Legislator Case Law & Legislation
1080/2016 AI generated

1080/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1080/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Τζιούβα, Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1080/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι αιτιάσεις που προβάλλει ο αιτών στις υπό στοιχείο Α, Β περιπτώσεις αφορούν τον από ουσιαστικής πλευράς έλεγχο της ορθότητας της ως άνω αποφάσεως και πλήττουν την εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου δεν μπορούν αυτοτελώς να θεμελιώσουν επανάληψη διαδικασίας, ούτε για κάποια από τις περιοριστικώς αναφερόμενες στο άρθρο 525§1,4 Κ.Π.Δ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1080 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1080/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Τζιούβα, Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2015, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Ι. Γ. του Α., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ’ αριθμ. 10162/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καταστάσης αμετακλήτου δια της 443/2002 αποφάσεως του Αρείου Πάγου.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. 612/19.1.2015 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 113/2015.

Έπειτα ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Ακριτίδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Θεοφανίας Κοντοθανάση με αριθμό 140/11.09.2015, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525§1, 527§1,3 και 528 Κ.Π.Δ., την από 19.01.2015 αίτηση του Ι.

Γ. του Α., κατοίκου ... (...) για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την έκδοση της υπ’ αριθ. 10162/01 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως (10) μηνών για την πράξη της δωροληψίας, εκθέτω δε τα ακόλουθα : Κατά το άρθρο 525§1 του Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον εκείνου που καταδικάστηκε για κακούργημα ή πλημμέλημα, μόνο στις τέσσερις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό.

Μεταξύ αυτών είναι και η με την περίπτωση 2 της παρ. 1 του άνω άρθρου, κατά την οποία η διαδικασία επαναλαμβάνεται, αν μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νέα γεγονότα ή νέες αποδείξεις, θεωρούνται εκείνες που δεν είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που δίκασε και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που δίκασαν προηγουμένως. Νέες αποδείξεις ή γεγονότα μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, σε βαθμό που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ’ αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ’ αυτούς, έστω και μετά από εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που τέθηκαν υπόψη τους, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που την εξέδωσαν, εφόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.

Τη σχετική περί αυτού κρίση του σχηματίζει το επιλαμβανόμενο της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας αρμόδιο δικαστήριο από την έρευνα των πρακτικών της δίκης που προηγήθηκε και από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία. Εξάλλου, σύμφωνα με την περ. 3 της παρ. 1 του ίδιου ως άνω άρθρου, η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται επίσης προς το συμφέρον του καταδικασθέντος, αν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων ή πραγματογνωμόνων ή πλαστά αποδεικτικά έγγραφα ή πειστήρια, τα οποία είχαν προσαχθεί και ληφθεί υπόψη στη διαδικασία του ακροατηρίου, ή δωροληψία ή άλλη από πρόθεση παράβαση καθήκοντος του δικαστή (όχι του Εισαγγελέα Αρείου Πάγου 263/1997) που μετείχε στο δικαστήριο που απάγγειλε την καταδίκη.

Για να θεμελιωθεί όμως ο λόγος αυτός επανάληψης της διαδικασίας, πρέπει σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.2 του αυτού άρθρου, οι αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας, της πλαστογραφίας, της δωροληψίας ή της παράβασης καθήκοντος, να αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, εκτός αν δεν εκδόθηκε τέτοια απόφαση, επειδή υπήρχαν νόμιμοι λόγοι που εμπόδιζαν την εκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της (όπως θάνατος του υπαιτίου, παραγραφή, οριστική αποχή από την δίωξη ή αναστολή της διαδικασίας λόγω ψυχικής νόσου του κατηγορούμενου), βεβαιούμενοι στην περίπτωση αυτή κατά την διαδικασία την άρθρων 528§2 έως 4 Κ.Π.Δ.

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 19.01.2015 έβδομη κατά σειρά αίτησή του, ο αιτών ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση σε βάρος του της προαναφερθείσας (10162/2001) καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Η απόφαση αυτή, κατέστη αμετάκλητη, καθόσον η ασκηθείσα κατ’ αυτής αναίρεση, απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. 443/2002 απόφαση του Δικαστηρίου Σας.

Με την προαναφερθείσα απόφαση καταδικάσθηκε αυτός για την αναφερόμενη στην αρχή πράξη σε ποινή φυλάκισης (10) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, συνίσταται δε αυτή στο ότι στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 18.01.1996 μέχρι 30.01.1996 και σε μη επακριβώς διακριβωθείσα ημερομηνία, όντας δημόσιος υπάλληλος και υπηρετών στην ΙΘ’ ΔΟΥ Αθηνών, εμφανίσθηκε ενώπιον του Θ.

Χ., νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "...." και απαίτησε από αυτόν να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 100.000 δρχ., προκειμένου να μη καταχωρήσει στην έκθεση ελέγχου την φορολογική παράβαση που διαπίστωσε ως μέλος τριμελούς συνεργείου του Υπουργείου Οικονομικών, στο οποίο συμμετείχε μαζί με τους συναδέλφους του Ε.

Ζ. και Α. Κ., κατά τον έλεγχο που διενεργήθηκε στην επί της οδού ... επιχείρηση καθαριστηρίου του τελευταίου. Ειδικότερα, το τριμελές αυτό συνεργείο, ενεργώντας την 18.01.1996 έλεγχο στην ανωτέρω επιχείρηση, διαπίστωσε παράβαση του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Π.Δ. 186/1992), συνίστατο δε αυτή στο ότι δεν είχε χορηγηθεί σε πελάτισσα του καθαριστηρίου απόδειξη παροχής υπηρεσιών ποσού 4.500 δρχ.

Μετά την διενέργεια του ελέγχου και ενώ δεν είχε συνταχθεί ακόμη η σχετική έκθεση, ο αιτών εμφανίσθηκε στην ως άνω επιχείρηση και απαίτησε από τον νόμιμο εκπρόσωπο Θ. Χ. να του καταβάλει το ποσό των 100.000 δρχ. προκειμένου να μεριμνήσει ώστε να μη καταχωρηθεί στην έκθεση που επρόκειτο να συνταχθεί, η διαπιστωθείσα παράβαση.

Ο Θ. Χ. δεν ενέδωσε στην απαίτησή του και ενημέρωσε τηλεφωνικά για το περιστατικό τον Ε. Δ., Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών, ο οποίος στη συνέχεια ενημέρωσε τον επόπτη του συνεργείου Ι. Λ.. Μετά την ενημέρωσή του αυτή ο Ι. Λ. κάλεσε στο γραφείο του τα μέλη του συνεργείου και ερώτησε τον τότε κατηγορούμενο εάν επισκέφθηκε την επιχείρηση του Χ.

και απαίτησε από αυτόν χρήματα, ο τελευταίος δε παρουσία των άλλων δύο συναδέλφων του, απάντησε ότι "αφού έχουν διαβρωθεί τα πάντα είπα και εγώ να βγάλω κάτι". Ακολούθως, συντάχθηκε η από 31.01.1996 έκθεση ελέγχου που υπεγράφη και από τα τρία μέλη του συνεργείου, στην οποία καταχωρήθηκε η διαπιστωθείσα παράβαση, με βάση δε αυτήν επιβλήθηκε σε βάρος της επιχείρησης του Χ.

πρόστιμο 120.000 δρχ. με την υπ’ αριθ. ...28.04.1996 απόφαση του Προϊσταμένου της ΙΔ’ Δ.Ο.Υ. Αθηνών. Με βάση τα στοιχεία αυτά που προέκυψαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων Θ. Χ., Ε. Δ. και Ι. Λ., το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την αξιόποινη πράξη της δωροδοκίας (δωροληψίας) και του επέβαλε την στην αρχή ποινή φυλακίσεως.

Ήδη με την έβδομη κατά σειρά αίτησή του ο ανωτέρω καταδικασθείς ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας, για την αποδοχή δε της αιτήσεώς του επικαλείται "κατάχρηση εξουσίας δικαστών και εισαγγελέων" που έλαβε χώρα σύμφωνα με τις αιτιάσεις του σε τρεις περιπτώσεις και συγκεκριμένα διότι : Α) Η υπ’ αριθ. 10162/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθήνας δεν επικαλείται κανένα αποδεικτικό στοιχείο (μαρτυρικές καταθέσεις - πειστήρια - έγγραφα) από το οποίο να αποδεικνύεται ότι ζήτησα για οποιονδήποτε λόγο 100.000 δρχ.

Τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι από τους μάρτυρες, οι οποίοι εξετάσθηκαν ενώπιον του ακροατηρίου, ουδείς κατέθεσε ότι ζήτησα για οποιονδήποτε λόγο 100.000 δρχ. από τον Θ. Χ. και μάλιστα αυτό δεν το κατέθεσε ούτε ο ίδιος ο Θ. Χ.. Επομένως καταχρηστικά μου αποδόθηκε το αδίκημα της διορθωτικής δωροληψίας, Β) Στη σελίδα 12 της 10162/2001 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθήνας αναφέρεται ότι επιβλήθηκε πρόστιμο 120.000 δρχ.

σε βάρος της εταιρείας του Θ. Χ. με την ... απόφαση επιβολής προστίμου. Όμως αυτός ο ισχυρισμός δεν επαληθεύεται διότι η δικαστική αρχή αρνήθηκε να διενεργήσει αυτοψία στη ΙΔ’ Δ.Ο.Υ. Αθηνών, όπως είχα ζητήσει με το από 13.02.1997 υπόμνημα στην αρμοδία Πταισματοδίκη. Εξ αιτίας αυτής της άρνησης δεν εγένετο έρευνα από την οποία να προκύπτει : 1) ότι η υπ’ αριθμ. ...

απόφαση επιβολής προστίμου έχει υπόσταση και ότι είναι καταχωρημένη στο βιβλίο παρατάσεων της ΙΔ’ Δ.Ο.Υ. Αθήνας στον α/α…, 2) ότι το επιβληθέν πρόστιμο των 120.000 δρχ. βεβαιώθηκε στο αρμόδιο Δημόσιο Ταμείο και ότι προκύπτει ο σχετικός χρηματικός κατάλογος με τον οποίο εγένετο η βεβαίωση, 3) Η περαιτέρω τύχη του φερόμενου ως βεβαιωθέντος προστίμου (εισπράχθηκε, διαγράφηκε, παραγράφηκε).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αρμόδιος Εισαγγελέας αντί να διενεργήσει αυτοψία, όπως είχα ζητήσει με το από 13.02.1997 υπόμνημα απέστειλε στην ΙΔ’ Δ.Ο.Υ. Αθήνας το .../19.11.1997 έγγραφο και έλαβε την .../10.12. 1997 απάντηση. Σε αυτήν την αλληλογραφία ουδείς λόγος γίνεται για την βεβαίωση στο αρμόδιο Δημόσιο Ταμείο και στην καταβολή στο Δημόσιο του φερόμενου ως επιβληθέντος προστίμου των 120.000 δρχ.

Επομένως ο αρμόδιος Εισαγγελέας παρείχε ασυλία διότι δεν άσκησε ποινική δίωξη σε εκείνον ο οποίος είχε καθήκον και αρμοδιότητα να βεβαιώσει και να εισπράξει για λογαριασμό του Δημοσίου το φερόμενο ως επιβληθέν πρόστιμο των 120.000 δρχ. εφόσον αυτή η βεβαίωση δεν έγινε, Γ) Στην 10162/01 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθήνας και στη σελίδα 8 αναφέρομαι ως επικεφαλής του συνεργείου ελέγχου ενώ στη σελίδα 12 αναφέρομαι ως απλό μέλος.

Ομοίως στη σελίδα (8) αναφέρεται ότι εγώ συνέταξα τη σχετική έκθεση ελέγχου ενώ στη σελίδα (12) αναφέρεται ότι η έκθεση ελέγχου συνετάγη από κοινού από τους μετέχοντες στο συνεργείο ελέγχου. Η αριθμ. 564/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου και στις σελίδες 10 και 11 κάνει δεκτό ότι δεν άσκησε επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου, ποιος συνέταξε την σχετική έκθεση ελέγχου και ποιος ήταν επικεφαλής του συνεργείου ελέγχου.

Εξ αυτών σαφώς συνάγεται ότι οι μετέχοντες στο συνεργείο ελέγχου ήταν ισότιμοι και ισοδύναμοι, υποχρεωμένοι να ενεργούν από κοινού και έκαστος εξ αυτών δεν μπορούσε να παρακάμψει άλλους. Δια τούτο η Δωροδοκία ήταν αδύνατη χωρίς να συμπράξουν όλοι οι μετέχοντες στο συνεργείο ελέγχου. Εφόσον αυτή η σύμπραξη δεν υπήρχε, ήταν αδύνατος ο μη καταλογισμός της διαπιστωθείσας φορολογικής παράβαση εις βάρος του Θ.

Χ.. Επί πλέον ήταν αδύνατη η διάπραξη της δωροδοκίας από ένα μόνο μέλος του συνεργείου ελέγχου. Ως εκ τούτου η υπ’ αριθ. 564/07 απόφαση του Αρείου Πάγου είναι καταχρηστικά απορριπτική διότι δεν είχα τη δυνατότητα από μόνος μου να διαγράψω την διαπιστωθείσα φορολογική παράταση σε βάρος του Θ. Χ.. Επί πλέον η 564/07 απόφαση του Αρείου Πάγου δεν επικαλείται κανένα αποδεικτικό στοιχείο κατά το οποίο η υπ’ αριθμ. 10162/01 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθήνας είναι ορθά καταδικαστική δηλαδή δεν υπάρχει η πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και την ποινική δικονομία.

Δια τούτο κατά μείζονα λόγο η 564/07 απόφαση του Αρείου Πάγου είναι καταχρηστικά απορριπτική. Κατά τα ανωτέρω η δικαστική αρχή έλαβε γνώση για να ασκήσει αυτεπάγγελτα ποινικές διώξεις... κατά της σύνθεσης των δικαστηρίων που εξέδωσαν την υπ’ αριθμ. 10162/01 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθήνας, 564/07 του Αρείου Πάγου και κατά του υπογράφοντος το ...19.11.1997 έγγραφο του Εισαγγελέα Παναγιώτη Αγγελόπουλου".

Όπως όμως προαναφέρθηκε, για να χωρήσει επανάληψη της διαδικασίας, κατά την περίπτωση 3 της παρ. 1 του άρθρου 525 του Κ.Π.Δ., πρέπει η αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος να αποδεικνύεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, διαφορετικά η αίτηση είναι απορριπτέα. Τέτοια απόφαση ο αιτών δεν επικαλείται αλλά μόνον στο τέλος της αιτήσεώς του αναφέρει να προσδιορισθεί η αίτηση επανάληψης διαδικασίας προς εκδίκαση, αφού πρώτα επιβεβαιωθούν με δικαστικές αποφάσεις η τέλεση των ποινικών αδικημάτων που κατά την κρίση του περιγράφονται στην ανωτέρω αίτηση.

Οι αιτιάσεις που προβάλλει ο αιτών στις υπό στοιχείο Α, Β περιπτώσεις αφορούν τον από ουσιαστικής πλευράς έλεγχο της ορθότητας της ως άνω αποφάσεως και πλήττουν την εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου δεν μπορούν αυτοτελώς να θεμελιώσουν επανάληψη διαδικασίας, ούτε για κάποια από τις περιοριστικώς αναφερόμενες στο άρθρο 525§1,4 Κ.Π.Δ.

περιπτώσεις, διότι τυχόν παραλείψεις ή πλημμέλειες του Δικαστηρίου που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως και να ερευνηθούν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, αφού αυτή δεν αποτελεί ένδικο μέσο. Επίσης και οι αιτιάσεις που αναφέρονται στην υπό στοιχ. 5 περίπτωση δεν μπορούν να θεμελιώσουν κάποιον από τους λόγους του άρθρου 525, αφού αυτές στρέφονται ανεπιτρέπτως κατά της υπ’ αριθ. 564/07 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε προηγούμενη αίτηση του αιτούντος για επανάληψη της διαδικασίας.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 525 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η αίτηση επανάληψης διαδικασίας δύναται να υποβληθεί και μετά την απόρριψη προγενέστερης αιτήσεως, εφόσον προβάλλεται διαφορετικός λόγος ή ο αυτός λόγος του απορρίφθηκε, εφόσον στηρίζεται σε νέα αποδεικτικά στοιχεία. Στην παρούσα περίπτωση τις ανωτέρω αιτιάσεις υπό στοιχεία Α, Β και Γ είχε διατυπώσει ο αιτών και σε προηγούμενες αιτήσεις του για επανάληψη της διαδικασίας, οι οποίες έχουν απορριφθεί με τις υπ’ αριθμ. 1036/2012 και 81/2014 αποφάσεις του Αρείου Πάγου.

Το αίτημα του αιτούντος να προσδιορισθεί και εκδικασθεί η παρούσα αίτηση επανάληψη διαδικασίας, αφού πρώτα επιβεβαιωθούν με δικαστικές αποφάσεις οι παραλείψεις που έχουν τελεσθεί από τις συνθέσεις των δικαστηρίων που εξέδωσαν τις προαναφερθείσες αποφάσεις απαραδέκτως προβάλλεται με την παρούσα, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είναι η έβδομη κατά σειρά αίτηση που υποβάλλει ο αιτών.

Αξίζει να σημειωθεί ότι παρόμοιες αιτήσεις με ίδιο και διαφορετικό περιεχόμενο έχουν απορριφθεί και με τις υπ’ αριθμ. 1682/2009, 1182/2010, 555/2011, 1036/12 και 81/2014 αποφάσεις του Αρείου Πάγου. Κατόπιν των ανωτέρω, επειδή οι λόγοι και τα επιχειρήματα αφορούν κρίσεις κατά της ορθότητας από ουσιαστικής πλευράς της αποφάσεως και της εκτιμήσεως των αποδείξεων και όχι νέα γεγονότα και αποδείξεις κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 525§1, αφού αυτές οι παραλείψεις είναι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί και ανεπιτρέπτως στρέφεται κατά της αποφάσεως του Αρείου Πάγου (564/07), πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 Κ.Π.Δ.).

Για τους λόγους αυτούς Προτείνουμε: Α) Να απορριφθεί η από 19.01.2015 αίτηση του Ι. Γ. του Α., κατοίκου ... για επανάληψη προς το συμφέρον της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ’ αριθμ. 10162/01 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και Β) Να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα. Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Θεοφανία Κοντοθανάση".

Αφού άκουσε

Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον ίδιο τον αιτούντα Σκέφθηκε κατά το νόμο Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνον εις τας πέντε περιπτώσεις, οι οποίες αναφέρονται στη διάταξη αυτή.

Κατά την υπ’ αριθμ. 2) από τις περιπτώσεις αυτές, η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται, "αν μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή υποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε." Νέα γεγονότα ή αποδείξεις, όροι που κατά τη διάταξη είναι ταυτόσημοι, δύνανται να είναι καταθέσεις νέων μαρτύρων, ανακλητικές ή τροποποιητικές, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές μαρτυρικών καταθέσεων, νέα έγγραφα ή και οποιαδήποτε άλλα αποδεικτικά στοιχεία, που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, τα οποία δεν υπεβλήθησαν στην κρίση των δικαστών, ασχέτως εάν υπήρχαν και πριν την καταδίκη, με την προϋπόθεση όμως ότι τα στοιχεία αυτά εκτιμώμενα μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή κατεδικάσθη αδίκως για βαρύτερο έγκλημα αυτού που πράγματι ετέλεσε.

Δεν είναι νέες αποδείξεις και άγνωστες αυτές οι οποίες ηρευνήθησαν ευθέως ή εμμέσως από τους δικαστάς που δίκασαν και απερρίφθησαν έστω και δι’ εσφαλμένης εκτιμήσεως ή δεν ήσκησαν επιρροή στο σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Επίσης δεν δύνανται να θεμελιώσουν τον ανωτέρω λόγον επαναλήψεως της δίκης παραλείψεις ή πλημμέλειες από το δικαστήριο όπως η μη λήψη υπ’ όψη προταθέντων πραγματικών περιστατικών, η απόρριψη αιτημάτων για ευρύτερη έρευνα και για χρήση και άλλων αποδεικτικών μέσων, ούτε τα απλά επιχειρήματα και οι κρίσεις η προς την ουσιαστική ορθότητα της αποφάσεως και την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων διότι ούτως επιδιώκεται ο από νομικής και ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, ενώ η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ’ έκτακτη διαδικασία.

Περαιτέρω κατά την υπ’ αριθμ. 3) περίπτωση που προβλέπει το άνω άρθρο 525 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται, "αν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων ή γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων ή πλαστά αποδεικτικά έγγραφα ή πειστήρια, τα οποία είχαν προσαχθεί ή ληφθεί υπ’ όψη στη διαδικασία του ακροατηρίου, ή δωροληψία ή άλλη από πρόθεση παράβαση καθήκοντος του δικαστή ή του ενόρκου που μετείχε στο δικαστήριο που απάγγειλε την καταδίκη".

Στην περίπτωση όμως αυτή κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου 525, οι αξιόποινες πράξεις αυτές, της ψευδορκίας, της πλαστογραφίας της δωροληψίας ή της παραβάσεως καθήκοντος "πρέπει να αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, εκτός αν δεν εκδόθηκε τέτοια απόφαση, επειδή υπήρχαν νόμιμοι λόγοι που εμπόδιζαν την εκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη".

Περαιτέρω από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 525 του Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας δύναται να υποβληθεί και μετά την απόρριψη προγενέστερης αιτήσεως, εφόσον προβάλλεται διαφορετικός λόγος ή ο αυτός λόγος που απορρίφθηκε, εφόσον στηρίζεται σε νέα αποδεικτικά στοιχεία. Εάν, όμως προβάλλεται ο ίδιος ο απορριφθείς λόγος και τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, η αίτηση είναι απαράδεκτη κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 476 παρ. 1 και 57 του Κ.Ποιν.Δ.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 527 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ., η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας πρέπει να περιέχει με πληρότητα και σαφήνεια τους λόγους για τους οποίους ζητείται, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν. Άλλως, εάν οι λόγοι δεν είναι εξ εκείνων, οι οποίοι αναφέρονται περιοριστικώς εις το άρθρο 525 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. (η αίτηση), είναι απαράδεκτη.

Ούτως είναι απαράδεκτη η αίτηση που στηρίζεται στη δευτέρα περίπτωση του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. εάν ο αιτών δεν εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια τα νέα στοιχεία που είναι σχετικά με την πράξη για την οποία εχώρησε η καταδίκη, καθώς και το περιεχόμενό των, εάν δε στηρίζεται στη τρίτη περίπτωση αυτού, είναι απαράδεκτη, εάν δεν υπάρχει αμετάκλητη δικαστική απόφαση περί των εκεί αδικημάτων.

Στην προκείμενη περίπτωση ο αιτών Ι. Γ. με την κρινομένη από 19.1.2015 έβδομη κατά σειρά αίτησή του ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας, κατά την οποίαν εξεδόθη η καταδικαστική εις βάρος του υπ’ αριθμ. 10162/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποίαν επεβλήθη εις αυτόν ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετίαν, για δωροδοκία (δωροληψία).

Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη, αφού η κατ’ αυτής αναίρεση απερρίφθη δια της υπ’ αριθμ. 443/2003 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου. Η καταδίκη του αιτούντος με την ανωτέρω απόφαση για την αξιόποινη πράξη της δωροδοκίας συνίσταται εις το ότι : "Ως δημόσιος υπάλληλος κατά το χρονικό διάστημα από 16 Ιανουαρίου 1996 έως και 30 Ιανουαρίου 1996 και σε μη επακριβώς διακριβωθείσα ημερομηνία, υπηρετών εις την ΙΘ’ Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) Αθηνών ενεφανίσθη ενώπιον του νομίμου εκπροσώπου της Ομόρρυθμης Εταιρείας "...." Θ.

Χ. και απαίτησε από αυτόν, όπως του καταβάλει το χρηματικό ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) δραχμών, προκειμένου να μη καταχωρίσει φορολογικές παραβάσεις, οι οποίες διαπιστώθηκαν από έλεγχο που διενήργησε ειδικό συνεργείο προληπτικού ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών προ ολίγων ημερών εις την επιχείρησή του, εις το οποίο (συνεργείο) ήταν αυτός μέλος μαζί με τους συναδέλφους του Ε.

Ζ. και Α. Κ., οι οποίοι μετά τον έλεγχο εις την επιχείρηση καθαριστηρίου της πιο πάνω ομόρρυθμης εταιρείας συνέταξαν την από 31ης Ιανουαρίου 1996 έκθεση ελέγχου κατόπιν της οποίας με την υπ’ αριθμ. ...28.4.1996 Απόφαση Επιβολής Προστίμου Κ.Φ.Σ. του Προϊσταμένου την ΙΔ’ Δ.Ο.Υ. Αθηνών επεβλήθη εις την λεχθείσα ομόρρυθμη εταιρεία "...." πρόστιμο ανερχόμενο εις το χρηματικό ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) δραχμών".

Ήδη με την έβδομη κατά σειρά από 19.1.2015 αίτησή του επαναλήψεως διαδικασίας, όπως διευκρινίσθηκε με το από 23.02.2016 υπόμνημά του, ο ανωτέρω καταδικασθείς, ζητεί την προς το συμφέρον του επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της προαναφερθείσας υπ’ αριθμ. 10162/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για πράξεις και παραλείψεις δημοσίων Λειτουργών της Δικαιοσύνης που συμμετείχαν στην έκδοση της αποφάσεως αυτής.

Ειδικότερα, αυτός κατά λέξη αιτιάται ότι: "Α’ Η αριθμ. 10162/01 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών δεν επικαλείται κανένα αποδεικτικό στοιχείο (μαρτυρικές καταθέσεις, πειστήρια, έγγραφα), από το οποίο να αποδεικνύεται ότι ζήτησε για οποιονδήποτε λόγο το ποσό των 100.000 δραχμών από τον Θ. Χ.. Τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι από τους μάρτυρες, οι οποίοι εξετάστηκαν ενώπιον του ακροατηρίου, ουδείς κατέθεσε ότι ζήτησε για οποιονδήποτε λόγο 100.000 δραχμές από τον Θ.

Χ. και μάλιστα αυτό δεν το κατέθεσε ούτε ο ίδιος ο Θ. Χ.. Επομένως καταχρηστικά τού αποδόθηκε το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας.

B’ Στην σελίδα 12 της 10162/01 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών αναφέρεται ότι επιβλήθηκε πρόστιμο 120.000 δραχμές σε βάρος της εταιρείας του Θ. Χ. με την αριθμ. ... απόφαση επιβολής προστίμου. Όμως αυτός ο ισχυρισμός δεν επαληθεύεται διότι η δικαστική αρχή αρνήθηκε να διενεργήσει αυτοψία στην ΙΔ’ Δ.Ο.Υ.

Αθηνών, όπως είχε ζητήσει με το από 13.2.1997 υπόμνημα στην αρμοδία πταισματοδίκη. Εξ αιτίας αυτής της άρνησης δεν εγένετο έρευνα από την οποία να προκύπτει: 1. Ότι η υπ’ αριθμ. ...απόφαση επιβολής προστίμου έχει υπόσταση και ότι είναι καταχωρημένη στο βιβλίο παραβάσεων της ΙΔ’ Δ.Ο.Υ. Αθηνών στον α/α 74. 2. Ότι το επιβληθέν πρόστιμο των 120.000 δραχμών βεβαιώθηκε στο αρμόδιο Δημόσιο Ταμείο και ότι προκύπτει ο σχετικός χρηματικός κατάλογος με τον οποίο εγένετο η βεβαίωση.

Και 3. Η περαιτέρω τύχη του φερόμενου ως βεβαιωθέντος προστίμου (εισπράχτηκε, διαγράφηκε, παραγράφηκε). Στην προκειμένη περίπτωση ο αρμόδιος εισαγγελέας αντί να διενεργήσει αυτοψία, όπως είχε ζητήσει με το από 13.2.1997 υπόμνημα απέστειλε στην ΙΔ’ Δ.Ο.Υ. Αθηνών το .../19.11.1997 έγγραφο και έλαβε την .../10.12.1997 απάντηση.

Σε αυτήν την αλληλογραφία ουδείς λόγος γίνεται για την βεβαίωση στο αρμόδιο Δημόσιο Ταμείο και την καταβολή στο Δημόσιο του φερόμενου ως επιβληθέντος προστίμου των 120.000 δρχ. Επομένως ο αρμόδιος εισαγγελέας παρέσχε ασυλία διότι δεν άσκησε ποινική δίωξη σε εκείνον, ο οποίος είχε καθήκον και αρμοδιότητα να βεβαιώσει και να εισπράξει για λογαριασμό του Δημοσίου το φερόμενο ως επιβληθέν πρόστιμο των 120.000 δρχ.

εφ’ όσον αυτή η βεβαίωση δεν έγινε.

Γ’ Στην 10162/01 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και στην σελίδα 8 αναφέρεται ως επικεφαλής του συνεργείου ελέγχου, ενώ στην σελίδα 12 αναφέρεται ως απλό μέλος. Ομοίως στην σελίδα 8 αναφέρεται ότι αυτός συνέταξε την σχετική έκθεση ελέγχου, ενώ στην σελίδα 12 αναφέρεται ότι η έκθεση ελέγχου συνετάγη από κοινού από τους μετέχοντες στο συνεργείο ελέγχου.

Η αριθμ. 564/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου και στις σελίδες 10 και 11 κάνει δεκτό ότι δεν άσκησε επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου ποίος συνέταξε την σχετική έκθεση ελέγχου και ποίος ήταν επικεφαλής του συνεργείου ελέγχου. Εξ αυτών σαφώς συνάγεται ότι οι μετέχοντες στο συνεργείο ελέγχου ήταν ισότιμοι και ισοδύναμοι, υποχρεωμένοι να ενεργούν από κοινού και έκαστος εξ αυτών δεν μπορούσε να παρακάμψει τους άλλους.

Διά τούτο η δωροδοκία ήταν αδύνατη χωρίς να συμπράξουν όλοι οι μετέχοντες στο συνεργείο ελέγχου. Εφόσον αυτή η σύμπραξη δεν υπήρχε, ήταν αδύνατος ο μη καταλογισμός της διαπιστωθείσας φορολογικής παράβασης εις βάρος του Θ. Χ.. Επί πλέον ήταν αδύνατη η διάπραξη της δωροδοκίας από ένα μόνο μέλος του συνεργείου ελέγχου.

Ως εκ τούτου η αριθμ. 564/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου είναι καταχρηστικά απορριπτική, διότι δεν είχε την δυνατότητα μόνος του να διαγράψει την διαπιστωθείσα φορολογική παράβαση εις βάρος του Θ. Χ.. Επί πλέον η 564/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου δεν επικαλείται κανένα αποδεικτικό στοιχείο κατά το οποίο η αριθμ. 10162/01 απόφαση του τριμελούς Εφετείου Αθηνών είναι ορθά καταδικαστική, δηλαδή δεν υπάρχει η πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και την ποινική Δικονομία.

Διά τούτο και κατά μείζονα λόγο η 564/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου είναι καταχρηστικά απορριπτική. Κατά τα ανωτέρω η Δικαστική αρχή έλαβε γνώση για να ασκήσει αυτεπάγγελτα ποινικές διώξεις: Ι. Κατά της σύνθεσης του Δικαστηρίου, το οποίο εξέδωσε την αριθμ. 10162/01 απόφαση του τριμελούς Εφετείου Αθηνών. 2. Κατά του υπογράφοντος το .../19.11.1997 έγγραφο Εισαγγελέα Παναγιώτη Αγγελόπουλου. 3.

Κατά της σύνθεσης του Δικαστηρίου, το οποίο εξέδωσε την αριθμ. 564/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου." Όπως, προαναφέρθηκε, για να χωρήσει επανάληψη της διαδικασίας, κατά την περίπτωση 3 της παρ. 1 του άρθρου 525 του Κ.Ποιν.Δ., πρέπει η αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος να αποδεικνύεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, διαφορετικά η αίτηση είναι απορριπτέα.

Ο αιτών, επικαλούμενος δια των ως άνω αιτιάσεων παράβαση καθήκοντος των δικαστικών λειτουργών που εξέδωσαν την παραπάνω καταδικαστική για αυτόν (αιτούντα) απόφαση, πέραν του ότι ουδέν προσδιοριστικόν της παραβάσεως καθήκοντος περιστατικόν αναφέρει, από το οποίο να προκύπτει η με πρόθεση επικαλούμενη παράβαση, ούτε εκθέτει ποίο το όφελος των δικαστών για τον εαυτόν τους ή για άλλον παρανόμως ή προς βλάβη του κράτους, ουδόλως επικαλείται ούτε προσκομίζει, τέτοια απόφαση, αλλά μόνον στο τέλος της αιτήσεώς του αναφέρει να προσδιορισθεί η κρινόμενη αίτηση επανάληψης διαδικασίας προς εκδίκαση, αφού πρώτα επιβεβαιωθούν με δικαστικές αποφάσεις η τέλεση των ποινικών αδικημάτων που (κατά την κρίση του) περιγράφονται στην ανωτέρω αίτηση.

Το τελευταίο αυτό αίτημα του αιτούντος περί προσδιορισμού και εκδικάσεως της κρινόμενης αιτήσεως, αφού πρώτα επιβεβαιωθούν με δικαστικές αποφάσεις οι παραλείψεις που έχουν τελεσθεί από τις συνθέσεις των δικαστηρίων που εξέδωσαν τις προαναφερθείσες αποφάσεις, απαραδέκτως προβάλλεται με την παρούσα, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είναι η έβδομη κατά σειρά αίτηση που υποβάλλει ο αιτών.

Εξάλλου, οι ανωτέρω αιτιάσεις που ο αιτών προβάλλει με τις υπό στοιχεία Α και Β περιπτώσεις της αιτήσεώς του, το μεν αφορούν επιχειρήματα και κρίσεις κατά της ουσιαστικής ορθότητας της ως άνω καταδικαστικής αποφάσεως και πλήττουν την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι νέα γεγονότα ή αποδείξεις, κατά την έννοια της άνω διατάξεως του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 Κ.Ποιν.Δ., και για το λόγο αυτό δεν μπορούν αυτοτελώς να θεμελιώσουν αίτηση για επανάληψη διαδικασίας, αφού δεν περιλαμβάνονται στις περιοριστικώς αναφερόμενες στο άρθρο 525 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ.

περιπτώσεις, το δε έχουν διατυπωθεί εκ μέρους του (αιτούντος) σε προηγούμενες αιτήσεις για επανάληψη διαδικασίας, οι οποίες (αιτήσεις) έχουν απορριφθεί με τις υπ’ αριθμ. 1036/2012 και 81/2014 αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου. Και ναι μεν αίτηση επανάληψης διαδικασίας δύναται να υποβληθεί και μετά την απόρριψη προγενέστερης αιτήσεως, ως εις την μείζονα σκέψη προελέχθη, πλην όμως πρέπει να προβάλλεται διαφορετικός λόγος ή ο αυτός λόγος που απορρίφθηκε, εφόσον αυτός στηρίζεται σε νέα αποδεικτικά στοιχεία, γεγονός που εν προκειμένω δεν συμβαίνει.

Περαιτέρω, οι αιτιάσεις που αναφέρονται στην υπό στοιχ. Γ περίπτωση δεν μπορούν να θεμελιώσουν κάποιον από τους λόγους του άρθρου 525, αφού αυτές στρέφονται ανεπιτρέπτως κατά της υπ’ αριθμ. 564/2007 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε προηγούμενη αίτηση του αιτούντος για επανάληψη της διαδικασίας.

Επισημαίνεται εν τέλει, ότι και την ανωτέρω υπό στοιχείο Γ αιτίαση είχε διατυπώσει ο αιτών και σε προηγούμενη αίτησή του για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία είχε απορριφθεί με την υπ’ αριθμ. 1036/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου. Επομένως, ενόψει των ανωτέρω, η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19.1.2015 αίτηση του Ι. Γ. του Α. για επανάληψη της διαδικασίας, που επερατώθη αμετακλήτως δια της υπ’ αριθμ. 10162/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει τον αιτούντα εις τα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων πενήντα (250).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2016.

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ