτησία στον τρίτο αναιρεσείοντα προκειμένου αυτός στη συνέχεια να την μεταβιβάσει με το ανωτέρω 1945/2001 συμβόλαιο, λόγω γονικής παροχής, στην θυγατέρα του, όπως είχε, αρχικά, την πρόθεση να πράξει και για την με στοιχεία Η-1 οριζόντια ιδιοκτησία που περιλαμβάνεται στο 8470/2008 συμβόλαιο, αληθή υποτιθέμενα, θεμελιώνουν την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου να ζητήσει να αναγνωριστεί η ακυρότητα του 8470/2008 συμβολαίου.
Επομένως, το Εφετείο, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα, ότι τα επικαλούμενα για τη θεμελίωση της ένστασης καταχρηστικής άσκησης περιστατικά δεν αφορούν το αίτημα της αγωγής για αναγνώριση της ακυρότητας του 8470/2008 συμβολαίου, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη και δεν ερεύνησε την νομίμως, πρωτοδίκως και δευτεροβαθμίως, προταθείσα ως άνω ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του σχετικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση, από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, έννομη δε σχέση, κατά την έννοια των άνω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως, όχι δε και τα γενεσιουργά ή αποσβεστικά των τελεσιδίκως κριθέντων εννόμων συνεπειών περιστατικά.
Δεδικασμένο παράγεται και από τελεσίδικη απόφαση που εκδίδεται επί αναγνωριστικής αγωγής, αφού και στην περίπτωση αυτή τέμνει την διαφορά, όπως και στην περίπτωση της καταψηφιστικής αγωγής, η έκταση δε αυτού προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος που απευθύνθηκε προς το δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 959/1985, ΑΠ 313/2018).
Εξάλλου, λόγος αναίρεσης από τον αρ.16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ` αυτή με δύναμη δεδικασμένου, ενόψει του αντικειμένου της νέας δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάστηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο και μάλιστα αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών.
Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων για το δεδικασμένο σε σχέση με όσα έγιναν ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και, σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.
Αν η κρίση για το δεδικασμένο στηρίζεται μόνο σε διαδικαστικά έγγραφα, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή όχι του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο (ΑΠ Ολομ. 7/2013, ΑΠ 488/2020, ΑΠ 458/2018,ΑΠ 869/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος ζητούσε με την ένδικη από 7.7.2011 αγωγή του, εκτός της αναγνώρισης ακυρότητας, λόγω εικονικότητας, των συμβάσεων για τις οποίες συντάχθηκαν α) το 7224/1983 προσύμφωνο - εργολαβικό του συμβ/φου Καλλιθέας Κων/νου Ροκανά, β) η 7244/83 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του ίδιου ανωτέρω συμβ/φου και γ) το 7374/1994 συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Παναγιώτας Γρηγοροπούλου - Γιαννοπούλου, και την αναγνώριση ακυρότητας των α) 8470/24.10.2008 συμβολαίου γονικών παροχών ποσοστών εξ αδιαιρέτου και δωρεών ποσοστών εξ αδιαιρέτου οριζόντιων ιδιοκτησιών της συμβ/φου Αθηνών Ευσταθίας Μπολτσή και β) 8474/29.10.2008 συμβολαίου ανταλλαγής ποσοστών εξ αδιαιρέτου οριζόντιων ιδιοκτησιών της ίδιας αμέσως πιο πάνω συμβ/φου.
Όσον αφορά το δεύτερο εκ των ανωτέρω συμβολαίων (8474/2008), ο αναιρεσίβλητος είχε ασκήσει κατά των αναιρεσειόντων και της Β. Δ. την από 2.5.2011 αγωγή του, με την οποία ισχυρίστηκε ότι εν λόγω συμβόλαιο (8474/29.10.2008) είναι άκυρο καθόσον δεν έχει υπογραφεί από τον ίδιο ούτε από τον παρασταθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο των λοιπών συμβαλλόμενων και προσέβαλε αυτό ως πλαστό ως προς την περιεχόμενη σ' αυτό βεβαίωση της συμβ/φου ότι έχει υπογραφεί από όλους τους συμβαλλόμενους.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 5895/2013 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι το ανωτέρω συμβόλαιο είναι άκυρο, όπως και η καταρτισθείσα με αυτό δικαιοπραξία για τους λόγους που εξέθετε ο αναιρεσίβλητος στην αγωγή του, η οποία όμως απορρίφθηκε κατ' ουσία, καθόσον έγινε δεκτή η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που προέβαλαν οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους.
Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε, κατά το ανωτέρω απορριπτικό σκέλος της, με την 1473/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, καθόσον η αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε κατ' αυτής θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα, με την 87/2017 απόφαση του Άρειου Πάγου, λόγω παραίτησης του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο αυτής.
Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ότι το αίτημα της αγωγής περί αναγνώρισης της ακυρότητας του 8474/2008 συμβολαίου, καλύπτεται από το δεδικασμένο της πιο πάνω αμετάκλητης απόφασης του Εφετείου Αθηνών και απέρριψε αυτό ως απαράδεκτο, ενώ, στη συνέχεια, έκρινε νόμιμο και ουσιαστικά βάσιμο το αίτημα της αγωγής για αναγνώριση της ακυρότητας του έτερου 8470/24.10.2008 συμβολαίου και αναγνώρισε την ακυρότητα αυτού και της δικαιοπραξίας που καταρτίστηκε μ' αυτό.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι το δεδικασμένο που απορρέει από την 1473/2015 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καλύπτει μόνο το αγωγικό αίτημα της αναγνώρισης ακυρότητας του 8474/2008 συμβολαίου και όχι και το αίτημα της αγωγής για αναγνώριση ακυρότητας και του 8470/2008 συμβολαίου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ για το δεδικασμένο, αφού μόνο το αίτημα της ένδικης αγωγής περί αναγνώρισης ακυρότητας του 8474/2008 ταυτίζεται με εκείνο που κρίθηκε με την 1473/2015 απόφαση του Εφετείου, δεδομένου ότι αναφέρεται στο ίδιο αντικείμενο και στηρίζεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία, ενώ, αντίθετα, δεν υπάρχει ταυτότητα αντικειμένου μεταξύ της πρώτης, από 2.5.2011, αγωγής και της ένδικης αγωγής, αίτημα της οποίας είναι η αναγνώριση της ακυρότητας του 8470/2008 συμβολαίου.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για την από τον αριθ.16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 321, 323 και 324 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα το Εφετείο δέχτηκε ότι η 1473/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αποτελεί δεδικασμένο μόνο ως προς το αίτημα της αγωγής για αναγνώριση της ακυρότητας του 8474/2008 συμβολαίου, ενώ έπρεπε να δεχτεί ότι το δεδικασμένο καλύπτει και το αίτημα της αγωγής για αναγνώριση της ακυρότητας και του 8470/2008 συμβολαίου, καθόσον υπάρχει ταυτότητα διαδίκων και ιστορικής και νομικής αιτίας, είναι αβάσιμος.
Επομένως, πρέπει η υπό κρίση αίτηση ν' απορριφθεί ως προς τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων, κατά παραδοχή δε του δεύτερου λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του τρίτου λόγου αυτής, πρέπει αυτή να γίνει δεκτή ως προς τον τέταρτο αναιρεσείοντα, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση καθ' ο μέρος αφορά την προβληθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος) να αναγνωριστεί η ακυρότητα του ανωτέρω υπ' αριθμ. 8470/2008 συμβολαίου, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, αφού χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παράβολου που κατέθεσαν (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης, λόγω της ήττας τους πρέπει να καταδικαστούν οι τρείς πρώτοι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου και ο αναιρεσίβλητος, στη δικαστική δαπάνη του τέταρτου αναιρεσείοντος, που έχουν υποβάλει προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 17.6.2021 αίτηση του Κ. Μ. και την από 27.7.2020 αίτηση των Π. Λ., Χ. Μ., Α. Μ. και Π. Μ., για αναίρεση της 5402/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Δέχεται την από 17.6.2021 αίτηση του Κ. Μ..
Αναιρεί εν μέρει την 5402/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την εν λόγω απόφαση δικαστές Διατάσσει την επιστροφή του παράβολου στον καταθέσαντα.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Απορρίπτει την από 27.7.2020 αίτηση ως προς τους αναιρεσείοντες Π. Λ., Χ. Μ. και Α. Μ..
Καταδικάζει τους ανωτέρω τρεις αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Δέχεται την ως άνω από 27.7.2020 αίτηση ως προς τον αναιρεσείοντα Π. Μ..
Αναιρεί την 5402/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την εν λόγω απόφαση δικαστές. Διατάσσει την επιστροφή του παράβολου στους καταθέσαντες
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του τέταρτου αναιρεσείοντος που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ