Supreme Court overturns lower court ruling on IT allowance eligibility, requiring specialized IT staff status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court overturned the First Instance Court's dismissal of a claim for IT allowances, ruling the lower court misapplied constitutional equality principles. The plaintiffs argued they were entitled to the allowance as IT staff, while the lower court incorrectly deemed any computer operator role sufficient without specialized IT training or organizational placement. The Court held that the lower court violated statutory conditions requiring specialized IT staff status and organizational placement in IT units, thus reinstating the claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4(1) and 22(1)(b) of the Constitution; Articles 8(11) of Law 2470/1997 and 8(8) of Law 3205/2003; The Supreme Court ruled that granting IT allowances requires the employee to be a specialized IT staff member organically placed in an IT unit, not merely holding a computer operator position.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1080 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1080/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσειόντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" (Ε.Μ.Π.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρύτανη αυτού, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Επιστήμη - Μαρία Μουστακάτου, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)…., και 28). Οι (1ος, 2η, 3η, 4ος, 5ος, 7η, 8η, 11η, 12η, 13η, 14η, 15η, 16η, 18η, 19η, 20ος, 21η, 22η, 23η, 24η, 26η και 27η) εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Χαραλάμπους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Οι λοιποί 6η, 9η, 10η, 17ος, 25η και 28η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/12/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 475/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 4653/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείο Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 25/9/2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Αθανασόπουλος ανέγνωσε την από 9/12/2019 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικολάου Πιπιλίγκα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2, εδάφιο α' και γ' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου, που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτής επιδόθηκε νόμιμα, αφενός στη δικηγόρο Αγγελική Καραμιχαλάκου, η οποία εκπροσώπησε τους αναιρεσίβλητους στην κατ' έφεση δίκη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δηλαδή στην τελευταία συζήτηση της υπόθεσης, η οποία θεωρείται αντίκλητος αυτών και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση σύμφωνα με το άρθρο 6Α του ΚΔ 26/1944 "Κώδικα Νόμων Δικών Δημοσίου", όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσαγόμενη 5994Γ/19-9-2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ζ.
Α., όσο και στη δικηγόρο Ευγενία Χαραλάμπους, που τους εκπροσώπησε στην ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δίκη, όπως επίσης προκύπτει από την προσαγόμενη 5980Γ/19-9-2019 έκθεση επιδόσεως του ίδιου πιο πάνω δικαστικού επιμελητή. Εφόσον όμως οι 6η, 9η, 10η, 17ος, 25η και 28η δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης κατά την πιο πάνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το παρόν δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία των πιο πάνω αναιρεσιβλήτων κατ' εφαρμογή του άρθρου 576 παρ. 2 εδ.
α' και γ' του ΚΠολΔ.
Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζεται, ότι οι 'Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων Πολιτών έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και συνεπώς δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικοτέρου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επιβάλλει την αυτή ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική. Το ίδιο ισχύει και όταν η ειδική νομοθετική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό.
Στη περίπτωση αυτή προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας εφαρμόζεται από το δικαστήριο η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε ειδικά και για εκείνη την κατηγορία, που αδικαιολόγητα αποκλείσθηκε από την εφαρμογή της, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση, που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω συνταγματικής αρχής και κατά συνέπεια το δικαστήριο επιδικάζει την παροχή αυτή και σε εκείνους, που αδικαιολόγητα έχουν εξαιρεθεί, χωρίς η επιδίκαση αυτή να παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, που θεσπίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 26, 74 επ.
και 87 επ. του Συντάγματος (ολ. ΑΠ 16/2015, Ολ. ΑΠ 3/2013). Αυτό δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 80 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, που δεν επιτρέπει την παροχή μισθού, σύνταξης, χορηγίας ή αμοιβής χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο, διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή ρύθμιση (ΑΠ 306/2011).
Ειδικότερη εκδήλωση της καθιερουμένης με την πιο πάνω διάταξη αρχής της ισότητας αποτελεί η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1β' του ισχύοντος Συντάγματος, που εφαρμόζεται επί μισθωτών, που απασχολούνται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 3/1997) και επιβάλλει στο νομοθέτη τη θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζομένους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διάκρισης, εφόσον όμως αυτοί παρέχουν την ίδια ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα (Ολ.ΑΠ 13/2003, ΑΠ 968/2013).
Δεν συντρέχει όμως τέτοια περίπτωση επί συγκεκριμένης, βάσει διάταξης νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών, που κατά τη σχετική ρύθμιση πρέπει να συγκεντρώνει ορισμένες ιδιότητες σε σχέση με άλλη κατηγορία μισθωτών, που δεν συγκεντρώνουν τις ιδιότητες αυτές και οι οποίοι κατά συνέπεια απασχολούνται με διαφορετικούς όρους εργασίας (ΑΠ 357/2016).
Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 40), όπως αυτή ίσχυε κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι τις 31-12-2003, πριν την κατάργησή της από 1-1-2004 με το άρθρο 28 του Ν. 3205/2003 (ΦΕΚ Α' 297) ορίσθηκε, ότι "πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο χορηγούνται και τα εξής τακτικά επιδόματα κατά μήνα: 11.
Επίδομα πληροφορικής για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο ΠΔ 194/1988 (ΦΕΚ 84 Α'), καθώς και στους ηλεκτρονικούς μηχανικούς ασφαλείας εναερίου κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, οριζόμενο κατά ειδικότητα ως εξής:
α) Αναλυτές, προγραμματικές, ηλεκτρονικοί μηχανικοί σε 30.000 δραχμές β) χειριστές - χειρίστριες Η/Υ διατρητικών μηχανών και εισαγωγείς στοιχείων σε 25.000 δραχμές. Σε περίπτωση που ανατίθεται με απόφαση του οικείου Προϊσταμένου Διεύθυνσης η αναπλήρωση των καθηκόντων των προαναφερομένων θέσεων και ειδικοτήτων σε υπαλλήλους αντίστοιχης εξειδίκευσης άλλων κατηγοριών, το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους υπαλλήλους αυτούς με απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.
Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον, εφόσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται στις προαναφερόμενες ειδικότητες με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις υπηρεσίες, που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση. Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται κάθε μήνα βεβαίωση του οικείου Προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση, γ) ειδικά στους κωδικογράφους και στους χειριστές κοπτικών μηχανημάτων, που απασχολούνται κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε οργανωμένα κέντρα πληροφορικής χορηγείται επίδομα οριζόμενο σε 15.000 δραχμές.
Πλην των ανωτέρω περιοριστικά αναφερομένων περιπτώσεων το επίδομα πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ ή προσωπικών υπολογιστών ούτε και σε εκπαιδευτικούς κλάδων πληροφορικής. Στους δικαιούχους του πιο πάνω επιδόματος δεν καταβάλλονται παράλληλα και τα διατηρούμενα με το άρθρο 10 του παρόντος επιδόματα, λόγω ειδικών συνθηκών εργασίας".
Κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 2470/1997 διατηρήθηκαν στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί κατά την έναρξη της ισχύος αυτού, πέραν από τα επιδόματα εορτών και αδείας του άρθρου 9 του ίδιου νόμου, ορισμένα επιδόματα και παροχές μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται το επίδομα πληροφορικής, που είχε χορηγηθεί κατά το παρελθόν με κοινές Υπουργικές Αποφάσεις, ενώ προς άρση κάθε αμφισβήτησης με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίσθηκε ότι "πέραν των ως άνω διατηρουμένων επιδομάτων και παροχών, όλα τα άλλα επιδόματα αμοιβές και αποζημιώσεις, που καταβάλλονται σε υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις αυτού κατά την έναρξη της ισχύος του με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή περιλαμβανομένων και εκείνων, που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής καταργούνται, εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του παρόντος".
Εξάλλου για το επόμενο από 1-1-2004 έως 31-12-2005 ένδικο χρονικό διάστημα ίσχυσε ο Ν. 3205/2003 "μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου Ν.Π.Δ.Δ. και ΟΤΑ κ.τ.λ." (ΦΕΚ Α' 297), ο οποίος με τη σχεδόν ταυτόσημη με την προηγούμενη κατά περιεχόμενο διάταξη του άρθρου 8 αριθ. 8 αυτού όρισε ότι: "εκτός από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο χορηγούνται και τα εξής τακτικά επιδόματα κατά μήνα: [...]8.
επίδομα πληροφορικής για τους ειδικευμένους υπαλλήλους, που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, κέντρα, διευθύνσεις ή τμήματα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα, που ορίζονται στο ΠΔ 50/2001 (ΦΕΚ 39 Α'), καθώς και τους ηλεκτρονικούς μηχανικούς ασφαλείας εναερίου κυκλοφορίας, της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, οριζόμενο κατά ειδικότητα ως εξής:
α) Αναλυτές, Προγραμματιστές ηλεκτρονικοί μηχανικοί σε 88 ευρώ, β) χειριστές - χειρίστριες Η/Υ διατρητικών μηχανών και εισαγωγείς στοιχείων σε 74 ευρώ γ) ειδικά στους κωδικογράφους και στους χειριστές κοπτικών μηχανημάτων, που απασχολούνται κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε οργανωμένα κέντρα πληροφορικής χορηγείται επίδομα οριζόμενο σε 44 ευρώ.
Σε περίπτωση που ανατίθεται με απόφαση του οικείου προϊσταμένου διεύθυνσης η αναπλήρωση των καθηκόντων των προαναφερομένων θέσεων και ειδικοτήτων σε υπαλλήλους αντίστοιχης εξειδίκευσης άλλων κατηγοριών το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους υπαλλήλους αυτούς με απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.
Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον, εφόσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται στις προαναφερόμενες ειδικότητες με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις Υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση. Για την συνδρομή όλων των πιο πάνω προϋποθέσεων εκδίδεται κάθε μήνα βεβαίωση του οικείου Προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση.
Πλην των ανωτέρω περιοριστικά αναφερομένων περιπτώσεων το επίδομα πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ ή προσωπικών υπολογιστών ούτε και σε εκπαιδευτικούς κλάδων πληροφορικής. Στους δικαιούχους του πιο πάνω επιδόματος δεν καταβάλλονται παράλληλα και τα διατηρούμενα με το άρθρο 11 του παρόντος επιδόματος, λόγω ειδικών συνθηκών εργασίας".
Εξάλλου οι διατάξεις των άρθρων 6 και 14 του ΠΔ/τος 50/2001 "καθορισμός των προσόντων διορισμού σε θέσεις φορέων του Δημοσίου Τομέα" (ΦΕΚ Α' 39), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 παρ. 6 του Ν. 2738/1999 θεσπίζουν κλάδους ΠΕ και ΤΕ Πληροφορικής και κατηγορίες ειδικοτήτων υπαλλήλων ανά κλάδο και προβλέπουν ειδικά προς τούτο προσόντα σπουδών για το διορισμό των υπαλλήλων στις αντίστοιχες οργανικές θέσεις.
Διακρίνουν δε σαφώς τους κλάδους αυτούς από τον κλάδο ΔΕ προσωπικού γραμματέων Η/Υ, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 19 του ίδιου ΠΔ/τος για την κάλυψη των οποίων δεν απαιτούνται ειδικά προσόντα ειδίκευσης, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 αυτού στο οποίο παραπέμπει η ως άνω διάταξη του άρθρου 19. Από τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 2470/1997 και στη συνέχεια του Ν. 3205/2003, σαφώς συνάγεται ότι από την έναρξη της ισχύος του πρώτου νόμου (1-1-1997) κατά το άρθρο 33 αυτού καταργήθηκαν μεταξύ άλλων και οι κατά καιρούς εκδοθείσες κοινές Υπουργικές Αποφάσεις με τις οποίες είχε προβλεφθεί η χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων και ότι έκτοτε το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του νόμου αυτού επίδομα πληροφορικής καταβάλλεται υπό διαφορετικές και αυστηρότερες προϋποθέσεις, μόνο σε ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδος πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο ΠΔ/μα 50/2001, ενώ προβλέπεται, ρητά, ότι τούτο δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως στους υπαλλήλους που είναι απλοί χρήστες Η/Υ.
Τέτοια διεύθυνση πληροφορικής έχει συσταθεί και στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο" με το άρθρο 7 Π.Δ./τος 46/1998 "Οργανισμός Διοικητικών Υπηρεσιών του Ε.Μ.Π." (ΦΕΚ Α 51), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 79 παρ. 5 εδ. δ' του Ν. 1566/1985, διαιρούμενη σε τρία τμήματα (Οργάνωσης και Μεθόδων, Ανάλυσης και Σχεδιασμού Συστημάτων και Ανάπτυξης και Συντήρησης Πληροφοριακών Συστημάτων Διοίκησης), ενώ με τα άρθρα 17 και 18 καθορίζονται οι οργανικές θέσεις μονίμου και με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου προσωπικού ανά κλάδο και ειδικότερα.
Η θέσπιση των ως άνω προϋποθέσεων για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής, ειδικά στην ανωτέρω κατηγορία υπαλλήλων δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας συνισταμένη σε διαφορετική μεταχείριση ομοίων καταστάσεων. Αντιθέτως διακρίνει, αφενός μεταξύ των υπαλλήλων οι οποίοι έχουν ειδικά τυπικά προσόντα και κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής προς τους οποίους προβλέπεται η χορήγηση του ως άνω επιδόματος, αφετέρου δε μεταξύ εκείνων, οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές, αλλά απλώς λόγω της τεχνολογικής προόδου χρησιμοποιούν ηλεκτρονικό υπολογιστή κατά την παροχή της εργασίας τους σε διοικητική ή οικονομική θέση, χωρίς τη χρήση του οποίου η προσήκουσα παροχή των υπηρεσιών τους δεν θα ήταν εφικτή, προς τους οποίους απαγορεύεται η χορήγηση επιδόματος.
Η διάκριση αυτή που αναφέρεται σε ανόμοιες περιπτώσεις, βρίσκεται μέσα στα συνταγματικά πλαίσια διαμόρφωσης της πολιτικής περί τους όρους εργασίας και αμοιβής των απασχολουμένων στον ευρύτερο Δημόσιο τομέα και δικαιολογεί την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997 και 8 αριθ. 8 του Ν. 3205/2003, οι οποίοι κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, δικαιολογεί τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος μόνο σε αυτούς και δεν καθιστά την ειδική αυτή ρύθμιση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας με τη μη χορήγηση του επιδόματος σε υπαλλήλους, που δεν έχουν τις ως άνω ιδιότητες και απλώς χειρίζονται ηλεκτρονικούς υπολογιστές στο πλαίσιο της εργασίας τους (ΑΠ 41/2017, ΑΠ 1293/2015, ΑΠ 535/2014, ΑΠ 594/2011, ΑΠ 628/2006, ΣτΕ 1298/2018, ΣτΕ 4375/2012, ΣτΕ 3182/2002).
Τέλος κατά την διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση κατ' αποφάσεων Ειρηνοδικείων, καθώς και κατ' αποφάσεων Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν διαφορετική έννοια από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013 και Ολ. ΑΠ 7/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Στη προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι έχουν προσληφθεί από το εναγόμενο - αναιρεσείον από το έτος 1997 με διαρκώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου ή εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. 'Ότι το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2001 κατατάχθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2839/2000 με απόφαση του αρμοδίου για την πρόσληψη οργάνου και ύστερα από γνωμοδότηση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου σε προσωρινές συνιστώμενες θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, εφόσον εξυπηρετούσαν στην πραγματικότητα πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου. 'Ότι με το άρθρο 17 παρ. 8 του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης και ότι ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.
Ότι από το χρόνο αυτό έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους και προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο στη κατηγορία Π.Ε., Τ.Ε. και Δ.Ε. δικαιούμενοι του επιδόματος πληροφορικής. Ότι το δικαίωμα αυτών να λαμβάνουν το εν λόγω επίδομα για το προηγούμενο της παρούσας χρονικό διάστημα έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου με την 2170/2004 τελεσίδικη απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.
Ότι καθ' όλα τα ένδικα μεταγενέστερα χρονικά διαστήματα οι ενάγοντες προγραμμάτιζαν, εισήγαγαν εντολές και συγκέντρωναν στοιχεία στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της εταιρίας τους προς εξυπηρέτηση των αναγκών της και ασκούσαν κατά κύρια απασχόληση καθήκοντα χειριστών Η/Υ. Ότι η ανάθεση στους ενάγοντες των πιο πάνω καθηκόντων έγινε για την εξυπηρέτηση απολύτως υπηρεσιακών αναγκών του εναγομένου, το οποίο δεν διέθετε τις αναγκαίες οργανικές θέσεις κατόπιν εντολής των προϊσταμένων διεύθυνσης, διότι είχαν τα απαραίτητα από το νόμο προσόντα μεταξύ των οποίων και εμπειρία δύο τουλάχιστον ετών.
Ακολούθως η προσβαλλομένη απόφαση αφού προηγουμένως έκρινε εφαρμόζοντας τη συνταγματική αρχή της ισότητας ότι η ανωτέρω ειδική ρύθμιση του άρθρου 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997 με την οποία αποκλείσθηκε προσωπικό, που προσφέρει την ίδια εργασία εκτός του κλάδου της πληροφορικής εισάγει αδικαιολόγητα δυσμενή διάκριση σε βάρος του προσωπικού αυτού χωρίς τούτο να επιβάλλεται από λόγους γενικοτέρου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος δέχθηκε ότι οι ενάγοντες δικαιούνται το εν λόγω επίδομα πληροφορικής για το επίδικο χρονικό διάστημα που χορηγείται στους χειριστές Η/Υ των κλάδων πληροφορικής του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ.
σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι για τα επίδικα χρονικά διαστήματα δικαιούται ο καθένας εξ αυτών τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά των 25.000 δραχμών ή 73,77 ευρώ μηνιαίως, ως προς τα οποία δεν υπήρχε λόγος έφεσης σχετικά με το ύψος αυτών. Στη συνέχεια το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την περί του αντιθέτου από 1-9-2006 έφεση του εναγομένου επικυρώνοντας την ομοίως αποφανθείσα απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία παραδοχή της κρινόμενης αγωγής, ως βάσιμης κατ' ουσία είχε επιδικάσει ως επίδομα πληροφορικής στον καθένα από τους 1ο έως και την 24η το συνολικό ποσό των 2.656,44 ευρώ για το χρονικό διάστημα, από 1-1-2003 έως τις 31-12-2005 και στις 25η, 26η, 27η και 28η ενάγουσες για την ίδια αιτία τα ποσά των 2.045,02, 1.709,61, 1.761,47 και 1.435,44 ευρώ αντίστοιχα για μικρότερα χρονικά διαστήματα, λόγω λήψης αδείας τοκετού, εντός του ίδιου χρόνου με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Με την κρίση του αυτή το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος περί ισότητας και των άρθρων 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997 και 8 αριθ. 8 του Ν. 3205/2003 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 7, 17 και 18 του ΠΔ/τος 46/1998, αφού εσφαλμένα έκρινε ότι αρκεί για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής στους ενάγοντες η απλή ανάθεση καθηκόντων χειριστή Η/Υ κατά κύρια απασχόληση στο πλαίσιο της εργασίας τους, χωρίς να συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις του αριθμού 11 του άρθρου 8 του Ν. 2407/1997 και του αριθμού 8 του άρθρου 8 του Ν. 3205/2003, δηλαδή χωρίς οι ενάγοντες να είναι ειδικευμένοι υπάλληλοι, που ανήκουν οργανικά σε κλάδο πληροφορικής ούτε να υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και χωρίς να κατέχουν τους απαιτούμενους για την υπηρεσία σε τέτοιες διευθύνσεις τμήματα ή κέντρα πληροφορικής, τίτλους σπουδών αν και τέτοια διεύθυνση έχει ήδη συσταθεί στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με το ΠΔ/μα 46/1998. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Επειδή μετά την αναίρεση της αποφάσεως για τον παραπάνω λόγο, δεν υπάρχει δικονομικώς στάδιο για "περαιτέρω εκδίκαση" της υποθέσεως ενόψει των διατάξεων του άρθρου 380 παρ. 3 κ' 4 του ΚΠολΔ, γι' αυτό παρέλκει η παραπομπή της στο ίδιο ή άλλο ισόβαθμο και ομοειδές Δικαστήριο, ενώ πρέπει για λόγους οικονομίας της δίκης να γίνει δεκτή η από 1-9-2006 έφεση του αναιρεσείοντος να εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση και να απορριφθεί η ένδικη αγωγή από το Δικαστήριο αυτό (Ολ.ΑΠ 25/2001). Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, αφού η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4653/11-4-2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Δέχεται την από 1-9-2006 έφεση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο" κατά τη 475/2006 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Εξαφανίζει την 475/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει την αγωγή.
Απορρίπτει την από 12-12-2002 αγωγή των αναιρεσιβλήτων.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων όλα τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Σεπτεμβρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ