Legislator Case Law & Legislation
1080/2012 AI generated

1080/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1080/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2004 αγωγή των ήδη 6ου και 7ης αναιρεσίβλητων και των αρχικών διαδίκων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28.111/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1477/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-10-2008 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1080/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Keywords

AI generated
enforcement of maintenance neglect of maintenance obligations recovery of debts repeated non-compliance previous political persecution enforcement of eviction
AI generated
2103/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ι.
1787/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 2-4-1977 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, β) με την από 17-5-1977 κύρια παρέμβαση του Χ. Π. και γ) με την από 30-9-1977 προτάσεις-ανταγωγή των α. Σ. Π., β. Ι. Π. και γ. Α. Α., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 492/1977 μη οριστική, 5/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 378/2004 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 1-11-2004 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 819/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 5-5-2011 κλήση τους.
1554/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
613/2012
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
304/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1080 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1080/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. χας Ξ. Π., το γένος Π. Κ., 2. Π. Π. του Ξ., 3. Ν. Π. του Ξ. και 4. Ε. Π. του Ξ., κατοίκων ..., (ως μοναδικών εξ' αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Ξ. Π. του Ν.), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Σπεντζοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ .

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ε. Π. του Δ., 2. Ν. Π. του Δ. (ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού αποβιώσαντος διαδίκου Δ. Π. του Ν.), 3. Ε. χα Χ., 4. Ε. Χ. του Γ., 5. Μ. Χ. του Γ. (ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού αποβιώσαντος διαδίκου Γ. Χ. του Κ.) οι οποίοι - 1η έως 5η - δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, 6. Ι. Χ. του Κ. και 7. Α. συζ. Γ. Α., το γένος Κ. Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι 6ος και 7η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Αμπόνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2004 αγωγή των ήδη 6ου και 7ης αναιρεσίβλητων και των αρχικών διαδίκων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28.111/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1477/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-10-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 3-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 290, 291 και 292 ΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται και, όταν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη δε της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να είναι είτε εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε και αναγκαστική με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου.

Οι τελευταίοι αυτοί μπορούν να προκαλέσουν την επανάληψη και χωρίς να έχει προηγηθεί γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής, μη επικαλούμενοι την έλλειψη της γνωστοποιήσεως και θεωρώντας, ότι η διακοπή έχει επέλθει, η πρόσκληση όμως αυτή δεν μπορεί να επιδοθεί στον κληρονόμο του αποβιώσαντος διαδίκου πριν από την παρέλευση της προθεσμίας για την αποποίηση της κληρονομίας, η οποία κατ' άρθρο 1847 εδάφ.

α' ΑΚ είναι τετράμηνη και αρχίζει από την επαγωγή της κληρονομίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες α) με αριθμό 28/2009, β) από 25-6-2010 και γ) με αριθμό 26/Γ/2010 ληξιαρχικές πράξεις θανάτου του Ληξιάρχου του Δήμου Πεύκων Θεσσαλονίκης, του Ληξιάρχου του Δήμου Θεσσαλονίκης και του Ληξιάρχου του Δήμου Πεύκων Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 1477/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, στις 13-10-2008, απεβίωσαν, αντίστοιχα:

α) στις 3-10-2009, ο πρώτος αναιρεσείων Ξ. Π., ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του και δεύτερη των αναιρεσειόντων Μ. Π. και τα τρία τέκνα του Π. Π., Ν. Π. και Ε. Π., ήτοι από τους λοιπούς τρίτο, τέταρτο και πέμπτη των αναιρεσειόντων, αντίστοιχα, β) στις 25-6-2010, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Γ. Χ., ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την σύζυγό του Ε.

χήρα Γ. Χ. και τα τέκνα του Ε. Χ. και Μ. Χ. και γ) στις 24-7-2010, ο πρώτος αναιρεσίβλητος Δ. Π., ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα του Ν. Π. και Ε. Π.. Ακολούθως, οι τρίτος και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων Ι. Χ. και Α. σύζ. Γ. Α. και ήδη καλούντες με την από 17-2-2011 αίτηση-πρόσκληση αναγκαστικής επανάληψης διακοπείσας δίκης παραδεκτώς προσκαλούν α) τους ως άνω κληρονόμους του αποβιώσαντος πρώτου αναιρεσείοντος Ξ.

Π. λοιπούς τέσσερις αναιρεσείοντες και ήδη έκτη, έβδομο, όγδοο και ένατη των καθών η αίτηση-πρόσκληση, β) τους ως άνω κληρονόμους του αποβιώσαντος δεύτερου αναιρεσίβλητου Γ. Χ. και ήδη τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των καθών η αίτηση-πρόσκληση και γ) τους ως άνω κληρονόμους του αποβιώσαντος πρώτου αναιρεσίβλητου Δ.

Π. και ήδη πρώτη και δεύτερο των καθών η αίτηση-πρόσκληση, για την επανάληψη της βιαίως διακοπείσας δίκης. Επομένως, οι πιο πάνω δεύτερη, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος των αναιρεσειόντων ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, αντιστοίχως, του πρώτου αναιρεσείοντος Ξ. Π. (άρθρα 1710, 1813, 1820, και 1846 ΑΚ), μετά την επίδοση σ' αυτούς της από 17-2-2011 αίτησης-πρόσκλησης των καλούντων, τρίτου και τέταρτης από τους αναιρεσιβλήτους, για την επανάληψη της βιαίως διακοπείσας δίκης, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης τετράμηνης προθεσμίας (άρθρο 292 ΚΠολΔ, 1847 εδάφ.

α' ΑΚ), νομίμως παρέστησαν στην ορισθείσα παρούσα δικάσιμο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, της πληρεξουσίου τους δικηγόρου Ειρήνης Σπεντζοπούλου, ως κληθέντες κληρονόμοι του άνω αποβιώσαντος πρώτου αναιρεσείοντος. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του τότε ερευνάται, αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου αυτού, οι πέντε πρώτοι των καθών η αίτηση-πρόσκληση Ε. Π. του Δ., Ν. Π. του Δ., Ε. Χ., Ε. Χ. και Μ. Χ., που, ως κληρονόμοι των προαναφερθέντων πρώτου και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, κλήθηκαν, κατά τα προεκτιθέμενα, για την επανάληψη της δίκης, δεν παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 7-3-2012. Οι καλούντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, προσκομίζουν τις 6955Β' και 6954Β/3-1-2012, καθώς και τις 6956Β', 6957Β' και 6958Β'/4-1-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, από τις οποίες προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της ως άνω από 17-2-2011 αίτησης-πρόσκλησης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημερινή δικάσιμο της 7-3-2012, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους απολειπομένους καθών η αίτηση-πρόσκληση. Επομένως, παρά την απουσία των άνω καθών η αίτηση-πρόσκληση και καθών η κλήση, η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει.

Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1113, 799 ΑΚ, 478 έως 481, 118 στοιχ. 4, 216 παρ. 1 α' και 224 εδ. β' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι βάση της αγωγής διανομής κοινού πράγματος είναι η συγκυριότητα των διαδίκων επί του διανεμητέου πράγματος και για την πληρότητα του δικογράφου της τέτοιας αγωγής αρκεί η μνεία της συγκυριότητας κατά τα ιδανικά μερίδια εκάστου των διαδίκων κοινωνών.

Έτσι, το στοιχείο αυτό της συγκυριότητας πρέπει να περιέχεται στην αγωγή, χωρίς όμως να είναι αναγκαίο να εκτίθεται στην αγωγή και ο τρόπος με τον οποίο ο ενάγων έγινε συγκύριος του κοινού, εκτός αν ο εναγόμενος με τις προτάσεις της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης, αμφισβητώντας τη νομιμοποίηση εκείνου, αρνηθεί την επ' αυτού συγκυριότητά του, οπότε ο ενάγων οφείλει να καθορίσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης ή ελλείψει επαρκούς κατά νόμο, σχετικού χρόνου, και με την οικεία προσθήκη, τον τρόπο με τον οποίο έγινε συγκύριος του διανεμητέου.

Αν δε ο ενάγων στηρίζει την συγκυριότητά του σε παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας, αρκεί, για την πληρότητα της αγωγής του να επικαλεσθεί με τις προτάσεις του τη συμβατική μεταβίβαση της κυριότητας με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή, εκτός αν ο εναγόμενος αμφισβητήσει με τις προτάσεις της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης και την κυριότητα και των δικαιοπαρόχων του, οπότε πρέπει να επικαλεσθεί και αυτήν ώστε να φθάσει σε κτήση κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία).

Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αρχικοί τέσσερις ενάγοντες και ήδη αρχικοί αναιρεσίβλητοι, μετά το θάνατο των δύο πρώτων των οποίων κατά τη διάρκεια της δίκης υπεισήλθαν στη θέση τους και συνεχίζουν τη δίκη οι προαναφερθέντες κληρονόμοι τους (ήδη πέντε πρώτοι των καθών η αίτηση-πρόσκληση), με την ένδικη από 29-3-2004 αγωγή διανομής ακινήτων ισχυρίστηκαν, ότι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου ο πρώτος και κατά ποσοστό 1/18 καθένας από τους λοιπούς στο με αριθμό 1 οικόπεδο, συνολικής έκτασης 928,50 τ.μ., που βρίσκεται στο Γ' 114 οικοδομικό τετράγωνο του οικισμού Πεύκων της Κοινότητας Ρετζικίου του νομού Θεσσαλονίκης, με τη σ' αυτό διώροφη οικία, που αποτελείται από ισόγειο και ανώγειο όροφο, εμβαδού κάθε ορόφου 120 τ.μ., και μιάς πεπαλαιωμένης αποθήκης εμβαδού 50 τ.μ., που κείται στη συμβολή των οδών ...

και ... και τα οποία περιγράφονται αναλυτικά κατά θέση, έκταση, όρια και προσανατολισμό. Ότι έχουν καταστεί συγκύριοι με παράγωγο τρόπο, δηλαδή με κληρονομική διαδοχή, και, συγκεκριμένα, ο πρώτος μεν από αυτούς ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος πατέρα του Ν. και της μητέρας του Ε. Π., την κληρονομία των οποίων αποδέχτηκε με την .../1973 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Νίκης Χασιώτη, που μεταγράφηκε νόμιμα, σε συνδυασμό με την .../1981 πράξη αποδοχής του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι.

Νάσλα και .../1989 πράξη αποδοχής του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ. Καραμάνου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, ενώ οι λοιποί (ενάγοντες) δυνάμει της .../1998 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Στάλιου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της μητέρας τους Ε. Χ., που υπήρξε εξ αδιαθέτου κληρονόμος κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω Ν.

Π.. 'Ότι οι τρίτος, τέταρτος και πέμπτη των εναγομένων και ήδη τρίτος, τέταρτος και πέμπτη των αναιρεσειόντων, δυνάμει του .../1999 συμβολαίου δωρεάς του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Πανταζίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα, είναι συγκύριοι του ως άνω ακινήτου κατά ψιλή κυριότητα ποσοστού 3/12 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, η δε πέμπτη εναγόμενη-πέμπτη αναιρεσείουσα είναι συγκύρια κατά ψιλή κυριότητα ποσοστού 2/12 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του .../21-11-1996 συμβολαίου γονικής παροχής του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου.

Ότι η επικαρπία των ως άνω αναφερομένων ποσοστών ψιλής κυριότητας ανήκει στους δύο πρώτους εναγομένους και ήδη δύο πρώτους αναιρεσείοντες και, ειδικότερα, ο πρώτος, μετά το θάνατο του οποίου, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, υπεισήλθαν στη δικονομική του θέση οι λοιποί αναιρεσείοντες, που συνεχίζουν τη δίκη, είναι επικαρπωτής ποσοστού 5/12 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει των πιο πάνω συμβολαίων γονικής παροχής και δωρεάς, αντίστοιχα, η δε δεύτερη είναι επικαρπώτρια ποσοστού 3/12 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του ανωτέρω συμβολαίου δωρεάς, και ότι οι εναγόμενοι δεν συναινούν στην εξώδικη διανομή του επίκοινου ακινήτου.

Ζητούσαν δε τη λύση της συγκυριότητας με τη διά πλειστηριασμού πώληση του επιδίκου και διανομή του εκπλειστηριάσματος στους κοινωνούς κατά το λόγο της μερίδας τους, λόγω του ανέφικτου της αυτούσιας διανομής. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, περιέχουσα όλα τα αναγκαία στοιχεία που θεμελιώνουν τη συγκυριότητα των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων επί του επίκοινου ακινήτου, αφού εκτίθενται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τον παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας εκ μέρους των (εναγόντων), ενώ η αμφισβήτηση των εναγομένων - αναιρεσειόντων δεν εκτείνεται και σε αμφισβήτηση της κυριότητας των δικαιοπαρόχων τους.

Επομένως, το Εφετείο, που έτσι έκρινε, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ και, συνακόλουθα, ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 περ.

β' του ίδιου άρθρου πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένστασή τους περί αοριστίας της αγωγής είναι επίσης αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον εν λόγω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα, κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Δεν αποτελούν πράγματα, κατά την πιο πάνω έννοια, και συνεπώς δεν ιδρύεται ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως, μεταξύ άλλων, και η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό ή περιστατικά, που εκτίθενται εκ περισσού.

Επομένως, πράγμα είναι και η κατά το άνω άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, που έχει εφαρμογή και επί δικών διανομής κοινού πράγματος, και κατά την έννοια του οποίου η άσκηση του δικαιώματος είναι καταχρηστική και όταν η προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή η διαμορφωθείσα εξαιτίας της, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, πραγματική κατάσταση, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση του δικαιώματος ή να επάγονται την απόσβεσή του, καθιστούν την μεταγενέστερη άσκησή του μη ανεκτή, ως τείνουσα στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρόν με επακόλουθες δυσμενείς για τον υπόχρεο συνέπειες, εφόσον από την συμπεριφορά του δικαιούχου, συναρτώμενη με εκείνη του υποχρέου, έχει δημιουργηθεί ευλόγως στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα.

Σε περίπτωση δε που η ένσταση αυτή στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς ορώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά, συνδεόμενα με το σχετικό αίτημα του ενισταμένου (άρθρα 262, 269 και 527 ΚΠολΔ), αποτελούν το καθένα χωριστά "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 88/1980).

Συνακόλουθα, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εξέταση της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, παραλείπει να λάβει υπόψη και περιστατικά, που επικαλέστηκε ο ενιστάμενος, προς θεμελίωση της ενστάσεώς του αυτής, τα οποία μαζί με εκείνα, που αυτός επικαλέστηκε και έλαβε υπόψη το δικαστήριο, καθιστούν βάσιμη την ένσταση, υποπίπτει στην εκ του άνω άρθρου 559 αριθ. 8 περ.

β' του ΚΠολΔ πλημμέλεια. Αλλά ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα άλλα επικληθέντα περιστατικά της ενστάσεως, όμως τα απέρριψε για οποιουδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.

β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη όλα τα περιστατικά, που πρωτοδίκως είχαν προβάλει για τη θεμελίωση της ενστάσεώς τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος και με την ασκηθείσα έφεσή τους είχαν επαναφέρει, ήτοι: α) ότι η επικαλούμενη από τους αναιρεσίβλητους συγκυριότητα και των έξι τέκνων του Ν.

και της Ε. Π., ως κληρονόμων αυτών κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου του καθενός εφόλων των κληρονομιαίων ακινήτων, ήταν πλασματική και τυπική, γιατί είχε προηγηθεί άτυπη διανομή και άτυπη δωρεά και ακολούθησε η τυπική αποδοχή των κληρονομιαίων για ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου για κάθε τέκνο, β) ότι σε όλο το χρονικό διάστημα από το 1956 ή το 1964 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής ο αρχικός πρώτος εναγόμενος χρησιμοποιούσε τον ισόγειο όροφο και το επίδικο οικόπεδο ως κατοικία για τη διαμονή του, γ) ότι καθ' όλο αυτό το διάστημα των 40 και πλέον ετών ούτε ο αρχικός πρώτος ενάγων ούτε οι λοιποί ενάγοντες αμφισβήτησε ποτέ την ως άνω νομή, κατοχή και χρήση του επίδικου οικοπέδου και του ισόγειου ορόφου της επ' αυτού διώροφης οικοδομής, προβάλλοντας οποιοδήποτε δικαίωμα συγκυριότητας ή αίτημα διανομής, δ) ότι υφίσταται μεγάλη και προφανής δυσαναλογία μεταξύ της μικρής ωφέλειας που θα αποκομίσουν οι αναιρεσίβλητοι και της δικής τους τεράστιας οικονομικής ζημίας, ε) ότι οι αναιρεσίβλητοι επιδιώκουν απόσπαση εκ μέρους τους υπέρμετρων οικονομικών ανταλλαγμάτων και στ) ότι ενόψει αυτών η ανωτέρω μακροχρόνια αδράνεια των αναιρεσιβλήτων σε συνδυασμό με τα άνω λοιπά περιστατικά, τους δημιούργησαν την εύλογη πεποίθηση, ότι αυτοί δεν επρόκειτο να προβάλουν στο μέλλον παρόμοιες αξιώσεις και δικαιώματα περί συγκυριότητάς τους στο επίδικο ή περί δικαστικής διανομής αυτού και ότι έτσι η τυχόν παραδοχή της αγωγής θα έχει ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες γι' αυτούς.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ως άνω προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες-εναγομένους, προς απόκρουση της ένδικης αγωγής περί διανομής κοινών ακινήτων, ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο είναι οικόπεδο, εκτάσεως 928,50 τ.μ., με διώροφη οικοδομή επ' αυτού, εμβαδού 120 τ.μ.

του κάθε ορόφου, το οποίο βρίσκεται στο με αριθμό ... οικοδομικό τετράγωνο της Κοινότητας Πεύκων (Ρετζικίου) Ν. Θεσσαλονίκης, στο οποίο φέρει τον αριθμό Ι, και στη συμβολή των οδών ... και ... και το οποίο συνορεύει βόρεια με πλευρά μήκους 18 μέτρ. με το με αριθμό 2 οικόπεδο του ίδιου οικοδομικού τετραγώνου, νότια με πλευρά μήκους 17,03 μέτρ.

με την οδό ..., ανατολικά με πλευρές μήκους 6,07, 19,33 και 26,57 μέτρ. με ακίνητο αγνώστου ιδιοκτήτη και δυτικά με πλευρά μήκους 54,24 μέτρ. με την οδό .... Το εν λόγω οικόπεδο δημιουργήθηκε κατά την ένταξη της περιοχής στο σχέδιο πόλεως δυνάμει της 10 πράξεως εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης Κοινότητας Πεύκων (Ρετζικίου) Ν.

Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με την με αριθμό πρωτ. Δ. Π. Τ.Τ.Α./459 90/9-9-2003 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο ... και με αύξοντα αριθμό 3/4-11-1993, από ολόκληρο το με αριθμό τεμαχίου 19 οικόπεδο του 5ου Ο.Τ., εκτάσεως 842 τ.μ., το οποίο είχε παραχωρηθεί ως οικοπεδικός κλήρος κατά την οριστική διανομή του συνοικισμού Ρετζικίου (Πεύκα) Ν.

Θεσσαλονίκης στον Ν. Π. του Δ., στο όνομα του οποίου εκδόθηκε ακολούθως και ο 34083/24-6-1986 τίτλος κυριότητας της Επιτροπής Οριστικών Διανομών Συνοικισμού Ρετζικίου (Πεύκα) της Διευθύνσεως Γεωργίας της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο ...

και με αύξ. αριθμό 177/3-11-1986, και από τμήμα του με αριθμό 224 αγροτεμαχίου του αγροκτήματος "Ρεντζίκι" της Κοινότητας Πεύκων Νομού Θεσσαλονίκης, Δ' κατηγορίας, συνολικής εκτάσεως 922 τ.μ., που είχε παραχωρηθεί στον ίδιο ως άνω κληρούχο (Ν. Π.) ως αρχηγό οικογένειας και την πεθερά του Μ. Κ. ως εξωτικό μέλος κατά ποσοστά 8/9 και 1/9 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, δυνάμει της 1115/30-12-1952 αποφάσεως της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα, και του 29672/21-4-1953 τίτλου κυριότητας του Διοικητή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, που μεταγράφηκε νόμιμα.

Το έτος 1935 πέθανε η Μ. Κ. χωρίς να αφήσει διαθήκη και το ιδανικό της μερίδιο (1/9 ή 4/36 εξ αδιαιρέτου) επί του ως άνω αγροτεμαχίου περιήλθε στη θυγατέρα της Ε. σύζ. Ν. Π. ως μοναδική εξ αδιαιρέτου κληρονόμο της. Στις 19-3-1972 πέθανε ο Ν. Π. του Δ. χωρίς να αφήσει διαθήκη και το με αριθμό 19 οικόπεδο περιήλθε κατά ποσοστό 1/4 ή 8/32 εξ αδιαιρέτου στη σύζυγό του Ε.

Π. και κατά ποσοστό 4/32 εξ αδιαιρέτου σε καθένα από τα έξι (6) τέκνα του, δηλαδή τον πρώτο αρχικό ενάγοντα Δ. Π., τη μητέρα των δεύτερου, τρίτου και τέταρτης των εναγόντων Ε. Χ., την Ά. συζ. Ε. Τ., την Α. Κ., την Δ. Τ. και τον αρχικό πρώτο εναγόμενο Ξ. Π., ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ενώ από το ιδανικό του μερίδιο στο 224 αγροτεμάχιο (8/9 ή 32/36 εξ αδιαιρέτου), το 1/4 εξ αδιαιρέτου, δηλαδή τα 8/36 εξ αδιαιρέτου, περιήλθαν στη σύζυγό του Ε.

Π. και τα υπόλοιπα 3/4 ή 24/36 εξ αδιαιρέτου περιήλθαν κατ' ισομοιρία στα έξι (6) τέκνα του, δηλαδή ανά 4/36 εξ αδιαιρέτου στο καθένα. Στις 25-11-1973 πέθανε και η Ε. Π. χωρίς να αφήσει διαθήκη και τα ιδανικά της μερίδια στα ως άνω δύο (2) ακίνητα, ανερχόμενα σε 8/32 ή 24/96 εξ αδιαιρέτου και 12/36 εξ αδιαιρέτου (4/36 + 8/36) αντίστοιχα, περιήλθαν κατ' ισομοιρία στα προαναφερθέντα έξι (6) τέκνα της, δηλαδή ανά 4/96 εξ αδιαίρετου (24/96:6) και 2/36 εξ αδιαιρέτου (12/36:6) στο καθένα αντίστοιχα.

Έτσι, σε καθένα από τα έξι (6) τέκνα των Ν. Π. και Ε. Π. περιήλθε από κληρονομία των γονέων του το 1/6 εξ αδιαιρέτου των ως άνω δύο (2) ακινήτων ( 4/32 ή 12/96 + 4/ 96 = 16/96 και 4/36 + 2/36 = 6/36). Την κληρονομία των γονέων τους αποδέχθηκαν αυτά με την .../10-11-1989 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς που έγινε ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Καραμάνου και μεταγράφηκε νόμιμα, και έτσι έγιναν συγκύριοι των ως άνω ακινήτων, από τα οποία προήλθε το επίδικο ακίνητο κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου το καθένα.

Στις 7-11-1997 πέθανε η Ε. σύζυγος Κ. Χ. χωρίς να αφήσει διαθήκη και το ιδανικό της μερίδιο στο επίδικο ακίνητο (1/6 ή 6/36 εξ αδιαιρέτου) περιήλθε κατ' ισομοιρία στους δεύτερο, τρίτο και τέταρτη των εναγόντων (τέκνα της), δηλαδή κατά ποσοστό 2/36 εξ αδιαιρέτου (6/36:3) στον καθένα, ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της.

Οι τελευταίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία της μητέρας τους με την .../6-10-1998 δήλωση αποδοχής κληρονομίας, που έγινε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευαγγελίας Στάλιου και μεταγράφηκε νόμιμα, και έτσι έγιναν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 2/36 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Με το .../1996 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευσταθίου Πανταζίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο αρχικός πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε στην πέμπτη εναγομένη Ε.

Π. (θυγατέρα του), λόγω γονικής παροχής, κατά ψιλή κυριότητα το ανήκον σ' αυτόν ιδανικό μερίδιο του επίδικου ακινήτου (1/6 ή 6/36 εξ αδιαιρέτου), παρακρατώντας για τον εαυτό του και τη δεύτερη εναγομένη σύζυγό του Μ. Π. κατ' ισομοιρία, δηλαδή κατά τα 3/36 εξ αδιαιρέτου για τον καθένα, το δικαίωμα ισόβιας επικαρπίας του μεριδίου του αυτού.

Εξάλλου, με το .../1999 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι συγκύριες του επίδικου ακινήτου 1) Δ. σύζυγος Θ. Τ., 2) Α. χήρα Ι. Κ. και 3) Ά. χήρα Ε. Τ. μεταβίβασαν, λόγω δωρεάς, την με ψιλή κυριότητα των ιδανικών τους μεριδίων στο επίδικο ακίνητο, τα οποία ανέρχονταν συνολικά σε 18/36 εξ αδιαιρέτου (6/36 χ 3), στους τρίτο και τέταρτο των εναγομένων-αναιρεσειόντων Π.

Π. και Ν. Π. κατ' ισομοιρία, δηλαδή ανά 9/36 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, την δε επικαρπία αυτών στους πρώτο και δεύτερη των εναγομένων επίσης κατ' ισομοιρίαν, δηλαδή ανά 9/36 εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Έτσι, μετά τις ως άνω μεταβιβάσεις οι τρίτος, τέταρτος και πέμπτη των εναγομένων-αναιρεσειόντων είναι ψιλοί κύριοι του επίδικου ακινήτου κατά ποσοστά 9/36, 9/36 και 6/36 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, ενώ οι πρώτος και δεύτερη των εναγομένων είναι επικαρπωτές αυτού κατά ποσοστό 12/36 εξ αδιαιρέτου (3/36 + 9/36) ο καθένας.

Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο άμεσος και απώτερος δικαιοπάροχος των διαδίκων Ν. Π. παραχώρησε κατά το έτος 1964 άτυπα στον αρχικό πρώτο εναγόμενο, λόγω δωρεάς, το ισόγειο της επίδικης επίκοινης οικίας, ούτε ότι αυτός κατά το έτος 1969 παραχώρησε άτυπα, λόγω δωρεάς, στη δικαιοπάροχο μητέρα των δεύτερου, τρίτου και τετάρτης των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων ένα διαιρετό τμήμα του με αριθμό 266 αγροτεμαχίου και ήδη οικοπέδου του αγροκτήματος "Ρετζίκι" Θεσσαλονίκης, εκτάσεως 1078 τ.μ.

Ούτε επίσης αποδείχθηκε ότι το ισόγειο της οικίας αυτής κατασκευάσθηκε κατά το έτος 1956 από τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος τότε ήταν ηλικίας 20 ετών, αποτελούσε μέλος της πατρικής του οικογένειας και δεν είχε δικά του εισοδήματα από την άσκηση κάποιου επαγγέλματος. Άλλωστε ούτε ο ίδιος ο αρχικός πρώτος εναγόμενος ανέφερε στις προτάσεις του την πηγή προελεύσεως των χρημάτων που απαιτήθηκαν για την ανέγερση της οικίας παρά τον προβληθέντα από τους ενάγοντες ισχυρισμό, ότι αυτός κατά το έτος 1956 δεν είχε δικά του εισοδήματα, καθόσον ήταν ανεπάγγελτος και, ότι η οικία αυτή ανεγέρθηκε με δαπάνες των γονέων τους.

Μόνη δε η πραγματοποίηση εκ μέρους του αρχικού πρώτου εναγομένου κατά τα έτη 1981-1982 επωφελών δαπανών στο ισόγειο της επίδικης οικίας, οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του, ανέρχονταν στο ποσό των 5.018.000 δραχμών και ήδη σήμερα στο ποσό των 10.000.000 δραχμών, έστω και εν γνώσει του αρχικού πρώτου ενάγοντος και της δικαιοπαρόχου μητέρας των λοιπών εναγόντων, δεν καθιστά, καταχρηστική την άσκηση της ένδικης αγωγής, ενόψει και του ύψους της σημερινής αξίας ολοκλήρου του επίδικου ακινήτου (οικοπέδου με την οικία), ανερχομένης στο ποσό των 200.000 ευρώ, της δυνατότητας αναζητήσεως των δαπανών αυτών από τους ενάγοντες κατά το μέρος που αναλογεί στα μερίδιά τους στο επίδικο ακίνητο και της αποκλειστικής χρήσεως εκ μέρους αυτού του ισογείου της επίδικης οικίας ως οικογενειακής στέγης από του χρόνου θανάτου της μητέρας του (25-11-1973) μέχρι σήμερα, δηλαδή πάνω από 30 χρόνια, χωρίς την καταβολή στους ενάγοντες οποιουδήποτε ανταλλάγματος".

Από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την προβληθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης και, ειδικότερα, όλους τους επί μέρους πιο πάνω αυτοτελείς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων με τα αναφερόμενα περιστατικά για τη θεμελίωση της ενστάσεώς τους αυτής, την οποία και απέρριψε.

Επομένως, ο ερευνώμενος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο με το να δεχτεί, "ότι δεν αποδείχθηκε, ότι το ισόγειο της οικίας κατασκευάσθηκε κατά το έτος 1956 από τον αρχικό πρώτο εναγόμενο, ο οποίος τότε ήταν ηλικίας 20 ετών, αποτελούσε μέλος της πατρικής του οικογένειας και δεν είχε δικά του εισοδήματα από την άσκηση κάποιου επαγγέλματος και ότι η οικία αυτή ανεγέρθηκε με δαπάνες των γονέων τους, μόνη δε η πραγματοποίηση εκ μέρους του αρχικού πρώτου εναγομένου κατά τα έτη 1981-1982 επωφελών δαπανών στο ισόγειο της επίδικης οικίας, οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του, ανέρχονταν στο ποσό των 5.018.000 δραχμών και ήδη σήμερα στο ποσό των 10.000.000 δραχμών, έστω και εν γνώσει του αρχικού πρώτου ενάγοντος και της δικαιοπαρόχου μητέρας των λοιπών εναγόντων, δεν καθιστά, καταχρηστική την άσκηση της ένδικης αγωγής, ενόψει και του ύψους της σημερινής αξίας ολοκλήρου του επίδικου ακινήτου (οικοπέδου με την οικία), ανερχομένης στο ποσό των 200.000 ευρώ, της δυνατότητας αναζητήσεως των δαπανών αυτών από τους ενάγοντες κατά το μέρος που αναλογεί στα μερίδιά τους στο επίδικο ακίνητο και της αποκλειστικής χρήσεως εκ μέρους αυτού του ισογείου της επίδικης οικίας ως οικογενειακής στέγης από του χρόνου θανάτου της μητέρας του (25-11-1973) μέχρι σήμερα, δηλαδή πάνω από 30 χρόνια, χωρίς την καταβολή στους ενάγοντες οποιουδήποτε ανταλλάγματος", έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι επικαλούμενοι ως μη προταθέντες ισχυρισμοί αφορούν επιχειρήματα και συμπεράσματα πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και νομικούς ισχυρισμούς και νομική επιχειρηματολογία των αναιρεσιβλήτων και δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, ήτοι αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 42/2002).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν η παράλειψη του δικαστηρίου αφορά στη μη αξιολόγηση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη, σε συνδυασμό με τα άλλα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα ή αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν, με επίκληση σ' αυτό, προς απόδειξη της προβληθείσας ένστασής τους περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος και δη 1) τα ... και .../2-2-1981 αγοραπωλητήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι. Νάσλα και 2) το .../29-12-1991 συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευστ. Πανταζίδη. Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι", και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα παραπάνω έγγραφα, χωρίς να χρειάζεται να γίνει χωριστή μνεία ή αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 787 επ. και 794 του ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, κατ' άρθρο 1113 του ίδιου Κώδικα και στην συγκυριότητα, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 802, 730 επ., 904 επ. και 1101 και 1107 ΑΚ, προκύπτει, ότι προκειμένου για δαπάνες που έγιναν σε κοινό πράγμα από έναν εκ των συγκυρίων, μπορεί αυτός να επιδιώξει την αναζήτησή τους από τους λοιπούς συγκυρίους κατά την αναλογία της μερίδας τους, όταν πραγματοποίησε αυτές τις δαπάνες μετά από σύμφωνη γνώμη της πλειοψηφίας των συγκυρίων ή σχετική δικαστική απόφαση ή για την αποτροπή επικειμένου κινδύνου και για την συντήρηση του πράγματος, αλλά και όταν υποβλήθηκε στις δαπάνες αυτές χωρίς να υπάρχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις αλλά με την συνδρομή της διοίκησης αλλοτρίων ή του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Τις απαιτήσεις από την κοινωνία για δαπάνες στο κοινό πράγμα ο συγκύριος μπορεί να ασκήσει ανταγωγικά, αλλά και κατ' ένσταση κατά την συζήτηση της αγωγής διανομής. Μπορεί ακόμη ο συγκύριος να ασκήσει (με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης) και το δικαίωμα επισχέσεως σύμφωνα με τα άρθρα 325, 794, 802 και 1116 του ΑΚ.

Στην περίπτωση όμως που οι δαπάνες αυτές έγιναν χωρίς τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, με μόνη τη συνδρομή των προϋποθέσεων της διοικήσεως αλλοτρίων (άρθρ. 730 επ.) ή του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρ.904 επ. του ΑΚ.), ο σχετικός ισχυρισμός, για να είναι ορισμένος και να μπορεί να εξετασθεί από το δικαστήριο πρέπει να αναφέρει, ότι συντρέχουν οι τελευταίες αυτές προϋποθέσεις, της διοικήσεως δηλαδή αλλοτρίων ή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, σε αντίθετη δε περίπτωση, μη αναφοράς δηλαδή των στοιχείων αυτών, ο εν λόγω ισχυρισμός είναι απορριπτέος.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 795 επ., 1113, 1142 επ. ΑΚ, 478, 480, 480 Α, 484 παρ. 1 και 493 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο επικαρπωτής του κοινού ακινήτου, ως εναγόμενος ή ως παρεμβαίνων κυρίως, μπορεί να ασκήσει μόνο τα παρακάτω δικαιώματα, ήτοι: 1) να αξιώσει την άσκηση της επικαρπίας στο μερίδιο, το οποίο περιέρχεται με την αυτούσια διανομή στον ψιλό κύριο και 2) σε περίπτωση πωλήσεως του κοινού ακινήτου με πλειστηριασμό, να αξιώσει:

α) την από κοινού με τον ψιλό κύριο είσπραξη του ποσού του πλειστηριάσματος, το οποίο αντιστοιχεί στο ποσοστό συγκυριότητας του ψιλού κυρίου, β) τον προσδιορισμό του είδους της ασφαλούς και εντόκου τοποθετήσεως των χρημάτων αυτών και γ) την είσπραξη των τόκων τους ή τη διάθεσή τους για την αντικατάσταση του πράγματος, χωρίς, όμως, να δικαιούται, να αξιώσει τη λύση ή τη μη λύση της κοινωνίας, ούτε να υποβάλει αίτημα αυτούσιας διανομής του κοινού ή πωλήσεως αυτού με πλειστηριασμό, καθώς και την ως άνω ένσταση επισχέσεως.

Επομένως, στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με το να δεχτεί, ότι ο αρχικός πρώτος εναγόμενος δεν έχει το δικαίωμα να ασκήσει ένσταση επισχέσεως για τις επικαλούμενες επωφελείς δαπάνες που πραγματοποίησε στο επίδικο διανεμητέο ακίνητο, η αξία των οποίων ανέρχονται πλέον, κατά τους ισχυρισμούς του, στο ποσό των 10.000.000 δραχμών, μέρος του οποίου από 3.333.333 δραχμές βαρύνει τους ενάγοντες και κατόπιν τούτου με το να απορρίψει ως απαράδεκτη την ένσταση αυτή με την αιτιολογία, ότι αυτός πλέον δεν είναι συγκύριος του επιδίκου ακινήτου, αλλά επικαρπωτής, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 794, 1113, 1101-1107, 802, 325 και 326 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, και έτσι ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-10-2008 αίτηση των Ξ. Π. κ.λ.π. για αναίρεση της 1477/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων έκτου και εβδόμης των αναιρεσιβλήτων Ι. Χ. και Α. Α., τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ