Supreme Court allows appeal against second instance judgment for failure to provide sufficient reasoning on substantive law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's judgment of 4190/2012. The appellants argued the lower court failed to provide adequate reasoning regarding the substantive law governing employment contracts and the nature of the services provided. The court found the lower court's reasoning insufficient and contradictory on these key issues, necessitating a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible if the lower court failed to apply substantive law correctly or provided insufficient, contradictory, or inadequate reasoning on issues affecting the outcome of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1080 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1080/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Β. Κ., 2) Ε. Δ. Κ., 3) Σ. Χ. Ρ., 4) Β. Χ. Τ., 5) Α. Η. Τ. - Τ., 6) Χ. Γ. Α., 7) Μ. Κ. Α., 8) Δ. Ν. Γ., 9) Π. Ι., Π., 10) Ε. Α. Κ., 11) Χ. Κ. Ρ., 12) Λ. Β. Γ., 13) Ε. Ε. Π., 14) Ι. Δ. Γ., 15) Γ. Χ. Δ., 16) Σ. Π. Κ., 17) Κ. Ν. Ν., 18) Ι. Δ. Γ., 19) Ν. χας Χ. Κ., 20) Κ. Ε. Β., 21) Χ. Π. Κ., 22) Β. χας Χ. Ξ., με την ιδιότητά της ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά ποσοστό 1/4 του Χ. Ξ., 23) Δ. Χ. Ξ., με την ιδιότητά της ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά ποσοστό 1/4 του Χ. Ξ., 24) Α. Χ. Ξ., με την ιδιότητά του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά ποσοστό 1/4 του Χ. Ξ. και 25) Α. Χ. Ξ., ως καθολικής διαδόχου του Χ. Ξ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπασπύρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΜΑΡΟΥΣΙΟΥ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γρέγο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1952/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4190/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-11-2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου διάβασε την από 22-10-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δεύτερου λόγων της αιτήσεως, κατά την επιτρεπτή νοηματική τους απόδοση, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για αναίρεση της 4190/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649 και 669 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, μεταξύ των οποίων και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) Α' και Β' βαθμού, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με τα εδάφια α` και γ` της οποίας ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.
α` αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β` αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις ως άνω διατάξεις του ν. 2190/1994, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Ειδικά, όμως, με το άρθρο 20 παρ. 4 ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ. 2 ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού (απαλειφθείσα ήδη με το άρθ. 1 ν. 3812/2009 που δεν καταλαμβάνει την επίδικη διαφορά), η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ.
διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα.
Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλ. συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (άρθρ. 669 παρ. 1 Α.Κ.) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση τους.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ., άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) συνάγεται, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Η ανωτέρω σύμβαση διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, κυρίως γιατί με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ. 1, 2, 3 του ν. 2527/1997, για τη σύναψη σύμβασης μίσθωσης έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 681 ΑΚ ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται η προηγούμενη έκδοση κοινής απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, με την οποία καθορίζονται ο αριθμός των προσώπων, που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο, που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα, που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος εκτέλεσης του έργου, καθώς και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεσθεί από υπαλλήλους του, ενώ σύμβαση μίσθωσης έργου, που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες, είναι αυτοδικαίως και καθ` ολοκληρίαν άκυρη, απαγορευόμενης της ανανέωσης ή παράτασης της σύμβασης μίσθωσης έργου.
Περαιτέρω, σύµβαση μαθητείας είναι η σύµβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαµβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισµένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της συμβάσεως μαθητείας είναι η γνήσια σύµβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.
Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας απ' αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτελέσεως παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Αντίθετα επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της συμβάσεως και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη και, συνεπώς, επί της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της συμβάσεως αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη.
Σε κάθε περίπτωση ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας συμβατικής σχέσης, που συνδέει τους συμβαλλόμενους, ως μίσθωσης έργου, μαθητείας, με τις ειδικότερες μορφές της, εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχή έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, η οποία κρίση του στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.ΑΠ 18/2006), χωρίς να θεσπίζεται απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, κατά τη δικαστική διαδικασία, ούτε από διάταξη του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, επί των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (Ολ.ΑΠ 19 και 20/2007, 18/2006), ενώ η ρηθείσα διάταξη του άρθ. 6 ν. 2527/1997, ρυθμίζει συγκεκριμένα τους όρους και τις προϋποθέσεις έγκυρης σύναψης σύμβασης έργου από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι Δήμοι, στις ειδικά προβλεπόμενες από το νόμο ως άνω περιπτώσεις.
Εξ άλλου, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος της άνω Οδηγίας).
Η εν λόγω Οδηγία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη, αφενός με το ΠΔ 81/2003, το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, και αφετέρου με το ΠΔ 164/ 2004, το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 19-7-2004.
Ανεξάρτητα από την παραπάνω Οδηγία, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους‚ με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 18/2006).
Συνάγεται, περαιτέρω, από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Επιχειρήσεις και Οργανισμούς κοινής ωφέλειας, πριν από την έναρξη ισχύος 1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, 2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση αυτού το έτος 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α` 85/2001) και 3) των άρθρων 5 και 11 του άνω ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή και πριν τη έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό (Ολ.ΑΠ 7/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα διαδικαστικά έγγραφα, παραδεκτώς επισκοπούμενα (κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με το αγωγικό δικόγραφο εξέθεταν ότι προσλήφθηκαν από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΟΤΑ "Δήμο Αμαρουσίου" και την ήδη μη διάδικο "Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης ΑΕ", στις 19-2-2001, προκειμένου να απασχοληθούν ως φύλακες σε σχολεία του Δήμου Αμαρουσίου, στα πλαίσια του προγράμματος "για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας 2.700 ανέργων αποφοίτων Λυκείου, ηλικίας 25-64 ετών στη φύλαξη σχολείων", συνολικής διάρκειας 24 μηνών, για την υλοποίηση του οποίου προβλέφθηκε η υπογραφή προγραμματικών συμβάσεων με αντικείμενο τη συνεργασία των αναφερόμενων φορέων, κατ' εφαρμογή των οποίων εντάχθηκαν στο Πρόγραμμα 145 ΟΤΑ, μεταξύ των οποίων ο αναιρεσίβλητος Δήμος.
Ότι οι 21 πρώτοι ενάγοντες και ο ήδη αποβιώσας Χ. Ξ. σύζυγος και πατέρας των λοιπών επελέγησαν και εντάχθηκαν στο Πρόγραμμα και ανέλαβαν καθήκοντα, μετά τη σύναψη της από 19-2-2001 σύμβασης εργασίας, η οποία προσχηματικά αναγραφόταν ως "συμφωνητικό συνεργασίας" ενώ στην πραγματικότητα τους ανατέθηκαν ολοκληρωμένα καθήκοντα φύλαξης των σχολείων του αναιρεσίβλητου, η φύση και οι συνθήκες παροχής της οποίας απασχολήσεώς τους, είχε όλα τα χαρακτηριστικά της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, εφόσον τελούσαν υπό τον έλεγχο, τις οδηγίες και την εποπτεία του αναιρεσιβλήτου και ειδικότερα ότι:
α) παρείχαν την εργασία τους σταθερά στα σχολεία που τοποθετήθηκαν, με πλήρες 8ώρο ημερησίως, επί 22 ημέρες μηνιαίως, β) τηρούσαν ημερήσιο ωράριο προσέλευσης- αποχώρησης, υπογράφοντας ειδικές καταστάσεις και Ημερήσιο Δελτίο Συμβάντων, γ) στα πλαίσια τακτικών ελέγχων που διενεργούντο από τον αναιρεσίβλητο Δήμο υπέκειντο σε έλεγχο τηρήσεως των ημερών και ωρών της "βάρδιας" τους και όσων καθορίζονταν στο "καθηκοντολόγιο", σχετικά με τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις τους, δ) αμείβονταν με σταθερό μηνιαίο μισθό 774,84 ευρώ, που προσχηματικά χαρακτηριζόταν ως "αποζημίωση" και ασφαλίζοντο στο ΙΚΑ για τον κλάδο παροχών ασθενείας.
Επί πλέον ότι ο αναιρεσίβλητος Δήμος ανέλαβε να προβεί στη επιλογή των σχολικών κτιρίων και την τοποθέτησή τους σ' αυτά, να προμηθευθεί τον απαραίτητο εξοπλισμό και να τον διαθέσει σ' αυτούς, να τους διανείμει το υποστηρικτικό υλικό, να διενεργεί τακτικούς ελέγχους προς διαπίστωση της παρουσίας τους κατά τις ημέρες και ώρες της "βάρδιας" τους, να ορίσει μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου, το οποίο θα επιφορτιζόταν με την ευθύνη εφαρμογής και παρακολούθησης του Προγράμματος, ενημέρωσης του Δήμου, καθώς και ένα στέλεχος αυτού για να συγκεντρώνει καθημερινά τα ημερήσια Δελτία συμβάντων - παρουσιών και βάσει αυτών να συντάσσει μηνιαίο δελτίο παρουσίας προκειμένου να καταβληθεί η αμοιβή τους, δίμηνο προγραμματισμό σχετικά με τις βάρδιες, ανά σχολικό κτίριο, αναγραφή των ονοματεπωνύμων των σχολικών φυλάκων και τις "βάρδιες" τους, να προβαίνει σε τακτική επικοινωνία με τους διευθυντές των σχολείων για την επισήμανση περιστατικών σχετικών με τη συμπεριφορά των φυλάκων και τέλος να βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία μ' αυτούς προς επίλυση των αναφυομένων προβλημάτων.
Ότι, με τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου δόθηκε κατ' επανάληψη παράταση του χρόνου της αρχικής σύμβασης, έως την 30-9-2006, οπότε μετά τη θέση σε ισχύ του ΠΔ 164/2004, υποβολή σχετικών αιτήσεών τους και θετική εισήγηση του ΑΣΕΠ, οι συμβάσεις τους μετατράπηκαν σε μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου. Με βάση τα ανωτέρω και την επίκληση ότι στην πραγματικότητα η συνδέουσα τα διάδικα μέρη σύμβαση ήταν αυτή της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και όχι της συμβάσεως απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, ζήτησαν για το αναφερόμενο χρονικό διάστημα τις καθοριζόμενες στην αγωγή μισθολογικές διαφορές και αμοιβές (για παροχή νυκτερινής εργασίας, απασχόλησης κατά Κυριακές και αργίες, αποζημίωση λόγω μη χορηγηθείσας ετήσιας άδειας ανάπαυσης και επιδόματος αδείας, δώρων εορτών, καταβληθέντων και καταβλητέων αποδοχών κ.λπ.) βάσει της ισχύουσας κάθε φορά ΣΣΕ, όπως τα ποσά καθορίζονται ειδικότερα σ' αυτή, για κάθε κατηγορία αξιώσεων και για κάθε ενάγοντα, άλλως επικουρικώς, τα ανωτέρω ζήτησαν κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, επί ασκηθείσας δε εφέσεως των εναγόντων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, με την οποία, κατά πλειοψηφία, η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, καθόσον αφορά τον αναιρεσίβλητο Δήμο. Ειδικότερα το Εφετείο, ερμηνεύοντας τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, του ΠΔ 164/ 2004, του άρθρου 103 παρ. 8 του ισχύοντος Συντάγματος, 648, 649 ΑΚ δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την 34100/8-12-1999 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καταρτίστηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας 2.700 ανέργων αποφοίτων Λυκείου, ηλικίας 25-64 ετών στη φύλαξη σχολείων προκειμένου οι υπαγόμενοι σ' αυτό να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία με πιθανότητα μόνιμης απασχόλησης στη φύλαξη σχολείων...
Μεταξύ των φορέων υλοποίησης του προγράμματος ήταν η (αρχικά) δεύτερη εναγομένη (σημ: εδώ μη διάδικος) και μεταξύ των δικαιούχων του προγράμματος ο πρώτος εναγόμενος, ως πρωτοβάθμιος ΟΤΑ (σημ: εδώ αναιρεσίβλητος). Δικαίωμα συμμετοχής στο πρόγραμμα είχαν οι εγγεγραμμένοι στα μητρώα του ΟΑΕΔ ή οι επιδοτούμενοι άνεργοι, ηλικίας από 25 έως 64 ετών...
Η διάρκεια του προγράμματος ήταν 11 μήνες εκ των οποίων ο ένας θα αφορούσε σε θεωρητική και πρακτική ενημέρωση και εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον και οι υπόλοιποι στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας... Η διαδικασία προέβλεπε τη συγκρότηση Επιτροπής Επιλογής των δικαιούχων ΟΤΑ και Επιτροπής Παρακολούθησης...
η οποία θα καθόριζε τα κριτήρια και τη διαδικασία επιλογής των ανέργων. Την 9-12-1999 και την 5-1-2000 συνήφθησαν προγραμματικές συμβάσεις μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, του ΟΑΕΔ, της ΚΕΔΚΕ και της β' εναγομένης με τις οποίες συμφωνήθηκε η υλοποίηση του Προγράμματος για 2.700 και 600 άνεργους... Οι 21 πρώτοι ενάγοντες και ο σύζυγος της 22ης και πατέρας της 23ης, 24ου και 25ης εντάχθηκαν στο Πρόγραμμα και την 19-2-2001 υπέγραψαν το σχετικό συμφωνητικό συνεργασίας με τους εναγόμενους, διαρκείας 11 μηνών.
Ακολούθως με το από 19-12-2001 έγγραφο του Γενικού Γραμματέα ΥΠΕΣΔΑ δόθηκε παράταση της ισχύος του Προγράμματος και έτσι... υπέγραψαν το νεότερο από 8-2-2002 συμφωνητικό, το οποίο περιελάμβανε τους ίδιους όρους διάρκειας έως 30-6-2002, οπότε και παρατάθηκε εκ νέου η αρχική σύμβαση με το από 18-6-2002 έγγραφο του Γ.Γ., σε συνέχεια του οποίου υπογράφηκε και νέο συμφωνητικό με διάρκεια ισχύος από 1-7-2002 έως 16-7-2003.
Ακολούθησαν και νέες ανανεώσεις με τα από 17-7-2003, 1-4-2004, 2-8-2004, 4-2-2005, 12-7-2005, 27-10-2005, 16-1-2006 και 13-7-2006 συμφωνητικά... Την 30-9-2006 δυνάμει του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 οι ανωτέρω συμβάσεις μετατράπηκαν σε αορίστου χρόνου". Με βάση τα ανωτέρω το Εφετείο, σύμφωνα με την κρατήσασα σ' αυτό άποψη, κατέληξε ότι η αγωγή ως προς τον πρώτο εναγόμενο Δήμο πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, καθόσον τα ανωτέρω συμφωνητικά συνεργασίας δεν υπέκρυπταν συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας.
Και τούτο διότι: "1ον) οι ενάγοντες υπήχθησαν σε συγκεκριμένο πρόγραμμα εργασιακής εμπειρίας το οποίο είχε τα εξής χαρακτηριστικά: Απευθυνόταν σε μη προσδιορισμένη ομάδα δικαιούχων, καθόσον μετείχαν σε αυτό όλοι ανεξαιρέτως οι ΟΤΑ, δεδομένου ότι η υπαγωγή τους δεν αποδείχθηκε ότι είχε καθορισθεί σύμφωνα με τις ελλείψεις τους σε προσωπικό και σε μη προσδιορισμένη ομάδα απασχολουμένων, καθόσον ο κάθε ένας εξ αυτών δεν καθόρισε τη επιλογή του σύμφωνα με τους όρους εξαρτημένης εργασίας, αλλά με τους όρους απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, η οποία θα του παρείχε ένα εφόδιο για περαιτέρω ανεύρεση εργασίας, 2ον) οι ενάγοντες δεν προσελήφθησαν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας κατόπιν υπαγωγής στην προκαθορισμένη διαδικασία προσλήψεων για τους ΟΤΑ, προϋπόθεση η οποία όταν λείπει εμποδίζει το χαρακτηρισμό της επίδικης σχέσης ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας, 3ον) διότι η από 30-9-2006 πρόσληψή τους με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, μετά τη σχετική γνωμοδότηση του ΑΣΕΠ έγινε με τα κριτήρια του π.δ. 164/2004, στα οποία δεν θεμελιώνονται εργασιακά δικαιώματα για το προηγούμενο της εφαρμογής του χρονικό διάστημα".
Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο, δεχόμενο, κατά την πλειοψηφούσα άποψη, ότι: "Τα ανωτέρω συμφωνητικά συνεργασίας δεν υπέκρυπταν συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας", και απορρίπτοντας, κατά τούτο, την αγωγή ως μη νόμιμη παραθέτοντας τις εκτεθείσες αιτιάσεις, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 20 παρ. 4 του ν. 2738/1999, 21, 14 παρ. 1 και 2 περ.
κα' του ν. 2190/1994 που εφάρμοσε, και τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 8 του Συντάγματος και του ΠΔ 164/1984, που δεν ήταν εφαρμοστέες στη συγκεκριμένη περίπτωση, διέλαβε δε στην απόφασή του ασαφείς και ελλειπείς αιτιολογίες, αναφορικά με το ουσιώδες αυτό ζήτημα. Και τούτο διότι: α) Η προκείμενη περίπτωση, κατά τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο και τα διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο, αφορά επιτρεπόμενη κατά Νόμο "εξαιρετική" πρόσληψη των αναιρεσειόντων, σε εκτέλεση ειδικού Προγράμματος επιδοτούμενο από τον ΟΑΕΔ, διεπόμενη από τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια του Προγράμματος, πρόκειται δηλαδή για "επιδοτούμενη" πρόσληψη και απασχόληση, ορισμένης διάρκειας, η οποία συνήφθη για κάθε προσλαμβανόμενο, πριν από την έναρξη ισχύος της εν λόγω Συνταγματικής διάταξης, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και του ΠΔ 164/2004, δεν αφορούσε μετατροπή σύμβασης από ορισμένου σε αορίστου χρόνου, αλλά παροχή εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, στο αγωγικό δε δικόγραφο, όπως τούτο εκτέθηκε στην αρχή της παρούσας, οι ήδη αναιρεσείοντες εξέθεταν λεπτομερώς πλείονα του ενός συγκεκριμένα χαρακτηριστικά στοιχεία, με βάση τα οποία ισχυρίζοντο ότι οι καταρτισθείσες κατά τον άνω χρόνο και συνδέουσες αυτούς με τον αναιρεσίβλητο Δήμο - επιτρεπόμενες κατά νόμο επιδοτούμενες συμβάσεις εργασίας - στην πραγματικότητα και ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό τους ως "Συμφωνητικών συνεργασίας" ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και ως τέτοιες λειτούργησαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και όχι ως συμβάσεις αποκτήσεως εργασιακής εμπειρίας, αιτούμενοι ενόψει αυτών, τις αναφερόμενες μισθολογικές διαφορές, αμοιβές, αποζημιώσεις και επιδόματα, ως προς τα οποία, το Εφετείο, ουδέν περί της νομικής επάρκειας της αγωγής διέλαβε, με βάση τα ιστορούμενα σ' αυτήν, σε κάθε δε περίπτωση εξέθεταν ότι συνεχίσθηκε η λειτουργία τους με συνεχείς έκτοτε ανανεώσεις και παρέμειναν ενεργές τόσο κατά την έναρξη ισχύος των ανωτέρω διατάξεων, όσο και μετά απ' αυτές, καλύπτοντας, κατά το ένδικο διάστημα, οι προσληφθέντες τις ίδιες ανάγκες φύλαξης των σχολικών κτιρίων του αναιρεσίβλητου Δήμου, εκτελώντας ολοκληρωμένα προς τούτο καθήκοντα υπό τον έλεγχο και εποπτεία των οργάνων του, σε τρόπο ώστε η αγωγή, έχοντας, το προεκτεθέν περιεχόμενο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, σε συνδυασμό με το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, είναι νόμιμη.
β) Ακολούθως κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού προς διαπίστωση της συνδέουσας τα διάδικα μέρη συμβατικής σχέσης, δεν διέλαβε αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα αν τα επικαλούμενα από τους ενάγοντες εν λόγω στοιχεία ανταποκρίνονταν ή όχι στην πραγματικότητα και ιδίως αν κατά τη διάρκεια της απασχολήσεώς τους, ως φυλάκων των σχολείων του αναιρεσίβλητου Δήμου, πριν από την 30-9-2006 τελούσαν ή όχι σε εξάρτηση απ' αυτόν, με την εκτεθείσα στην αρχή της παρούσας έννοια και ειδικότερα αν ο τελευταίος είχε δικαίωμα ή όχι να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τόπο, χρόνο και τον τρόπο παροχής αυτής, την επιμελή εκτέλεσή της και αν υφίστατο ή όχι αντίστοιχη υποχρέωση των εναγόντων να συμμορφώνονται σε εντολές και οδηγίες του Δήμου, κατά την εκτέλεση της.
γ) Ουδόλως αιτιολογεί την κρίση του ως προς την αποδοθείσα έννομη σχέση της "απόκτησης εργασιακής εμπειρίας" και ειδικότερα δεν προσδιορίζει αν αυτή ταυτίζεται με τη γνήσια σύμβαση μαθητείας ή τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένων. δ) Αντιφατικώς τέλος δέχθηκε το μεν ότι με τις ένδικες συμβάσεις σκοπείτο "πιθανότητα μόνιμης απασχόλησης στη φύλαξη σχολικών κτιρίων" το δε μόνο στην "παροχή εφοδίου για περαιτέρω ανεύρεση εργασίας".
Συνακόλουθα, οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικές πλημμέλειες, είναι βάσιμοι και πρέπει κατά παραδοχή τους να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει ήδη μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 του Ν. 4139/20-3-2013, καθόσον η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση.
Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 του Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως θα καθοριστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρ. 281 του Ν. 3463/ 2006 [ΔΚΚ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ` αριθ. 4190/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό πενήντα (1.150) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ