Supreme Court dismisses appeal against final court decision regarding land ownership boundaries and property rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants against the final judgment of the Court of First Instance of Crete regarding a dispute over land ownership boundaries. The appellants argued that specific cadastral maps and documents proved their ownership, but the lower court had already formed its judgment based on a comprehensive evaluation of all evidence, including witness testimonies and expert reports. The Court held that the appeal was inadmissible because the lower court did not rely exclusively on the disputed documents and that the appeal lacked merit given the established facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is inadmissible if the lower court formed its judgment based on a holistic assessment of all evidence rather than solely on the contested documents, and if the appeal fails to demonstrate a violation of substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1080 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1080/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Ανθή Γκάμαρη- Εισηγήτρια , Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 9η Ιανουαρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1. Μ. Ε. Π., κατοίκου ..., 2. Α. Π. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Αλμπανίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων:1.Χ. Π. του Χ., κατοίκου ..., 2.Α. Χ. Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσιο δικηγόρο Ουρανία Μπουρδάκη η οποία ανακάλεσε την από 14-12-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό κατάθεσης 477/25-11-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, από κοινού με την Ε. χήρα Ε. Π.-μητέρα τους, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 223/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 4/2008 του Εφετείου Κρήτης. Η τελευταία απόφαση αναιρέθηκε με την 1067/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Κρήτης. Μετά τη συζήτηση εκδόθηκε η 29/2017 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-6-2017 αίτησή τους και τους από 31-1-2018 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 1-6-2017 αίτηση αναίρεσης και τους από 31-1- 2018 πρόσθετους λόγους αυτής προσβάλλεται η 29/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και αποτελεί κατάληξη, κατά τα όσα ενδιαφέρουν, της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων:
Οι αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, από κοινού με τη μητέρα τους Ε. χα Ε. Π., στη δικονομική θέση της οποίας μετά το θάνατο της έχουν υπεισέλθει οι αναιρεσείοντες ήδη κατά τη διάρκεια της δευτεροβάθμιας δίκης ως κληρονόμοι της, την από 19-11-2003 διεκδικητική αγωγή (που μετατράπηκε σε αναγνωριστική), εδαφικών τμημάτων μεγαλύτερου ακινήτου, στρεφόμενη κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων (και τρίτων μη διαδίκων ,ως προς τους οποίους η αγωγή αφορούσε άλλα διάφορα εδαφικά τμήματα του μεγαλύτερου ακινήτου τους, αριθμούμενα για τις ανάγκες της δίκης από 1 ως και 6 ), με αίτημα, μεταξύ άλλων, την αναγνώριση της συγκυριότητάς τους, με παράγωγο τρόπο (κληρονομιά) άλλως πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) έναντι των ήδη αναιρεσιβλήτων στο με αριθμό 2 εδαφικό τμήμα.
Επί της αγωγής αυτής, και κατόπιν περιορισμού των αιτημάτων, εκδόθηκε η 223/2006 απόφαση , που απέρριψε ως αόριστη την αγωγή ως προς την ταυτότητα του ενιαίου επίδικου ακινήτου και κατόπιν έφεσης των εναγόντων- ήδη αναιρεσειόντων η 4/2008 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία , μετά από την εξαφάνιση της εκκαλούμενης , κατά το μέρος που ενδιαφέρει, δέχθηκε την αγωγή των εναγόντων- αναιρεσειόντων και της μητέρας τους έναντι των ήδη αναιρεσιβλήτων -εναγομένων και αναγνώρισε αυτούς συγκύριους του επίδικου με αριθμό 2 εδαφικού τμήματος, εμβαδού 443,27 τμ, που αποκτήθηκε με έκτακτη χρησικτησία.
Επί αίτησης αναίρεσης που άσκησαν μεταξύ άλλων οι ήδη αναιρεσίβλητοι -εναγόμενοι, εκδόθηκε η 1067/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η παραπάνω απόφαση του Εφετείου ως προς τους ήδη αναιρεσίβλητους-εναγόμενους κατά το μέρος που αφορά, ως άνω; το με αριθμό 2 επίδικο εδαφικό τμήμα για τον από τον αριθμ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο και παραπέμφθηκε η υπόθεση, ακολούθως, προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο .
Το Εφετείο, εκδικάζοντας την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων- εναγόντων κατά το παραπάνω μέρος που αναιρέθηκε, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση και αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση κατά το παραπάνω μέρος, απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος αυτό και δη ως προς το με αριθμό. 2 επίδικο εδαφικό τμήμα έναντι των ήδη αναιρεσιβλήτων ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Η απόφαση αυτή του δικαστηρίου της παραπομπής προσβάλλεται παραδεκτά με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή^ με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.
Παραβιάζονται οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων (ΑΠ Ολομ. 26/2004, ΑΠ 163/2015) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΑΠ Ολομ. 26/2004) ή και όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 635/ 2011, ΑΠ 604/2011, ΑΠ 211/2011).
Πάντως, μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητά στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του Αστικού Κώδικα δεν συνιστά παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, αν στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών (ΑΠ 413/2015).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 215/2016, ΑΠ 84/2008).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι αυτός ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, μεταξύ των άλλων: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την προεκτιθέμενη έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει α) όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς αν υπάρχει ή όχι κενό στη δικαιοπραξία, αν το δικαστήριο έχει προβεί στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, β) όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου και γ) όταν το δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των περιστατικών που έγιναν δεκτά στην έννοια του νόμου (ΑΠ 527/2008).
Εξάλλου, από το άρθρο 68 και 556 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης της αναίρεσης και των κατ' ιδίαν αυτήν λόγων, θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας. Έτσι, αν οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΑΠ 394/2012). Όπως, απορριπτέος ως αλυσιτελής είναι και ο λόγος αναίρεσης που πλήττει αιτιολογία της απόφασης που δεν στηρίζει το διατακτικό της ή προσάπτεται πλημμέλεια για παραδοχή της απόφασης, η οποία δεν επιδρά στο διατακτικό στηριζόμενο αυτοτελώς (και ) σε άλλες παραδοχές, αφού υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1660/2012, ΑΠ 144/2015). Επίσης, αλυσιτελείς είναι oι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1207/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά.
"Δυνάμει των από 5.2.1961 δύο έγγραφων ιδιωτικών συμφωνητικών, οι αδερφοί Ε. Π. του Α. (πατέρας και δικαιοπάροχος των εκκαλούντων - εναγόντων). Χ. Π. του Α. (πατέρας και δικαιοπάροχος των εφεσίβλητων - εναγομένων) και K. Π. του Α., διένειμαν άτυπα μεταξύ τους την κοινή πατρική περιουσία τους. την οποία μέχρι τότε νέμονταν από κοινού, εξ αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρία.
Μεταξύ της περιουσίας αυτής ήταν και ένα ακίνητο, εμβαδού 3.936,80 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." ... του Δήμου 2, το οποίο συνορεύει βόρεια με παλαιά Εθνική Οδό ..., σε πλευρά 35 περίπου μέτρων και πέραν αυτής με ακίνητο των εκκαλούντων - εναγόντων, νότια με ακίνητο του πατέρα και δικαιοπαρόχου των εφεσίβλητων - εναγομένων Χ.
Π. του Α., σε πλευρά επίσης 35 μ. περίπου, ανατολικά με ακίνητο Π. Π., σε πλευρά 100 μ. και δυτικά με χείμαρρο και ακίνητο Χ. Π., όπως το ακίνητο αυτό αποτυπώνεται στο από το μήνα Μάιο - Ιούνιο του έτους 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Χ. Β.. Το ακίνητο αυτό έχει σχήμα περίπου παραλληλόγραμμο και εντός αυτού υφίσταται η πλάτους 6 μέτρων δημοτική οδός....., που το διαχωρίζει σε δύο τμήματα και διατρέχει το ακίνητο από νότο προς βορρά, όπου καταλήγει στην Ε.Ο. ...
και, κατά το χρόνο της άτυπης διανομής είχε, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, τη μορφή του καλλιεργούμενου αγρού. Το ως άνω ακίνητο διαιρείται σε 6 τμήματα, μεταξύ των οποίων το τμήμα 2 (επίδικο), το οποίο ορίζεται με τα στοιχεία 59, 60, 61, 62, 42 και 59 στο ως άνω διάγραμμα, έχει εμβαδόν 443,27 τ.μ. και συνορεύει βόρεια, σε πλευρά μήκους 28,75 μ., με το με αρίθμηση 1 τμήμα (ιδιοκτησίας των εναγόντων, που δεν αμφισβητείται), νότια, σε μήκος 25,61 μ.
με "δέτη", δηλαδή με φυσικό ανάχωμα, λόγω της υψομετρικής διαφοράς και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Χ. Π. του Α., ανατολικά σε πλευρά μήκους 16,59 μ. με ιδιοκτησία Π. Π. και δυτικά, σε πλευρά μήκους 7,42 + 9,33 μ., με "δημοτική οδό .....". Μεταξύ των ακινήτων που έλαβε στη μερίδα του ο Ε. Π. του Α. (δικαιοπάροχος των εκκαλούντων - εναγόντων) είναι, σύμφωνα με τα ως άνω ιδιωτικά συμφωνητικά : 1) "...
η οικία στην οποία κάθεται ..." και 2) "τον κήπο, έξωθεν της οικίας του και το αμπέλι μέχρι και της εισόδου του κήπου του Χ.", μεταξύ δε των ακινήτων που έλαβε στη μερίδα του ο Χ. Π. του Α. (δικαιοπάροχος των εφεσίβλητων - εναγομένων), είναι : 1) "... το σπίτι που κάθεται με ό,τι περιέχει τριγύρω" και 2) κάτωθεν της οικίας του από το αμπέλι του κήπου μέχρι της εισόδου του κήπου του, τον κήπο κάτωθεν της οικίας του και τη σταφίδα της Ζ., δίπλα στον κήπο, επίσης άνωθεν της οικίας του το αμπέλι το παλιό μέχρι του δημόσιου δρόμου του Σ.".
Η περιγραφή αυτή δεν είναι σαφής, όμως οι ως άνω συμβαλλόμενοι γνώριζαν τα όρια των διανεμηθέντων ακινήτων και έκτοτε καθένας από αυτούς άρχισε να τα νέμεται με διάνοια κυρίου, για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό. Η περιγραφή "...τον κήπο κάτωθεν της οικίας του...", στα ακίνητα που λαμβάνει ο Χ., προφανώς αναφέρεται στην υψομετρική διαφορά που υπήρχε, λόγω του φυσικού πρανούς, ανάμεσα στο τμήμα του ακινήτου που βρισκόταν η οικία του Χ.
και στο τμήμα του "αμπελιού", που ήταν συνεχόμενο με το τμήμα 1, που έλαβε ο Ε. (ήτοι ο "κήπος, έξωθεν της οικίας του και το αμπέλι μέχρι και της εισόδου του κήπου του Χ."), η κυριότητα του οποίου ουδέποτε αμφισβητήθηκε και ουδέποτε αποτέλεσε αντικείμενο της παρούσας δίκης. Επίσης, η περιγραφή αυτή καταδεικνύει αφενός μεν ότι, το αμπέλι που λαμβάνει ο Ε., δεν περιλαμβάνει ολόκληρη την έκταση μέχρι το πρανές, αλλά αυτή μέχρι της εισόδου του κήπου του Χ., αφετέρου δε ότι ο Χ.ς λαμβάνει, εκτός από το ακίνητο που βρίσκεται η οικία του, άλλα τρία ακίνητα και μεταξύ άλλων "κάτωθεν της οικίας του, το αμπέλι του κήπου μέχρι της εισόδου του κήπου του", το οποίο προφανώς είναι συνεχόμενο με το αμπέλι του Ε..
Στην άκρη του ως άνω αναφερόμενου πρανούς ("φρύδι") υπάρχει κτίσμα, το οποίο είναι η οικία που έλαβε ο Χ. Π. κατά την ως άνω άτυπη διανομή. Εντός του συνολικού ως άνω ακινήτου και σχεδόν παράλληλα με το χείμαρρο, που βρίσκεται στο δυτικό όριο, υπάρχει μονοπάτι με κατεύθυνση βορράς - νότος, που καταλήγει στο πρανές και, με μορφή βαθμίδας, ανέρχεται στην οικία του Χ.
Π.. Επίσης, στο σημείο που αρχίζει η βαθμίδα ανόδου στο πρανές και στο σημείο όπου το πρανές στρέφεται νοτιοδυτικά, υπάρχει μικρός δρόμος, πλάτους 1,5 μέτρου περίπου, που οδηγεί σε δυτικό ευρισκόμενο κήπο. Η οικία και το ακίνητο του Χ. Π. εξυπηρετείται από άλλο δρόμο, πλάτους περίπου 3 μέτρων, που καταλήγει νοτιότερα σε δημοτικό δρόμο.
Η μορφή αυτή του ακινήτου και της γύρω περιοχής, εμφαίνεται σε αεροφωτογραφία της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού του έτους 1960, ερμηνεία της οποίας περιλαμβάνεται στην από το μήνα Δεκέμβριο 2003 έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Ι. Σ., μαζί με ερμηνεία αεροφωτογραφιών της περιοχής των ετών 1945, 1972, 1981, 1983, 1989 και 1994, η οποία διενεργήθηκε με αίτημα των εκκαλούντων - εναγόντων και εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο, κατ' άρθρο 390 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Κατά την ίδια έκθεση, από αεροφωτογραφία του έτους 1945 προκύπτει ότι το φυσικό πρανές διαχώριζε αδιάβατα και χωρίς επικοινωνία τα εκατέρωθεν αυτού ακίνητα και ότι δεν υφίστατο το μονοπάτι, ούτε η πιο πάνω οικία. Η πρώτη φορά που εμφανίζεται μονοπάτι, είναι το 1961, μετά την άτυπη διανομή μεταξύ των δύο αδερφών και προφανώς δημιουργήθηκε για τη διέλευση του Χ.
Π. από την οικία του στον "κήπο κάτωθεν της οικίας του", που διαχωριζόταν από το φυσικό πρανές. Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι, η έκταση που βρισκόταν μπροστά από την οικία του Ε., ο οποίος κατά το χρόνο της διανομής είχε τη μορφή καλλιεργούμενου αγρού ("αμπέλι") και αναφέρεται στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό ως "κήπος", διανεμήθηκε μεταξύ των δύο αδερφών κατά τον παραπάνω τρόπο, δηλαδή ο Ε.
έλαβε το μεγάλο βορειοδυτικό τμήμα "μέχρι τον κήπο του Χ." (τμήμα 1, η κυριότητα του οποίου δεν αμφισβητείται), ο δε Χ. έλαβε το επίδικο τμήμα 2 (ήτοι "τον κήπο κάτωθεν της οικίας του", που αποτελεί το νοτιοδυτικό όριο του τμήματος 1). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, δυνάμει του από 31.7.1969 καταστατικού, οι αδερφοί Π. (Ε., Κ.
και Χ.), συνέστησαν ομόρρυθμη εταιρία 20ετούς διάρκειας, με την επωνυμία "... ΟΕ" και αντικείμενο την εκμετάλλευση ελαιοτριβείου, εκπρόσωπος δε αυτής ορίστηκε ο Ε. Π., ο οποίος ήταν και ο μεγαλύτερος αδερφός. Για την ανέγερση του ελαιοτριβείου, ανατέθηκε η εκπόνηση μελέτης στο μηχανικό Χ. Τ., ο οποίος τοποθέτησε ro υπό ανέγερση ελαιοτριβείο εντός του επίδικου με αριθμό 2 τμήματος, πλησίον του πρανούς και ακολούθως, με επιμέλεια του Ε.
Π., οικοδομήθηκε το ελαιοτριβείο στο νότιο τμήμα αυτού, δυτικά δε του ελαιοτριβείου, δημιουργήθηκε πλάτωμα προς διευκόλυνση στάθμευσης των οχημάτων, που ενεργούσαν μεταφορές από και προς το ελαιοτριβείο. Το μονοπάτι, που αρχικά είχε μήκος 100 περίπου μέτρα, διαπλατύνθηκε σε δρόμο, πλάτους 2,5 - 3 μέτρων και διαστρώθηκε με πλάκες, συνδέοντας το άνω πλάτωμα και το πρανές με την ΠΕΟ ....
Με το πλάτωμα και το δρόμο αυτό, επικοινωνούσε η οικία του Χ. Π. μέσω της, κατά τα ανωτέρω διαμορφωμένης, βαθμίδας, στο πρανές. Τα παραπάνω εμφαίνονται στην αεροφωτογραφία του έτους 1972. Στο ως άνω αναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα του Χ. Τ., που συνοδεύει την υπ' αριθμό 804/1969 άδεια της πολεοδομίας το ακίνητο, όπου ανεγέρθηκε το ελαιοτριβείο, φέρεται ως "ακίνητο Α.
Α. Π." και η άδεια εκδόθηκε επίσης στο όνομα των "Α. Π.". Μετά το θάνατο του Ε. Π. (19.10.1970), δυνάμει του από 18.9.1971 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης καταστατικού, αφ' ενός μεν υπεισήλθαν στη θέση του αποβιώσαντος οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήτοι η σύζυγος του Ν. (Ε. χήρα Ε. Π.) και τα τέκνα του Μ. και Α.
Π. (εκκαλούντες) κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου η σύζυγος και κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου καθένα από τα τέκνα, αφ' ετέρου δε ορίστηκαν εκπρόσωποι της εταιρίας τα αδέρφια του Χ. και Κ. Π. ενώ, μετά την κατά το έτος 1980 αποχώρηση του Κωνσταντίνου από την εταιρία, εκπρόσωπος αυτής ορίστηκε αποκλειστικά ο Χ. Π. του Α..
Η λειτουργία του ελαιοτριβείου συνεχίστηκε μέχρι το έτος 1989, οπότε λύθηκε η ομόρρυθμη εταιρία και ο Χ. Π. ίδρυσε άλλη εταιρία με έτερους συγγενείς του και με συναφές αντικείμενο, επεξέτεινε δε τις εγκαταστάσεις του ελαιουργείου σε όμορο ακίνητο του, δυτικά και νότια του ήδη υπάρχοντος. Μετά τη λύση της εταιρίας και λόγω οικονομικών διαφορών, που προέκυψαν από τη λειτουργία του ελαιουργείου, ξεκίνησαν οι έριδες και οι προστριβές και δικαστικές διενέξεις μεταξύ των διαδίκων, που διεκδικούσαν για τον εαυτό τους τμήματα του ως άνω ενιαίου ακινήτου και ειδικότερα τμήματα όμορα με αυτό στο οποίο είχε ανεγερθεί και λειτουργούσε το ελαιουργείο.
Ειδικότερα, δυνάμει της υπ' αριθμό 47/1992 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χανίων (Ασφαλιστικά μέτρα), που εκδόθηκε επί αντίθετων αιτήσεων των διαδίκων, ο Χ. Π. του Χ. αναγνωρίστηκε προσωρινά νομέας εδαφικής λωρίδας μήκους 35 μ. και πλάτους 3,5 μέτρων, που βρίσκεται μεταξύ του βόρειου τοίχου του ελαιουργείου και της νότιας πλευράς του τμήματος 1 του όλου ακινήτου, επειδή κρίθηκε ότι, παρόλο που, μέχρι το Σεπτέμβριο του 1989, οπότε λύθηκε η εταιρία, συννομείς του (εκεί) επιδίκου ήταν οι εκκαλούντες - ενάγοντες, μετά τη λύση της εταιρίας ο Χ.
Π. (δικαιοπάροχος των καλούντων - εφεσίβλητων - εναγομένων) χρησιμοποιούσε ατομικά με διάνοια κυρίου το ελαιουργείο και την επίδικη λωρίδα. Στην ως άνω απόφαση (βλ. αρχή 3ου φύλλου), ρητά αναφέρεται ότι, το ελαιουργείο που εκμεταλλευόταν η εταιρία " .....", είχε ανεγερθεί σε οικόπεδο του Χ. Π., η δε (εκεί) επίδικη εδαφολωρίδα, δεν αποτελούσε τμήμα του οικοπέδου αυτού, αλλά εκτεινόταν βορείως αυτού.
Συγκεκριμένα, κατά το διατακτικό της ως άνω απόφασης, "η επίδικη εδαφολωρίδα συνορεύει βόρεια με ακίνητο των αιτούντων της 167/1991 αίτησης (εκκαλούντων - εναγόντων), νότια με ακίνητο του Χ. Π. (δικαιοπαρόχου των καλούντων - εφεσίβλητων - εναγομένων) ...... Στην κρίση αυτή κατέληξε το δικαστήριο από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα και αδερφού των Ε.
και Χ. Π., Κωνσταντίνου, ο οποίος γνώριζε εξ ιδίων την κατάσταση και σαφώς βεβαίωσε ότι, το ακίνητο (επίδικο με αριθμό 2), όπου ήταν κτισμένο το ελαιουργείο, είναι του Χ. Π. του Α.. Η κατάθεση αυτή εναρμονίζεται με το από μηνός Νοεμβρίου 1986 τοπογραφικό, το οποίο συντάχθηκε κατόπιν αίτησης των εκκαλούντων - εναγόντων και υποβλήθηκε από αυτούς, προς έγκριση καταλληλότητας στον EOT για τουριστική εκμετάλλευση, στο οποίο αναφέρεται ότι, η έκταση ολόκληρου του ακινήτου τους, ανέρχεται σε 3.698,86 τ.μ. (και όχι σε 4 περίπου στρέμματα, όπως αναφέρεται στην υπό κρίση αγωγή, εμβαδόν το οποίο προκύπτει αν αφαιρεθεί από το αιτούμενο στην υπό κρίση αγωγή ενιαίο ακίνητο των 4 περίπου στρεμμάτων, η έκταση του επίδικου με αριθμό 2 ακίνητο, εμβαδού 443,27 τ.μ.,) και ότι ανατολικά συνορεύει σε πλευρά 88,40 μ. (και όχι 100 περίπου μέτρων, όπως αναφέρουν με την υπό κρίση αγωγή) με ιδιοκτησία Π.
Π. (και το οποίο προκύπτει εάν αφαιρεθεί, από το σύνολο των 100 μ., η ανατολική πλευρά του επίδικου τμήματος 2, που είναι 16,59 μ. περίπου). Κυρίως, όμως, το γεγονός ότι, το με αριθμό 2 επίδικο τμήμα, στο οποίο ήταν κτισμένο το ελαιουργείο, ανήκε κατά την άτυπη διανομή στο ""Χ. Π. του Α., προκύπτει από την εξώδικη ομολογία των έκκαλούντων - εναγόντων που υπάρχει στη με αριθμό κατάθεσης 414/23.3.95 διεκδικητική αγωγή, που κατέθεσαν αυτοί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστούν συγκύριοι και να τους αποδοθεί "ένα αγροτικό ακίνητο στη θέση Κάτω Σταλός, .....εμβαδού 122,50 τ.μ.
περίπου (35 μ. x 3,5 μ.), που βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα του όλου ακινήτου τους και συνορεύει βόρεια σε πλευρά 35 μ. και δυτικά σε πλευρά 3,5 μ. με λοιπή ιδιοκτησία τους (δηλαδή το τμήμα 1, μη αμφισβητούμενο τμήμα του όλου ακινήτου), νότια σε πλευρά 35 μ. με ιδιοκτησία του εναγομένου (Χ. Π. του Α.) και συγκεκριμένα με την ευθεία που οριοθετεί ο βορινός τοίχος του εκεί ευρισκόμενου ελαιοτριβείου και ανατολικά, σε πλευρά 3,5 μ., με ιδιοκτησία Π.
Π.. Ακόμη, στη με αριθμό κατάθεσης 89/23.2.98 αγωγή διανομής που άσκησαν οι εκκαλούντες - ενάγοντες ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων σε βάρος των εκκαλούντων - εναγομένων Χ. Π. του Α., Χ. Π. του Χ. και Δήμου ..., ζητούσαν τη διανομή και του επίδικου με αριθμό 2 τμήματος, εμβαδού 585,28 τ.μ., για το οποίο ανέφεραν ότι, οι ίδιοι τυγχάνουν κύριοι, νομείς και κάτοχοι αυτού κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, γεγονός που θέτει σε αμφιβολία την επικαλούμενη με την υπό κρίση αγωγή αποκλειστική τους κυριότητα.
Τέλος, με το με αριθμό πρωτοκόλλου 795/13.4.88 έγγραφο τους προς το Δήμαρχο ..., οι εκκαλούντες - ενάγοντες αναφέρουν ότι, τυγχάνουν ιδιοκτήτες μετά του Χ. Π. του ελαιουργείου "..." και ότι, μετά την οριστική διάλυση της εταιρίας, κάθε ακίνητο που παραχωρήθηκε στην εταιρία, για τους σκοπούς της λειτουργίας της, επιστρέφει, σύμφωνα με το νόμο, στους ιδιοκτήτες συνεταίρους.
Ρητά δε αναφέρουν ότι "Το οικόπεδο του ελαιουργείου επιστρέφει στον ιδιοκτήτη του Χρ. Π.". Τα παραπάνω δικόγραφα και έγγραφο αποτελούν εξώδικη ομολογία των εναγόντων περί της κυριότητας του Χ. Π. επί του με αριθμό 2 ακινήτου, το οποίο έλαβε αυτός κατά την από το 1961 άτυπη διανομή, η οποία εκτιμάται ελεύθερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 352 ΚΠολΔ.
Οι εκκαλούντες - ενάγοντες παραδεκτά, κατ' άρθρο 354 ΚΠολΔ, ανακαλούν με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης, την εξώδικη ομολογία που συνάγεται από τα παραπάνω έγγραφα, τα οποία ρητά αναφέρονται στην υπ' αριθμό 1067/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου και τα οποία δεν προκύπτει αδιάστικτα ότι λήφθηκαν υπ' όψιν από την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμό 4/2008 απόφαση του παρόντος καθόσον, σύμφωνα με την παραπάνο) διάταξη, η ομολογία ανακαλείται σε οποιαδήποτε στάση της δίκης, ήτοι και ενώπιον του Εφετείου, με δήλωση του ομολογήσαντος που περιέχεται, μεταξύ άλλων, στις προτάσεις, μη υποκείμενη σε οποιοδήποτε χρονικό περιορισμό εκ των διατάξεων των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ, αφού αυτή δεν ενέχει προβολή νέου πραγματικού ισχυρισμού (ΑΠ 319/2015 α' δημ.
ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, προς ανάκληση της εξώδικης ομολογίας, οι καθ' ων η κλήση - εκκαλούντες - ενάγοντες, ισχυρίζονται τα εξής: 1) ως προς τη με αριθμό κατάθεσης 414/1995 αναγνωριστική αγωγή ότι, από την εκτίμηση του πλήρους κειμένου της αγωγής, συνάγεται ως περιεχόμενος σε αυτήν ισχυρισμός περί συγκυριότητας σε όλη την ενιαία έκταση, στην οποία περιλαμβανόταν, συνεπώς, όχι μόνο η επιφάνεια των 122,5 τ.μ., που κατέστη επίδικη, αλλά και η έκταση στην οποία είχε ανεγερθεί το κτίσμα του ελαιουργείου (ακίνητο 2 της υπό κρίση αγωγής), η δε ειδικότερη οριοθέτηση της έκτασης των 122,5 τ.μ., ως προς το βόρειο όριο, κατά τη σύνταξη της αγωγής εκείνης, οφείλεται σε πταίσμα του συντάξαντος το δικόγραφο δικηγόρου, ο οποίος δεν ακολούθησε πιστά τις οδηγίες τους, ως προς τα όρια του επίδικου ακινήτου.
Ότι, όταν οι εκκαλούντες - ενάγοντες διαπίστωσαν την ανακρίβεια που περιείχε το ως άνω δικόγραφο, έδωσαν εντολή στο συντάξαντα δικηγόρο να μη συζητηθεί η υπόθεση κατά την ορισθείσα δικάσιμο, όπως και έγινε, ουδέποτε δε επισπεύσθηκε η συζήτηση αυτή, γεγονός που μαρτυρεί ότι, δεν υπήρξε εμμονή των εκκαλούντων στο περιεχόμενο των αναφερόμενων στην αγωγή ισχυρισμών, ούτε μπορεί να συναχθεί από αυτήν ομολογία τους, ως προς το ότι η, πέραν της βόρειας πλευράς του ελαιουργείου, έκταση, που ταυτίζεται με το υπ' αριθμό 2 επίδικο τμήμα, αποτελεί ιδιοκτησία του Χ.
Π. του Α.. Όμως, από την ανάγνωση του ως άνω δικογράφου, ουδόλως συνάγεται ισχυρισμός των εκκαλούντων - εναγόντων περί δικής τους αποκλειστικής κυριότητας όλης της ενιαίας έκτασης, στην οποία περιλαμβανόταν, κατά τους σημερινούς ισχυρισμούς τους, όχι μόνο η (τότε επίδικη) εδαφολωρίδα των 122,5 τ.μ., αλλά και η έκταση στην οποία είχε ανεγερθεί το κτίσμα του ελαιουργείου (νυν επίδικο με αριθμό 2 τμήμα).
Και τούτο διότι, τόσο στο ιστορικό, όσο και στο αιτητικό της αγωγής, η επίδικη εδαφολωρίδα περιγράφεται με σαφήνεια, ενώ από κανένα σημείο της αγωγής, δεν υπάρχει ισχυρισμός περί συγκυριότητας του εν προκειμένω επίδικου υπ' αριθμό 2 ακινήτου, αλλά ούτε και οποιαδήποτε αναφορά σε αυτό, ενώ ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, ως προς την περιγραφή της επίδικης εδαφικής λωρίδας των 122,50 τ.μ.
Εξάλλου, η περιγραφή αυτή είναι ταυτόσημη, ως προς τα όρια ("προς βορρά με ακίνητο των εκκαλούντων και προς νότο με ακίνητο Χ. Π.") με αυτήν της ως άνω με αριθμό κατάθεσης 414/95 αγωγής. Ομοίως, στη με αριθμό κατάθεσης 167/91 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής των εκκαλούντων - εναγόντων, ουδόλως υπήρχε οποιαδήποτε νύξη περί κυριότητας αυτών επί του με αριθμό 2 επίδικου τμήματος, επί του οποίου είχε ανεγερθεί το ελαιουργείο. 2) ως προς τη με αριθμό κατάθεσης 89/1998 αγωγή διανομής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, οι εκκαλούντες - ενάγοντες εκθέτουν ότι, ναι μεν στο αιτητικό ζητούν τη διανομή και του με αριθμό 2 επίδικου τμήματος, πλην όμως στο ιστορικό αυτής επικαλούνται αρχικά δική τους αποκλειστική κυριότητα επ' αυτού και εν συνεχεία συνένωση με έτερο εδαφικό τμήμα που παραχώρησε ο Χ.
Π. του Α. για τη λειτουργία του ελαιουργείου και ότι, ο συντάκτης της αγωγής διανομής δικηγόρος "για λόγους που μόνο αυτός γνωρίζει", θεώρησε ότι υπάρχει κοινωνία δικαιώματος επί των ως άνω ακινήτων και ζήτησε τη διανομή τόσο αυτού των 585,28 τ.μ. των εναγόντων, όσο και εκείνου των 150 τ.μ. των εναγομένων και ότι, εν πάσει περιπτώσει, η αγωγή εκείνη απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και 3) ως προς τη με αριθμό πρωτοκόλλου 795/1988 επιστολή τους προς τον Κοινοτάρχη ..., την οποία συνέταξαν οι ίδιοι προσωπικά και στην οποία ρητά αναφέρουν ότι, μετά τη λύση της εταιρίας, το ακίνητο, όπου ανεγέρθηκε το ελαιουργείο, επιστρέφεται στον ιδιοκτήτη Χ.
Π. του Α., οι εκκαλούντες ισχυρίζονται τώρα ότι, ως "οικόπεδο του ελαιουργείου" δεν εννοούσαν το με αριθμό 2 επίδικο τμήμα, όπου είχε κτιστεί το ελαιουργείο, αλλά το όμορο αυτού με αριθμό 4 τμήμα (το οποίο, σημειωτέον, οι εκκαλούντες - ενάγοντες επίσης διεκδικούσαν με την υπό κρίση αγωγή), που είχε παραχωρήσει ο Χ.
Π. του Α. στην εταιρία κατά χρήση και το οποίο αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της όμορης προς νότο ιδιοκτησίας του. Ο ισχυρισμός αυτός, δηλαδή η από παραδρομή ομολογία περί του ότι, το με αριθμό 2 επίδικο ακίνητο ανήκε, μετά την από μηνός Μαΐου 1961 άτυπη διανομή, στο Χ. Π. του Α. και όχι στο δικαιοπάροχο τους Ε.
Π. του Α., πέραν του ότι αντιβαίνει στην κοινή λογική, ουδόλως κρίνεται βάσιμος από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού. Ειδικότερα, από την εκτίμηση των ως άνω αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων αποδεικνύεται, όπως ήδη αναφέρθηκε ότι, το επίδικο τμήμα 2, είναι ένα από τα ακίνητα που έλαβε, κατά την από 5.2.61 άτυπη διανομή, ο Χ.
Π. του Α., ο οποίος έλαβε 3 τμήματα (ήτοι "κάτωθεν της οικίας του από το αμπέλι του κήπου μέχρι της εισόδου του κήπου του, τον κήπο κάτωθεν της οικίας του και τη σταφίδα της Ζ."), ενώ το αμπέλι που έλαβε ο Ε. Π. του Α., έφτανε μέχρι το την είσοδο του κήπου του Χ.. Επομένως, τα τμήματα 1 και 2 ήταν μεν συνεχόμενα, δηλαδή αποτελούσαν αρχικά ενιαίο αμπελώνα, πλην όμως κατά την άτυπη διανομή χωρίστηκαν σε δύο τμήματα και έλαβαν ο μεν Ε.
το τμήμα 1, ο δε Χ.ς το τμήμα 2, όπου αργότερα ανεγέρθηκε το ελαιουργείο. Εξάλλου, στον από το έτος 1988 κτηματολογικό πίνακα Σ. ..., ιδιοκτήτες του επίδικου τμήματος φέρονται όχι ο Ε. Π. του Α., ούτε ο Α. Π. του Ε. (β' εκκαλών - ενάγων) όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, αλλά "οι κληρονόμοι Α. Π.", δηλαδή τα αδέρφια Ε., Χ.
και Κ. Π. του Α..
Περαιτέρω, το γεγονός ότι, το επίδικο υπ' αριθμό 2 τμήμα, δεν έλαβε κατά την άτυπη διανομή ο δικαιοπάροχος τους, γνώριζαν και αποδεχόταν οι εκκαλούντες - ενάγοντες, προκύπτει και από την υπ' αριθμό ....6/16.3.1979 αρχική δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Γ. Μ., με την οποία οι ενάγοντες αποδέχτηκαν την κληρονομιά του Ε.
Π. του Α., η οποία αποτελούνταν και από ένα ακίνητο, κείμενο στην κτηματική περιφέρεια ..., μετά της επ' αυτού παλαιάς οικίας, υφισταμένης προ του 1920, εμβαδού 150 τ.μ., κτισμένη επί οικοπέδου επιφάνειας 1.056 τ.μ.. Εν συνεχεία, δυνάμει της υπ' αριθμό ....78/85 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας συμβολαιογράφου, οι εκκαλούντες - ενάγοντες αποδέχθηκαν την ενιαία επίδικη έκταση, εμβαδού όμως 3.698,86 τμ., στην οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν περιλαμβανόταν η έκταση του επίδικου υπ' αριθμό 2 τμήματος, όπου βρισκόταν το ελαιουργείο.
Ακολούθως, με την υπ' αριθμό 20326/97 δήλωση διόρθωσης της υπ' αριθμό .....6/1979 αρχικής δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Μ. Κ., διόρθωσαν το εμβαδόν του οικοπέδου, στο οποίο υπήρχε κτισμένη η οικία του Ε. Π., από 1.056 τ.μ. σε 1.529,95 τ.μ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, δυνάμει του υπ' αριθμό 213/2003 πρακτικού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, δημοσιεύτηκε η φερόμενη ως γνήσια από μηνός Φεβρουαρίου 1969 ιδιόγραφη διαθήκη του θανόντος το έτος 1970 Ε.
Π. του Α., η οποία κηρύχθηκε κύρια, δυνάμει της υπ' αριθμό 215/2003 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου. Σύμφωνα με την ως άνω διαθήκη, ο αποβιώσας φέρεται ότι κατέλειπε στους ενάγοντες τμήματα του ενιαίου στην αγωγή αναφερόμενου ακινήτου, μεταξύ των οποίων και το με αριθμό 2 επίδικο τμήμα. Όμως, οι ενάγοντες δεν κατέστησαν κύριοι του επιδίκου ούτε με παράγωγο τρόπο, αφού ο δικαιοπάροχος τους δεν είχε αποκτήσει το επίδικο ακίνητο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον ουδόλως αποδείχθηκε ότι, ο τελευταίος νεμόταν αυτό από το έτος 1945, από άτυπη παραχώρηση από τον πατέρα του, έως το έτος 1970, οπότε απεβίωσε.
Εξάλλου, στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι, με την από 15.4.09 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Μ. Μ. Κ., που διορίστηκε δυνάμει της υπ' αριθμό 628/08 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, η ως άνω διαθήκη κρίθηκε ότι ήταν πλαστή, ενώ δυνάμει της υπ' αριθμό 213/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης, οι καθ' ων η κλήση - εκκαλούντες - ενάγοντες Α.
και Μ. Π. του Ε., κηρύχθηκαν ένοχοι για πλαστογραφία μετά χρήσης και κατά συναυτουργία, ως έχοντες καταρτίσει από κοινού την ως άνω διαθήκη, θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του πατέρα τους Ε. Π., με την οποία (διαθήκη) φέρεται ο θανών να τους εγκαθιστά κληρονόμους του, μεταξύ άλλων, και σε ένα ακίνητο έκτασης 4 στρεμμάτων περίπου.
Σημειωτέον ότι, κατά της ως άνω απόφασης, ασκήθηκε έφεση και ήδη εκκρεμεί η εκδίκασή της.
Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι, το με αριθμό 2 επίδικο εδαφικό τμήμα, νεμόταν και κατείχε με διάνοια κυρίου από το χρόνο της άτυπης διανομής (1961), ο Χ. Π. του Α., ασκώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες σε αυτό πράξεις νομής και κατοχής, ήτοι αρχικά καλλιεργώντας το με αμπέλι και άλλα κηπευτικά και εν συνεχεία, από το έτος 1969 παραχωρώντας αυτό στην εταιρία "..." για την ανέγερση του ελαιουργείου, ως χρησιδάνειο, χωρίς καμία δικαστική ή άλλη αμφισβήτηση, μέχρι τουλάχιστον το έτος 1991, οπότε ασκήθηκαν εκατέρωθεν οι με αριθμούς κατάθεσης 166 και 167/91 αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων και ξεκίνησαν οι εν γένει δικαστικές διαμάχες και συγκρούσεις μεταξύ των δύο διάδικων πλευρών και, επομένως αυτός κατέστη κύριος του επιδίκου, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Η νομή του Χ. Π. του Α. επί του επιδίκου συνεχίστηκε μέχρι το έτος 1999, η κτηθείσα δε από αυτόν κυριότητα, αναγνωρίστηκε δυνάμει της υπ' αριθμό 2/2000 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που εκδόθηκε ερήμην της εναγόμενης θυγατέρας του Α.. Ειδικότερα, με την ως άνω απόφαση, ο Χ. Π. του Α. αναγνωρίστηκε κύριος ενός ακινήτου 2.432,09 τ.μ., εντός του οποίου περιέχεται το επίδικο τμήμα με αριθμό 2 και αναγράφηκε κύριος αυτού στο κτηματολόγιο.
Εν συνεχεία και έχοντας ως τίτλο κυριότητας την παραπάνω απόφαση, μεταβίβασε, δυνάμει του υπ' αριθμό ...45/03 συμβολαίου γονικής παροχής και δωρεάς εν ζωή ψιλής κυριότητας της τέως συμβολαιογράφου Α. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα, τη μεν ψιλή κυριότητα του επιδίκου, μαζί με το ελαιουργείο, ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, στη β' καλούσα - γ' εφεσίβλητη - δ' εναγομένη Α.
Π., τη δε επικαρπία αυτού στους α' καλούνται - β' εφεσίβλητο - γ' εναγόμενο Χ. Π. του Χ..
Συνεπώς οι καλούντες - εφεσίβλητοι - εναγόμενοι, έχουν καταστεί ο μεν α' επικαρπωτής η δε β' ψιλή κυρία του επίδικου υπ' αριθμό 2 τμήματος".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε , όπως προεκτέθηκε στην αρχή της παρούσας, την αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αναιρεσειόντων (και της αρχικής ενάγουσας μητέρας τους) ως προς το επίδικο με αριθμό 2 εδαφικό τμήμα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Ειδικότερα, δεν δέχθηκε ότι οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι του επίδικου, με παράγωγο τρόπο (κληρονομιά του αποβιώσαντος το 1970 συζύγου και πατέρα τους αντίστοιχα, Ε.
Π., αληθούς κυρίου, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, με μεταγραφή της συμβολαιογραφικής δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς), ούτε με έκτακτη χρησικτησία (από το 1970 ως το 1996 οι ενάγοντες με την προσμέτρηση της νομής του δικαοπαρόχου τους από το 1961), καθόσον ως προς την πρώτη βάση, δεν δέχθηκε 'ότι ο δικαιοπάροχος τους κατά το χρόνο του θανάτου του είχε αποκτήσει την κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, διότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτός νεμόταν το επίδικο από το έτος 1945, μετά από άτυπη παραχώρηση από τον πατέρα του , ούτε από το 1961 και εντεύθεν, κατόπιν περιέλευσης σ' αυτόν από την άτυπη διανομή μεταξύ των αδελφών του της πατρικής περιουσίας, όπως ισχυρίστηκαν στην αγωγή, ούτε οι ενάγοντες, κατά τη βάση της έκτακτης χρησικτησίας, άσκησαν ποτέ πράξεις νομής επί του επίδικου (ο χρόνος άλλωστε της οποίας δεν αρκεί για την συμπλήρωση 20ετίας),.
Αντίθετα, δέχθηκε ότι το επίδικο, μετά από την άτυπη διανομή το 1961 της πατρικής περιουσίας μεταξύ των αδελφών Ε. Π. (δικαιοπαρόχου των εναγόντων), Χ. Π. (δικαιοπαρόχου των εναγομένων) και του Κ. Π., νεμήθηκε αποκλειστικά, ο δεύτερος τούτων Χ. Π., ως περιερχόμενο σ' αυτόν, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, με την άσκηση των αναφερόμενων πράξεων νομής επί 20ετίαν και πλέον και έγινε αυτός κύριος , μέχρι και τη μεταβίβαση με συμβόλαια που μεταγράφησαν το 2003 στους εναγόμενους της ψιλής κυριότητας και επικαρπίας, αντίστοιχα, οι οποίοι , κατά τα γενόμενα δεκτά απέκτησαν την επικαρπία και ψιλή κυριότητα.} αντίστοιχα.
Με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης και τον συμπληρωματικό τρίτο πρόσθετο λόγο ,αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης δια της παραλείψεως εφαρμογής των προαναφερόμενων στην αρχή της παρούσας ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Ειδικότερα, ότι παρέλειψε να εφαρμόσει τις διατάξεις αυτές για τη διαπίστωση της αληθούς βούλησης των συμβληθέντων τριών αδελφών στα προαναφερόμενα δύο συμφωνητικά άτυπης διανομής του έτους 1961, αναφορικά με τα περιερχόμενα κατ' είδος, έκταση και όρια ακίνητα ή τμήματα ακινήτων στους συμβληθέντες και, ιδία, στους δικαιοπαρόχους των εναγόντων και των εναγομένων, αντίστοιχα, και συνακόλουθα ,αν το επίδικο ακίνητο ταυτίζεται με εκείνα που περιέρχονταν στο δικαιοπάροχο των εναγόντων ή των εναγομένων, μονονότι ρητά, άλλως έμμεσα, το Εφετείο διέγνωσε κενό και ασάφεια στις παραπάνω δικαιοπρακτικές δηλώσεις ως προς την ταυτότητα των περιερχομένων στους συμβληθέντες ακινήτων.
Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, αλυσιτελής, αφού, όπως προεκτέθηκε αναλυτικά, η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και κατά τις δύο βάσεις, διότι έγινε δεκτό ότι |το επίδικο ουδέποτε νεμήθηκε ο δικαιοπάροχος των εναγόντων ούτε οι ενάγοντες (αλλά ο δικαιοπάροχος των εναγομένων, αποκλειστικά από το έτος 1961 και εντεύθεν,) η δε αιτιολογία αυτή, ως προς τη μη άσκηση αποκλειστικής νομής χρησικτησίας από το δικαιοπάροχο των εναγόντων, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης και δεν ασκεί επιρροή σε ποιον από τους παραπάνω περιερχόταν ως μερίδα το επίδικο κατά τη διανομή, χωρίς αποκλειστική ακολούθως νομή σε αυτό.
Σε κάθε περίπτωση οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας αναλυτικά προεκτέθηκε, το Εφετείο δεν διεπίστωσε ρητά ούτε έμμεσα την ύπαρξη κενού ή ασάφειας, σχετικά με τις παραπάνω δηλώσεις των συμβληθέντων στα δύο συμφωνητικά άτυπης διανομής του 1961, ως προς την ταυτότητα των περιερχομένων στους συμβληθέντες ακινήτων, ώστε να απαιτείται η προσφυγή στις παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις, καθόσον παρά τη ρητή αναφορά στην προσβαλλόμενη "ότι η περιγραφή σε αυτά των ακινήτων δεν είναι σαφής", ακολούθως όμως αναφέρεται ότι η ασάφεια δεν αφορά στους συμβαλλόμενους, οι οποίοι γνώριζαν τα όρια των διανεμηθέντων ακινήτων που λάμβαναν και ότι έκτοτε καθένας τους τα νέμεται αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό, ούτε οι χρησιμοποιούμενες φράσεις "προφανώς" καταδεικνύουν ασάφεια , ενώ εξάλλου η προσφυγή σε ορισμένες αποδείξεις δεν έγιναν για κάλυψη κενού ή ασάφειας, αλλά για την ενίσχυση της κρίσης του ότι το με αριθ. 2 επίδικο εδαφικό τμήμα περιέρχεται στο δικαιοπάροχο των εναγομένων.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 'έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005).
Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να καθορίζεται ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορά η σχετική αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελέγχει η μη λήψη του από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 293/2016).
Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν με επίκληση από τους αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους στη δευτεροβάθμια δίκη, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση , προς απόδειξη της κυριότητας των εναγόντων με έκτακτη χρησικτησία και αντίθετα της έλλειψης κυριότητας των εναγομένων και .ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη: 1) α) την από 1978 άδεια οικοδομής β) το από ίδιο έτος διάγραμμα της μηχανικού Μ.
Π., 2) α) την από 27-9-1999 απευθυνόμενη ενώπιον του Πολ, Πρ. Χανίων με αριθμ. κατ. 403/1999 αγωγή β) την από 21-7-2000 ένορκη βεβαίωση γ) την 1888/2000 απόφαση του Μον.Πρωτ. Χανίων δ) το σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Α.Π. ε) το από 21-9-1989 εταιρικό συμφωνητικό 3)α) το υπ' αριθμ....88/1983 συμβόλαιο διανομής της Συμ/φου Α.Π.-Κ. , β) το από Μαΐου 1983 διάγραμμα του μηχανικού Στ.
Καλαιτζάκη, όπως το περιεχόμενο των επί μέρους στοιχείων αναφέρεται αναλυτικά. Όπως, όμως προκύπτει από την στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ενυπάρχουσα διαβεβαίωση ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους προσαχθέντα έγγραφα, μέχρι του πέρατος της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα , αφού έλαβε υπόψη,-του και τα προαναφερόμενα έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά και ουδεμία αμφιβολία δημιουργείται για τη συνεκτίμησή τους με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, ο πιο πάνω πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.. 20 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται, ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση, δηλαδή μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ.
Κ.Πολ.Δ., εγγράφου δέχθηκε ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε, στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κυρίως στο εν λόγω έγγραφο, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο.
Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κ.λ.π., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, με αποτέλεσμα να άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη, την οποία εκλαμβάνει ως ορθή ο αναιρεσείων, δεδομένου ότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που εξάγεται από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, είναι, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ., αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Εξάλλου, ως έγγραφα, με την έννοια των αναφερόμενων στα άρθρα 339 και 432 Κ.Πολ,Δ. αποδεικτικών μέσων, δεν θεωρούνται τα τοπογραφικά διαγράμματα που συντάσσονται μετά από αίτηση διαδίκου, τα οποία φέρουν το χαρακτήρα γνωμοδότησης του άρθρου 390 ΚΠολΔ, οι πίνακες και τα τοπογραφικά διαγράμματα που συνοδεύουν πράξεις εφαρμογής απαλλοτρίωσης ή άλλες πράξεις ή τα ΚΑΕΚ του Κτηματολογίου, αφού αυτά έχουν χαρακτήρα γνωμοδότησης των αρμόδιων δημοσίων υπηρεσιών, ούτε έγγραφα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως η έκθεση πραγματογνωμοσύνης και το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, καθώς και τα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι τα πρακτικά της δίκης ή οι εισηγητικές εκθέσεις που περιέχουν τις μαρτυρικές καταθέσεις και, συνεπώς, δεν υπόκεινται σε παραμόρφωση με την έννοια του άρθ. 559 αριθ. 20 του ίδιου Κώδικα, όπως τα άλλα αποδεικτικά έγγραφα, με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται ο από την τελευταία αυτή διάταξη προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο πρόσθετο λόγο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση1 αιτιάσεις από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο: 1) α) του από το έτος 1988 κτηματολογικού διαγράμματος του μηχανικού του ΥΠΕΧΩΔΕ Δ.Κ. και β) του κτηματολογικού πίνακα που συντάχθηκαν στο πλαίσιο καθορισμού των ορίων οικισμού ... ...
δυνάμει απόφασης του Νομάρχη ως προς τον προσδιορισμό των ορίων του μείζονος κτήματος των αναιρεσειόντων που απαρτίζεται, κατά τα επικαλούμενα, από τα τεμάχια 1 ως και 6 της ένδικης αγωγής και συνακόλουθα και από το με αριθμ. 2 επίδικο, 2) την με αριθ.Πρωτ. .....94/13-4- 1988 επιστολή απευθυνόμενη "από τους κληρονόμους Ε.
Π." προς το Δήμαρχο ..., μη υπογεγραμμένη από τη πρώτη αναιρεσείουσα και μη συναγόμενης έτσι εξώδικης ομολογίας από αυτήν, ως προς την κυριότητα του επίδικου από τον δικαιοπάροχο των εναγομένων 3) α) το από Νοεμβρίου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα που συντάχθηκε με επιμέλεια των αναιρεσειόντων για τη λήψη αδείας -προεγκρίσεως από τον EOT καταλληλότητας του μείζονος ακινήτου β) το από 14-8-1969 τοπογραφικό διάγραμμα του έτους 1969 του μηχανικού Χ.Τ.
που συντάχθηκε με επιμέλεια των τριών αδελφών για τη λήψη άδειας ελαιουργείου γ) την με αριθ....04/1969 άδεια ανέγερσης ελαιουργείου καθώς και δ) τα συνοδεύοντα την άδεια -έγγραφα και βεβαιώσεις ως προς το εμβαδόν της μείζονος ακινήτου των αναιρεσειόντων (δικαιοπαρόχου τους) , 4.ΘΘ0 ή 3.698,88 τμ που αποτέλεσε αντικείμενο της ένδικης αγωγής, τη θέση του ελαιουργείου, το όνομα των αναφερόμενων ιδιοκτητών.
Οι παραπάνω αιτιάσεις είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες , αναφορικά με τα με αριθμό Ια, β (έτους 1988 τοπογραφικό διάγραμμα και κτηματολογικό πίνακα) και το με αριθμό 3α (Νοεμβρίου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα), διότι αυτά δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αναφορικά δε με το με αριθμό. 3δ (τα συνοδεύοντα την άδεια έγγραφα και βεβαιώσεις), ως αόριστες, αφού δεν αναφέρεται ποια είναι τα έγγραφα αυτά και το περιεχόμενο τους, ενώ είναι απορριπτέες ως αβάσιμες , αναφορικά με τα λοιπά έγγραφα με αριθμούς 2 και 3 β,γ, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο σχημάτισε τη δικανική του κρίση, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης κυριότητας των αναιρεσειόντων στο επίδικο , ύστερα από τη συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις, τεχνικές έκθέσεις και λοιπά έγγραφα) και δεν στήριξε την παραπάνω κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα προαναφερόμενα έγγραφα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠοΛΔ, όπως ισχύει και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-6-2017 αίτηση και τους από 31-1-2018 πρόσθετους λόγους των Μ. Π. κλπ. για αναίρεση της 29/2017 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Αυγούστου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ