1080/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Λουκά Μόρφη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1080/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1080 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1080 / 2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Λουκά Μόρφη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ..."" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Κ. Α. του Σ., κατοίκου ..., 2)Κ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., και 3)Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστείδη Καζάκο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/9/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1562/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2403/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 16/1/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 16.1.2017 και με αριθ. κατάθ. .../19.1.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 2403/25.10.2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 2.6.2014 και με αριθ. κατάθ. .../2014 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 1562/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και κατ’ ουσία η ανωτέρω έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας κατά της προαναφερθείσας οριστικής απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 25.9.2010 και με αριθ.
κατάθ. .../27.10.2010 αγωγή των εναγόντων και αναιρεσιβλήτων, εξαφανίσθηκε η ως άνω απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και δικάζοντας την αγωγή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε αυτήν για μικρότερο ποσό μόνο ως προς το δεύτερο των εναγόντων και ήδη δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, ενώ απορρίφθηκαν κατά τα λοιπά οι λόγοι έφεσης που αφορούσαν τους λοιπούς διαδίκους.
Επίσης με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε ως αβάσιμη η ασκηθείσα με τις προτάσεις αντέφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 287, 185, 189, 192, 193, 195 και 164 του ΑΚ συνάγεται ότι επί καταρτισθείσας σύμβασης, με την οποία ο ένας των συμβαλλομένων υπόσχεται στον άλλον ορισμένη παροχή (ενταύθα χρηματική), όπως συμβαίνει στην περίπτωση κατάρτισης μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού συμφωνίας οικειοθελούς αποχώρησης του τελευταίου ή συναινετικής "καταγγελίας" από τον εργοδότη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του μισθωτού με την παροχή στον τελευταίο οικονομικών προς τούτο κινήτρων από τον εργοδότη, η μείωση του ύψους της οφειλομένης κατά τη σύμβαση από τον εργοδότη προς τον μισθωτό οικονομικής παροχής προϋποθέτει κατάρτιση τροποποιητικής προς τούτο συμφωνίας μεταξύ των μερών, η οποία, όπως κάθε σύμβαση, συντελείται με την αποδοχή από το μισθωτό της περί τούτου πρότασης του εργοδότη.
Η αποδοχή της πρότασης μπορεί να γίνει είτε ρητά, δηλαδή με την περί τούτου σαφή και μη καταλείπουσα αμφιβολία περί της σημασίας της δήλωση βούλησης του λήπτη της πρότασης μισθωτού, είτε σιωπηρά, εφόσον από τη συμπεριφορά του λήπτη της πρότασης μισθωτού σε συνδυασμό προς τα αντικειμενικά δεδομένα και τις συγκεκριμένες συνθήκες υπό τις οποίες εκδηλώνεται η συμπεριφορά αυτή, προκύπτει σαφώς και ανενδοιάστως η περί τούτου δικαιοπρακτική βούληση του μισθωτού.
Μόνη η σιωπή του λήπτη της πρότασης δεν αρκεί για την κατάφαση της κατά τα άνω αποδοχής. Επίσης η κατά την αποχώρηση από την εργασία του δήλωση του μισθωτού προς τον εργοδότη του ότι εισέπραξε την καταβληθείσα μεγαλύτερη της νομίμου αποζημίωση απόλυσης και ότι δεν διατηρεί άλλες αξιώσεις κατ’ αυτού, ως αφορώσα εργατική απαίτηση, ακόμη και εάν έγινε χωρίς επιφύλαξη, πολύ δε περισσότερο εάν ο μισθωτός επιφυλάχθηκε περαιτέρω αξιώσεων του, δεν υποδηλώνει αποδοχή της πρότασης του εργοδότη για την καταβολή μικρότερης της συμφωνηθείσας αποζημίωσης εξ αιτίας της αποχώρησης του μισθωτού, κατά τροποποίηση της αρχικής περί τούτου συμφωνίας (σχετ.
ΑΠ 166/2016, ΑΠ 1418/2008, ΑΠ 1402/2006, ΑΠ 1089/2006, ΑΠ 811/2006, ΑΠ 232/2005 επί του συναφούς ζητήματος της παραίτησης του μισθωτού από εργατικές αξιώσεις του που υπερβαίνουν τα νόμιμα όρια της εργατικής νομοθεσίας). Συνακόλουθα εάν δεν καταρτισθεί προς τούτο τροποποιητική της αρχικής σύμβαση, μεταβάλλουσα τους όρους της τελευταίας, ισχύουν, όπως είναι εύλογο, οι όροι της αρχικής συμφωνίας.
Περαιτέρω οι διατάξεις των άρθρων 195 και 196 του ΑΚ που αφορούν την τύχη της σύμβασης, αναφέρονται η μεν πρώτη στις περιπτώσεις της φανεράς ασυμφωνίας, εκφράζουσα τον κανόνα ότι για την κατάρτιση σύμβασης απαιτείται η πρόταση και η αποδοχή να καλύπτονται αμοιβαίως, δηλαδή να υπάρχει συμφωνία των μερών ως προς όλα τα σημεία της συμφωνίας, ουσιώδη και επουσιώδη, επί των οποίων κατά την επίγνωση των μερών έπρεπε να υπάρχει συμφωνία, άλλως η σύμβαση εν αμφιβολία δεν είναι καταρτισμένη, η δε δεύτερη στις περιπτώσεις λανθάνουσας ασυμφωνίας, όπου, ενώ υπάρχει ασυμφωνία ως προς κάποιον επουσιώδη όρο, τα μέρη ή το ένα εξ αυτών διατηρούν την εντύπωση ότι έχει καταρτισθεί συμφωνία, οπότε ισχύει το συμφωνηθέν, υπό την προϋπόθεση ότι συνάγεται από τις περιστάσεις ότι η σύμβαση θα καταρτιζόταν και χωρίς τα μέρη να συμφωνήσουν επί του μη συμφωνηθέντος ως άνω επουσιώδους όρου.
Εάν αντιθέτως στην τελευταία περίπτωση υπάρχει ασυμφωνία ως προς κάποιο ουσιώδη όρο, η σύμβαση δεν έχει καταρτισθεί (ΑΠ 1042/1982). Επομένως οι διατάξεις αυτές δεν ευρίσκουν έδαφος εφαρμογής, εάν δεν υφίσταται αμφιβολία ότι η σύμβαση, αρχική ή τροποποιητική αυτής, έχει καταρτισθεί και μάλιστα ανεξαρτήτως εάν έχει κενά ή αμφίβολα σημεία, που καλύπτονται δια της ερμηνείας αυτής κατά τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ ή, αντιστρόφως, ότι αυτή δεν έχει καταρτισθεί, λόγω ασυμφωνίας των μερών, κατά την περί τούτου δικαιοπρακτική τους βούληση (ΑΠ 1340/1977).
Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 343 εδ. α και 345 του ΑΚ σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 361, 287 και 330 του ΑΚ προκύπτει ότι εάν ο εργοδότης (οφειλέτης), παρά την συμφωνία, καταβάλει από υπαιτιότητά του [και στο πλαίσιο σχετικής μονομερούς απόφασης του ιδίου ή του οργάνου του επί νομικών προσώπων] μέρος μόνο της οφειλομένης χρηματικής παροχής στον μισθωτό (δανειστή) κατά την αποχώρηση του τελευταίου από την εργασία του ή την συναινετική καταγγελία αυτής, ο δικαιούχος μισθωτός μπορεί να αξιώσει το υπόλοιπο της συμφωνηθείσας και οφειλομένης εισέτι σε αυτόν χρηματικής παροχής, σύμφωνα με τον σχετικό συμβατικό όρο.
Επί πλέον, σε περίπτωση υπαίτιας καθυστέρησης της καταβολής της οφειλής του αυτής, μπορεί να απαιτηθεί εκ μέρους του δικαιούχου μισθωτού η καταβολή των νόμιμων τόκων από την υπερημερία του εργοδότη, καθώς και κάθε θετική ζημία που αυτός υπέστη από την καθυστέρηση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ.
α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Περαιτέρω λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Με την προσβαλλομένη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με αναφορά στα επί μέρους αποδεικτικά μέσα δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες [και ήδη αναιρεσίβλητοι] προσλήφθηκαν από την εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία [και ήδη αναιρεσείουσα] ο 1ος την 1 - 10 - 1975, ο 2ος την 1 - 6 - 1981 και ο 3ος τον Αύγουστο του 1979 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εξελίχθηκαν βαθμολογικώς, μετά από διαδοχικές προαγωγές τους, μέχρι το βαθμό του Συντονιστή Διευθυντή.
Στις 25 - 6 - 2009 ανακοινώθηκε από την εναγομένη το με αριθμό πρωτοκόλλου 31 "Πρόγραμμα Συναινετικών Καταγγελιών για ανώτερα στελέχη της εταιρείας που δεν υπάγονται στο από 25 - 11 - 2008 πρακτικό συμφωνίας με το Σύλλογο", που αφορούσε στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου των Διευθυντών και των συνδικαλιστών που εξομοιώνονται με Διευθυντές.
Το εν λόγω πρόγραμμα κατατέθηκε και ενεκρίθη, τόσο από την Εκτελεστική Επιτροπή της 9 - 6 - 2009, όσο και από τη Γενική Συνέλευση της 29 - 6 - 2009. Προέβλεπε δε ρητώς ως κίνητρα για την πρόωρη αποχώρηση των ανωτέρω Διευθυντών, την καταβολή του 120% της αποζημίωσης απόλυσης του Ν. 2112/1920 και επί πλέον ένα αριθμό πρόσθετων μισθών που κλιμακώνονταν (από 10 έως 28) αναλόγως με το χρόνο συμπλήρωσης του ορίου αποχώρησης του κάθε στελέχους σύμφωνα με τον Εσωτερικό Κανονισμό Εργασίας.
Σύμφωνα με τους όρους του προγράμματος οι αποχωρήσεις των πιο πάνω στελεχών της εναγομένης θα έπρεπε να ολοκληρωθούν το αργότερο μέχρι την 31 - 3 - 2010. Το συγκεκριμένο χρονικό σημείο αποχώρησης κάθε στελέχους εντός του παραπάνω χρονικού διαστήματος θα καθοριζόταν ατομικά μαζί του προκειμένου να υλοποιηθούν ομαλά οι αντικαταστάσεις των αποχωρούντων.
Εξάλλου, στο πιο πάνω πρόγραμμα προβλεπόταν ότι σε περίπτωση παραμονής του στελέχους πέραν της 31 - 3 - 2010 θα υπήρχε μείωση των συμφωνημένων πρόσθετων μισθών παροχών κατά ποσοστό 2% κάθε μήνα. Περαιτέρω, σύμφωνα με τους υπολογισμούς που είχε επεξεργασθεί η τότε Διοίκηση της εναγομένης, από τη συμμετοχή των συγκεκριμένων στελεχών στο Πρόγραμμα Συναινετικών Καταγγελιών θα προέκυπτε πολύ σημαντικό όφελος για την επιχείρηση, το οποίο καθιστούσε την καταρτισθείσα συμφωνία αμοιβαίως συμφέρουσα.
Οι υπολογισμοί αυτοί είχαν περιληφθεί στον προϋπολογισμό της εταιρείας, ο οποίος είχε εγκριθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο και αποτελούσε μέρος του τριετούς επιχειρηματικού σχεδίου δράσεως (business plan) της εταιρείας. Χαρακτηριστικό του επιχειρησιακού συμφέροντος είναι το ότι - σε αντίθεση με προηγούμενα προγράμματα - και με σκοπό η εναγομένη να επιτύχει την πλήρη αποχώρηση των ενταχθέντων στο πρόγραμμα ανωτέρων στελεχών της μέχρι την 31 - 3 - 2010 το αργότερο, έθεσε την πιο πάνω ρήτρα μείωσης των πρόσθετων μισθών για όσους αποχωρούσαν με δική τους πρωτοβουλία και ευθύνη μετά την 31 - 3 - 2010, καθιστώντας έτσι την παραμονή τους εντελώς ασύμφορη.
Κατόπιν τούτων άρχισε η διαδικασία υλοποίησης του συμφωνηθέντος προγράμματος. Για το λόγο αυτό άλλωστε η εναγομένη σχημάτισε πρόβλεψη για το πλήρες κόστος σε βάρος των οικονομικών αποτελεσμάτων της, ήδη στις πρώτες επίσημες δημοσιευμένες Οικονομικές Καταστάσεις της 30 - 9 - 2009 που ακολούθησαν την από 31 - 8 - 2009 έγκριση του Προγράμματος από την Εκτελεστική Επιτροπή, καθώς και σε όλες τις επόμενες, ήτοι αυτές της 31 - 12 - 2009 και 31 - 3 - 2010.
Μάλιστα ο υπολογισμός των προβλέψεων αυτών γινόταν αναλυτικά και εξατομικευμένα για καθένα από τους συμμετέχοντες στο πρόγραμμα καταγγελιών, ενώ στις ανωτέρω δημοσιευθείσες Οικονομικές Καταστάσεις οριζόταν ρητώς ότι το ποσό αυτό επρόκειτο να καταβληθεί στους δικαιούχους μέχρι την 31 - 3 - 2010. Ως εκ τούτου η εναγομένη προϋπολόγισε και δημοσίευσε ήδη εντός του έτους 2009, το ακριβές ύψος των συμφωνημένων συναινετικών καταγγελιών προς τα ανωτέρω στελέχη της, ορίζοντας μάλιστα ως απώτερη ημερομηνία υλοποίησής τους την 31 - 3 - 2010.
Αποδείχθηκε επίσης ότι οι τρεις ενάγοντες υπέβαλαν εμπρόθεσμη αίτηση συμμετοχής στο προκηρυχθέν Πρόγραμμα Εθελουσίας Εξόδου, ο 1ος ενάγων στις 7 - 7 - 2009, ο 2ος ενάγων στις 2 - 7 - 2009 και ο 3ος ενάγων στις 8 - 7 - 2009. Οι ως άνω αιτήσεις των εναγόντων, όπως και άλλων στελεχών της εναγομένης, ενεκρίθησαν και ονομαστικώς με την από 31 - 8 - 2009 απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής της εναγομένης εταιρείας.
Στην ως άνω απόφαση αναφερόταν, εκτός άλλων, ότι οι αποχωρήσεις των παραπάνω στελεχών θα πρέπει να έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι 31 - 12 - 2010 και ότι θα συζητηθεί στους επόμενους δύο μήνες, μεμονωμένα για κάθε στέλεχος η συγκεκριμένη ημερομηνία αποχώρησής του, ώστε να μπορεί να συνεχίζεται η ομαλή λειτουργία της εταιρείας.
Έτσι στις 31 - 8 - 2009 με την εγκριτική απόφαση των αιτήσεων συμμετοχής, ολοκληρώθηκε η εκπόνηση του Προγράμματος Εθελουσίας Εξόδου με κίνητρα για τα ανώτερα στελέχη της εναγομένης και το εξομοιούμενο με ανώτερα στελέχη προσωπικό της. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα συμφωνία ο αναλυτικός προγραμματισμός της ακριβούς ημερομηνίας αποχώρησης του κάθε στελέχους μεμονωμένα θα καταρτιζόταν εντός των επόμενων δύο μηνών, δηλαδή από 1 - 9 - 2009 έως 1 - 11 - 2009.
Ενώ όμως, όπως προαναφέρθηκε, εντός του ως άνω διμήνου θα έπρεπε να γίνει ο αναγκαίος προγραμματισμός αντικατάστασης των υπό αποχώρηση στελεχών, η διοίκηση της εναγομένης δεν προέβη σε αναζήτηση αντικαταστατών των εναγόντων. Εν τούτοις, μετά την πάροδο του προϋπολογισθέντος διμήνου, το ως άνω πρόγραμμα ξεκίνησε να υλοποιείται σταδιακά και αποχώρησαν κατά χρονολογική σειρά οι κατωτέρω:
Μ. Π., Διευθυντής Πληροφορικής την 27 - 11 - 2009, ..., συνδικαλιστής εξομοιούμενος με Διευθυντή, την 30 - 11 - 2009, Κ. Α.. συνδικαλίστρια εξομοιούμενη με Διευθύντρια την 17 - 12 - 2009, Ν. Β. συνδικαλιστής εξομοιούμενος με Διευθυντή, την 17 - 12 - 2009. Επίσης την 30 - 11 - 2009, σε εκτέλεση του συμφωνημένου Προγράμματος Εθελουσίας Εξόδου των στελεχών της εναγομένης, καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του ενός εκ των τεσσάρων Συντονιστών Διευθυντών Π.
Δ., ο οποίος κατά την αποχώρησή του, σύμφωνα με το προαναφερθέν πρόγραμμα της εναγομένης, έλαβε αποζημίωση 439.798,86 ευρώ. Έτσι στην εναγομένη εταιρεία παρέμειναν εργαζόμενοι στο επίπεδο του Συντονιστή Διευθυντή μόνο οι τρεις ενάγοντες. Μετά την αποχώρηση του πιο πάνω Συντονιστή Διευθυντή οι ενάγοντες, βλέποντας ότι καθυστερεί η δική τους συναινετική καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους, προέβαιναν σε συνεχείς οχλήσεις και διαμαρτυρίες προς τα αρμόδια όργανα της εναγομένης, μάλιστα την 10 - 2 - 2010 απέστειλαν και οι τρεις στον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης κ.
Δ. Π. σχετική επιστολή, με την οποία εξέφραζαν τη διαμαρτυρία τους για τη μέχρι τότε μη υλοποίηση των συμφωνηθέντων, πλην όμως η εναγομένη εξακολουθούσε να τους διατηρεί στις θέσεις εργασίας τους. Στη συνέχεια, στις 15 - 2 - 2010 αποχώρισε ο Κ. Μ., συνδικαλιστής εξομοιούμενος με Διευθυντή, βάσει των ιδίων όρων του Προγράμματος, λαμβάνοντας αποζημίωση 337.164,10 ευρώ.
Περαιτέρω, στις 28 - 2 - 2010 καταγγέλθηκε η σύμβαση της, επίσης συμμετέχουσας στο πρόγραμμα ανωτέρων στελεχών, Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Τεχνικών Ασφαλίσεων Αστικής Ευθύνη και Μεταφορών - Πλοίων, Διευθύντριας Π. Ε., στελέχους της εταιρείας, η οποία έλαβε αποζημίωση 449.839,86 ευρώ και στις 17 - 3 - 2010 η σύμβαση του Σ.
Λ., Γενικού Διευθυντή της εναγομένης, ο οποίος έλαβε ως αποζημίωση το ποσό των 497.460,60 ευρώ. Στη συνέχεια, οι ενάγοντες ζήτησαν συνάντηση με τον νέο Διευθύνοντα Σύμβουλο κ. Μ., με θέμα την καταγγελία των συμβάσεων τους σύμφωνα με το ισχύον Πρόγραμμα Εθελουσίας Εξόδου. Στη συνάντησή τους ο ανωτέρω διευθύνων σύμβουλος είπε στους ενάγοντες ότι ισχύει κανονικά το πρόγραμμα εθελουσίας και ότι θα τηρηθούν οι συμφωνίες.
Επίσης τους είπε ότι δεν γινόταν να υπογραφούν άμεσα οι καταγγελίες τους δεδομένου ότι είχε ήδη κατατεθεί στη Βουλή των Ελλήνων το νέο φορολογικό νομοσχέδιο, το οποίο προέβλεπε αύξηση του συντελεστή φορολογίας των αποζημιώσεων απολυομένων. Επίσης, τους είπε ότι όσον αφορά στη μείωση κατά 2% που προβλεπόταν από το Πρόγραμμα για τους παραμένοντες μετά την 31 - 3 - 2010 αυτό δεν θα ισχύσει.
Με τα νέα δεδομένα η πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση που θα υφίσταντο ανερχόταν σε 27.097,57 ευρώ για τον 1ο ενάγοντα, σε 16.979,89 ευρώ για τον 2ο ενάγοντα και σε 22.746,06 ευρώ για τον 3ο ενάγοντα. Περαιτέρω, στις 23 - 4 - 2010 ανακοινώθηκε από τον ανωτέρω Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης στον 1ο ενάγοντα ότι την ίδια ημέρα είχε λάβει χώρα έκτακτη Γενική Συνέλευση των Μετόχων της εναγομένης με μόνο θέμα την εθελούσια έξοδο των Διευθυντών των οποίων η σύμβαση δεν είχε καταγγελθεί βάσει του συμφωνηθέντος Προγράμματος Αποχώρησης εθελουσίας [ενν.
εξόδου] και αποφασίσθηκε: α) να περιορισθεί η αποζημίωση του ν. 2112/1920 στο 100% αντί του 120% που προβλεπόταν στο συμφωνηθέν Πρόγραμμα Εθελουσίας [ενν. Εξόδου] και β) να περιορισθεί η πρόσθετη αποζημίωση στο 50% αυτής που ίσχυε προηγουμένως σύμφωνα με το συμφωνηθέν Πρόγραμμα Εθελουσίας Εξόδου των Διευθυντών της εναγομένης εταιρείας.
Κατόπιν των ανωτέρω η εναγομένη την 30 - 4 - 2010 κατήγγειλε τη σύμβαση των εναγόντων και κατέβαλε στους ενάγοντες τα κάτωθι αναφερόμενα μειωμένα ποσά αποζημίωσης με βάση την από 23 - 4 - 2010 απόφαση της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων της. Σημειώνεται ότι εκ των εναγόντων, οι μεν 1ος και 3ος υπέγραψαν τα έγγραφα καταγγελίας με επιφύλαξη κάθε δικαιώματός τους, ο δε 2ος διατύπωσε την ως άνω ρητή επιφύλαξη επί της από 26 - 5 - 2010 απόδειξης είσπραξης του ποσού της πρόσθετης αποζημίωσης.
Από τα παραπάνω σαφώς προκύπτει ότι η εναγομένη με τις από 23 - 4 - 2010 αποφάσεις της Διοίκησης και της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων και τις συνακόλουθες από 30 - 4 - 2010 καταγγελίες των μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων εργασίας, τροποποίησε μονομερώς και αντισυμβατικά την καταρτισθείσα μεταξύ αυτής και των εναγόντων συμφωνία περί συναινετικής καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, με την οποία είχε αναλάβει την υποχρέωση να τους καταβάλει αυξημένη αποζημίωση απολύσεως και τις προαναφερόμενες πρόσθετες παροχές (πρόσθετους μισθούς).
Ως εκ τούτου οφείλει να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το υπολειπόμενο μέχρι το ύψος της συμφωνίας τους ποσό, όπως αυτό αναλύεται κατωτέρω". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού προέβη σε αναλυτικούς υπολογισμούς της αυξημένης αποζημίωσης και των προσθέτων παροχών (επί πλέον μισθοί) με βάση το από 25.6.2009 Πρόγραμμα Συναινετικών Καταγγελιών για κάθε ενάγοντα και των μειωμένων χρηματικών ποσών που έκαστος εξ αυτών έλαβε με βάση την από 23.4.2010 απόφαση της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εναγομένης, έκρινε, όπως και η εκκαλουμένη απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την περί τούτου αγωγή των εναγόντων στο σύνολό της κατά το κεφάλαιο αυτό και είχε επιδικάσει σε αυτούς τις περί τούτου διαφορές, ότι η εναγομένη οφείλει στους ενάγοντες προς συμπλήρωση της αποζημίωσης αυτών με βάση τους όρους του ως άνω από 25.6.2009 Προγράμματος τα χρηματικά ποσά των 194.363,68 ευρώ, των 143.775,27 ευρώ και των 159.446 ευρώ αντίστοιχα και συνακόλουθα απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον περί του αντιθέτου περί κατάρτισης τροποποιητικής συμφωνίας ως προς το ύψος της οφειλομένης αποζημίωσης πρώτο λόγο έφεσης της εναγομένης [ήδη αναιρεσείουσας] ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας.
Με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 195 και 196 του ΑΚ, με το να δεχθεί εσφαλμένα ότι οι αναιρεσίβλητοι εισέπραξαν με επιφύλαξη την μειωμένη αποζημίωση και ότι έλαβε χώρα αντισυμβατικά μονομερής εκ μέρους της (αναιρεσείουσας) τροποποιητική της αρχικής σύμβασης συμφωνία, ενώ μετά την κατάρτιση της αρχικής σύμβασης μεταξύ των μερών, διά της οποίας συμφωνήθηκε η αποχώρησή τους από την εναγομένη με την παροχή σε αυτούς των αναγραφομένων στο από 25.6.2009 Πρόγραμμα Εθελουσίας Εξόδου οικονομικών κινήτρων, έλαβε χώρα τροποποιητική συμφωνία αφορώσα μείωση του ύψους των πιο πάνω οικονομικών παροχών, με πρόταση της αναιρεσείουσας που έλαβε χώρα με την από 23.4.2010 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της και σιωπηρή αποδοχή αυτής εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, συναγομένη από το ότι αυτοί δεν ενέμειναν στους όρους της αρχικής σύμβασης, αλλά εισέπραξαν την μειωμένη αποζημίωση για την αποχώρησή τους με επιφύλαξη οι 1ος και 3ος εξ αυτών που αφορούσε το ύψος του ληφθέντος ποσού και όχι το κύρος της τροποποιητικής συμφωνίας και χωρίς επιφύλαξη ο 2ος, ενόψει του ότι δεν ήταν δυνατή η μονομερής τροποποίηση της αρχικής συμφωνίας και ότι χωρίς τη νέα συμφωνία των μερών ως προς το ύψος της οφειλομένης χρηματικής παροχής, που συνιστά ουσιώδη όρο αυτής, δεν θα ήταν εφικτή η συναινετική λύση της εργασιακής σχέσης των αναιρεσίβλητων με καταγγελία.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και κατά συνέπεια απαράδεκτος. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την περί τούτου αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δεν δέχθηκε ότι μετά την κατάρτιση της αρχικής σύμβασης για τη λύση των εργασιακών συμβάσεων αυτών με συναινετική καταγγελία στο πλαίσιο του από 25.6.2009 Προγράμματος Εθελούσιας Εξόδου και των οικονομικών κινήτρων που τούτο προέβλεπε για όσους μετείχαν σε αυτό, στους οποίους περιλαμβάνονταν οι αναιρεσίβλητοι, συνήφθη τροποποιητική σύμβαση μεταξύ των μερών, αφορώσα συμφωνία για μείωση των παροχών αυτών, αλλά αντιθέτως έκρινε ότι με μονομερή απόφασή της η αναιρεσείουσα εταιρεία κατέβαλε στους αναιρεσίβλητους στις 30.4.2010 κατά την από αυτήν συναινετική καταγγελία των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αυτών μειωμένη αποζημίωση, σύμφωνα με τα όσα αποφάσισε η από 23.4.2010 Γενική Συνέλευση των μετόχων αυτής για εκείνους που δεν είχαν εισέτι αποχωρήσει από την εργασία τους, στους οποίους περιλαμβάνονταν οι αναιρεσίβλητοι, σε σχέση με τα όσα αρχικά είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των μερών.
Αυτή είναι η έννοια της διαλαμβανομένης στην προσβαλλομένη απόφαση φράσης ότι η αναιρεσείουσα με τις από 23.4.2010 αποφάσεις των οργάνων της "τροποποίησε μονομερώς και αντισυμβατικά την καταρτισθείσα μεταξύ αυτής και των εναγόντων συμφωνία περί συναινετικής καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, με την οποία είχε αναλάβει την υποχρέωση να τους καταβάλει αυξημένη αποζημίωση απολύσεως και τις προαναφερόμενες πρόσθετες παροχές (πρόσθετους μισθούς)" και όχι ότι η αναιρεσείουσα θα μπορούσε μονομερώς να προβεί σε τροποποίηση του σχετικού όρου, ως αβασίμως διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι εσφαλμένως κρίθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση.
Σε κάθε δε περίπτωση η είσπραξη από τους αναιρεσίβλητους της μειωμένης αποζημίωσης που είχε αποφασίσει να καταβάλει η αναιρεσείουσα, και μάλιστα με ρητή επιφύλαξη κατά την είσπραξη αυτής από τον πρώτο και τρίτο των εναγόντων και κατά την είσπραξη της πρόσθετης αποζημίωσης στις 26.5.2010 από τον δεύτερο εξ αυτών [και όχι χωρίς επιφύλαξη από τον 2ο, όπως διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο] δεν υποδηλώνει κατά νόμο σιωπηρή εκ μέρους των αποδοχή της κατά τα άνω πρότασης της αναιρεσείουσας για την καταβολή μικρότερης της συμφωνηθείσας αποζημίωσης, κατά τροποποίηση της αρχικής περί τούτου συμφωνίας, πολλώ δε μάλλον που κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης οι ενάγοντες προέβαιναν σε διαρκείς οχλήσεις και διαμαρτυρίες προς τα όργανα της εναγομένης και μάλιστα αποστέλλοντας στον διευθύνοντα σύμβουλο την από 10.2.2010 επιστολή τους και έχοντας συνάντηση με τον νέο διευθύνοντα σύμβουλο, με αντικείμενο την καταγγελία των συμβάσεων τους σύμφωνα με τους όρους του από 25.6.2009 (αρχικού) Προγράμματος Εθελουσίας Εξόδου.
Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης κατά το μέρος αυτό είναι αβάσιμος. Κατά το μέρος δε που με αυτόν πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ότι, πλην της αρχικής, δεν καταρτίσθηκε μεταξύ των μερών άλλη συμφωνία τροποποιητική της πρώτης, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Εφόσον δε κατά τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης δεν καταρτίσθηκε καμία συμφωνία τροποποιητική της αρχικής σύμβασης, δεν ευρίσκουν έδαφος εφαρμογής οι επικαλούμενες διατάξεις των άρθρων 195 και 196 του ΑΚ και ισχύουν οι όροι της αρχικής σύμβασης, της οποίας δεν αμφισβητείται η κατάρτιση.
Με τον δεύτερο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθότι δεν διευκρινίζεται σε αυτήν εάν, μετά την λήψη της από 23.4.2010 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων αυτής με την οποία αποφασίσθηκε για οικονομικούς λόγους η μείωση των οικονομικών κινήτρων σε σχέση με τα όσα προέβλεπε το αρχικό από 25.6.2009 Πρόγραμμα Εθελουσίας Εξόδου, οι πρώτος και τρίτος των αναιρεσιβλήτων αντέδρασαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο στην απόφαση αυτή μέχρι την ημερομηνία λύσης της σύμβασης εργασίας τους στις 30.4.2010 και ποία ήταν η αντίδραση του δευτέρου αναιρεσίβλητου στην εν λόγω απόφαση μέχρι τις 26.5.2010 οπότε του καταβλήθηκε η πρόσθετη αποζημίωση ή εάν αντιθέτως ενέμειναν στην αρχική σύμβαση, προκειμένου να κριθεί εάν η σχετική πρόταση της αναιρεσείουσας έγινε σιωπηρά αποδεκτή από αυτούς, με συνέπεια την τροποποίηση της αρχικής συμφωνίας ως προς το ύψος των οφειλομένων σε αυτούς παροχών.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι μόνη η επικαλουμένη έλλειψη αντίδρασης των αναιρεσιβλήτων στην πιο πάνω απόφαση της αναιρεσείουσας και μάλιστα για ελάχιστο χρόνο μίας εβδομάδας για τους πρώτο και τρίτο και ενός περίπου μήνα για των δεύτερο δεν αρκεί για την κατάφαση εκ μέρους των αναιρεσίβλητων σιωπηράς αποδοχής της πρότασης της αναιρεσείουσας για την καταβολή σε αυτούς μειωμένων οικονομικών παροχών κατά τη λύση της σύμβασης εργασίας των αναιρεσίβλητων με συναινετική καταγγελία και συνακόλουθα για την κατάρτιση της περί τούτου τροποποιητικής συμφωνίας.
Με τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ ορίζεται ότι "Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί".
Η ως άνω διάταξη, όπως προκύπτει τόσο από τη γραμματική της ερμηνεία δεδομένου ότι δεν κάνει καμία διάκριση στο αν αφορά ζημία, που προέρχεται από παραβίαση σύμβασης ή που προέρχεται από αδικοπραξία, όσο, και την συστηματική της ερμηνεία, δεδομένου ότι τίθεται στις αρχικές, γενικές διατάξεις που ισχύουν επί ενοχών (287 - 334) και από την τελολογική της ερμηνεία που περιλαμβάνει στην έννοια της λέξης "δανειστής" οποιοδήποτε δικαιούχο παροχής, συνάγεται ότι εφαρμόζεται, τόσο στις αποζημιώσεις εξ αδικοπρακτικής, όσο και στις αποζημιώσεις λόγω ενδοσυμβατικής ευθύνης.
Εξάλλου, κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, ως "περιουσία του δανειστή" νοείται, το σύνολο των αποτιμητών σε χρήμα αγαθών ήτοι πραγμάτων και αξιώσεων που νομίμως ανήκουν σ’ αυτόν, ήτοι όχι μόνο εμπραγμάτων αγαθών αλλά και αξιώσεών του που πηγάζουν από ενοχικές με τρίτους σχέσεις. Έτσι, συνιστά θετική ζημία, η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος, όταν υπάρχει μείωση του ενεργητικού, αλλά και αύξηση του παθητικού.
Επίσης, θετική ζημία του δανειστή υπάρχει και όταν δεν μειώνεται μεν η περιουσία του, αλλά αποτρέπεται η αύξησή της, που χωρίς το ζημιογόνο γεγονός θα επερχόταν, δηλαδή θα είχε αύξηση του ενεργητικού (ΑΠ 27/2017). Περαιτέρω, ως αποδοχές, που ορίζονται από το νόμο ή τη σύμβαση, βάσει των οποίων υπολογίζονται οι αξιώσεις του εργαζομένου κατά του εργοδότη από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στις οποίες περιλαμβάνεται και η τυχόν συμφωνηθείσα μεγαλύτερη της νομίμου αποζημίωση απόλυσης, νοούνται οι ακαθάριστες (μεικτές) αποδοχές του εργαζομένου, τα δε ποσά, τα οποία ο εργοδότης οφείλει, κατά νόμο, να παρακρατεί από τις οφειλόμενες αξιώσεις του εργαζομένου και ν’ αποδίδει σε ορισμένους τρίτους ή το Δημόσιο, όπως είναι ο προβλεπόμενος από το νόμο φόρος επί της αποζημίωσης απόλυσης, εφόσον αυτή υπερβαίνει ορισμένο ύψος (άρθ. 5 παρ. 6 του Ν. 3842/2010 - ΦΕΚ Α 58/23.4.2010), περιλαμβάνονται στον από το νόμο ή την σύμβαση προβλεπόμενο συνολικό (ακαθάριστο) μισθό του εργαζομένου που αποτελεί και αντικείμενο της δίκης για τις αξιώσεις του τελευταίου από την εργασιακή σχέση και δεν αφαιρούνται από το δικαστήριο που επιδικάζει οφειλόμενες, στο σύνολό τους ή κατά ένα μέρος, εργασιακές αξιώσεις (καθόσον αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο της συναφούς δίκης), αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της απόφασης επί των τελικά επιδικαζομένων με αυτήν αξιώσεων του εργαζομένου και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους (ΑΠ 506/2017, ΑΠ 1131/2015, ΑΠ 1642/2012, ΑΠ 383/2012, ΑΠ 113/2012, ΑΠ 332/2008, ΑΠ 203/2008, ΑΠ 2018/2007, 1678/2007, ΑΠ 1171/2007).
Δεν αποκλείεται βεβαίως στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθ. 361 του ΑΚ) να συμφωνηθεί μεταξύ των μερών ότι ορισμένη παροχή, όπως είναι η συμφωνημένη μεγαλύτερη της νομίμου αποζημίωση απόλυσης θα είναι καθαρή (σχετ. ΑΠ 203/2008), υπό την έννοια ότι ο μισθωτός θα λάβει στα χέρια του το συμφωνημένο ποσό, ανεξαρτήτως κρατήσεων, φόρων ή άλλων οφειλών σε τρίτους, τούτο όμως πρέπει να προκύπτει σαφώς και ανενδοιάστως από τη μεταξύ των μερών συμφωνία.
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 345 του ΑΚ, που ορίζει ότι σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη χρηματικής ενοχής, ο δανειστής δικαιούται να αξιώσει επί πλέον αποζημίωση για την θετική ζημία την οποία υπέστη από την καθυστέρηση (όχι όμως και το διαφυγόν από την καθυστέρηση κέρδος) σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 340 και 341 εδ.
β του ΑΚ που ορίζουν πότε ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής καθίσταται υπερήμερος, προκύπτει ότι προϋπόθεση γέννησης της αξίωσης του δανειστή προς αποκατάσταση της θετικής του ζημίας από την καθυστέρηση της καταβολής οφειλομένης σε αυτόν χρηματικής παροχής, είναι η υπερημερία του εργοδότη, ήτοι η πάροδος του χρόνου εκπλήρωσης της παροχής κατά τα άρθρα 323 και 324 του ΑΚ, για την οποία εκπλήρωση μπορεί να είχε συμφωνηθεί μεταξύ των μερών ορισμένη ("δήλη") ημέρα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αναφορικά με το κεφάλαιο καταβολής αποζημίωσης των αναιρεσιβλήτων από την εντωμεταξύ επελθούσα αύξηση του φόρου επί της οφειλομένης σε αυτούς αποζημίωσης απόλυσης δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα, πέραν των όσων ανωτέρω προαναφέρθηκαν: "Αποδείχθηκε επίσης ότι η καθυστερημένη και ελλιπής καταβολή της οφειλομένης αποζημίωσης από την εναγομένη προξένησε στους ενάγοντες περαιτέρω βλάβη, λόγω της μεταβολής του φορολογικού καθεστώτος σχετικά με την αποζημίωση απόλυσης.
Συγκεκριμένα, τόσο κατά το χρονικό διάστημα της συμφωνίας των διαδίκων επί του προγράμματος συναινετικών καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, όσο και κατά το χρόνο της οφειλομένης, σύμφωνα με το ως άνω πρόγραμμα υλοποίησης της εθελούσιας εξόδου των εναγόντων, η αποζημίωση απόλυσης φορολογείτο με 20% για το άνω των 20.000 ευρώ ποσοστό της.
Υπό το ως άνω φορολογικό καθεστώς συμφωνήθηκε το μικτό και καθαρό ποσό της οφειλομένης αποζημίωσης των εναγόντων και βάσει αυτού καταγγέλθηκαν οι συμβάσεις όλων ανεξαιρέτως των συναδέλφων των εναγόντων, οι οποίοι υπήχθησαν στο Πρόγραμμα Εθελουσίας [ενν. Εξόδου] και η εναγομένη επέλεξε να απομακρύνει μέχρι και πριν λίγες ημέρες πριν από τους ενάγοντες.
Στη συνέχεια στις 22 - 4 - 2010, δηλαδή την προηγουμένη ημέρα από τις 23 - 4 - 2010, οπότε η εναγομένη έλαβε τη νέα απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, με την οποία τροποποιούσε μονομερώς σε βάρος των εναγόντων τα συμφωνηθέντα, η φορολογική μεταχείριση της αποζημίωσης απόλυσης μεταβλήθηκε και έγινε δυσμενέστερη. Συγκεκριμένα, το ποσό της αποζημίωσης υπήχθη σε κλιμακωτή φορολογική μεταχείριση, σύμφωνα με την οποία μέχρι το ύψος των 60.000 ευρώ δεν φορολογείται (0%), στη συνέχεια μέχρι τα 100.000 ευρώ φορολογείται με 10%, από τα 100.001 ευρώ μέχρι τα 150.000 ευρώ φορολογείται με ποσοστό 15% και το ποσό άνω των 150.000 ευρώ φορολογείται με ποσοστό 30%.
Η μεταβολή αυτή επιφέρει μείωση του καθαρού ποσού της αποζημίωσης που ήδη καταβλήθηκε στους ενάγοντες και αντίστοιχη φορολογική επιβάρυνση του μέρους της αποζημίωσης απόλυσης που οφείλεται ακόμη στους ενάγοντες". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού υπολόγισε για κάθε ενάγοντα το ύψος του φόρου επί της αποζημίωσης απόλυσης που προέβλεπε το αρχικό από 25.6.2009 Πρόγραμμα Εθελούσιας Εξόδου με βάση το προηγούμενο φορολογικό καθεστώς και συνακόλουθα το ύψος της οφειλομένης καθαρής αποζημίωσης (μετ’ αφαίρεση του ανωτέρω φόρου), ως και το ύψος του παρακρατηθέντος και εισέτι οφειλομένου επί της διαφοράς φόρου επί της ως άνω αποζημίωσης απόλυσης που προέβλεπε το αρχικό από 25.6.2009 Πρόγραμμα Εθελούσιας Εξόδου με βάση το νέο φορολογικό καθεστώς και συνακόλουθα το ύψος της οφειλομένης καθαρής αποζημίωσης (μετ’ αφαίρεση του ανωτέρω φόρου), έκρινε, όπως και η εκκαλουμένη απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την περί τούτου αγωγή των εναγόντων στο σύνολό της κατά το κεφάλαιο αυτό και είχε επιδικάσει σε αυτούς τις περί τούτου διαφορές, ότι η εναγομένη οφείλει στους ενάγοντες προς αποκατάσταση της διαφοράς της καθαρής αποζημίωσης απόλυσης αυτών, η οποία άλλωστε ισούται με τη διαφορά της φορολογικής επιβάρυνσης λόγω της μεταβολής του φορολογικού καθεστώτος, τα χρηματικά ποσά των 27.097,56 ευρώ, των 16.979,89 ευρώ και των 22.746,06 ευρώ αντίστοιχα και συνακόλουθα απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον περί του αντιθέτου δεύτερο λόγο έφεσης της εναγομένης [ήδη αναιρεσείουσας] ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε αντιφατικές και συνάμα ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τους όρους της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας αναφορικά με το χρόνο αποχώρησης αυτών, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ενώ με την προσβαλλομένη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε στην προηγούμενη σκέψη του ότι σύμφωνα με τους όρους του Προγράμματος Εθελούσιας Εξόδου οι αποχωρήσεις των πιο πάνω στελεχών της αναιρεσείουσας θα έπρεπε να ολοκληρωθούν το αργότερο μέχρι την 31.3.2010, σε άλλο σημείο της προσβαλλομένης απόφασης διαλαμβάνεται ότι στην από 31.8.2009 απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής της αναιρεσείουσας, με την οποία εγκρίθηκαν και ονομαστικώς οι αιτήσεις των αναιρεσιβλήτων υπαγωγής αυτών στο ως άνω Πρόγραμμα, αναφερόταν ότι οι αποχωρήσεις όλων των παραπάνω στελεχών θα πρέπει να έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι 31.12.2010.
Κατά συνέπεια καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί του εάν κατά τη συμφωνία των μερών οι αποχωρήσεις των στελεχών της αναιρεσείουσας, βάσει δηλαδή όρου του άνω Προγράμματος ή βάσει απόφασης της Εκτελεστικής Επιτροπής στην οποία παρέπεμπε όρος του ως άνω Προγράμματος, θα έπρεπε να είχαν ολοκληρωθεί μέχρι τις 31 Μαρτίου 2010 ή μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να κριθεί εάν στις 30 Απριλίου 2010, οπότε η αναιρεσείουσα κατήγγειλε τις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας των αναιρεσίβλητων, είχε καταστεί υπερήμερη ή όχι ως προς την υποχρέωσή της αυτή, και συνακόλουθα εάν υπείχε ή όχι περαιτέρω υποχρέωση αποκατάστασης της θετικής ζημίας που υπέστησαν οι αναιρεσίβλητοι από την ως άνω καθυστέρηση, συνεπεία αλλαγής του φορολογικού καθεστώτος στη φορολογική μεταχείριση της αποζημίωσης απόλυσης.
Η πλημμέλεια αυτή δεν αίρεται από την παραδοχή σε άλλα σημεία της προσβαλλομένης απόφασης ότι για την περίπτωση παραμονής στην αναιρεσείουσα στελέχους αυτής που είχε υπαχθεί στο πρόγραμμα με δική του πρωτοβουλία και ευθύνη προβλεπόταν μείωση του ύψους των οφειλομένων πρόσθετων μισθών κατά ποσοστό 2% μηνιαίως, με βάση σχετικό όρο του Προγράμματος Εθελούσιας Εξόδου ή ότι στις οικονομικές καταστάσεις της αναιρεσείουσας προβλεπόταν η καταβολή των σχετικών αποζημιώσεων μέχρι τις 31.3.2010.
Ούτε επίσης αυτή αίρεται από την αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση ότι υπό το προηγούμενο φορολογικό καθεστώς "συμφωνήθηκε το μικτό και καθαρό ποσό της οφειλομένης αποζημίωσης των εναγόντων", καθότι οι επιδικασθείσες με την προσβαλλομένη απόφαση χρηματικές διαφορές, λόγω μεταβολής του φορολογικού καθεστώτος, αναφέρονται σε αποζημιώσεις προς αποκατάσταση της βλάβης των αναιρεσιβλήτων και όχι σε οφειλόμενες από τη σύμβαση παροχές.
Άλλωστε και η παραδοχή στην προσβαλλομένη απόφαση ότι ως κίνητρο για την πρόωρη αποχώρηση των στελεχών της αναιρεσείουσας προβλεπόταν, βάσει των όρων του Προγράμματος, η καταβολή του 120% της αποζημίωσης απόλυσης του Ν. 2112/1920 και επιπλέον ένα αριθμό πρόσθετων μισθών, αναφέρεται κατά τα προεκτεθέντα σε ακαθάριστες (μεικτές) αποδοχές και δεν αφορά καθαρή αποζημίωση, εφόσον δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση επί πλέον παραδοχή περί συνομολόγησης σχετικού όρου μεταξύ των μερών, από τον οποίο να προκύπτει σαφώς και ανενδοιάστως ότι μεταξύ των μερών είχε συμφωνηθεί η καταβολή συγκεκριμένου καθαρού ποσού ως αποζημίωση απόλυσης.
Επομένως, ο περί τούτου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση αναφορικά με το κεφάλαιο αυτό σχετικές πλημμέλειες, όπως ο λόγος αυτός συμπληρώνεται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο κατ’ άρθρο 562 παρ.4 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το Ν. 4335/2015, είναι βάσιμος.
Ως επιχειρησιακή συνήθεια (πρακτική της εκμετάλλευσης), νοείται η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων, τα οποία ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο μιας επιχείρησης. Η επιχειρησιακή συνήθεια δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, μπορεί όμως να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας.
Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, είτε ρητά με ανακοίνωση του υπόσχεται στους εργαζομένους τη χορήγηση μελλοντικών οικειοθελών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοιες παροχές στους εργαζόμενους, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους τελευταίους παρέχει τη βάση σιωπηράς συμβατικής δέσμευσης (άρθ. 361 του ΑΚ), και αφαιρεί στην πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και συνεπώς ελευθέρως ανακλητής οικειοθελούς παροχής.
Για την ύπαρξη όμως επιχειρησιακής συνήθειας απαιτείται η συμπεριφορά του εργοδότη να είναι γενική και απρόσωπη, να αντιμετωπίζεται δηλαδή το ίδιο θέμα κατά τρόπο γενικό, μακροχρόνιο και ομοιόμορφο (ΑΠ 673/2014, ΑΠ 226/2014, ΑΠ 1801/2008, ΑΠ 1217/2005, ΑΠ 52/1994, ΑΠ 2/1992). Η επιχειρησιακή συνήθεια μπορεί να αναφέρεται και στο ύψος των αποδοχών, όπως στο ποσό ή στον τρόπο υπολογισμού επί πλέον παροχών κατά την λειτουργία της εργασιακής σχέσης, όπως είναι η καταβολή ετησίως ποσού, το οποίο χορηγείται ως αντιστάθμισμα της ιδιαίτερης ευθύνης του εργαζομένου έναντι τρίτων για την παροχή ορισμένης φύσης εργασία στο πλαίσιο των καθηκόντων του.
Οι οικειοθελείς αυτές παροχές όμως δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρονίου, του αδιαλείπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, ήτοι να αποτελέσουν αντικείμενο επιχειρησιακής συνήθειας, εάν αυτός (εργοδότης) κατά την έναρξη της χορήγησής τους ή έστω, πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους, επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να διακόψει αυτές ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε, υπό την προϋπόθεση ότι η επιφύλαξη αυτή δεν έχει ατονήσει εκ των πραγμάτων, ως αντίθετη προς τη διαμορφωθείσα συνείδηση των μερών, ούτε διατυπώθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων (ΑΠ 1237/2017, ΑΠ 1292/2015, ΑΠ 48/2015, ΑΠ 266/2014, ΑΠ 638/2013, ΑΠ 95/2009, ΑΠ 546/2007, ΑΠ 699/2002).
Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης είναι ελεύθερος να παύσει τη χορήγηση των παροχών αυτών, χωρίς μάλιστα να χρειάζεται να προβεί σε κάποια δήλωση προς τον εργαζόμενο για τη διακοπή τους και χωρίς να χρειάζεται να δικαιολογήσει την ενέργειά του αυτή, όπως είναι και ελεύθερος να τροποποιήσει τις προϋποθέσεις και τους όρους χορήγησής αυτών, τηρώντας όμως πάντοτε την αρχή της ίσης μεταχείρισης.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω η επιχειρησιακή συνήθεια (πρακτική της εκμετάλλευσης) αναφέρεται στους όρους και στις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο εργοδότης δεσμεύεται να συνεχίσει και στο μέλλον να καταβάλει μία "οικειοθελή" παροχή, την οποία κατέβαλλε στο παρελθόν για μακρό χρόνο σταθερά και ομοιόμορφα.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ’ είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται τα έγγραφα (δημόσια και ιδιωτικά), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).
Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αναφορικά με το κεφάλαιο επιδίκασης ειδικού επιδόματος ευθύνης για την υπογραφή των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων στον πρώτο των εναγόντων και ήδη πρώτο των αναιρεσίβλητων δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η εναγομένη σύμφωνα με σταθερή, μακρόχρονη πρακτική που αποτελεί επιχειρησιακή συνήθεια, χορηγούσε παγίως στους υπογράφοντες τις επίσημες οικονομικές καταστάσεις της μία αμοιβή σε ετήσια βάση σε αντιστάθμισμα της αυξημένης ευθύνης τους που απορρέει από τις διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας, της νομοθεσίας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και του Ν.Δ. 400/1970 περί ασφαλιστικών επιχειρήσεων.
Η συγκεκριμένη παροχή, η οποία σε καθαρή βάση ανερχόταν στο 10% του συνόλου των ετησίων πάσης φύσεως αποδοχών των υπογραφόντων τον ισολογισμό, καταβαλλόταν από την εναγομένη, αδιαλείπτως επί σειρά πολλών ετών, πλέον των 30 ετών, χωρίς η εναγομένη να έχει θέσει την παραμικρή επιφύλαξη για τη συνέχιση καταβολής του επιδόματος αυτού.
Μάλιστα η εργασία σύνταξης των Οικονομικών Καταστάσεων της εναγομένης ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη μίας συνήθους μη εισηγμένης Ανώνυμης Εταιρείας. Συγκεκριμένα συντάσσονταν ανά τρίμηνο Οικονομικές Καταστάσεις με βάση τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς, όπως αυτά έχουν υιοθετηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση (με μέσο όγκο περίπου 80 πυκνογραμμένων σελίδων), καθώς επίσης και με βάση τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα και, τέλος, άπαξ του έτους με βάση και τα λογιστικά πρότυπα των ΗΠΑ (...), καθόσον η μητρική της Ε.Τ.Ε. [ενν. ...
της Ελλάδος] είναι εισηγμένη και στη .... Ο πρώτος ενάγων, ως εκ της θέσης του, ήταν ένα από τα τρία πρόσωπα που αναλάμβαναν τη επιστημονική και νομική ευθύνη της σύνταξης και της υπογραφής των οικονομικών καταστάσεων της εναγομένης, κατέχοντας μάλιστα άδεια λογιστή Α’ Τάξεως από το Οικονομικό Επιμελητήριο.
Κατά παράβαση, ωστόσο των παγίως ισχυόντων, ειδικά για την τελευταία χρήση 2009, η εν λόγω παροχή δεν καταβλήθηκε στον ενάγοντα (μέχρι και τις 30.4.2010, οπότε και απολύθηκε από την εναγομένη), αλλά και σε κανένα από τους υπογράψαντες τις από 17.03.2010 Οικονομικές Καταστάσεις 2009. Το εν λόγω επίδομα ανέρχεται σε καθαρή βάση στο 10% του συνόλου των ετησίων πάσης φύσεως αποδοχών των υπογραφόντων τον ισολογισμό και ειδικότερα για τον ενάγοντα στο ποσό των 24.220,97 ευρώ.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τα ίδια, επιδικάζοντας στον 1ο ενάγοντα το προαναφερόμενο ποσό, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, παρά τα όσα αβασίμως υποστηρίζει η εναγομένη με τον τρίτο λόγο της έφεσής της. Σημειώνεται ότι η εναγομένη δεν προβάλλει ειδικό παράπονο για τον τρόπο υπολογισμού του ανωτέρω επιδόματος και το ύψος αυτού, που επιδικάσθηκε στον πρώτο ενάγοντα".
Με τον έκτο και τελευταίο από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατά την επιδίκαση στον πρώτο των εναγόντων και ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων του ανωτέρω ποσού, ως ειδικού επιδόματος ευθύνης για την υπογραφή των οικονομικών καταστάσεων από αυτόν, δεν έλαβε υπόψη τις από 20.6.2008 και 20.6.2009 εισηγήσεις του Γενικού Διευθυντή Ι.
Β. προς τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της αναιρεσείουσας, τις οποίες η τελευταία επικαλέσθηκε και προσκόμισε κατά την δευτεροβάθμια δίκη, από τις οποίες προέκυπτε ότι η παροχή αυτή ήταν οικειοθελής και ουδέποτε απώλεσε τον εν λόγω οικειοθελή χαρακτήρα της, σε κάθε δε περίπτωση αυτή είχε επιφυλάξει το δικαίωμα διακοπής της, αφού σε κάθε έτος απαιτείτο για την χορήγησή της ειδική έγκριση του Διευθύνοντος Συμβούλου.
Από την περιεχομένη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση στο 4ο φύλλο αυτής ότι λήφθηκαν υπόψη (μεταξύ των λοιπών αναγραφομένων αποδεικτικών στοιχείων) και "..τα έγγραφα, που οι παραπάνω διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, εκ των οποίων άλλα λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων..." σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά ανωτέρω περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης ως προς την ύπαρξη επιχειρησιακής συνήθειας και την έλλειψη οιασδήποτε επιφύλαξης εκ μέρους της αναιρεσείουσας εταιρείας για τη συνέχιση της καταβολής της πιο πάνω ειδικής παροχής, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τις ανωτέρω από 20.6.2008 και 20.6.2009 εισηγήσεις του Γενικού Διευθυντή της αναιρεσείουσας, τις οποίες συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με την πιο πάνω οφειλή προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως ο περί του αντιθέτου έκτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και κατά παραδοχή ως βάσιμου του τρίτου λόγου αναίρεσης που αφορά το κεφάλαιο επιδίκασης στους αναιρεσίβλητους αποζημίωσης ύψους (27.097,56), (16.979,89) και (22.746,06) ευρώ αντιστοίχως, λόγω μεταβολής επί το δυσμενέστερο του φορολογικού καθεστώτος της αποζημίωσης απόλυσης, παρελκούσης της έρευνας του τέταρτου και πέμπτου από τους αριθμούς 10 και 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης που αναφέρονται στο ίδιο κεφάλαιο, πρέπει να αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλομένη απόφαση και ειδικότερα κατά το κεφάλαιο αυτό, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό, το οποίο χρήζει περαιτέρω διευκρίνησης, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στη μερική πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το μέρος της ήττας αυτών (άρθρ. 178 παρ.1, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος την με αριθ. 2403/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το παραπάνω μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη μερική πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ